Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μάριος Ευρυβιάδης: Η Επιτροπή Pike, ο Κίσινγκερ και η Κύπρος

Δημοσιεύτηκε στις

Πώς λειτούργησε η Επιτροπή

Γράφει ο Μάριος Ευρυβιάδης

Μια αυθεντική και έγκυρη πηγή πρωτογενών πληροφοριών για το προδοτικό πραξικόπημα και για τις δυο Τουρκικές επιδρομές το καλοκαίρι του 1974 υπήρξε η Ειδική Επιτροπή της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων- House Select Intelligence Committee- με Πρόεδρο τον Δημοκρατικό Βουλευτή της Νέας Υόρκης  Otis Pike, γνωστή ως η Pike Committee.

Η Ειδική Επιτροπή Pike – μαζί με την αντίστοιχη της στην Γερουσία του Γερουσιαστή Frank Church- συστάθηκε αρχές του 1975 με χρονικό όριο ενός έτους και με εντολή να διερευνήσει την κατάχρηση εξουσίας εντός και εκτός Αμερικής από την λεγόμενη “Κοινότητα Πληροφοριών” (“Intelligence Community”),  δηλαδή την CIA και να καταθέσει σε Τελική Έκθεση της (Final Report),   θεραπευτικές εισηγήσεις στην ολομέλεια της Αμερικανικής Βουλής.

Ήδη από το 1973 η Αμερική ταλανίζονται από το σκάνδαλο Watergate το οποίο αυξανόμενα καταδείκνυε  την  εμπλοκή της κυβέρνησης Νίξον σε σκανδαλώδεις εσωτερικές παρανομίες που τελικά οδήγησαν στη παραίτηση του Προέδρου Νίξον στις 8 Αυγούστου  1974.

Ταυτόχρονα δημοσιογραφικές αποκαλύψεις έδειχναν την πιθανή εμπλοκή της CIA στο σκάνδαλο (και άλλων υπηρεσιών όπως η FBI)  όπως επίσης και την κατάχρηση εξουσίας της CIA από δράσεις της σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το σκάνδαλο Watergate και οι καταχρήσεις εξουσίας της CIA, ώθησαν το Κογκρέσο να αναζητήσει απαντήσεις, ως είθιστε,  με μια σειρά Ακροάσεων (Hearings)  στα δυο νομοθετικά του Σώματα. Οι Ακροάσεις στην Βουλή, βάσει  εντολών,  διερεύνησαν την περίοδο 1968-1974.

Στην περίπτωση της η Επιτροπή Pike αποφάσισε  να διερευνήσει, μεταξύ άλλων, τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα της CIA σε έξι διεθνείς κρίσεις, μια εκ των οποίων ήταν η κρίση στην Κύπρο του 1974. (Οι υπόλοιπες ήταν, Βιετνάμ -1968 Tet Offensive,  η  εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1968 στην Τσεχοσλοβακία, ο Πόλεμος της Μέσης Ανατολής του 1973, το  πραξικόπημα της Πορτογαλίας του 1974, και ο πόλεμος του 1971 μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν).

Θέλω να υπογραμμίσω εξαρχής πως πέραν των αρχικών πρωτογενών αποκαλύψεων του αείμνηστου δημοσιογράφου της Washington Post Lawrence Stern, που ενσωματώθηκαν στα δυο εμβληματικά του κείμενα  -“Bitter Lessons: How We Failed in Cyprus”, Foreign Policy (Summer, 1975) και The Wrong Horse: the Politics of Intervention and the Failure of American Diplomacy (1977)- το έργο της Επιτροπής  Pike για τα γεγονότα του 1974 παραμένει αξεπέραστο.

Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή Pike παρήγαγε ένα χωρίς προηγούμενο  έργο- που δημοσιεύθηκε σε έξι ογκώδεις τόμους τον Ιανουάριο του 1976- δεν κατάφερε να εκδώσει την Τελική Έκθεση της που συμπεριλάμβανε τα αποτελέσματα, τα συμπεράσματα και εισηγήσεις της για αποτελεσματική αντιμετώπιση των κακώς εχόντων. Η Τελική Έκθεση συμπεριλάμβανε και τα συμπεράσματα της Επιτροπής για την Κύπρο.

Σε όλη την διάρκεια των Ακροάσεων στο Κογκρέσο αλλά και στον τύπο, λάμβανε χώρα μια επική σύγκρουση μεταξύ της Νομοθετικής και Εκτελεστικής εξουσίας αναφορικά με τον κατά το Σύνταγμα ρόλο τους. Στην συγκεκριμένη  περίπτωση η σύγκρουση  προσωποποιήθηκε σε μια αντιπαράθεση των μελών της Επιτροπής και ειδικά του Pike με τον Υπουργό Εξωτερικών Κίσινγκερ και τη CIA. Μάλιστα αποδίδεται και μια απειλή κατά του Pike στον νομικό σύμβουλο της CIA (Mitchell Rogovin ) ως εξής : “Pike will pay for this, you wait and see we [the CIA] will destroy him for this.”

Ο Κίσινγκερ και η CIA επικαλέσθηκαν λόγους “εθνικής ασφάλειας” κατά της δημοσιοποίησης της 338 σελίδων Τελικής Έκθεσης της Επιτροπής. Και η ολομέλεια της Βουλής, που είχε τον τελευταίο λόγο, πείστηκε από την κυβέρνηση και δεν επέτρεψε την δημοσιοποίηση της.  Ευτυχώς όμως η Τελική Έκθεση διέρρευσε σχεδόν αμέσως στον Αμερικανικό τύπο και πρωτοδημοσιεύθηκε – όχι ολόκληρη- σε δυο συνέχειες στην εβδομαδιαία εφημερίδα  της Νέας Υόρκης  The Village Voice  με τον χαρακτηριστικό τίτλο “The CIA Report the President Doesn’t Want You to Read” (February 16 και 23, 1976). Μαζί με τους έξι τόμους των Ακροάσεων – η Κύπρος καλύπτετε στον έκτο τόμο – η Τελική Έκθεση παρέχει τα πρώτα έγκυρα στοιχεία για τον ρόλο της CIA και του Κίσινγκερ το 1974.

Από τις Ακροάσεις και την Τελική Έκθεση – που κυκλοφόρησε σχεδόν ολόκληρη στην Αγγλία το 1977 από το Ίδρυμα Bernard Russell- και για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου επέλεξα να σχολιάσω  συνοπτικά τις τέσσερις παρακάτω θεματικές που προκύπτουν από τις Ακροάσεις και την Τελική Έκθεση.

Α. Την συνταγματική σύγκρουση – στην πραγματικότητα τον πόλεμο – μεταξύ του Κίσινγκερ και της Επιτροπής Pike για πρόσβαση στο Μνημόνιο Διαφωνίας (DISSENT MEMORANDUM: Critique of the Substantive Handling of the Cyprus Crisis) του αξιωματούχου του Υπουργείου Εξωτερικών  για την Κύπρο Thomas Boyatt της 9ης Αυγούστου 1974,  στο όποιον ο  Κίσινγκερ κατηγορείται ευθέως ως υπαίτιος της κρίσης.

Β. Την ένορκη κατάθεση στην Επιτροπή του Αμερικανού  Πρέσβη στην Αθήνα Henry Tasca για την περίοδο της κρίσης.

Γ.  Την “Μετά-Θανάτια Έκθεση” (Post- Mortem Report) της CIA για την κρίση.

Δ. Τον ρόλο του “αόρατου δικτάτορα” Ιωαννίδη και την σχέση του με πράκτορες της CIA στην Αθήνα και ειδικά του περιβόητου Gustav Laskaris Avrakotoς, γνωστού ως Gust.

Σύγκρουση και Μνημόνιο Διαφωνίας  Boyatt

Η ύπαρξη και ουσία του Μνημονίου έγινε γνωστή εξαρχής από διαρροές και έρευνα της Επιτροπής. Η κυβέρνηση, δηλαδή ο Κίσινγκερ, που με την παραίτηση Νίξον κυριαρχούσε στην κυβέρνηση Ford, επικαλούμενος συνταγματικό προνόμιο και λόγους εθνικής ασφάλειας ήταν αρνητικός σε πρόσκληση της Επιτροπής να καταθέσει γενικά, αλλά και να επιτρέψει στον υφιστάμενο του Boyatt να καταθέσει και να παραδώσει το Μνημόνιο στην Επιτροπή. Απειλούμενος όμως με ποινική κλήτευση από την Επιτροπή υποχώρησε με ένα συμβιβασμό. Το Μνημόνιο δεν δόθηκε αυτούσιο αλλά αναμεμειγμένο (amalgamated) με αλλά συναφή έγγραφα, χωρίς ταυτότητα συγγραφέα. (Το Μνημόνιο αποχαρακτηρίστηκε το 2018 χάρη στις επίπονες προσπάθειες του εξαιρετικού National Security Archive, George Washington University).

Ο Boyatt ήταν ο καλύτερος γνώστης του κυπριακού με υπηρεσία στην Κύπρο (1967-72), γνώριζε ελληνικά και το 1974 ήταν υπεύθυνος του Γραφείου Κύπρου στο αμερικανικό ΥΠΕΞ. Ήταν ο αξιωματούχος ο οποίος από τον Απρίλιο του 1974 προειδοποιούσε υπομονετικά και επίμονα την Ουάσιγκτον να παρέμβει δραστικά και άμεσα ώστε το χουντικό καθεστώς Ιωαννίδη να τερματίσει τις ανατρεπτικές τους ενέργειες κατά της κυβέρνησης Μακαρίου. Αλλιώς, η Τουρκία θα εισέβαλε στην Κύπρο με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τα Δυτικά συμφέροντα αλλά και για την Κύπρο. Οι προειδοποιήσεις Boyatt για καθοριστική παρέμβαση αγνοήθηκαν, σχεδόν επιδεικτικά.

Υπογραμμίζω πως στο Μνημόνιο του ο Boyatt αμφισβήτησε ευθέως ως λανθασμένες, αναξιόπιστες, συγκρουόμενες με τα γεγονότα και πιθανόν εσκεμμένα παραπλανητικές εκθέσεις της CIA, πως δηλαδή ο Ιωαννίδης ακύρωσε/ανέβαλε σχεδιασμούς του για πραξικόπημα (που η CIA είχε εξασφαλίσει από πράκτορες της σε άμεση επαφή με Ιωαννίδη) και πως,  συνεπώς, δεν υπήρχε ανησυχία για πραξικόπημα τον Ιούλιο και με αφορμή την ανοικτή πλέον σύγκρουση Λευκωσίας – Αθήνας.

Η Επιτροπή στην Τελική Έκθεση συμπέρανε πως ο Boyatt, μαζί με τον συνάδελφο του Βοb Dillon (και αυτός με προϋπηρεσία στην Κύπρο) υπήρξαν, οι μόνοι αξιωματούχοι που προέβλεψαν με ακρίβεια τις συνέπειες μιας πραξικοπηματικής ανατροπής της κυπριακής κυβέρνησης από την χούντα του Ιωαννίδη.

Αξίζει να αναφερθεί εδώ πως πολλά χρόνια αργότερα ο Κίσινγκερ έμπλεξε  δημόσια το εγκώμιο του Boyatt και παραδέχθηκε πως κακώς  αγνόησε τις προτροπές του για δραστική παρέμβαση κατά της χούντας.

Η ένορκη κατάθεση στην Επιτροπή του Πρέσβη Tasca  

Ο Henry Tasca υπηρετούσε για δεκαετίες ως αμερικανός αξιωματούχος και υπήρξε για χρόνια φίλος και συνεργάτης του Νίξον. Είχε δηλαδή προσωπική σχέση μαζί του και, όπως όλη η κυβέρνηση Νίξον, είχε φιλικά αισθήματα προς την χούντα.

Η περίπτωση του είναι πολύ ενδιαφέρουσα διότι η ογκώδης εξάωρη κατάθεση του αποτελεί την πρώτη αφήγηση αξιωματούχου για τα γεγονότα με επίκεντρο την Αθήνα. Είναι επίσης σημαντική διότι ο Tasca θεωρεί τον εαυτό του θύμα συκοφαντίας από τον Κίσινγκερ με επιλεγμένες διαρροές στον τύπο, πιθανό θύμα παραπλάνησης από πράκτορες της Πρεσβείας του στην Αθήνα και, γενικά,  ως τον αποδιοπομπαίο τράγο της Ουάσιγκτον για τα γεγονότα.

Ο Tasca διαφωνεί με τον Boyatt υποστηρίζοντας πως οι εκθέσεις και προτροπές του ήταν υπερβολικές αλλά κυρίως επαναλαμβανόμενες. Πιο σημαντικό υποστηρίζει πως ποτέ δεν πήρε κατευθείαν οδηγίες από Ουάσιγκτον για δυναμική προσωπική παρέμβαση  και πως όταν το 1972 του ζητήθηκε το έκανε με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και απέτρεψε το τότε πραξικόπημα του Φεβρουαρίου.

Αντίθετα ο Ιωαννίδης δεν δεχόνταν επαφές με κανένα ξένο παρά μόνο με ελληνικής καταγωγής πράκτορες της CIA. Εξάλλου μόνο ελληνικά μιλούσε . Ανεξάρτητα ο Tasca ισχυρίζεται πως μέσω τους προειδοποιούσε τον Ιωαννίδη κατά καιρούς, να μην ανατρέψει τον Μακάριο. Τόσο δε σίγουρος ήταν ο Tasca για τα πράγματα που στις  15 Ιουλίου ήταν οικογενειακά  στην Επίδαυρο. Δεν αποκλείει όμως να ήταν θύμα παραπλάνησης από την Πρεσβεία του.

Η “Μετα-θανάτια” Έκθεση της CIA (“Post Mortem Report and Examination of the Intelligence Community’s Performance Before and During Cyprus Crisis of 1974”.)

Η Τελική Έκθεση της Επιτροπής είναι καταπέλτης κατά της CIA. Εξασφάλισε μεν τα σχέδια του Ιωαννίδη η CIA, όπως αναφέρει

στη “Μετά-θανάτια” Έκθεση της για πραξικόπημα από τον Ιούνιο   και εκτίμησε ορθά πως η υλοποίηση τους θα οδηγούσε σε Τουρκική εισβολή. Αλλά παραμονές του πραξικοπήματος, διαπιστώνει η Τελική Έκθεση, η CIA ακύρωσε τις εκτιμήσεις της βάσει επιπρόσθετων πληροφοριών (3 Ιουλίου) από μια “κανούργια αλλά μη δοκιμασμένη πηγή” (“a new and untested source”, κατά την Επιτροπή)

πως ο Ιωαννίδης ανέβαλε για το μέλλον τους σχεδιασμούς του. Εκ των υστέρων η CIA παραδέχεται πως “παραπλανήθηκε” από τον Ιωαννίδη.

Υπογραμμίζω εδώ πως η Επιτροπή εξασφάλισε το όνομα της  “πηγής” αλλά δεν διευκρινίζεται αν η πηγή ήταν αμερικανός ή  έλληνας πολίτης.

Στην Τελική Έκθεση η Επιτροπή επικρίνει με ειρωνία την CIA ότι στην “Μετα- θανάτια” Έκθεση της κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι Τούρκοι ήταν ικανοποιημένοι με την πρώτη εισβολή και πως ο πόλεμος τελείωσε τον Ιούλιο.

Ιωαννίδης και  Avrakotos

Η πασίγνωστη δικαιολογία του Ιωαννίδη είναι πως οι Αμερικανοί  τον διαβεβαιώσαν πως δεν θα επέτρεπαν στους Τούρκους να εισβάλουν, δίνοντας του έτσι, έμμεσα, πράσινο φως για το πραξικόπημα. Ισχυρίζεται δηλαδή πως οι Αμερικανοί τον “κορόιδεψαν”.

Ποιός του έδωσε αυτές τις διαβεβαιώσεις, αν του τις έδωσε κάποιος και μετά τον κορόιδεψε;

Εδώ μόνο υποθέσεις υπάρχουν. Ο πιο πιθανός ήταν  ο Avrakotos (απεβίωσε το 2005), αν και στην Αθήνα υπήρχαν έγκυρες πληροφορίες πως κυκλοφορούσαν τότε και δυο άλλοι πράκτορες με υπηρεσία σε Ελλάδα και Κύπρο και με γνωστή αντι-Μακαριακή δράση: οι Peter Koromilas (γνωστός και ως Citron) και ο Eric Neff.

Για τον βίο και πολιτεία του Avrakotos τίποτα δεν ήταν γνωστό μέχρι την κυκλοφορία το 2003 του εκπληκτικά αποκαλυπτικού βιβλίου του George Crile, (Charlie Wilson’s War: The Extraordinary Story of How the Wildest Man in Congress and a Rogue CIA Agent Changed the History of Our Times), για τον ρόλο του Avrakotos και της CIA στο Αφγανιστάν.

Η μελέτη του Crile συνηγορεί υπέρ της υπόθεσης πως αυτός έδωσε τις διαβεβαιώσεις στον Ιωαννίδη, αν και δεν γράφεται κάτι τέτοιο στο βιβλίο. Ναι μεν ο Avrakotos μετέφερε επίσημα κατά καιρούς τις οδηγίες της Ουάσιγκτον στον Ιωαννίδη να μην κινηθεί κατά του Μακαρίου – όπως ισχυρίζεται ο Tasca, και άλλοι αξιωματούχοι- αλλά παράλληλα θα τον συμβούλευε το αντίθετο, δίνοντας του διαβεβαιώσεις πως η Ουάσινγκτον θα αναλάμβανε τα υπόλοιπα. (Στη γλώσσα των αμερικανικών πρακτικών η “μέθοδος” αυτή είναι γνωστή και ως “Two-Track Policy” με κλασική εφαρμογή κατά της Χιλής του Αλιέντε, 1973).

Στο βιβλίο του Crile περιγράφεται ένα ανάλογο περίπου περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Αvrakotos. Ενώ επίσημα ο Αvrakotos – που στο βιβλίο ισχυρίζεται πως αυτός διοικούσε την Ελλάδα του Παπαδόπουλου- μετέφερε εντολή των Αμερικανών (του Προέδρου Τζόνσον) για την απελευθέρωση του φυλακισμένου Ανδρέα Παπαντρέου από την χούντα το 1967, ανεπίσημα συμβούλευσε τους Συνταγματάρχες να τον σκοτώσουν αλλιώς θα τον εύρισκαν μπροστά τους στο μέλλον να τους κυνηγά. Φέρεται κατά τον Crile να τους είπε, “Shoot the motherfucker because he’s going to come back to haunt you”.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μια ευρύτερη και τεκμηριωμένη μελέτη υπό το ίδιο τίτλο δημοσιεύθηκε στα Τετράδια Νο 85-87: Αφιέρωμα για το 50 Χρόνια από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός23 λεπτά πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός18 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις18 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

Δημοφιλή