Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αναταραχή στη Μέση Ανατολή, Κυπριακό και στρατηγική

Δημοσιεύτηκε στις

Επιπτώσεις

Η γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή και η εμπλοκή ισχυρών δυνάμεων όπως το Ισραήλ, το Ιράν, ο Λίβανος (μέσω της Χεζμπολάχ), η Τουρκία και οι ΗΠΑ, απαιτούν από την Κύπρο, την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση μια προσεκτική και ισορροπημένη πολιτική και στρατηγική. Κάθε κράτος και οντότητα στην περιοχή έχει διαφορετικά συμφέροντα, και η προσέγγιση πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες δυναμικές της σχέσης με τον καθένα.

Πολιτική, σχέσεις και στρατηγική

Ισραήλ: Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν ήδη αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με το Ισραήλ, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας. Η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ πρέπει να συνεχιστεί και να ενισχυθεί. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να διατηρηθεί η συνεργασία σε επίπεδο ασφάλειας και πληροφοριών, ιδίως λόγω της κοινής ανησυχίας για την αστάθεια που προκαλείται από τη δράση του Ιράν και των υποστηριζόμενων από αυτό ομάδων, όπως η Χεζμπολάχ. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να ενισχύσουν την ενεργειακή συνεργασία με το Ισραήλ, με έμφαση στον αγωγό EastMed, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Παράλληλα, η συνεργασία σε θέματα ασφάλειας και αμυντικής τεχνολογίας πρέπει να διευρυνθεί, αξιοποιώντας τη στρατιωτική εμπειρία και την τεχνολογία του Ισραήλ.[AO1]

Ιράν: Η σχέση Κύπρου και Ελλάδας με το Ιράν είναι πιο σύνθετη. Η Τεχεράνη έχει περιφερειακές φιλοδοξίες και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις στη Συρία, το Ιράκ και τον Λίβανο. Παρά τις δυσκολίες, η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν, κυρίως σε επίπεδο οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων, αποφεύγοντας να υιοθετήσουν μια πλήρως εχθρική στάση. Η Κύπρος και η Ελλάδα πρέπει να προωθήσουν έναν διάλογο για την αποφυγή κλιμάκωσης στην περιοχή, τονίζοντας τη σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης. Οι δύο χώρες θα πρέπει να συντονιστούν με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, για να υποστηρίξουν πρωτοβουλίες που στοχεύουν στον περιορισμό της επιρροής του Ιράν μέσω διπλωματικών και οικονομικών μέσων, αποφεύγοντας όμως τις άμεσες αντιπαραθέσεις.

Λίβανος και Χεζμπολάχ: Ο Λίβανος, μέσω της Χεζμπολάχ, αποτελεί σημαντικό παράγοντα αστάθειας στην περιοχή. Η Κύπρος και η Ελλάδα πρέπει να διαχωρίσουν τη θέση τους από τη Χεζμπολάχ, αλλά να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τον Λίβανο ως κράτος, προωθώντας τη σταθερότητα και την ειρηνική συνύπαρξη. Η στρατηγική πρέπει να επικεντρωθεί στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και οικονομικής στήριξης προς τον Λίβανο, με στόχο την ενίσχυση των κρατικών θεσμών και την αποδυνάμωση των ένοπλων ομάδων. Οι δύο χώρες πρέπει να συντονισθούν με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου και τη στήριξη των μεταρρυθμίσεων στον Λίβανο.

Τουρκία: Η Τουρκία αποτελεί την κύρια απειλή για την Κύπρο και την Ελλάδα, ειδικά όσον αφορά το Κυπριακό και τις θαλάσσιες ζώνες. Η προσέγγιση πρέπει να είναι συνδυασμός πίεσης και διπλωματίας. Η Κύπρος και η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσουν να πιέζουν για κυρώσεις μέσω της ΕΕ, ενώ παράλληλα να διατηρούν δίαυλο επικοινωνίας για την αποφυγή σύγκρουσης. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους συνεργασία με το Ισραήλ και άλλους περιφερειακούς εταίρους ως αντίβαρο στην τουρκική επιθετικότητα. Παράλληλα, πρέπει να προωθήσουν σε όλα τα διεθνή φόρα το ζήτημα της παράνομης τουρκικής κατοχής της Κύπρου και των τουρκικών παραβιάσεων, εξασφαλίζοντας την αλληλεγγύη και τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας.

19.8. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ 2.jpg

Ηνωμένες Πολιτείες: Οι ΗΠΑ παραμένουν ένας καθοριστικός παράγοντας στην περιοχή και βασικός σύμμαχος τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου. Η σχέση πρέπει να βασιστεί στην αμοιβαία κατανόηση και τη στρατηγική συνεργασία. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να συνεχίσουν να ενισχύουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ, διασφαλίζοντας ότι οι αμερικανικές πολιτικές λαμβάνουν υπόψη τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα. Η στρατηγική πρέπει να επικεντρωθεί στην ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας, με έμφαση στην άμυνα, στις κοινές ασκήσεις, στην εκπαίδευση και στον εξοπλισμό. Παράλληλα, πρέπει να συνεχιστεί η διπλωματική πίεση προς τις ΗΠΑ για την επίλυση του Κυπριακού, αξιοποιώντας τις καλές σχέσεις που διατηρεί η Κύπρος και η Ελλάδα με την Ουάσινγκτον.

Επίλυση του κυπριακού προβλήματος

Η κρίση στη Μέση Ανατολή, που πυροδοτείται από την ένταση μεταξύ Ισραήλ, Ιράν, Λιβάνου και πιθανώς της Τουρκίας, αναδεικνύει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της στρατηγικής προσέγγισης για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις επιτάσσουν μια συνεκτική και δυναμική προσέγγιση από την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια και η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανάγκη για μια πολυδιάστατη στρατηγική είναι επιτακτική, ώστε να αντιμετωπιστούν οι σύνθετες προκλήσεις που ανακύπτουν σε μια περιοχή όπου συγκρούονται συμφέροντα και πολιτικές μεγάλων δυνάμεων.

Πολιτική διάσταση: Αναζητώντας λύση στο Κυπριακό

Το κυπριακό ζήτημα παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες διαπραγμάτευσης. Στο πλαίσιο της νέας περιφερειακής αστάθειας, η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να ενισχύσουν την πολιτική τους προσέγγιση, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διεθνούς νομιμότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η πολιτική της Κύπρου πρέπει να εστιάσει στην ανάδειξη της παράνομης τουρκικής κατοχής του βόρειου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρουσιάζοντάς την ως πρόβλημα που όχι μόνο αφορά την Κύπρο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση των διεθνών συμμαχιών, ιδιαίτερα με χώρες της ΕΕ αλλά και με το Ισραήλ, τις αραβικές χώρες και τις ΗΠΑ, μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις στην Τουρκία για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.

Η Ελλάδα, ως εγγυήτρια δύναμη και στενός σύμμαχος της Κύπρου, πρέπει να συνεχίσει να υποστηρίζει την κυπριακή υπόθεση σε όλα τα διεθνή φόρα. Παράλληλα, η Αθήνα πρέπει να ενισχύσει τις διμερείς σχέσεις με τις χώρες της Μέσης Ανατολής, αναδεικνύοντας την Ελλάδα και την Κύπρο ως πυλώνες σταθερότητας σε μιαν ασταθή περιοχή.

Στρατηγικές προσεγγίσεις: Ασφάλεια και συμμαχίες

Η στρατηγική διάσταση της προσέγγισης Κύπρου, Ελλάδας και ΕΕ πρέπει να επικεντρωθεί στην ενίσχυση των αμυντικών συνεργασιών και στην ανάπτυξη μιας ευρύτερης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας στις περιφερειακές συγκρούσεις, είτε άμεσα είτε μέσω υποστήριξης εξτρεμιστικών ομάδων, απαιτεί αυξημένη ετοιμότητα και συντονισμό.

Η Κύπρος πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσει τις στρατιωτικές της ικανότητες, ενισχύοντας τη συνεργασία με γειτονικές χώρες όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και τις ΗΠΑ, Γαλλία κ.ά.. Οι υφιστάμενες τριμερείς/τετραμερείς συνεργασίες της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να επεκταθούν πέραν της ενέργειας και σε άλλους τομείς, όπως η ανταλλαγή πληροφοριών, η άμυνα και η ασφάλεια.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, οφείλει να επενδύσει στη στρατιωτική της ισχύ, ενισχύοντας το ναυτικό και την αεροπορία της για να διασφαλίσει την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο συντονισμός με την Κύπρο και άλλες χώρες της περιοχής είναι κρίσιμος για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απειλής προκύψει από την αστάθεια στη Μέση Ανατολή.

Η ΕΕ, με τη σειρά της, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η σταθερότητα της Κύπρου και της Ελλάδας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη συνολική ασφάλεια της Ευρώπης. Πρέπει να υπάρξει μια πιο ενεργή και συνεκτική στρατηγική από τις Βρυξέλλες, η οποία να περιλαμβάνει ενίσχυση των κυρώσεων προς την Τουρκία σε περίπτωση που συνεχίσει τις προκλήσεις και αδιαλλαξία της στο Κυπριακό, και θελκτικών κινήτρων σε περίπτωση εποικοδομητικής στάσης, και φυσικά ουσιαστική πολύπλευρη προστασία και στήριξη προς την Κύπρο.

Πρωτοβουλίες και διπλωματικοί χειρισμοί

Σε επίπεδο πρωτοβουλιών, η Κύπρος και η Ελλάδα πρέπει να προωθήσουν έναν πολυμερή διάλογο, που να περιλαμβάνει τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Ο στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία μιας ζώνης συνεργασίας και ασφάλειας, που θα λειτουργήσει ως αντίβαρο στις τουρκικές φιλοδοξίες. Η ίδρυση ενός μόνιμου φόρουμ διαλόγου μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση της περιοχής και στην επίλυση του Κυπριακού.

Η Ελλάδα πρέπει επίσης να εκμεταλλευτεί τον ηγετικό της ρόλο σε διεθνείς οργανισμούς για να προωθήσει την ατζέντα της ασφάλειας στην περιοχή. Η διπλωματία των πολυμερών φόρουμ, σε συνδυασμό με την εμβάθυνση των διμερών ενδοευρωπαϊκών της σχέσεων με κράτη-κλειδιά όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας και της Κύπρου στις διαπραγματεύσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να κατανοήσει ότι το Κυπριακό δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό πρόβλημα, αλλά ένα ζήτημα που αφορά την κυριαρχία σε δικό της έδαφος και που έχει άμεσες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και σταθερότητα. Η ΕΕ οφείλει να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο, πιέζοντας την Τουρκία να αποδεχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής οικονομικών κυρώσεων και της ενίσχυσης της πολιτικής απομόνωσης της Τουρκίας, αν αυτή συνεχίσει να αγνοεί τις διεθνείς αποφάσεις, αλλά και κινήτρων αν η Τουρκία αλλάξει στάση και συμβάλει εποικοδομητικά στην επίλυση του Κυπριακού.

Παράλληλα, η ΕΕ πρέπει να στηρίξει την Κύπρο οικονομικά και στρατιωτικά, με την παροχή αμυντικού εξοπλισμού και τη συμμετοχή σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις. Η ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, που θα περιλαμβάνει την Κύπρο ως βασικό άξονα, θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική ικανότητα του νησιού απέναντι σε εξωτερικές απειλές.

Η πολιτική και στρατηγική αντιμετώπιση των κρατών και άλλων οντοτήτων που εμπλέκονται στην κρίση της Μέσης Ανατολής απαιτεί από την Κύπρο, την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση έναν ισορροπημένο συνδυασμό σκληρής και ήπιας ισχύος. Η ενίσχυση των συμμαχιών με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, η προσεκτική διαχείριση της σχέσης με το Ιράν και τον Λίβανο, και η αποφασιστική αντιμετώπιση της Τουρκίας αποτελούν κλειδιά για την εξασφάλιση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή. Πέραν τούτου, η επιτυχής επίλυση του Κυπριακού, στο πλαίσιο της γενικότερης αναταραχής στη Μέση Ανατολή, απαιτεί έναν συνδυασμό πολιτικών, στρατηγικών και διπλωματικών πρωτοβουλιών. Η Κύπρος και η Ελλάδα πρέπει να εμβαθύνουν και να ισχυροποιήσουν τη συμμετοχή τους στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και στη λήψη αποφάσεων στην ΕΕ, και να αναπτύξουν νέες συμμαχίες στην περιοχή. Η ΕΕ, από την πλευρά της, οφείλει να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο, χρησιμοποιώντας κυρώσεις αλλά και κίνητρα προς την Τουρκία, και στηρίζοντας την Κύπρο σε όλους τους τομείς. Μόνο με μια συνολική και συνεκτική στρατηγική θα μπορέσει η Ανατολική Μεσόγειος να καταστεί ξανά μια ζώνη σταθερότητας και ασφάλειας.

*Καθηγητής στο Philips University, πρώην Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, και πρώην Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ιδρυμάτων Ανώτερης Εκπαίδευσης (EURASHE). a.orphanides@philipsuni.ac.cy.

Πηγή: Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός17 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις17 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή