Ακολουθήστε μας

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Esslingen: Κραυγή βοήθειας για την ελληνική εκπαίδευση

Δημοσιεύτηκε στις

Το σχολικό τμήμα ελληνικής γλώσσας (ΤΕΓ) του Esslingen στη Γερμανία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού στην περιοχή.

Με 150 μαθητές διαφορετικών ηλικιών, το σχολείο αυτό αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική κοινότητα της Βάδης-Βυρτεμβέργης. Ωστόσο, το μέλλον του σχολείου διαγράφεται αβέβαιο, καθώς αυτοί οι 150 μαθητές διδάσκονται από μία και μοναδική δασκάλα, γεγονός που καθιστά τη λειτουργία του εξαιρετικά δύσκολη.

Ένα μεγάλο πρόβλημα, μια συλλογική προσπάθεια

Το πρόβλημα έχει αναδείξει την ανάγκη άμεσης παρέμβασης. Με στόχο να διασωθεί το σχολείο και να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη, μαθητές, γονείς και δάσκαλοι ένωσαν τις δυνάμεις τους και δημιούργησαν ένα συγκινητικό βίντεο, παρουσιάζοντας το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Το βίντεο καταγράφει καθημερινές σκηνές από τη ζωή στο σχολείο, τη δασκάλα να παλεύει να καλύψει τις ανάγκες όλων των μαθητών και τα παιδιά να εκφράζουν την αγωνία τους για το μέλλον της ελληνικής τους παιδείας.

Παρέμβαση στα Mέσα Eνημέρωσης

Η κατάσταση δεν πέρασε απαρατήρητη από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Ελληνισμού, το οποίο ανέλαβε δράση για να στηρίξει το σχολείο. Ο πρόεδρος του ιδρύματος τόνισε τη σοβαρότητα της κατάστασης μέσα από συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Star Βορείου Ελλάδος. Με σαφήνεια ανέλυσε το πρόβλημα και έκανε έκκληση για υποστήριξη, εξηγώντας τη σημασία της ύπαρξης αυτών των σχολικών δομών για τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας στις ομογενειακές κοινότητες.

Εκτός από την παρουσία στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, το θέμα προωθήθηκε και μέσω διαδικτυακών καναλιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Εκκλήσεις για βοήθεια, βίντεο και μηνύματα από μαθητές και γονείς έγιναν γρήγορα viral, προσελκύοντας την προσοχή της ελληνικής διασποράς και φίλων της ελληνικής γλώσσας σε όλη την Ευρώπη.

Έκκληση για δράση

Η διατήρηση του ΤΕΓ Esslingen είναι ζωτικής σημασίας. Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μάθημα· είναι η γέφυρα που ενώνει τα παιδιά με την ιστορία, την κουλτούρα και την ταυτότητά τους. Το κλείσιμο του σχολείου θα σήμαινε την απώλεια αυτής της σύνδεσης, στερώντας από τα παιδιά μια πολύτιμη ευκαιρία να διατηρήσουν τη γλωσσική και πολιτιστική τους κληρονομιά.

Ας ενώσουμε όλοι τις φωνές μας!

Με τη σωστή υποστήριξη, το σχολείο μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει στις επόμενες γενιές αυτό που αξίζουν: Τη γνώση της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού μας.

Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1984, όπου τελείωσε το λύκειο. Συνέχισε τις σπουδές του Θεσσαλονίκη στον τομέα της Πληροφορικής και των Δικτύων και ασχολήθηκε παράλληλα με τον κλασικό αθλητισμό. Αργότερα εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πέρασε από πολλά στάδια στην Ελλάδα, ασχολούμενος με τα κοινά και τα πολιτιστικά, ωστόσο μεγάλος έρωτας και μικρόβιο φυσικά πάντα παραμένει ο στίβος και η ενασχόλησή του με τα διοικητικά αυτού. Πλέον είναι για πάνω από μία δεκαετία κάτοικος του εξωτερικού, καθώς ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Είναι ένας περήφανος πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Ένας άνθρωπος που όσο βρισκόταν στην μητέρα πατρίδα είχε εμπλακεί με πολλές δραστηριότητες. Ένα ανήσυχο πνεύμα που θέλει να εξερευνά νέα πράγματα, του αρέσει να ασχολείται με τα κοινά και προσπαθεί να κάνει έναν κόσμο καλύτερο. Θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο διορατικό, με οξυδέρκεια, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού και αυτοκριτικής. Πλέον ως κάτοικος του εξωτερικού, οι σκέψεις, οι αντιλήψεις, οι ιδέες και τα όνειρα για το μέλλον έχουν μεγαλώσει κι εξελιχθεί. Η διαβίωση στο εξωτερικό μεγάλωσε την επιθυμία ανάδειξης του απόδημου Ελληνισμού, καθώς πριν ακόμη μεταναστεύσει, ήταν περήφανος για όλους τους Έλληνες της διασποράς. Ο ίδιος θέλει να αναδείξει με όποιον τρόπο μπορεί την ύπαρξη του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου, και να τον μεταφέρει στην μητέρα πατρίδα. Η αρθρογραφία, τα ρεπορτάζ, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές είναι ένα κομμάτι του εαυτού του πλέον, το οποίο δεν μπορεί να αποχωριστεί και μέσα από αυτό, προσπαθεί να μεταφέρει την ύπαρξη της διασποράς στην Ελλάδα, αλλά και όλα τα καλά της πατρίδας προς όλους στην διασπορά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Τα κλεμμένα κειμήλια και χειρόγραφα των ελληνικών μονών στη Βουλγαρία, η ανοιχτή πληγή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και το μεγάλο ερώτημα της επιστροφής

Δημοσιεύτηκε

στις

Εκατοντάδες ελληνικά χειρόγραφα, ανεκτίμητης αξίας αφαιρέθηκαν από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ του 1919, οι επιστημονικές καταγραφές και οι συζητήσεις για την επιστροφή τους επαναφέρουν ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.

Η αρπαγή των θρησκευτικών κειμηλίων και των χειρογράφων από ιστορικές μονές της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί μία από τις σημαντικές εκκρεμότητες της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Το 1917, κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, αφαιρέθηκε μεγάλος αριθμός χειρογράφων, εικόνων, βιβλίων και άλλων εκκλησιαστικών κειμηλίων, από τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τη Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Δεν πρόκειται απλώς για αντικείμενα ιστορικής ή μουσειακής αξίας. Πρόκειται για τεκμήρια της πνευματικής και θρησκευτικής ζωής της Μακεδονίας, τα οποία συνδέονται άμεσα με την ιστορία των μονών, τις δωρεές πιστών, την ελληνική γραμματεία και τη διαδρομή του Ελληνισμού στην περιοχή. Η απώλειά τους εξακολουθεί να αποτελεί ένα ζήτημα που αφορά τόσο την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς όσο και την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης.

Η οργανωμένη λεηλασία των ιστορικών μονών

Η Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών υπήρξε επί αιώνες σημαντικό πνευματικό κέντρο, με ιδιαίτερα αξιόλογη βιβλιοθήκη και συλλογή χειρογράφων. Αντίστοιχα, η Μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία της Μακεδονίας. Οι βιβλιοθήκες και τα κειμήλια των δύο μονών συγκέντρωναν τεκμήρια μεγάλης ιστορικής, θεολογικής και πολιτιστικής σημασίας.

Όπως προκύπτει από την έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί για την υπόθεση, η αφαίρεση των θησαυρών δεν ήταν μια τυχαία πράξη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις καταγραφές που έχουν παρουσιαστεί, είχαν προηγηθεί έρευνες και καταγραφή των αντικειμένων, τα οποία στη συνέχεια συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.

Σε τηλεοπτική εκπομπή, που πραγματοποιήθηκε πριν από έναν χρόνο, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Δημούδη, πρόεδρο της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών, και τον Βασίλη Γιαννογλούδη, αντιπρόεδρο της ίδιας εταιρείας, αναδείχθηκε η πορεία των κειμηλίων και των χειρογράφων που παραμένουν εκτός Ελλάδας. Οι δύο ερευνητές έχουν επισκεφθεί τη Βουλγαρία και έχουν δει από κοντά μέρος του υλικού, το οποίο φυλάσσεται σε βουλγαρικούς επιστημονικούς και πολιτιστικούς φορείς.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούιτσεφ» (Ivan Dujčev), όπου φυλάσσεται σημαντικό μέρος των χειρογράφων. Η παρουσία τους εκεί καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και των διακρατικών προσπαθειών για την τύχη τους.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ και οι διαπραγματεύσεις για την επιστροφή

Η Συνθήκη του Νεϊγύ, που υπογράφηκε το 1919, αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που αφαιρέθηκαν κατά τον πόλεμο. Το ζήτημα των ελληνικών κειμηλίων και χειρογράφων, σύμφωνα με τις καταγραφές που έχουν γίνει, συνδέεται με τις προβλέψεις της συνθήκης για την αποκατάσταση των πολιτιστικών απωλειών.

Παρά την ιστορική αυτή βάση, η επιστροφή του συνόλου των αντικειμένων δεν έχει ολοκληρωθεί. Μέρος των κειμηλίων παρέμεινε επί δεκαετίες εκτός δημόσιας προβολής, ενώ στοιχεία για την παρουσία τους στη Βουλγαρία έγιναν ευρύτερα γνωστά τη δεκαετία του 1990. Έκτοτε, επιστήμονες έχουν μελετήσει χειρόγραφα και αντικείμενα, τεκμηριώνοντας την προέλευση και τη σύνδεσή τους με τις μονές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των οστών του Τσάρου Σαμουήλ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί στο πλαίσιο της έρευνας, το 2012, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά, είχαν γίνει συζητήσεις για την επιστροφή των κειμηλίων. Η θέση που υποστήριζαν Έλληνες επιστήμονες ήταν ότι τα δύο ζητήματα θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν συνολικά, με μια συμφωνία που θα προέβλεπε την παράδοση των οστών του Σαμουήλ στη Βουλγαρία με αντάλλαγμα την επιστροφή όλων των ελληνικών χειρογράφων και κειμηλίων.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπωνόταν στη λογική του «όλα ή τίποτα». Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο τότε πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι, εάν η βουλγαρική πλευρά διαφωνούσε με την πρόταση, οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να διακοπούν.

Τα 827 χειρόγραφα και η σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο αριθμός των χειρογράφων που έχουν καταγραφεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έρευνα, αλλά και στοιχεία που παρέθεσε σε τηλεοπτική εκπομπή (Ανιχνεύσεις) στις 11.10.2026, ο ομότιμος καθηγητής Βυζαντινολογίας Βασίλειος Κατσαρός του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), πρόκειται για 827 πιστοποιημένα χειρόγραφα, τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές συλλογές και ιδρύματα στη Βουλγαρία.

Από αυτά, 454 καταγράφονται στο Κέντρο «Ιβάν Ντούιτσεφ», δέκα αποδίδονται στην Ακαδημία Επιστημών και είκοσι στο Ιστορικό Μουσείο του Πατριαρχείου, ενώ μέρος του υλικού βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σόφιας. Οι αριθμοί αυτοί, όπως έχουν παρατεθεί στο πλαίσιο της έρευνας, αναδεικνύουν το εύρος της συλλογής, αλλά και την ανάγκη για ενιαίο, δημόσια προσβάσιμο κατάλογο με αναλυτικά στοιχεία για κάθε χειρόγραφο.

Το περιεχόμενο των χειρογράφων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς περιλαμβάνει πληροφορίες για την ιστορία των μονών, αρχαία κείμενα, τοπωνύμια, ονόματα συγγραφέων και στοιχεία για την πνευματική δραστηριότητα των περιοχών από τις οποίες προέρχονται. Η μελέτη τους μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην έρευνα της ελληνικής ιστορίας και γραμματείας, αλλά και στην κατανόηση των πολιτιστικών σχέσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που μπορεί να έχει η διεθνής έρευνα χειρογράφων αποτελεί ο περίφημος Παλίμψηστος Κώδικας του Αρχιμήδη, ο οποίος περιήλθε στην κατοχή του Μπιλ Γκέιτς μετά από δημοπρασία και περιλαμβάνει σημαντικά αρχαία μαθηματικά κείμενα. Η αναφορά αυτή υπενθυμίζει πόσο σημαντική μπορεί να είναι η συστηματική επιστημονική εξέταση παλαιών χειρογράφων.

Τα 48 κειμήλια που επέστρεψαν και το ζήτημα των αντιγράφων

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα, 48 κειμήλια έχουν επιστραφεί στην Ελλάδα. Η επιστροφή αυτή, όμως, αφορά κειμήλια και όχι χειρόγραφα, με αποτέλεσμα να παραμένει ανοιχτό το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης που αφορά τις ιστορικές βιβλιοθήκες των μονών.

Παράλληλα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ορισμένα από τα κειμήλια έχουν μεταφερθεί και σε άλλες χώρες για εκθέσεις και παρουσιάσεις, ακόμη και στην Κίνα. Το στοιχείο αυτό καθιστά αναγκαία τη συστηματική καταγραφή της σημερινής θέσης κάθε αντικειμένου, των μετακινήσεών του και του φορέα που έχει την ευθύνη φύλαξής του.

Μία από τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από ελληνικής πλευράς, είναι η δημιουργία πιστών αντιγράφων, τα οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν στη Βουλγαρία, ενώ τα αυθεντικά αντικείμενα θα επέστρεφαν στις μονές από τις οποίες αφαιρέθηκαν. Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε διαπραγματεύσεις, επιστημονική τεκμηρίωση και συμφωνία των δύο πλευρών, με βασικό στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας.

Μια εκκρεμότητα που αφορά την ιστορική μνήμη

Τα κειμήλια και τα χειρόγραφα δεν αποτελούν απλώς συλλεκτικά αντικείμενα. Συνδέονται με τη θρησκευτική παράδοση, την ιστορία των μοναστηριών και την πολιτιστική ταυτότητα των περιοχών από τις οποίες αφαιρέθηκαν. Για τις τοπικές κοινωνίες, η επιστροφή τους αποτελεί ζήτημα ιστορικής μνήμης και αποκατάστασης μιας απώλειας που διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα.

Στο πλαίσιο των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, η ελληνική πλευρά καλείται να επιδιώξει μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη λύση, με πλήρη καταγραφή των αντικειμένων, διαφάνεια ως προς τη σημερινή θέση τους και αξιοποίηση των ιστορικών και νομικών δεδομένων. Παράλληλα, έχει τεθεί και το ζήτημα της δημιουργίας κοιμητηρίου για Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονται θαμμένοι στη Βουλγαρία, μια ακόμη εκκρεμότητα που αφορά τη διαχείριση της πολεμικής μνήμης και τον σεβασμό προς τους νεκρούς.

Η επιστροφή των κειμηλίων και των χειρογράφων των μονών της Μακεδονίας παραμένει, επομένως, μια ανοιχτή υπόθεση για την Ελλάδα. Η συστηματική διπλωματική προσπάθεια, η επιστημονική τεκμηρίωση και η διακρατική συνεργασία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε τα ιστορικά αυτά τεκμήρια να αντιμετωπιστούν όχι ως απλά αντικείμενα μιας συλλογής, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Τσάρος Σαμουήλ: Η Ελλάδα παρέδωσε το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της χαρτί – Τι πήρε σε αντάλλαγμα και τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία

Δημοσιεύτηκε

στις

Μια συμφωνία που κλείνει έναν ιστορικό κύκλο σχεδόν έξι δεκαετιών ανοίγει ταυτόχρονα ένα νέο κεφάλαιο αντιπαράθεσης για το εάν η Ελλάδα αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σημαντικότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που διέθετε απέναντι στη Βουλγαρία.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 υπογράφηκε το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ των υπουργείων Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας και στις 3 Οκτωβρίου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης-παραλαβής. Η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως εκείνα του τσάρου Σαμουήλ, καθώς και ανθρωπολογικό υλικό από τις τέσσερις σαρκοφάγους της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα.

Σε αντάλλαγμα, η Βουλγαρία παρέδωσε στην Ελλάδα 48 εκκλησιαστικά κειμήλια, τα οποία είχαν μεταφερθεί από ελληνικές μονές και ναούς στη Βουλγαρία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Βούλγαρου πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ. Η βουλγαρική πλευρά αντιμετώπισε την επιστροφή των λειψάνων ως ιστορικό γεγονός, καθώς ο Σαμουήλ αποτελεί κεντρικό σύμβολο της βουλγαρικής ιστορικής μνήμης. Τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Σόφια και τοποθετήθηκαν στον ναό της Αγίας Σοφίας.

Η ανακάλυψη του 1965 και η ιστορική αξία των λειψάνων

Η ιστορία αρχίζει το 1965, όταν ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος ξεκίνησε ανασκαφές στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στο ομώνυμο νησί της Μικρής Πρέσπας. Εκεί αποκαλύφθηκαν τέσσερις σαρκοφάγοι. Μία από τις ταφές αποδόθηκε από τον Μουτσόπουλο στον Σαμουήλ, ενώ οι υπόλοιπες συνδέθηκαν με μέλη της δυναστείας των Κομητόπουλων.Υπάρχει, πάντως, μια ενδιαφέρουσα ασυμφωνία στις χρονολογήσεις που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς: ελληνικές πηγές και η πρόσφατη συμφωνία αναφέρουν το 1965 ως έτος της ανακάλυψης, ενώ σε ορισμένες βουλγαρικές αναφορές γίνεται λόγος για το 1969. Η αρχαιολογική έρευνα του Μουτσόπουλου στη βασιλική άρχισε πράγματι το 1965 και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.

Η ταύτιση της συγκεκριμένης σορού με τον Σαμουήλ αποτελεί την επιστημονική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε και η σημερινή συμφωνία. Για τον λόγο αυτό, η διατύπωση «τα λείψανα που αποδίδονται στον Σαμουήλ» είναι επιστημονικά ακριβέστερη από μια απόλυτη διατύπωση περί αδιαμφισβήτητης ταυτοποίησης. Η σημασία τους, ωστόσο, είναι τεράστια. Ο Σαμουήλ, ο οποίος κυβέρνησε το βουλγαρικό κράτος από το 997 έως το 1014, αποτελεί κεντρική μορφή της βουλγαρικής ιστορικής αφήγησης. Η περιοχή των Πρεσπών και της Αχρίδας αποτέλεσε σημαντικό κέντρο της εξουσίας του και η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου συνδέεται άμεσα με τη βασιλική του παρουσία στην περιοχή.

Ένα λείψανο στο επίκεντρο μιας ευρύτερης βαλκανικής διαμάχης

Η περίπτωση του Σαμουήλ δεν είναι μόνο υπόθεση Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η μορφή του βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο διαφορετικών εθνικών ιστοριογραφικών και εθνολογικών προσεγγίσεων, ιδίως σε σχέση με τα Σκόπια, όπου η κληρονομιά του μεσαιωνικού κράτους της περιοχής αποτελεί αντικείμενο έντονης ιστορικής διεκδίκησης.Υπάρχει, παράλληλα, και μια αρμενική ιστοριογραφική διάσταση. Ο μεσαιωνικός Αρμένιος ιστορικός Στεπάνος του Ταρών, γνωστός ως Ασογκίκ, αναφέρει τον Σαμουήλ και τον αδελφό του ως Αρμένιους από την περιοχή Ντερτζάν. Σύγχρονη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχει εξετάσει αυτή την εκδοχή της αρμενικής καταγωγής του Σαμουήλ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρμενική εκδοχή μπορεί να παρουσιαστεί ως οριστικά αποδεδειγμένη ούτε ότι η σύγχρονη εθνική ταυτότητα μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στον 10ο και 11ο αιώνα. Είναι, όμως, ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει πόσο σύνθετη είναι η ιστορική κληρονομιά του Σαμουήλ και πόσο έντονα έχει πολιτικοποιηθεί η μνήμη του στα Βαλκάνια.

Η Ελλάδα είχε επί δεκαετίες ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον βρίσκεται πλέον στο διπλωματικό σκέλος της υπόθεσης. Η Βουλγαρία είχε ζητήσει επανειλημμένα από την Ελλάδα την επιστροφή των λειψάνων του Σαμουήλ. Το ζήτημα επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση το 2014, όταν συμπληρώθηκαν χίλια χρόνια από τον θάνατό του. Τότε, σύμφωνα με την ελληνική θέση που είχε διατυπωθεί, το ζήτημα των λειψάνων συνδέθηκε με τις ελληνικές διεκδικήσεις για την επιστροφή εκκλησιαστικών κειμηλίων, χειρογράφων και άλλων πολιτιστικών αγαθών που είχαν αφαιρεθεί από ελληνικές μονές και περιοχές της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια των βουλγαρικών κατοχών και των πολεμικών συγκρούσεων.

Στο επίκεντρο βρισκόταν και η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας. Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αναφέρει ότι μόνο από την Εικοσιφοίνισσα διεκδικούνται 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα εάν η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει την ελληνική διαπραγματευτική θέση για όσα δεν επιστρέφονται τώρα.

Η επιστολή του Μητροπολίτη είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όχι επειδή αποτελεί από μόνη της απόδειξη για το σύνολο των ελληνικών διεκδικήσεων, αλλά επειδή καταγράφει την έντονη αντίδραση ενός άμεσα ενδιαφερόμενου εκκλησιαστικού φορέα, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν συμμετείχε στη διαβούλευση για τη συμφωνία.

48 κειμήλια έναντι των λειψάνων

Εδώ βρίσκεται το βασικό πολιτικό ερώτημα. Η Ελλάδα επιστρέφει στη Βουλγαρία αυτό που η Σόφια θεωρεί ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της εθνικής της ιστορικής μνήμης. Η Βουλγαρία επιστρέφει στην Ελλάδα 48 κειμήλια, τα οποία είχαν αφαιρεθεί το 1917 και παρέμεναν επί περισσότερο από έναν αιώνα στη Βουλγαρία. Τα αντικείμενα προέρχονται από την Παναγία Εικοσιφοίνισσα, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Μάλιστα, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα τεχνική λεπτομέρεια: η βουλγαρική πλευρά διευκρίνισε ότι τα 48 κειμήλια αντιστοιχούν συνολικά σε 53 αντικείμενα, καθώς ορισμένες εγγραφές περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα αντικείμενα.

Η επιστροφή αυτών των κειμηλίων είναι ασφαλώς σημαντική. Το ερώτημα όμως είναι εάν αποτελεί την πρώτη φάση μιας πραγματικά δεσμευτικής διαδικασίας επιστροφής και των υπόλοιπων αντικειμένων ή εάν η Ελλάδα παρέδωσε το σημαντικότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και δεσμεύσεις για τα υπόλοιπα. Στο επίσημο πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπεται η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την ταυτοποίηση και ένταξη σε επόμενη συμφωνία ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα.

Αυτό είναι θετικό ως πρόβλεψη. Δεν απαντά, όμως, από μόνο του στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιο συγκεκριμένο μηχανισμό, σε ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποιες δεσμεύσεις θα επιστραφούν τα υπόλοιπα ελληνικά κειμήλια;

Το ερώτημα που θέτει ο Μητροπολίτης Δράμας

Ο Μητροπολίτης Δωρόθεος το θέτει με διαφορετικό τρόπο: εάν η Ελλάδα παραδώσει τα λείψανα του Σαμουήλ, ποιο ισχυρό κίνητρο θα έχει πλέον η Βουλγαρία για να προχωρήσει σε μεγαλύτερης έκτασης επιστροφές; Η επιστολή του δεν αμφισβητεί την αξία των 48 κειμηλίων που επιστρέφονται. Αμφισβητεί την αναλογία της ανταλλαγής και κυρίως τη στρατηγική επιλογή της Αθήνας. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα παραδίδει το αντικείμενο που η άλλη πλευρά επιθυμούσε περισσότερο, ενώ μεγάλο μέρος των ελληνικών διεκδικήσεων παραμένει ανοικτό.

Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με το επιχείρημα της «ιστορικής υποχρέωσης». Εάν η συμφωνία αποτελεί μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει με σαφήνεια ποιο είναι το επόμενο βήμα.

Και οι Έλληνες στρατιωτικοί;

Στην ίδια κατηγορία των εκκρεμοτήτων που έχουν κατά καιρούς τεθεί από την ελληνική πλευρά περιλαμβάνεται και το ζήτημα των Ελλήνων στρατιωτικών που έχασαν τη ζωή τους στη Βουλγαρία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και η δημιουργία στρατιωτικού κοιμητηρίου για τους Έλληνες πεσόντες.

Ειδικά το ζήτημα των λειψάνων των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον σε μια συνολική πολιτική συμφωνία ιστορικής μνήμης. Εφόσον η Αθήνα επιδιώκει μια νέα σελίδα στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, η προστασία της μνήμης και η αξιοπρεπής ταφή των Ελλήνων πεσόντων θα μπορούσε να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα μιας τέτοιας πολιτικής.

Το θεσμικό ζήτημα: έπρεπε να περάσει από τη Βουλή;

Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει απάντησης αφορά τον τρόπο με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή η συμφωνία. Το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν αντιμετωπίζονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2, συγκεκριμένες κατηγορίες συνθηκών, καθώς και όσες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες απαιτείται νόμος ή επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει. Παράλληλα, το άρθρο 28 παρ. 1 προβλέπει ότι οι διεθνείς συμβάσεις, μετά την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, αποτελούν μέρος του εσωτερικού δικαίου.

Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν η κυβέρνηση «ενημέρωσε» ή όχι τη Βουλή. Είναι ποιος ακριβώς είναι ο νομικός χαρακτήρας του Μνημονίου Κατανόησης και των πρωτοκόλλων που υπεγράφησαν, ποιες δεσμεύσεις δημιουργούν για το ελληνικό κράτος και εάν, με βάση το περιεχόμενό τους, απαιτείται προηγούμενη ή μεταγενέστερη νομοθετική κύρωση. Η πρακτική της Βουλής δείχνει ότι διεθνή Μνημόνια Κατανόησης και διμερείς συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 36 παρ. 2 κυρώνονται με νόμο.

Εάν, επομένως, η συγκεκριμένη συμφωνία παράγει δεσμεύσεις που εμπίπτουν στις συνταγματικά προβλεπόμενες κατηγορίες, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει δημόσια ποια διαδικασία κύρωσης ακολουθείται. Και εφόσον υπάρχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις που απαιτούν νομοθετική ρύθμιση, τίθεται και το ζήτημα της έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 75 του Συντάγματος για νομοσχέδια που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού.

Δεν πρόκειται για τυπική λεπτομέρεια. Μια συμφωνία που αφορά πολιτιστική κληρονομιά, ανθρώπινα λείψανα και ιστορικές διεκδικήσεις δύο κρατών απαιτεί πλήρη θεσμική διαφάνεια.

Το πραγματικό διακύβευμα

Η Ελλάδα δεν χάνει επειδή επέστρεψε τα λείψανα ενός ιστορικού προσώπου στη χώρα με την οποία συνδέεται ιστορικά. Η επιστροφή ανθρωπίνων λειψάνων, όταν γίνεται με σεβασμό και στο πλαίσιο μιας διακρατικής συμφωνίας, μπορεί να αποτελέσει πράξη πολιτισμού και καλής γειτονίας.

Το ζήτημα είναι διαφορετικό: τι εξασφάλισε η Ελλάδα ως αντάλλαγμα και τι μηχανισμό δημιούργησε για να πάρει πίσω όλα όσα δικαιούται να διεκδικεί;

Οι 48 αριθμοί καταλόγου που αντιστοιχούν σε 53 αντικείμενα είναι σημαντική επιστροφή, αλλά δεν εξαντλούν τις ελληνικές διεκδικήσεις. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Εάν ο Σαμουήλ ήταν πράγματι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί της Αθήνας, η παράδοσή του θα έπρεπε να συνοδεύεται από συγκεκριμένες, μετρήσιμες και δεσμευτικές εγγυήσεις για την επιστροφή και των υπόλοιπων ελληνικών θησαυρών. Διαφορετικά, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε μια νέα διαπραγματευτική πραγματικότητα: η Βουλγαρία έχει πλέον αποκτήσει αυτό που ζητούσε επί δεκαετίες, ενώ η Αθήνα συνεχίζει να διεκδικεί όσα θεωρεί ότι της ανήκουν.

Η κυβέρνηση έχει, συνεπώς, μια κρίσιμη υποχρέωση: να δημοσιοποιήσει το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας και να εξηγήσει με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η επόμενη φάση των επιστροφών. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν ο Σαμουήλ θα επιστρέψει στη Βουλγαρία. Αυτό ήδη συνέβη.Το ερώτημα είναι τι ακριβώς πήρε η Ελλάδα σε αντάλλαγμα και, κυρίως, τι έχει εξασφαλίσει για την επόμενη ημέρα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού

Η ελληνική σημαία κυματίζει στο πάρκο Neuland του Λεβερκούζεν – Η Διασπορά γίνεται γέφυρα Ελλάδας και Γερμανίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Ένα ακόμη συμβολικό αλλά και ουσιαστικό βήμα στην αδελφοποίηση των Δήμων Λεβερκούζεν και Δελφών – Η ελληνική και η γερμανική σημαία δίπλα-δίπλα στο πάρκο Neuland, παρουσία εκπροσώπων της πόλης και της ελληνικής κοινότητας

Η ελληνική σημαία κυματίζει πλέον στο πάρκο Neuland του Λεβερκούζεν, δίπλα στη γερμανική, σε ένα σημείο όπου συναντώνται οι σημαίες των αδελφοποιημένων πόλεων της γερμανικής πόλης.

Η κίνηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη ορατό και συμβολικό αποτέλεσμα της αδελφοποίησης των Δήμων Λεβερκούζεν και Δελφών, η οποία επισφραγίστηκε επίσημα στις 2 Μαΐου 2026 στην Άμφισσα. Η νέα παρουσία της ελληνικής σημαίας στο πάρκο Neuland δεν αποτελεί απλώς μια τυπική προσθήκη στο «κήπο αδελφοποίησης» της πόλης. Αποτυπώνει τη δημιουργία ενός νέου σταθερού δεσμού ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, με την ελληνική Διασπορά να αποτελεί βασικό κρίκο αυτής της σχέσης.

Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026, ο Δήμαρχος του Λεβερκούζεν Στέφαν Χέμπελ και ο Σύλλογος Αδελφοποίησης Λεβερκούζεν – Δελφοί e.V. εγκαινίασαν τους δύο νέους ιστούς σημαίας, σηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο την έναρξη ενός ακόμη κεφαλαίου στη σχέση των δύο πόλεων.

Από εδώ και στο εξής, η ελληνική και η γερμανική σημαία θα κυματίζουν δίπλα-δίπλα, μαζί με τις σημαίες των υπόλοιπων αδελφοποιημένων πόλεων του Λεβερκούζεν: του Μπράκνελ στο Ηνωμένο Βασίλειο, της Τσιναντέγκα στη Νικαράγουα, του Γουξί στην Κίνα, του Οούλου στη Φινλανδία, του Βιλνέβ ντ’ Ασκ στη Γαλλία, του Σβέτ, της Λιουμπλιάνα στη Σλοβενία, του Νοφ ΧαΓκαλίλ στο Ισραήλ και του Ρατσίμπορζ/Ρατίμπορ στην Πολωνία.

Η ελληνική διασπορά στο επίκεντρο

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η αδελφοποίηση των δύο πόλεων δεν αναπτύσσεται σε ένα κενό περιβάλλον. Στο Λεβερκούζεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες μια οργανωμένη και ενεργή ελληνική κοινότητα, η οποία αποτελεί μέρος της ιστορίας και της κοινωνικής πραγματικότητας της πόλης.

Αυτό ακριβώς ανέδειξε στην ομιλία του ο Δήμαρχος Στέφαν Χέμπελ, αναφερόμενος στην παρουσία των Ελλήνων στο Λεβερκούζεν. Όπως σημείωσε, πριν από περίπου 60 χρόνια πολλοί Έλληνες και Ελληνίδες έφτασαν στην πόλη ως εργατικό δυναμικό και συνέβαλαν στην οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη. Με την πάροδο των δεκαετιών δημιουργήθηκε μια ζωντανή ελληνική κοινότητα, η οποία αποτελεί σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης.

Ο ίδιος χαρακτήρισε τη νέα αδελφοποίηση και ως αναγνώριση της συνολικής προσφοράς και της διαδρομής αυτών των ανθρώπων. Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελληνική Διασπορά. Οι άνθρωποι που έφυγαν από την Ελλάδα πριν από δεκαετίες, δημιούργησαν οικογένειες, εργάστηκαν και έζησαν στη Γερμανία, δεν έπαψαν να αποτελούν φορείς της ελληνικής ταυτότητας και της σχέσης με την πατρίδα.

Σήμερα, οι δεσμοί αυτοί αποκτούν μια νέα διάσταση: δεν περιορίζονται πλέον μόνο στην ελληνική κοινότητα, αλλά μετατρέπονται σε οργανωμένες γέφυρες συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και γερμανικών πόλεων.

«Οι σημαίες θα υπενθυμίζουν ότι η φιλία δεν γνωρίζει σύνορα»

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Αδελφοποίησης Λεβερκούζεν – Δελφοί e.V., Μενέλαος Γεωργίου, αναφέρθηκε στη διαδρομή που οδήγησε μέχρι το σημερινό αποτέλεσμα. «Αυτό που ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια με τις πρώτες επαφές και τις κοινές ιδέες, έχει εξελιχθεί σήμερα σε μια ζωντανή αδελφοποίηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως τόνισε, η παρουσία των δύο σημαιών στον χώρο αποτελεί πλέον μια διαρκή υπενθύμιση ότι η φιλία, η αλληλεγγύη και οι ανταλλαγές μεταξύ των ανθρώπων μπορούν να ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα.

Η εγκατάσταση των ιστών έγινε με δωρεά του Συλλόγου Αδελφοποίησης Λεβερκούζεν – Δελφοί e.V., με την υποστήριξη του Ιδρύματος Πολιτών του Λεβερκούζεν και της Sparkasse Leverkusen.

Από τους Δελφούς στο Λεβερκούζεν

Η αδελφοποίηση των δύο Δήμων αποτελεί πλέον ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν συγκεκριμένες δράσεις, ανταλλαγές και συνεργασίες. Ο Δήμαρχος Δελφών Παναγιώτης Ταγκαλής χαιρέτισε την εκδήλωση, υπογραμμίζοντας ότι η αξία της αδελφοποίησης βρίσκεται κυρίως στη συνεχή ανάπτυξη νέων δεσμών μεταξύ των δύο περιοχών.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την πρόσφατη συμμετοχή αντιπροσωπείας του Δήμου Δελφών στο Ευρωπαϊκό Εργαστήριο «Αστική ανάπτυξη – Δημοκρατία – Πολιτισμός Μνήμης», που πραγματοποιήθηκε στο Λεβερκούζεν.

Σύμφωνα με τον κ. Ταγκαλή, τέτοιες δράσεις αποτυπώνουν στην πράξη την εξωστρέφεια του Δήμου Δελφών και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια σχέση που δεν θα περιοριστεί στην επίσημη τελετή αδελφοποίησης, αλλά θα εξελιχθεί σε έναν «ζωντανό πυρήνα παραγωγής δράσεων».

Μια σχέση που περνά στις επόμενες γενιές

Το ιδιαίτερο στοιχείο της συγκεκριμένης αδελφοποίησης είναι ότι συναντώνται δύο διαφορετικές διαδρομές που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Από τη μία πλευρά, οι Δελφοί, ένας τόπος με παγκόσμια ιστορική και πολιτιστική ακτινοβολία. Από την άλλη, το Λεβερκούζεν, μια σύγχρονη γερμανική πόλη στην οποία χιλιάδες Έλληνες και οι οικογένειές τους δημιούργησαν τη ζωή τους τις τελευταίες δεκαετίες.

Και ανάμεσά τους βρίσκεται η ελληνική Διασπορά.

Η παρουσία της ελληνικής σημαίας στο πάρκο Neuland λειτουργεί έτσι και ως συμβολική αναγνώριση της ελληνικής παρουσίας στην πόλη. Μιας παρουσίας που ξεκίνησε από τα μεταναστευτικά κύματα της μεταπολεμικής περιόδου και συνεχίζεται σήμερα μέσα από τη δεύτερη και την τρίτη γενιά Ελλήνων της Γερμανίας.

Η νέα αδελφοποίηση δημιουργεί, παράλληλα, τη δυνατότητα οι δεσμοί αυτοί να αποκτήσουν νέα χαρακτηριστικά: πολιτιστικές ανταλλαγές, συνεργασίες, μεταφορά τεχνογνωσίας, επαφή νέων ανθρώπων και κοινές δράσεις.

Ο Δήμαρχος Λεβερκούζεν, αναφερόμενος στον χαρακτήρα των αδελφοποιήσεων, υπογράμμισε ότι πρόκειται για «ζωντανές γέφυρες μεταξύ ανθρώπων, πολιτισμών και γενεών», σημειώνοντας ότι η ειρήνη και η κατανόηση μπορούν να ξεκινούν από το επίπεδο των πόλεων, των συλλόγων και των γειτονιών.

Αυτό είναι και το μήνυμα που εκπέμπει πλέον το πάρκο Neuland.

Η ελληνική και η γερμανική σημαία κυματίζουν δίπλα-δίπλα, υπενθυμίζοντας ότι η σχέση Ελλάδας και Γερμανίας δεν αποτυπώνεται μόνο σε επίσημες συμφωνίες και διπλωματικές σχέσεις, αλλά και στους ανθρώπους που εδώ και δεκαετίες ζουν, εργάζονται και δημιουργούν στις δύο χώρες.

Για την ελληνική Διασπορά του Λεβερκούζεν, η εικόνα αυτή έχει έναν ακόμη συμβολισμό: η Ελλάδα είναι παρούσα. Και είναι παρούσα όχι μόνο μέσα από τη μνήμη και την καταγωγή, αλλά και μέσα από τις νέες σχέσεις που δημιουργούν οι ίδιοι οι Έλληνες της Διασποράς.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Τουρκικές απειλές για Ελλάδα! “Παίζει με τη φωτιά”

Τα τουρκικά μέσα προειδοποιούν για νέα αντιπαράθεση εάν η Αθήνα προχωρήσει στις έρευνες, ενώ το CHP χαρακτηρίζει το έργο «εθνικό...

Πολιτισμική Επικράτεια του Ελληνισμού5 ώρες πριν

Τα κλεμμένα κειμήλια και χειρόγραφα των ελληνικών μονών στη Βουλγαρία, η ανοιχτή πληγή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και το μεγάλο ερώτημα της επιστροφής

Εκατοντάδες ελληνικά χειρόγραφα, ανεκτίμητης αξίας αφαιρέθηκαν από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας κατά τη διάρκεια...

Two satellites with solar panels orbiting above the blue Earth with white clouds Two satellites with solar panels orbiting above the blue Earth with white clouds
GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Τριπλή “συμμαχία” για την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας και της διαστημικής αυτονομίας

Η METLEN, η Thales Alenia Space και η Thales Hellas ενώνουν τις δυνάμεις τους για την υποστήριξη των μελλοντικών αμυντικών...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Θράκη: Οι Πομάκοι ζητούν σχολεία χωρίς υποχρεωτικά τουρκικά – Στη Βουλή η διεκδίκηση, στον ΟΑΣΕ οι καταγγελίες για εκτουρκισμό

Το ζήτημα της εκπαιδευτικής ελευθερίας στα Πομακοχώρια της Ξάνθης αποκτά κοινοβουλευτική και διεθνή διάσταση. Οι παρεμβάσεις του Ιρφάν Μεχμέτ Αλή...

Δημοφιλή