Γενικά θέματα
ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ:21 Μαΐου 2008-21 Μαΐου 2012
http://infognomonpolitics.blogspot.com/
Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008
ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ: Η Τουρκία ανάμεσα στη δημοκρατία και τον κεμαλικό αυταρχισμό
Αγαπητοί φίλοι
αναρτώ
παρακάτω μελέτη-ανάλυση που συντάχτηκε τον Απρίλιο του 2008 για τη
μυστική παρακρατική-παραστρατιωτική οργάνωση ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ, γύρω από την
οποία εξελίσσεται ποινική διαδικασία που θέτει σε κίνδυνο το βαθύ κράτος
στην Τουρκία, ο οποίος κίνδυνος μετακυλήθηκε πρόσφατα στον ίδιο τον
Ερντογάν και την κυβέρνησή του.
Το ως άνω ζήτημα, μαζί με μια άλλη
σειρά ζητημάτων (όρα στον ιστοχώρο http://anixneuseis.blogspot.com) θα
γίνει προσπάθεια να αναλυθούν απόψε στις 22:00, στην τηλεόραση της ΕΤ-3,
στην εκπομπή του έγκριτου δημοσιογράφου Παντελή Σαββίδη.
φιλικά
Σάββας Καλεντερίδης
Του Σάββα Καλεντερίδη (www.infognomon.gr, info@infognomon.gr)
Εισαγωγή
Το
λεγόμενο «βαθύ κράτος» αποτελεί ίσως το πιο πολυσυζητημένο ζήτημα στην
πολιτική ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας. Έχουν ειπωθεί πολλά και έχουν
γραφτεί αρκετές αναλύσεις και μελέτες για το θέμα, οι οποίες τις
περισσότερες φορές καταλήγουν σε συμπεράσματα που μπορούν να
χαρακτηριστούν και αυθαίρετα, αφού στηρίζονται σε εκτιμήσεις γύρω από
κάποια γεγονότα. Δηλαδή, δεν είχαν παρουσιαστεί μέχρι σήμερα απτές
αποδείξεις για ύπαρξη «θεσμοθετημένων» παρακρατικών και παραστρατιωτικών
μηχανισμών, με συγκεκριμένη ιεραρχική δομή η οποία διασυνδέεται
οργανικά με το στρατό και άλλους φορείς διαχείρισης της κρατικής
εξουσίας, οι οποίοι αυτοί μηχανισμοί είναι σε θέση να ελέγχουν τις
εκλεγμένες κυβερνήσεις και να παρεμβαίνουν καθοριστικά, ακόμη και με
χρήση ένοπλης βίας, όταν οι κυβερνήσεις δεν συμμορφώνονται με τις
υποδείξεις του βαθέως κράτους. Δηλαδή, μέχρι σήμερα, βλέπαμε το
αποτέλεσμα, υποπτευόμασταν ότι πίσω από αυτό είναι το βαθύ κράτος και οι
μηχανισμοί του, πλην όμως δεν υπήρχαν οι απτές αποδείξεις, ούτε άλλες
πληροφορίες και στοιχεία που θα καθιστούσαν έστω και κάπως ορατό το
περιβόητο «βαθύ κράτος» της Τουρκίας. Αυτά μέχρι πέρυσι, που άρχισε να
αναπτύσσεται η φιλολογία περί της κεμαλικής-φασιστικής οργάνωσης«ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»,
φιλολογία που σταδιακά εξελίχθηκε σε χειροπιαστή πραγματικότητα, μετά
την επιχείρηση σύλληψης δεκάδων μελών της, τον Ιανουάριο του 2008. Ας
δούμε παρακάτω το ιστορικό της υπόθεσης, η εξέλιξη της οποίας αναμένεται
να επηρεάσει καθοριστικά το πολιτικό σκηνικό στην Τουρκία και μαζί με
αυτό μια σειρά από άλλα κρίσιμα ζητήματα, με κυρίαρχο -για μας τους
Έλληνες- την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Οι πρώτες αποδείξεις για την κεμαλική-φασιστική οργάνωση «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
Στις
2 Μαρτίου του έτους 2001, μια ομάδα του Τμήματος Λαθρεμπορίου και
Οργανωμένου Εγκλήματος της Διεύθυνσης Ασφάλειας Κωνσταντινούπολης, με
επικεφαλής τον αστυνομικό διευθυντή Αντίλ Σερντάρ Σατσάν (Adil Serdar SaçanΤσατσάν), μετά από καταγγελία για εκβίαση, εισέβαλε στο διαμέρισμα που στεγαζόταν το γραφείο του δημοσιογράφου Τουντζάι Γκιουνέι (Tuncay Güney).
Κατά τη διάρκεια του τυπικού ελέγχου στο γραφείο, οι άνδρες της
ασφάλειας έπιασαν «λαβράκι». Ανακάλυψαν και κατάσχεσαν φακέλους με
ντοκουμέντα από μια μυστική φασιστική-παρακρατική-παραστρατιωτική
οργάνωση, την «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ», για την οποία, μέχρι τότε, όλοι
μιλούσαν, αλλά κανείς δεν είχε στοιχεία, για τους σκοπούς, τη δομή, την
επάνδρωση και τη σχέση της με το τουρκικό κράτος και τις δομές εξουσίας
γενικότερα.
Σύμφωνα
με τα στοιχεία που βρέθηκαν στο γραφείο του Γκιουνέι, η οργάνωση είχε
σχέσεις με το στρατό και συγκεκριμένα με την στρατοχωροφυλακή, που -εκ
του νόμου- έχει εκτεταμένο δίκτυο μονάδων, σταθμών και φυλακίων σε όλη
την τουρκική επικράτεια. Η πάλη ανάμεσα στο στρατό, τη ΜΙΤ και την
αστυνομία για τον έλεγχο τέτοιων μηχανισμών που, σημειωτέον,
ελέγχουν-διαχειρίζονται και τεράστια κεφάλαια προερχόμενα από την
ελεγχόμενη και προστατευόμενη από τις αρχές παράνομη δράση ομάδων και
συμμοριών, είναι διαχρονική και γνωστή σε όσους παρατηρούν εκ του
σύνεγγυς την ιστορική εξέλιξη της σύγχρονης Τουρκίας. Ο αστυνομικός
διευθυντής Σατσάν, εκπροσωπώντας τα συντεχνιακά συμφέροντα της
αστυνομίας, άρπαξε την ευκαιρία από τα μαλλιά, για να στριμώξει και να
ξεσκεπάσει τους μηχανισμούς της στρατοχωροφυλακής. Έβαλε τον συλληφθέντα
Γκιουνέι να καταθέσει επί τρίωρο ό,τι γνώριζε για την ιστορία της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ».
Ο
Γκιουνέι, για να εξασφαλίσει τα ευεργετήματα του μάρτυρα που παρέχει
πολύτιμες πληροφορίες για τέτοιου είδους υποθέσεις, …τα είπε όλα. Σε
εκείνη την τρίωρη κατάθεση ο συλληφθείς δημοσιογράφος έδωσε διευθύνσεις
και ονόματα για άτομα που επάνδρωναν τα διάφορα τμήματα της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
και για τους προστάτες τους στις τάξεις των ανωτάτων αξιωματικών, εν
ενεργεία ή αποστράτων. Ο αστυνομικός διευθυντής Τσατσάν, κράτησε μια
κόπια από τα ντοκουμέντα και από την βιντεοκασέτα της κατάθεσης του
Γκιουνέι και παρέπεμψε την υπόθεση αρμοδίως. Φυσικά, η τότε κυβέρνηση
του Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit), «προϊόν και αποτέλεσμα» η ίδια της δράσης της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»,
αφού βρισκόταν στην εξουσία μετά από το μεταμοντέρνο πραξικόπημα που
έκαναν οι Τούρκοι στρατηγοί, στις 28 Φεβρουαρίου 1997, που οδήγησε στην
ανατροπή του Νετζμετίν Ερμπακάν (Necmetin Erbakan), κουκούλωσε το θέμα, όπως κουκούλωσε το περίφημο «Σκάνδαλο ΣΟΥΣΟΥΡΛΟΥΚ»
η κυβέρνηση Ερμπακάν-Τσιλέρ, το 1996, κάτω από την αφόρητη πίεση της
Τσιλέρ, το κόμμα της οποίας (Κόμμα του Ορθού Δρόμου), ήταν βαθειά χωμένο
στο βαθύ κράτος και την «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ».
Πάντως
από τα ντοκουμέντα που βρέθηκαν στο γραφείο του Γκιουνέι, προέκυπτε ότι
το βαθύ κράτος προχωρούσε στην αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό των
δομών και των μηχανισμών ελέγχου και χειραγώγησης του συστήματος
εξουσίας στην Τουρκία, κάτω από το βάρος των αλλαγών που είχαν προκύψει
στη διεθνή πολιτική σκηνή, στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, όπου το
πολιτικό ισλάμ και το Κουρδικό Ζήτημα απειλούσαν τις δομές του κεμαλικού
και του βαθέως κράτους και την ενότητα του τουρκικού έθνους και
κράτους. Ένας άλλος παράγοντας που επέβαλε τον
«εκσυγχρονισμό» του βαθέως κράτους ήταν και οι εξελίξεις στον τομέα της
τεχνολογίας, που άνοιγαν νέους και επικίνδυνους -κατά την άποψη των
ηγετικών στελεχών του βαθέως κράτους- δρόμους στην ενημέρωση της
τουρκικής κοινής γνώμης.
Το πρώτο πραξικόπημα της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
Ενώ
η κυβέρνηση και το κράτος δεν προχώρησαν σε βαθύτερες έρευνες, που θα
οδηγούσαν ίσως στην αποκάλυψη της μυστικής οργάνωσης και στην άσκηση
διώξεων, η οργάνωση προβαίνει στην πρώτη απόπειρα κεκαλυμμένου
πραξικοπήματος, όταν, το Φθινόπωρο του 2001, μεθόδευσε την αντικατάσταση
του ασθενούντος τότε πρωθυπουργού Μπουλέντ Ετζεβίτ από τον αντιπρόεδρο
της κυβέρνησης Χουσαμετίν Οζκάν (Hüsamettin Özkan).
Με βάση το σκεπτικό της οργάνωσης, ο Ετζεβίτ ήταν ασθενής και
αδυνατούσε να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας, εν όψει μάλιστα κρίσιμων
εξελίξεων που κυοφορούνταν στο Βόρειο Ιράκ (Νότιο Κουρδιστάν), όπου οι
ΗΠΑ προετοίμαζαν ένα κουρδικό κράτος, που θεωρούνταν νάρκη στην ενότητα
όχι μόνον του Ιράκ, αλλά και της ίδιας της Τουρκίας. Η άρνηση του
Ετζεβίτ να παραδώσει την πρωθυπουργική καρέκλα, οδήγησε σε μια μίνι
πολιτική αποσταθεροποίηση με την αποχώρηση του Οζκάν από την κυβέρνηση
και το κόμμα. Σημειώνεται ότι ο Οζκάν φεύγοντας «πήρε» μαζί του και 90
βουλευτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (DSP) του Ετζεβίτ, πιθανότατα άτομα που διατηρούσαν ισχυρούς δεσμούς με το βαθύ κράτος.
Στη
συνέχεια η οργάνωση προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να αποτρέψει την τοποθέτηση
του μετριοπαθούς στρατηγού Οζκιόκ στη θέση του σκληρού κεμαλιστή και
φερόμενου ως ηγετικού στελέχους της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» αρχηγού ΓΕΕΘΑ Χουσεΐν Κιβρίκογλου (Kıvrıkoğlu),
ο οποίος αποχωρούσε λόγω ορίου ηλικίας. Ο Κιβρίκογλου, πριν αποχωρήσει
από τη θέση του, ανέτρεψε τον προγραμματισμό, που τηρείται με ευλάβεια
στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και για να εξασφαλίσει την άμεση
πρόσβαση της οργάνωσης στη διαχείριση της εξουσίας, τοποθέτησε σε
κρίσιμες και ανώτατες θέσεις δυο σκληροπυρηνικά μέλη της οργάνωσης: τον
στρατηγό Αϊτάτς Γιαλμάν (Aytaç Yalman) στη θέση του αρχηγού του στρατού ξηράς και το στρατηγό Σενέρ Έρουιγκουρ (Şener Eruygur)
στη θέση του αρχηγού της στρατοχωροφυλακής, η οποία σημειωτέον διαθέτει
μια πολυμελή και αρκετά αποτελεσματική υπηρεσία πληροφοριών εσωτερικού.
Ο πρωθυπουργός Ετζεβίτ και ο πρόεδρος της δημοκρατίας Σεζέρ
αρνούνται μέχρι τελευταίας στιγμής, αλλά τελικά, κάτω από πιέσεις,
υποχρεούνται να υπογράψουν το διάταγμα της τοποθέτησης των στελεχών της
οργάνωσης «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» στις κρίσιμες αυτές θέσεις. Τα δυο αυτά άτομα θα παίξουν καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια.
Το δεύτερο πραξικόπημα και το βαθύ ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις
Μετά
τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2002 έχουμε την αλλαγή του πολιτικού
σκηνικού στην Τουρκία, με το Κόμμα Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης (ΑΚΡ) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Recep Tayyip Erdoğan) να παίρνει το 34% των ψήφων και να σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση πρώτα υπό τον Αμπντουλλάχ Γκιούλ (Abdullah Gül)
και στη συνέχεια υπό τον ίδιο τον Ερντογάν. Η νεοφώτιστη κυβέρνηση του
Κόμματος Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης, το Χειμώνα του 2003 καλείται να
διαχειριστεί τον επερχόμενο πόλεμο στο Ιράκ, για τη διεξαγωγή του οποίου
οι ΗΠΑ ζητούν πολύ συγκεκριμένες διευκολύνσεις από την Τουρκία: μια
σειρά από αεροπορικές βάσεις και λιμάνια και έναν διάδρομο ξηράς, για τη
διακίνηση μονάδων, οπλικών συστημάτων και εφοδίων από τα λιμάνια της
Μερσίνας και της Αλεξανδρέττας στο Βόρειο Ιράκ (Νότιο Κουρδιστάν), όπου
ήταν σχεδιασμένο να ανοίξει το λεγόμενο «Βόρειο Μέτωπο» για την
ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Οι ΗΠΑ, που θεωρούσαν δεδομένη την αποδοχή
των αιτημάτων τους από την Τουρκία, είχαν μεταφέρει ήδη τα στρατεύματα
του «Βορείου Μετώπου» με πλοία, τα οποία είχαν αγκυροβολήσει από
τον Ιανουάριο στα ανοικτά της Κύπρου και της Μερσίνας. Η τουρκική
κυβέρνηση, που φέρεται να είχε δώσει πολιτικές διαβεβαιώσεις για την
αποδοχή των αμερικανικών αιτημάτων, αντιμετώπισε την ψυχρότητα και την
αντίθεση των εθνικιστών-κεμαλιστών και των στρατηγών, του βαθέως κράτους
δηλαδή, στην ικανοποίηση των αιτημάτων αυτών. Μετά από διεργασίες που
κράτησαν 60 ολόκληρες ημέρες και με τα αμερικανικά στρατεύματα να
βρίσκονται ήδη μέσα στα αγκυροβολημένα μεταξύ Μερσίνας και Κύπρου πλοία,
η τουρκική κυβέρνηση ετοίμασε ένα νομοσχέδιο με το οποίο ικανοποιούνταν
τα αιτήματα των ΗΠΑ, και το οποίο έφερε προς ψήφιση στην τουρκική
εθνοσυνέλευση, στις 3 Μαρτίου 2003. Για την περίπτωση που η κυβέρνηση
και ο πολιτικός κόσμος στο σύνολό του δεν είχαν λάβει το μήνυμα του
βαθέως κράτους, ο αρχηγός του στρατού ξηράς Αϊτάτς Γιαλμάν (Aytaç Yalman) -τοποτηρητής της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» στις ένοπλες δυνάμεις- την προηγούμενη ημέρα έκανε δηλώσεις στον κεντρικό δημοσιογράφο-σχολιαστή της Μιλλιέτ Φικρέτ Μπιλά (Fikret Bila),
λέγοντας ότι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θεωρούν ότι το νομοσχέδιο δεν
έπρεπε να εγκριθεί από την τουρκική εθνοσυνέλευση. Ο δημοσιογράφος
δημοσίευσε τη «γραμμή» του βαθέως κράτους στην εφημερίδα,
φωτογραφίζοντας τον Γιαλμάν, χωρίς όμως να γράψει ανοικτά το όνομά του.
Και φυσικά την επομένη ημέρα το νομοσχέδιο απορρίφθηκε, προκαλώντας σοκ
και ένα βαθύ ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Η ανάμειξη της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» στο Κυπριακό και στο Σχέδιο Αννάν
Η άμεση εμπλοκή και ανάμειξη της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας και του κυβερνητικού έργου δεν
σταματάει εδώ. Το ίδιο διάστημα (Άνοιξη 2003) ήταν σε εξέλιξη οι
διαδικασίες για τη σύνταξη και την αποδοχή του Σχεδίου Αννάν ως βάσης διαπραγμάτευσης για την «επίλυση» του Κυπριακού. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Αμπντουλλάχ Γκιούλ έδωσε εντολή στον τότε πρόεδρο του ψευδοκράτους, Ραούφ Ντενκτάς (Rauf Denktaş),
να αποδεχτεί το ως άνω σχέδιο ως βάση διαπραγμάτευσης. Παρά την εντολή
του Τούρκου πρωθυπουργού, ο Ντενκτάς, κατερχόμενος από το αεροπλάνο στο
αεροδρόμιο της Χάγης, όπου είχε μεταβεί για συνομιλίες, δήλωνε: «Ήλθα για να πω όχι στο σχέδιο Αννάν».
Ήταν φανερό ότι είχε λάβει εντολή από το βαθύ κράτος για την στάση του
αυτή, όπως επίσης ήταν φανερό το ότι η εκλεγμένη κυβέρνηση δεν μπορούσε
να υλοποιήσει την πολιτική της και τελικά «περνούσε» η πολιτική του
βαθέως κράτους.
Τις
αρχές του 2004 ο Ερντογάν, πιεζόμενος από τα πράγματα, προσπάθησε να
πάρει την κατάσταση στα χέρια του, σε σχέση με την επίλυση του
Κυπριακού. Τον Ιανουάριο του 2004 συναντήθηκε στο Νταβός με τον Γ.Γ. του
ΟΗΕ Κόφι Αννάν και του ανακοίνωσε ότι η Τουρκία δέχεται την
επιδιαιτησία του για την εξεύρεση λύσης, φέρνοντας έτσι το Σχέδιο Αννάν
στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο Κόφι Αννάν κάλεσε τα δυο μέρη στη
Νέα Υόρκη για διαπραγματεύσεις. Ο Ντενκτάς δέχτηκε πιέσεις από την
κυβέρνηση και υποχρεώθηκε να συμπεριλάβει στην αποστολή τον Μεχμέτ Αλί
Ταλάτ (Mehmet Ali Talat), που είχε κερδίσει τις εκλογές. Ο Ραούφ Ντενκτάς, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις που είχε λάβει από την «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»,
περίμενε τη δημοσιοποίηση ανακοίνωσης του τουρκικού ΓΕΕΘΑ για το
Κυπριακό, με βάση την οποία θα καθόριζε τη στάση του στις
διαπραγματεύσεις. Η ανακοίνωση δεν έβγαινε και -κυριολεκτικά στο παρά
πέντε- ο Ντενκτάς αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με τον μετριοπαθή αρχηγό
ΓΕΕΘΑ Χιλμί Όζκιόκ. Ο Οζκιόκ δεν δέχτηκε να βγάλει την ανακοίνωση και
είπε στον Ντενκτάς: «Εγώ κινούμαι στα όρια που ορίζει το Σύνταγμα».
Την
ίδια στιγμή που ο Οζκιόκ έλεγε «όχι», ο αρχηγός του στρατού ξηράς
Γιαλμάν και ο αρχηγός της στρατοχωροφυλάκης Ερουιγκούρ έκαναν μυστικές
επαφές στην Άγκυρα με επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες ΜΜΕ, προσπαθώντας να
εξασφαλίσουν στήριξη για την διενέργεια πραξικοπήματος τύπου 28ης Φεβρουαρίου. Το
βαθύ κράτος θεωρούσε καταστροφικό για τους σχεδιασμούς και τα
συμφέροντα της Άγκυρας και του τουρκισμού το Σχέδιο Αννάν, αφού θα έχανε
η Τουρκία το στρατηγικό έλεγχο πάνω στο νησί, έλεγχος που εξασφαλίζεται
με την ύπαρξη των δυνάμεων κατοχής. Για να αποτραπεί δε τέτοια εξέλιξη,
υπήρχε έτοιμο ένα σχέδιο: το «Σχέδιο Σαρίκουζ», το οποίο δεν
ήταν τίποτε άλλο από την σχεδιαζόμενη ανατροπή της κυβέρνησης Ερντογάν,
σε περίπτωση που ψηφίζονταν από τα δυο μέρη στην Κύπρο το Σχέδιο Αννάν.
Τελικά το Σχέδιο Αννάν δεν πέρασε και το «Σχέδιο Σαρίκουζ» έμεινε
στα συρτάρια ή μάλλον στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στων εμπνευστών
του. Από έναν τέτοιον, από τον υπολογιστή του τότε αρχηγού του τουρκικού
πολεμικού ναυτικού, Οζντέν Ορνέκ (Özden Örnek), κάποιος υπέκλεψε και διέρρευσε το σχέδιο του πραξικοπήματος, το οποίο δημοσίευσε το περιοδικό ΝΟΚΤΑ, στο τεύχος της 29ης Μαρτίου του 2007. Φυσικά, το συγκεκριμένο φύλλο του περιοδικού ήταν και το τελευταίο.
Η «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Προοπτική της Τουρκίας
Ο
Ερντογάν, εκτός από την επίλυση του Κυπριακού, ήταν αποφασισμένος να
προχωρήσει και το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το βαθύ κράτος θεωρούσε από την πλευρά του ότι η ευρωπαϊκή προοπτική
είναι ασύμβατη με την κεμαλική Τουρκία, ενώ ήταν προφανές ότι σε μια
ευρωπαϊκή Τουρκία δεν είχαν θέση μηχανισμοί ούτε φασιστικές οργανώσεις
τύπου «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ». Έτσι το βαθύ κράτος οργάνωσε την άμυνά του
μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο. Παρά τις αντιδράσεις του βαθέως κράτους, η
κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης προσπαθούσε να χαράξει
το δρόμο προς τον εκδημοκρατισμό της χώρας του, όπως άλλωστε
επιβάλλεται από τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης και από τις άλλες υποχρεώσεις
που απορρέουν από την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Εν τω μεταξύ,
το κόμμα και ο ίδιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αυξάνουν την επιρροή τους
στη λαϊκή βάση της Τουρκίας και μέσα από τη διαχείριση της κυβερνητικής
εξουσίας ενισχύουν τη θέση τους στη διαπάλη τους με το βαθύ κράτος.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις το βαθύ κράτος δεν κάθεται με σταυρωμένα
χέρια. Ανώτατοι αξιωματικοί, δικαστές, καθηγητές πανεπιστημίου,
πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, διάφορες ομάδες και συμμορίες
προσπαθούν να αντιπαρατεθούν ο καθένας στον τομέα του τη νόμιμη
κυβέρνηση και να ακυρώσουν στην πράξη τις όποιες μεταρρυθμίσεις.
Η εγκληματική δράση της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
Ως
αποτέλεσμα της δράσης των μηχανισμών, το διάστημα αυτό, εξαπλώνεται
στην Τουρκία ένα κύμα εθνικιστικής υστερίας, που υποστηρίζεται από ένα
δίκτυο εθνικιστικών-πατριωτικών οργανώσεων και προπαγανδίζεται από
εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικά κανάλια, ιστοσελίδες κλπ. Εκδίδονται
βιβλία τα οποία στηρίζονται σε πληροφορίες και σενάρια που
επεξεργάζονται οι υπηρεσίες του κράτους, τα οποία, εκτός των άλλων,
καταγγέλλουν των πρωθυπουργό Ερντογάν και το κόμμα του ως όργανο της
Νέας Τάξης Πραγμάτων και του διεθνούς σιωνισμού. Ομάδες νομικών και
δικηγόρων που είναι διασυνδεδεμένοι με αυτό το εκτεταμένο δίκτυο
πολυποίκιλης δράσης στην τουρκική κοινωνία, με βάση το περίφημο άρθρο
301, καταγγέλλουν και μηνύουν όποιον ενοχλεί το βαθύ κράτος και τον
τουρκισμό. Στις προανακριτικές διαδικασίες και στις δίκες που γίνονται,
ομάδες εθνικιστών τρομοκρατούν και διαπομπεύουν τους κατηγορουμένους,
τους συγγενείς και τους δικηγόρους που τολμούν να τους υπερασπίζονται.
Ανάμεσα σε εκείνους που στοχοποιούνται είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας Ορχάν Παμούκ και ο Αρμένιος δημοσιογράφος Χραντ Ντινκ.
Ενώ
συμβαίνουν όλα αυτά, λαμβάνουν χώρα μια σειρά από βίαιες και
εγκληματικές ενέργειες, μερικές από τις οποίες είναι οι εξής: Στις 5
Φεβρουαρίου 2006, νεαρός εθνικιστής σκότωσε τον καθολικό ιερέα της
Τραπεζούντας, πατέρα Σαντόρο, ο οποίος, σύμφωνα με το έγγραφο που
έστειλε η αστυνομική διεύθυνση Τραπεζούντας στον εισαγγελέα του
Ερζουρούμ, ζητώντας την παρακολούθηση των τηλεφώνων του, «ανέπτυσσε δράση υπέρ των σχεδίων της Ελλάδας για την αναβίωση της ποντιακής ιδέας στην περιοχή».
Ένα χρόνο μετά, στις 19 Ιανουαρίου 2007, νεαρός εθνικιστής από την
Τραπεζούντα δολοφονούσε στην Κωνσταντινούπολη τον στοχοποιηθέντα από
τους μηχανισμούς του βαθέως κράτους Αρμένιο δημοσιογράφο Χραντ Ντινκ, εκδότη της εφημερίδας Άγκος.
Τρεις μήνες μετά, στις 18 Απριλίου 2007, πέντε ισλαμιστές-εθνικιστές
κατακρεούργησαν τρεις χριστιανούς στην πόλη Μαλάτεια της Τουρκίας, ενώ
τους προηγούμενους μήνες είδαν το φως της δημοσιότητας εκατοντάδες άρθρα
για την «επικίνδυνη δράση των ιεραποστολών στην Τουρκία, οι οποίες με τη δράση τους απεργάζονται την ενότητα του έθνους και κράτους». Σημειώνεται ότι πάνω στους δράστες βρέθηκαν περίπου εκατό (100) κάρτες sim,
από την εξέταση των οποίων διαπιστώθηκε ότι οι δράστες είχαν
εκατοντάδες τηλεφωνικές επαφές με στελέχη της Διοίκησης Ειδικών Δυνάμεων
που υπηρετούσαν στην 2η και την 1η Στρατιά, στη
Μαλάτεια και την Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα. Εν τω μεταξύ, το διάστημα
που γίνονται τα παραπάνω, εκατοντάδες βόμβες εκρήγνυνται σε διάφορες
πόλεις του τουρκικού Κουρδιστάν, για να δικαιολογούν κάθε φορά την
επέμβαση και τη δράση του τουρκικού στρατού και της στρατοχωροφυλακής
στο κουρδικό κίνημα.
Η επέμβαση της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» στην εκλογή προέδρου της δημοκρατίας
Ενώ το βαθύ κράτος, δια της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»,
σπέρνει το θάνατο και κατατρομοκρατεί τους εχθρούς του τουρκισμού,
συνεχίζεται η πάλη ανάμεσα στις κεμαλικές-φασιστικές δυνάμεις και την
κυβέρνηση. Η πάλη εντείνεται με τη λήξη της θητείας του προέδρου Σεζέρ
(Μάιος 2007), ενώ προβάλλει το ενδεχόμενο να καθίσει στη θέση του
προέδρου της δημοκρατίας ο ίδιος ο Ερντογάν. Δεκάδες μαζικές οργανώσεις,
οι οποίες εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι είτε είχαν οργανική σχέση είτε
υποκινούνταν από το βαθύ κράτος και την «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ», διοργάνωσαν
συλλαλητήρια, διαδηλώνοντας την αντίθεσή τους στην εκλογή ισλαμιστή
προέδρου της δημοκρατίας. Συντονιστής στις συγκεντρώσεις αυτές ήταν ο
απόστρατος στρατηγός Σενέρ Ερουιγκούρ, πρόεδρος των Συλλόγων
Κεμαλιστικής Σκέψης σε παντουρκικό επίπεδο. Ποτέ δεν έγινε γνωστό πού
βρέθηκαν τα κεφάλαια για τις τεράστιες εκείνες συγκεντρώσεις. Στις 14
Απριλίου 2007, νέος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ο σκληροπυρηνικός κεμαλιστής και
μέλος της οργάνωσης «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ», Γιασάρ Μπουγιούκανιτ (Yaşar Büyükanıt), έκανε ανοικτή παρέμβαση, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους ότι: «ο νέος πρόεδρος δεν θα πρέπει να είναι μόνο λόγοις, αλλά έργοις πιστός στο κοσμικό καθεστώς».
Ο
Ερντογάν, δεχόμενος εισηγήσεις συνεργατών του, τελικά δεν θέτει ο ίδιος
υποψηφιότητα και στις 24 Απριλίου 2007 ανακοινώνει την υποψηφιότητα του
μέχρι τότε υπουργού εξωτερικών Αμπντουλλάχ Γκιούλ. Ήδη φαίνεται ότι η
Τουρκία θα αποκτήσει τον πρώτο ισλαμιστή πρόεδρο. Μπροστά σε αυτή την
προοπτική το βαθύ κράτος ανασυντάσσεται και θέτει στην πρώτη γραμμή του
«αγώνα» το ΓΕΕΘΑ. Το βράδυ της 27ης Απριλίου 2007, και ενώ
όλα δείχνουν ότι ο Ερντογάν θα ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για τη
θέση του προέδρου της δημοκρατίας, στην επίσημη ιστοσελίδα του τουρκικού
ΓΕΕΘΑ αναρτάται μια ανακοίνωση που ανατρέπει τα δεδομένα. Στην ουσία ο
στρατός και το ΓΕΕΘΑ, ως θεσμός, προειδοποιούν ανοιχτά ότι: «….ο
νέος πρόεδρος δεν θα πρέπει να είναι μόνο λόγοις, αλλά έργοις πιστός
στο κοσμικό καθεστώς….. οι συζητήσεις που γίνονται τις τελευταίες για το
θέμα της εκλογής του προέδρου της δημοκρατίας έχουν θέσει υπό
διαπραγμάτευση τον ίδιο τον κοσμικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους. Η
κατάσταση αυτή παρακολουθείται με ανησυχία από τις Τ.Ε.Δ. Δεν θα πρέπει
να ξεχνάει κανείς ότι σε αυτές τις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις
οι Τ.Ε.Δ. δηλώνουν ενεργό παρόν, ξεκαθαρίζοντας ότι θα υπεραμυνθούν του
κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Επί πλέον οι Τ.Ε.Δ. δηλώνουν ότι είναι
κατηγορηματικά αντίθετες με αρνητικές κρίσεις και σχόλια που γίνονται με
αφορμή αυτές τις συζητήσεις και ότι αν χρειαστεί θα δέιξουν την
αντίδρασή τους ενεργά και με ξεκάθαρο τρόπο. Κανείς να μην έχει την
παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό…..»
Τελικά,
ο Αμπντουλλάχ Γκιούλ εκλέχτηκε πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, αφού
υποχρεώθηκε να ξεπεράσει ο ίδιος και το κόμμα του που τον στήριξε
αλλεπάλληλα δικαστικά πραξικοπήματα που έγιναν στη διάρκεια των
ψηφοφοριών στην τουρκική εθνοσυνέλευση. Πάντως στις 11 Απριλίου 2008 ο αντιπρόεδρος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης Μεχμέτ Φιράτ (Dengir Mir Mehmet Fırat)
δήλωνε δημόσια ότι κατά τη διάρκεια του πολιτικού διαλόγου που αφορούσε
το δημοψήφισμα για τις αλλαγές στο σύνταγμα, το κόμμα του δέχτηκε
απειλές. Συγκεκριμένα ο Φιράτ δήλωσε: «Κατά τη διάρκεια των
συζητήσεων για την αλλαγή του συντάγματος μας απείλησαν με πραξικόπημα.
Τις απειλές εκτόξευσε το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (CHP),
το οποίο ήταν σαν να καλούσε κάποιους να επέμβουν. Θα πρέπει να
καθίσουμε στο τραπέζι να συζητήσουμε για ένα φιλελεύθερο σύγχρονο
σύνταγμα, χωρίς να δεχόμαστε απειλές.» Οι
αναφορές του Φιράτ έγιναν τη στιγμή που απειλείται με κλείσιμο το κόμμα
ΑΚΡ. Να σημειωθεί ότι αποτελεί κοινό μυστικό στην Τουρκία το ότι το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (CHP) και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης
(ΜΗΡ) αποτελούν κομματικούς μηχανισμούς που ελέγχονται απόλυτα από το
βαθύ κράτος. Τα άλλα δύο κόμματα που εκπροσωπούνται στη βουλή, δηλαδή το
ΑΚΡ και το κουρδικό Κόμμα Δημοκρατικής Κοινωνίας (DTP), απειλούνται με κλείσιμο.
Η Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων και η σχεδιαζόμενη απόπειρα δολοφονίας του Ερντογάν
Στις
18 Μαΐου 2007 ένα πρωτοφανές γεγονός έρχεται να συνταράξει την κοινή
γνώμη στην Τουρκία. Μετά από τηλεφωνική καταγγελία για ύπαρξη μιας
ομάδας που σχεδιάζει τη δολοφονία του πρωθυπουργού Ερντογάν και του
συμβούλου του Τζουνεΐτ Ζάπσου (Cüneyd Zapsu), η αστυνομία εισβάλλει σε ένα διαμέρισμα στη συνοικία Έργιαμαν (Eryaman) της Άγκυρας και συλλαμβάνει το λοχαγό Μουράτ Ερέν (Murat Eren), της Διοίκησης Ειδικών Δυνάμεων (Özel Kuvvetler Komutanlığı), τον υπολοχαγό Γιακούπ Γιαϊλά (Yakup Yayla) και τους μονίμους υπαξιωματικούς Ερκούτ Τάς (Erkut Taş) και Γιασίν Γιαμάν (Yasin Yaman),
εξειδικευμένοι στην κατασκευή βομβών. Μαζί με τους στρατιωτικούς
συνελήφθησαν και επτά πολίτες, ενώ στο διαμέρισμα βρέθηκε μεγάλος
αριθμός πυρομαχικών του στρατού, ΤΝΤ, ρολόγια που χρησιμοποιούνται για
την κατασκευή βομβών, στρατιωτικά έγγραφα με σχέδια για τον έλεγχο όλων
των συνοικιών της πόλης σε περίπτωση πραξικοπήματος, καθώς και ανάλογα
έγγραφα που βρέθηκαν στο γραφείο του Γκιουνέι, το 2001. Το τουρκικό
γενικό επιτελείο απαγόρευσε την έρευνα της υπόθεσης από τακτικό ανακριτή
και την υπόθεση ανέλαβε η στρατιωτική δικαιοσύνη, η οποία φυσικά
υποβάθμισε την υπόθεση σε ένα θέμα παράβασης καθήκοντος σε σχέση με τα
πυρομαχικά που βρέθηκαν στο διαμέρισμα και μόνον.
Σε ένα ταβάνι κρίνεται η πολιτική πορεία της Τουρκίας
Εν
τω μεταξύ, και ενώ η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης Ερντογάν και
του βαθέως κράτους συνεχίζεται κυρίως στο παρασκήνιο, στις 12 Ιουνίου
2007 συμβαίνει ένα γεγονός, που έμελλε να σημαδέψει τη σύγχρονη πολιτική
ιστορία της Τουρκίας. Οι ενοικιαστές ενός αυθαιρέτου σπιτιού, στη
συνοικία Ουμράνιγιε 12 (Ümraniye) της Κωνσταντινούπολης, βρήκαν τυχαία στο
ταβάνι του σπιτιού που διέμεναν ένα κιβώτιο στο οποίο υπήρχαν 27
χειροβομβίδες και φάκελοι με διάφορα έγγραφα. Ανέφεραν το γεγονός στην
αστυνομία, η οποία με έκπληξη διαπίστωσε ότι οι χειροβομβίδες ήταν ίδιες
με αυτές που χρησιμοποιεί ο τουρκικός στρατός, ενώ τα έγγραφα που
υπήρχαν στους φακέλους παρέπεμπαν στην μυστική-φασιστική οργάνωση «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ».
Προχωρώντας ακόμη περισσότερο τις έρευνες η αστυνομία βρέθηκε μπροστά
σε μια ένοπλη επιχειρησιακή ομάδα της μυστικής οργάνωσης, η οποία ήταν
υπεύθυνη για την ένοπλη επίθεση εναντίον των μελών του Αρείου Πάγου στην
Άγκυρα (17 Μαΐου 2006), στην οποία ο δικηγόρος Αρπασλάν Ασλάν (Alparslan Arslan), υποκινούμενος από την οργάνωση, σκότωσε έναν και τραυμάτισε τέσσερις αρεοπαγίτες. Ο
Ασλάν δήλωσε δημόσια ότι προέβη στη συγκεκριμένη πράξη ωθούμενος από τα
ισλαμικά του αισθήματα, θεωρώντας ότι ο Άρειος Πάγος είναι ένα από τα
κέντρα του κεμαλισμού, που απαγορεύουν τη χρήση της μαντίλας στα
πανεπιστήμια και με τις αποφάσεις τους καταπιέζουν τους ισλαμιστές στην
Τουρκία. Στην κηδεία του αρεοπαγίτη συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες
άνθρωποι και η τελετή μετατράπηκε σε αντικυβερνητική διαδήλωση. Ο
Ερντογάν γιουχαΐστηκε, ο υπουργός δικαιοσύνης προπηλακίστηκε, ενώ ο
Μπουγιουκανίτ και οι άλλοι στρατηγοί καταχειροκροτήθηκαν. Μια
προβοκάτσια που πρέπει να διδάσκεται στις σχολές διπλωματίας και
πολιτικών επιστημών.
Η
πράξη αυτή, μαζί με άλλες που θα ακολουθούσαν, προετοίμαζε το σκηνικό
για τη δυναμική επέμβαση των δυνάμεων του βαθέως κράτους και του ίδιου
του στρατού εναντίον του «ισλαμικού κινδύνου», που εκφραζόταν από το
Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και από την κυβέρνηση Ερντογάν. Από την
έρευνα της αστυνομίας προέκυψε επίσης ότι οι δυο βομβιστικές επιθέσεις
που έγιναν εναντίον των γραφείων της εφημερίδας Τζουμχουριέτ (Cumhuriyet,
προπύργιο του κεμαλισμού), στην Κωνσταντινούπολη, επιθέσεις που
αποδόθηκαν σε ισλαμιστές, έγιναν με χειροβομβίδες που είχαν τον ίδιο
αριθμό μερίδας με τις χειροβομβίδες που βρέθηκαν στο κιβώτιο, στο ταβάνι
του αυθαίρετου σπιτιού στο Ουμράνιγιε. Οι βομβιστικές επιθέσεις
εναντίον της Τζουμχουριέτ έγιναν για να συμπληρωθεί το σκηνικό του
«ισλαμικού κινδύνου». Μετά από την εξέταση των στοιχείων, η αστυνομία
προχώρησε σε συλλήψεις 14 ατόμων, στην πλειοψηφία τους απόστρατοι
αξιωματικοί, οι οποίοι παραπέμφθηκαν να δικαστούν με την κατηγορία της
σύστασης τρομοκρατικής οργάνωσης.
Οι εκλογές του Νοεμβρίου 2007
Ενώ
η έρευνα για την υπόθεση αυτή προχωρούσε με βραδείς ρυθμούς, αφού οι
διωκτικές και δικαστικές αρχές βρήκαν μπροστά τους τις υπηρεσίες του
κράτους, δηλαδή τον ίδιο το στρατό και την περιβόητη Διεύθυνση Ανορθοδόξου Πολέμου (Özel Harp Dairesi), τη μετονομασθείσα σε Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων (Özel Kuvvetler Komutanlığı),
στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2007 το κόμμα του Ερντογάν κατήγαγε
λαμπρή νίκη, λαμβάνοντας το 47% των ψήφων, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό για
τα δεδομένα της Τουρκίας. Με τη συγκεκριμένη νίκη η κυβέρνηση Ερντογάν
ένοιωσε ότι ισχυροποιεί τη θέση της απέναντι στο βαθύ κράτος και
προχώρησε σε αθόρυβη -αλλά στενή- παρακολούθηση των ηγετικών στελεχών
της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» και των επικεφαλής των διαφόρων ομάδων παράνομης,
αλλά και νόμιμης δράσης. Τα στοιχεία που συλλέγονται, κυρίως από
τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και από παρακολουθήσεις ηλεκτρονικής
αλληλογραφίας και από παγιδεύσεις χώρων όπου συσκέπτονταν τα ανώτερα
στελέχη ενός επιχειρησιακού σκέλους της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ», οδηγούν στην
επιχείρηση μαζικής σύλληψης 33 μελών της οργάνωσης. Στη συνέχεια ο
εισαγγελέας Κωνσταντινούπολης, με βάση τα στοιχεία που βρέθηκαν στα
σπίτια των συλληφθέντων και τα στοιχεία που προκύπτουν από την εξέτασή
τους, διατάσσει τη σύλληψη δεκάδων άλλων ατόμων και αποφασίζει τελικά
την προφυλάκιση 44 εξ αυτών.
Να σημειωθεί ότι ανάμεσα στους συλληφθέντες είναι ο υποστράτηγος ε.α. Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük), με πολυσχιδή δράση σε διάφορους τομείς και σοβαρό ρόλο στην «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ». Όταν στις 4:00 το πρωί της 18ης
Ιανουαρίου 2008 η αστυνομία, συνοδεία εισαγγελέα, κτύπησε την πόρτα και
τού ανακοίνωσε το ένταλμα σύλληψής του, ο Κιουτσούκ ζήτησε την άδεια να
βγάλει τις πυτζάμες του και να ντυθεί. Ο εισαγγελέας του έδωσε την
άδεια. Ο Κιουτσούκ πήγε στο δωμάτιό του και έκανε από το κινητό του -που
υποκλέπτονταν από την αστυνομία- οκτώ τηλέφωνα. Ανάμεσα σε αυτούς που
κάλεσε ήταν εν ενεργεία ανώτατοι αξιωματικοί, ένας-δύο ανώτατοι
απόστρατοι και ένας εν ενεργεία ανώτατος δικαστικός. Από όλους ζήτησε
βοήθεια, προσπαθώντας να αποτρέψει τη σύλληψή του, χωρίς να το
καταφέρει. Οδηγήθηκε στο τμήμα και αργότερα στις φυλακές, όπου παραμένει
μέχρι σήμερα. Στο γραφείο του και τον υπολογιστή του η αστυνομία βρήκε
ένα ολόκληρο επιτελείο. Αρχειοθετημένα άκρως απόρρητα έγραφα των αρχών
ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών, φακέλους με πληροφορίες για
διάφορα άτομα, ανάμεσα στα οποία και Οικουμενικός Πατριάρχης, στοιχεία
για διάφορες ένοπλες επιχειρήσεις της οργάνωσης και, φυσικά, τα ίδια
έγγραφα που βρέθηκαν το 2001 στο γραφείο του δημοσιογράφου Γκιουνέι, για
την αναδιάρθρωση της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» και των άλλων
μηχανισμών του βαθέως κράτους. Η εντύπωση που δόθηκε στις διωκτικές
αρχές είναι ότι ο Κιουτσούκ ήταν άτυπος αποδέκτης επίσημων έγγραφων του
στρατού και διαφόρων άλλων υπηρεσιών του τουρκικού κράτους. Ανάμεσα
στους συλληφθέντες είναι επίσης η Σεβγκί Ερενερόλ (Sevgi Erenerol), εκπρόσωπος τύπου του τουρκορθόδοξου πατριαρχείου. Να σημειωθεί ότι η Ερενερόλ και η οργάνωση «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη στοχοποίηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου καθώς και του ίδιου του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, τα
γραφεία του τουρκορθόδοξου πατριαρχείου χρησιμοποιούνταν ως επιτελείο
της επιχειρησιακής ομάδας της οργάνωσης, η οποία συσκέπτονταν εδώ μια
φορά την εβδομάδα. Μερικές συνεδριάσεις έχει καταγράψει σε βίντεο η
αστυνομία, που είχε παγιδέψει το χώρο. Ένας άλλος προφυλακισθείς είναι ο
Μουαμέρ Καράμπουλουτ (Muammer Karabulut), πρόεδρος του Ιδρύματος Αγίου Νικολάου (Noel Baba Vakfı) και του Συμβουλίου Ειρήνης Άγιος Νικόλαος (Noel Baba Barış Konseyi),
οργανώσεις που ίδρυσε το βαθύ κράτος για να ακυρώσει τις προσπάθειες
που κάνει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Οικουμενικό Πατριαρχείο
για να αναδείξει το έργο, την προσωπικότητα του Αγίου Νικολάου,
προσπάθειες που κορυφώνονται κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου, στα πλαίσια
εορταστικών δραστηριοτήτων που γίνονται στην εκκλησία του Αγίου
Νικολάου, στα Μύρα της Λυκίας. Υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες
προσωπικότητες ανάμεσα στους συλληφθέντες, αυτό όμως είναι αντικείμενο
συγγραφής ξεχωριστής μελέτης.
Το δικαστικό πραξικόπημα κατά του ΑΚΡ και του Ερντογάν
Ενώ λοιπόν ο εισαγγελέας Κωνσταντινούπολης Ζεκερία Όζ (Zekeriya Öz)
συνέχιζε την ανακριτική διαδικασία, ορισμένοι από τους συλληφθέντες,
θεωρώντας ότι η πανίσχυρη οργάνωση δεν είναι σε θέση πλέον να τους
υποστηρίξει, άρχισαν να ομολογούν, γεγονός που έθεσε σε κίνδυνο και
σημαντικά πρόσωπα του στρατού, της δικαιοσύνης, του ακαδημαϊκού κόσμου,
της πολιτικής, της δημοσιογραφίας, του επιχειρηματικού κόσμου, των
υπηρεσιών του κράτους κλπ. Δηλαδή, με άλλα λόγια, άρχισε να κινδυνεύει
με αποκάλυψη και ξήλωμα ο κεντρικός κορμός και οι κεντρικοί μηχανισμοί
του τουρκικού βαθέως κράτους. Το διάστημα αυτό, που οι μηχανισμοί του
βαθέως κράτους ένοιωσαν να στενεύουν τα περιθώρια δράσης τους, και ενώ η
ανακριτική διαδικασία για την υπόθεση «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σημείο, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η είδηση
της άσκηση δίωξης εναντίον του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης,
εναντίον του ιδίου του πρωθυπουργού Ερντογάν και 70 άλλων στελεχών του
κόμματός του, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο πρόεδρος της δημοκρατίας
Γκιούλ από τον αρχιεισαγγελέα του Συμβουλίου Επικρατείας, Γιαλτσίνκαγια (Yalçınkaya).
Την ώρα δε που οι δυο διαδικασίες -η μια της εξουδετέρωσης του βαθέως
κράτους από τη δικαιοσύνη, που υποστηρίζεται από την κυβέρνηση του
Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και η άλλη της εξουδετέρωσης
της κυβέρνησης και του κόμματος ΑΚΡ από το βαθύ κράτος- κινούνται εν
παραλλήλω, αναθάρρησαν οι μηχανισμοί του βαθέως κράτους και …ξαναβρήκε
τη μιλιά του ο αρχηγός του τουρκικού γενικού επιτελείου Γιασάρ
Μπουγιούκανιτ (Yaşar Büyükanıt), φερόμενος ως ένας από τους επικεφαλής της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ». Ήδη έδωσε συνέντευξη στην τελευταία έκδοση του περιοδικού «Άμυνα και Αεροναυπηγική» (SAVUNMA VE HAVACILIK),
επαναφέροντας μετά από αρκετό καιρό ζητήματα ισλαμικού και κουρδικού
κίνδυνου και μια σειρά από άλλες αιτιάσεις που απηχούν τις απόψεις της
φασιστικής οργάνωσης «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ». Να σημειωθεί ότι ο
στρατηγός Μπουγιούκανιτ, από τις κεφαλές του βαθέως κράτους, όσο
διαρκούσε ο υπόγειος πόλεμος μεταξύ του βαθέως κράτους και της
κυβέρνησης Ερντογάν, βρήκε έναν απρόσμενο σύμμαχο, την Ελλάδα, η οποία,
εξ αντικειμένου, του πρόσφερε νομιμοποίηση, καλώντας τον μάλιστα να
επισκεφθεί επίσημα την Ελλάδα δυο φορές, τη μια ως αρχηγός του στρατού
ξηράς και την άλλη ως αρχηγός του γενικού επιτελείου. Φυσικά, το θέμα
ότι ελληνικό στρατιωτικό άγημα απέδωσε τιμές στον φυσικό ηγέτη των
δυνάμεων κατοχής στην Κύπρο και των Τούρκων αεροπόρων που παραβιάζουν
καθημερινά τον εθνικό εναέριο χώρο της Ελλάδος στο Αιγαίο, είναι μιας
άλλης μορφής ζήτημα.
Επιμύθιον
Θα
μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνιμο
χαρακτηριστικό της τουρκικής πολιτικής πραγματικότητας και, τέλος
πάντων, αποτελούν εσωτερικά θέματα της Τουρκίας, αν δεν υπήρχε η
πολιτική «επένδυση» που έκαναν οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως η
Ελλάδα στην υπόθεση ότι ο Ερντογάν θα επικρατήσει σε αυτή την ιδιότυπη
μάχη εξουσίας και τελικά η Τουρκία θα εκδημοκρατιστεί και θα υποχρεωθεί
να συμπεριφερθεί ως μία χώρα που σέβεται το διεθνές δίκαιο και θα
προσαρμοστεί σε αυτά που επιβάλλουν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και η
ευρωπαϊκή της προοπτική εν γένει. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το
τέλος του «αγώνα» δημοκρατικών-φασιστικών δυνάμεων -γιατί περί αυτού
πρόκειται- στην Τουρκία. Πάντως, για την Ελλάδα το θέμα έχει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, γιατί οι μηχανισμοί του βαθέως κράτους, σε αγαστή συνεργασία
με τους «δικούς τους» ανθρώπους που υπηρετούν στο διπλωματικό σώμα, είναι
αυτοί που κινούν τα νήματα στα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τον
Ελληνισμό στην Κύπρο, το Αιγαίο, τη Θράκη και το Πατριαρχείο και τελικά
επιβάλουν τη δική τους άποψη, ανεξάρτητα με τις υποσχέσεις ή και
συμφωνίες που υπογράφει κατά καιρούς η νόμιμη τουρκική κυβέρνηση. Χωρίς
να σημαίνει βέβαια ότι η ενδεχόμενη επικράτηση του Ερντογάν θα σημαίνει
αυτόματα και εξάλειψη των κινδύνων και των απειλών στα εθνικά μας
συμφέροντα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, για τη διαχείριση των
ελληνοτουρκικών σχέσεων, το πεδίο του διεθνούς δικαίου και της πολιτικής
είναι προτιμότερο από το πεδίο των παράλογων διεκδικήσεων και απειλών
που εκπορεύονται από τη δράση των μηχανισμών του βαθέως κράτους και του
κεμαλισμού . Ούτως ή άλλως, πάντως, το θέμα αξίζει προσοχής.
Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük):
Υποστράτηγος ε.α., από τους ιδρυτές της περίφημης Υπηρεσίας Πληροφοριών της Στρατοχωροφυλακής (Jitem). Την περίοδο 1994-1996, που ήταν διοικητής του συντάγματος στρατοχωροφυλακής στο νομό Κοτζάελι
(Νικομήδεια), στην περιοχή ευθύνης του έλαβαν χώρα εκατοντάδες
εκτελέσεις Κούρδων επιχειρηματιών και διανοουμένων. Αργότερα, με το
βαθμό του ταξιάρχου, τοποθετήθηκε διοικητής της Περιφερειακής Διοίκησης Στρατοχωροφυλακής Περιοχής Πόντου, με έδρα την Κερασούντα.
Εκεί, από το 1996 μέχρι το 1998, χειρίστηκε προσωπικά το θέμα της
τρομοκράτησης των ελληνόφωνων κατοίκων της περιοχής Τραπεζούντας,
προσπαθώντας να ποινικοποιήσει οποιαδήποτε επαφή τους με την Ελλάδα. Το
2000 αποστρατεύθηκε με το βαθμό του στρατηγού και έκτοτε ανέλαβε ενεργό
δράση σε διαφόρους εθνικιστικούς συλλόγους και οργανώσεις, με κυρίαρχο
το Ίδρυμα Ερευνών Τουρκικού Κόσμου (Türk Dünyası Araştırmaları Vakfı). Να σημειωθεί ότι ο Βελί Κιουτσούκ χρημάτισε Διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού Yeni Batı Trakya Dergisi, που εκδίδει στην Κωνσταντινούπολη ο καταγόμενος εκ Ξάνθης Σουλεϊμάν Τζαφέρ Τζιχάν (Süleyman Sefer Cihan), ιδρυτής και της «Ένωσης Τούρκων Δυτικής Θράκης» (Batı Trakya Türk Birliği), με έδρα την Κωνσταντινούπολη και παραρτήματα σε διάφορες πόλεις της Τουρκίας.
Πασά Ουμίτ Ερενερόλ (Paşa Ümit Erenerol)
Πατριάρχης
του τουρκορθόδοξου πατριαρχείου, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του
Μουσταφά Κεμάλ, το 1919, για να προσεταιριστεί τους τουρκόφωνους
χριστιανούς της Καππαδοκίας, της Κεντρικής Ανατολίας και του Πόντου, και
να αποτρέψει μια γενικευμένη επανάσταση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας,
όσο διαρκούσε η μικρασιατική εκστρατεία. Επικεφαλής της κίνησης ήταν ο
παπά-Ευθύμιος Καραχισαρίδης, αυτοχρισθείς τουρκορθόδοξος πατριάρχης
(1923-1962). Τον διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του Τουργκούτ (1968-1991)
και αυτόν ο μικρός του γιος Σελτσούκ (1991-2002). Τελευταίος
αυτοαποκαλούμενος τουρκορθόδοξος πατριάρχης είναι ο συλληφθείς για
συμμετοχή στην «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» είναι ο εγγονός του παπά-Ευθύμ Πασά Ουμίτ
Ερενερόλ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, σε αίθουσα του πατριαρχείου
συνεδρίαζε κάθε εβδομάδα η ηγετική ομάδα της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ».
Την αίθουσα είχε παγιδεύσει η αστυνομία και μαγνητοσκοπούσε τις
συνεδριάσεις. Στους λογαριασμούς του τουρκορθόδοξου πατριαρχείου
διακινήθηκαν 50 εκατομμύρια δολλάρια, για λογαριασμό της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ».
Σεβγκί Ερενερόλ (Sevgi Erenerol)
Εκπρόσωπος
τύπου του τουρκορθόδοξου πατριαρχείου, με πολύχρονη δράση εναντίον του
Οικουμενικού Πατριαρχείου και εναντίον του Ελληνισμού γενικότερα.
Ταυτισμένη με το ακροδεξιό-φασιστικό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης και με τη
ΜΙΤ (η ίδια δήλωσε σε συνέντευξή της ότι έχει τακτικές επαφές με τη
ΜΙΤ), συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις δράσεις της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» τα τελευταία χρόνια.
Μουαμέρ Καράμπουλουτ (Muammer Karabulut),
Πρόεδρος του Ιδρύματος Αγίου Νικολάου (Noel Baba Vakfı) και του Συμβουλίου Ειρήνης Άγιος Νικόλαος (Noel Baba Barış Konseyi),
οργανώσεις που ίδρυσε το βαθύ κράτος για να εξουδετερώσει την
αυξανόμενη επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα Μύρα της Λυκίας. Ως
πρόεδρος των οργανώσεών του και ως μέλος του συλλόγου «Αγία Σοφία» (Ayasofya Derneği) και της Ένωσης Εθνικής Δύναμης (Mili Güç Birliği) κινήθηκε από κοινού με τους συγκρατούμενούς του Σεβγκί Ερενερόλ και τον Κεμάλ Κεριντσίζ εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με μηνύσεις, συγκέντρωση υπογραφών, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας κλπ.
Κεμάλ Κεριντσίζ (Kemal Kerinçsiz)
Πρόεδρος της Ένωσης Δικηγόρων, σύλλογος που ιδρύθηκε από την «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ»
με σκοπό τη διαπόμπευση μέσα από διαδικασίες μηνύσεων όσων
δημοσιογράφων, συγγραφέων και άλλων προσώπων εξέφραζαν επικίνδυνες για
τον κεμαλισμό και τον τουρκισμό απόψεις (άρθρο 301). Ανάμεσα στους
μηνυθέντες ο δολοφονηθείς Χραντ Ντινκ και ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ.
Κεμάλ Αλεμντάρογλου (Kemal Alemdaroğlu)
Πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, συντονιστής των πανεπιστημιακών που ήταν μέλη στην οργάνωση «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ». Σε συνέντευξή του είχε πει ότι η Τουρκία θα καταλάβει τη μισή Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη.
Ντογού Περιντσέκ (Doğu Perinçek)
Πρόεδρος
του Εργατικού Κόμματος, με πλούσια προβοκατόρικη δράση στο αριστερό
κίνημα. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες των μαοϊκών οργανώσεων στην Τουρκία.
Τα τελευταία χρόνια συντάχτηκε με τους κεμαλιστές και φιλοδοξούσε, με
τη βοήθεια της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ», να εκφράσει στη βουλή ένα
νέο εθνικοσοσιαλιστικό πλειοψηφικό ρεύμα. Το κόμμα του, με τη βοήθεια
της οργάνωσης, απέκτησε το παντουρκικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό ULUSAL KANAL (Εθνικό Κανάλι).
Ιλχάν Σελτσούκ (İlhan Selçuk)
Εκδότης
και διευθυντής της εφημερίδας Τζουμχουριέτ, που θεωρείται το κάστρο του
κεμαλισμού. Η οργάνωση, δια του στρατηγού Βελί Κιουτσούκ, έκανε
προσπάθειες να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών της. Ο ίδιος ο Σελτσούκ
θεωρείται ένας από τους ιδεολογικούς καθοδηγητές της οργάνωσης.
Σεντάτ Πεκέρ (Sedat Peker)
Ένας από τους νέους αρχηγούς της μαφίας των ακροδεξιών στην Τουρκία, μετά το θάνατο -στο ατύχημα του Σουσουρλούκ- του Αμπντουλλάχ Τσατλί και την υπερβολική έκθεση στη δημοσιότητα του φυλακισμένου για διακίνηση ναρκωτικών και σύσταση συμμορίας Αλλαατίν Τσακιτζί (Alaatin Çakıcı). Βρίσκεται στη φυλακή από το 2005, εκτίοντας φυλάκιση 14 ετών και 5 μηνών για σύσταση συμμορίας. Θεωρείται ο επικεφαλής της «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ» στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος.
Γιασάρ Όζ (Yaşar Öz)
Βρίσκεται
στη φυλακή για συμμετοχή στο σκάνδαλο Σουσουρλούκ και για διακίνηση
ναρκωτικών. Όταν τον συνέλαβαν οι αρχές και τον οδηγούσαν στις φυλακές,
δήλωσε στις κάμερες ότι οι τουρκικές αρχές τον χρησιμοποίησαν και τον
έβαλαν να καίει τα ελληνικά δάση και τώρα τον βάζουν μέσα. Ενώ είναι στη
φυλακή, οδηγήθηκε στον ανακριτή που διεξάγει την ανάκριση για την «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ».
Σαμί Χοστάν (Sami Hostan)
Ένας
από τους μεγαλύτερους εμπόρων ναρκωτικών της Τουρκίας, με παλιές
σχέσεις με τις κρατικές αρχές. Αποτελούσε επί σειρά ετών τον εθνικό
έμπορο ναρκωτικών. Από τα έσοδα του εμπορίου ναρκωτικών χρηματοδοτείται
βασικά το βαθύ κράτος και η ίδια η οργάνωση «ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ». Κατηγορήθηκε για εμπλοκή στη δολοφονία του βασιλιά των καζίνων μεγαλοεπιχειρηματία Ομέρ Λιουτφί Τοπάλ (Ömer Lütfi Topal), το 1996, καθώς και του επίσης εμπόρου ναρκωτικών και έμμισθου υπαλλήλου της ΜΙΤ, Ταρίκ Ουμίτ (Tarık Ümit). Διατηρούσε στενές σχέσεις με τον προφυλακισμένο στρατηγό Βελί Κιουτσούκ.
Σεμίχ Τουφάν Γκιουλατάι (Semih Tufan Gülaltay)
Φέρεται ως ο ένας από τους ιδρυτές της παραστρατιωτικής-τρομοκρατικής οργάνωσης «Τουρκική Ταξιαρχία Εκδίκησης» (ΤΙΤ- Türk İntikam Tugayı),
με πλούσια ανθελληνική δράση. Ο ίδιος καταδικάστηκε ως ηθικός και
φυσικός αυτουργός της απόπειρας δολοφονίας του πρόεδρου της τουρκικής Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ακίν Μπιρντάλ (Akın Birdal). Στην επίθεση συμμετείχε και ένας νεαρός, που είχε γεννηθεί στην ελληνική Θράκη.
ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ Εκδόσεις, Αναλύσεις, Μελέτες
Φιλελλήνων 14, Σύνταγμα Αθήνα
www.infognomon.gr
info@infognomon.gr
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
Γενικά θέματα
Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.
Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.
Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.
Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.
Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.
Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.
Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.
Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).
Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.
Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.
Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.
Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».
Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.
Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.
Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.
Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.
Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».
Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.
Η πίστη στον Πούτιν
Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.
«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».
Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.
Τα οφέλη για την οικογένειά του
Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.
Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».
Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.
Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».
Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».
Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.
Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.
Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.
«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.
«Ηγέτης και φίλος»
Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».
Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ
Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.
Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.
Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.
«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.
Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».
Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».
Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες
Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.
Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.
Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.
«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.
Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.
Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.
Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο
Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.
«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».
«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.
Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»
Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.
Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.
Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.
«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».
Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».
protothema.gr
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας