Ακολουθήστε μας

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Reuters: Η Ινδία κατηγορεί ένοπλες ομάδες με έδρα το Πακιστάν και έξι άνδρες για επίθεση σε τουριστικό προορισμό στο Κασμίρ

Η Υπηρεσία Πληροφοριών της Ινδίας (NIA) απήγγειλε κατηγορίες σε δύο πακιστανικής έδρας ισλαμιστικές ένοπλες οργανώσεις

Δημοσιεύτηκε στις

Η Ινδία περνά από το πεδίο της σύγκρουσης στο πεδίο των δικαστηρίων για την πολύνεκρη επίθεση κατά τουριστών στο ινδικό Κασμίρ, καταθέτοντας το πρώτο επίσημο κατηγορητήριο που συνδέεται με την υπόθεση. Η Εθνική Υπηρεσία Έρευνας της Ινδίας (NIA) ανακοίνωσε ότι απήγγειλε κατηγορίες σε δύο πακιστανικής έδρας ισλαμιστικές ένοπλες οργανώσεις —τη Lashkar-e-Taiba (LeT) και τη θυγατρική/παρακλάδι της, The Resistance Front (TRF)— καθώς και σε έξι άτομα, για τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της επίθεσης στην περιοχή Παχαλγκάμ τον περασμένο Απρίλιο, όπου σκοτώθηκαν 26 άνδρες και αποτέλεσε την αιτία για τη επιχείρηση Sindoor που εξαπέλυσε η Ινδία.

Σύμφωνα με το Reuters, το κατηγορητήριο (charge sheet) είναι 1.597 σελίδων και κατατέθηκε σε ειδικό δικαστήριο στην περιοχή Τζαμού, αποτελώντας την πρώτη τυπική νομική κίνηση που αποτυπώνει, με όρους ποινικής διαδικασίας, τη θέση του Νέου Δελχί ότι η επίθεση «σχεδιάστηκε, διευκολύνθηκε και εκτελέστηκε» με σύνδεση προς το Πακιστάν. Η NIA (υπηρεσία πληροφοριών της Ινδίας) ανέφερε πως η έρευνα διήρκεσε οκτώ μήνες και ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για «διεξαγωγή πολέμου» κατά της Ινδίας.

Στο ίδιο πλαίσιο, τρεις Πακιστανοί που σκοτώθηκαν από ινδικές δυνάμεις ασφαλείας σε επιχείρηση τον Ιούλιο στο Σριναγκάρ (Operation Mahadev) κατηγορήθηκαν μεταθανάτια, ενώ άλλοι δύο που βρίσκονται ήδη υπό κράτηση συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο. Στη δικογραφία περιλαμβάνεται και άτομο που φέρεται ως Πακιστανός “handler” (χειριστής/σύνδεσμος), όπως μεταδίδει το Reuters.

Η υπόθεση έχει και βαριά γεωπολιτική σκιά: η επίθεση του Απριλίου αποτέλεσε τον σπινθήρα για έντονες συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο πυρηνικές δυνάμεις, στο χειρότερο επεισόδιο των τελευταίων δεκαετιών, με το Νέο Δελχί να υποστηρίζει ότι το χτύπημα υποστηρίχθηκε από το Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ έχει απορρίψει τις κατηγορίες.

Εκπρόσωπος του πακιστανικού ΥΠΕΞ, σύμφωνα με το Reuters, δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα σχολιασμού για τις νέες κατηγορίες, την ώρα που η ινδική πλευρά επιχειρεί να “κλειδώσει” το αφήγημα της υπόθεσης σε επίσημο δικαστικό κείμενο και να το χρησιμοποιήσει ως βάση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές επίπεδο.

Λασκάρ-ε-Ταϊμπά: Ο Στρατός των αγνών

Η Λασκάρ-ε-Ταϊμπα (LeT),που σημαίνει ο «στρατός των αγνών» , εδρεύει στην πιο πυκνοκατοικημένη επαρχία του Πακιστάν, το Παντζάμπ, και εδώ και καιρό επικεντρώνεται στην καταπολέμηση της ινδικής κυριαρχίας στο Κασμίρ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αναφέρει ότι έχει διεξάγει «πολυάριθμες τρομοκρατικές επιχειρήσεις» εναντίον στρατιωτικών και πολιτικών στόχων από το 1993, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων του Νοεμβρίου 2008 στην εμπορική πρωτεύουσα της Ινδίας, τη Βομβάη, που στοίχισαν τη ζωή σε 166 ανθρώπους.

Η LeT ιδρύθηκε το 1990 από τον Χαφίζ Σαΐντ, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στην επίθεση της 22ης Απριλίου. Τα Ηνωμένα Έθνη αναφέρουν ότι η LeT έχει επίσης εμπλακεί σε επιθέσεις σε προαστιακά τρένα της Βομβάης τον Ιούλιο του 2006 και σε μια επίθεση στο κοινοβούλιο της Ινδίας τον Δεκέμβριο του 2001.

Το Μουρίντκε, λίγο έξω από την πρωτεύουσα του Παντζάμπ, τη Λαχόρη, πιστεύεται ότι φιλοξενεί τα εκτεταμένα κεντρικά γραφεία οργανισμών που συνδέονται με το LeT, έκτασης 200 στρεμμάτων

Η Ινδία αναφέρει ότι έπληξε την περιοχή Μαρκάζ Ταϊμπά του Μουρίντκε, μια τοποθεσία περίπου 25 χλμ. από τα σύνορα, όπου είχαν εκπαιδευτεί οι δράστες της επίθεσης στη Βομβάη. Ο όρος Μαρκάζ σημαίνει αρχηγείο.

Το Πακιστάν αναφέρει ότι η ομάδα έχει απαγορευτεί και εξουδετερωθεί. Ο Σαΐντ, ο οποίος συνελήφθη το 2019, καταδικάστηκε για πολυάριθμες κατηγορίες χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και εκτίει ποινή φυλάκισης 31 ετών. Η LeT παρότι φαίνεται να έχει μετασχηματιστεί σε φιλανθρωπικό ίδρυμα διατηρεί ένα ισχυρό δίκτυο στην περιοχή.

The Resistance Front (TRF): Η «βιτρίνα» του LeT και ο ρόλος της στο Κασμίρ

Το The Resistance Front (TRF) είναι μια ένοπλη οργάνωση που δρα στο ινδικό Κασμίρ και τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε βασικό “brand” ανάληψης ευθύνης για επιθέσεις με υψηλό πολιτικό φορτίο. Η οργάνωση παρουσιάζεται από ινδικές αρχές και –πλέον– και από τις ΗΠΑ ως μέτωπο/προκάλυμμα (front) και proxy της πακιστανικής Lashkar-e-Tayyiba (LeT), ενός από τους πιο γνωστούς ισλαμιστικούς σχηματισμούς της περιοχής. Στο Νέο Δελχί, η γραμμή είναι σταθερή: το TRF δεν είναι “αυτόνομο” σχήμα, αλλά εργαλείο που επιτρέπει την άρνηση εμπλοκής και τη θόλωση ιχνών γύρω από επιχειρήσεις που, στην ουσία, αποδίδονται σε δίκτυα της LeT.

Η αμερικανική «σφραγίδα»: FTO και SDGT

Στις 18 Ιουλίου 2025, το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών ενέταξε το TRF στη λίστα των Foreign Terrorist Organizations (FTO) και ταυτόχρονα το χαρακτήρισε Specially Designated Global Terrorist (SDGT). Στην ανακοίνωση της Ουάσιγκτον, το TRF περιγράφεται ρητά ως “Lashkar-e-Tayyiba front and proxy”, ενώ σημειώνεται ότι το TRF ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση της 22ας Απριλίου 2025 στο Παχαλγκάμ, όπου σκοτώθηκαν 26 άμαχοι – την πιο θανατηφόρα επίθεση κατά αμάχων στην Ινδία μετά τις επιθέσεις της Βομβάης το 2008 (που αποδίδονται στη LeT). Επιπλέον, αναφέρεται ότι το TRF έχει αναλάβει ευθύνη και για επιθέσεις κατά ινδικών δυνάμεων ασφαλείας, «συμπεριλαμβανομένων πρόσφατων το 2024».
Από ινδικής πλευράς, η απόφαση χαιρετίστηκε ως επιβεβαίωση της θέσης ότι πρόκειται για proxy της LeT και ως μήνυμα διεθνούς συνεργασίας κατά της τρομοκρατίας.

Η «ταυτότητα» του TRF: Εθνικιστικό “περιτύλιγμα”, ισλαμιστική υποδομή

Ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό του TRF είναι το όνομά του: δεν ακολουθεί την κλασική “ισλαμική” ονοματολογία πολλών κασμιριανών ένοπλων ομάδων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις μέσα στο ινδικό σύστημα ασφαλείας, αυτή η επιλογή έγινε για να προβληθεί πιο “ουδέτερο” προφίλ, με έμφαση στη “resistance” και στον κασμιριανό εθνικισμό, ώστε να είναι ευκολότερο να κερδίσει νομιμοποίηση ή ανοχή σε τμήματα του τοπικού πληθυσμού και να δυσκολεύει την απόδοση ευθυνών σε πακιστανικές οργανώσεις. Ωστόσο, οι ινδικές αρχές επιμένουν ότι αυτό είναι επικοινωνιακή βιτρίνα και πως ο πυρήνας παραμένει συνδεδεμένος με τη LeT.

Πώς γεννήθηκε: «virtual front» μετά το 2019 και η αξιοποίηση των social media

Το TRF συνδέεται χρονικά με την περίοδο μετά την ανάκληση της μερικής αυτονομίας του Κασμίρ (Αύγουστος 2019) από την ινδική κυβέρνηση και το εκτεταμένο clampdown που ακολούθησε. Εκείνη την περίοδο, η οργάνωση εμφανίστηκε αρχικά ως ψηφιακό σχήμα – γι’ αυτό και μέσα στις υπηρεσίες ασφαλείας έχει αναφερθεί ως “virtual front”.
Χρησιμοποίησε έντονα πλατφόρμες όπως το Telegram για μηνύματα, απειλές και –κυρίως– για αναλήψεις ευθύνης. Σε αναρτήσεις της, έχει συνδέσει τη βία με το ζήτημα της χορήγησης αδειών κατοικίας/δικαιωμάτων εγκατάστασης σε “outsiders”, το οποίο επικριτές θεωρούν μέσο αλλαγής της δημογραφίας του Κασμίρ. Αυτό το αφήγημα παρουσιάζεται ως “πολιτική αιτιολόγηση” της δράσης του, ακόμη κι όταν οι στόχοι είναι –όπως στο Παχαλγκάμ– τουρίστες και όχι νεοεγκατεστημένοι κάτοικοι.

Επιχειρησιακή δράση: από «μικρά χτυπήματα» σε υψηλής έντασης επιθέσεις

Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στα κείμενα που παρέθεσες, έως το 2020 το TRF άρχισε να αναλαμβάνει ευθύνη για μικρότερες επιθέσεις και “στοχευμένες δολοφονίες”. Τα δίκτυά του φαίνεται ότι τροφοδοτήθηκαν από μαχητές προερχόμενους από διάσπαρτες, κατακερματισμένες ομάδες.
Μέχρι το 2022, κυβερνητικά στοιχεία που επικαλούνται οι αναφορές δείχνουν ότι η πλειονότητα των ενόπλων που σκοτώθηκαν σε συμπλοκές στο Κασμίρ ήταν συνδεδεμένοι με το TRF, με τάση χρήσης πιστολιών και μικρών όπλων για στοχευμένα χτυπήματα, μεταξύ άλλων κατά απόστρατων ή προσώπων που θεωρούνταν “informers”.

Ιδιαίτερο βάρος έχει και η πίεση προς τον χώρο της ενημέρωσης: το TRF έγινε γνωστό όταν δημοσιοποίησε “traitor hit list” με ονόματα Κασμιριανών δημοσιογράφων, οδηγώντας αρκετούς σε παραιτήσεις λόγω του ιστορικού δολοφονιών στον χώρο (αναφέρεται ενδεικτικά η δολοφονία του Shujaat Bukhari το 2018, που η αστυνομία απέδωσε στη LeT).
Το Ιούνιο του 2024 το TRF ανέλαβε επίσης την ευθύνη για επίθεση σε λεωφορείο με Ινδουιστές προσκυνητές στην περιοχή Reasi (Τζαμού), με τουλάχιστον 9 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, όταν το όχημα κατέληξε σε χαράδρα.

Τακτική προσαρμογή μετά την καταστολή: λιγότερα χτυπήματα, πιο “κοφτερά”

Οι περιγραφές τονίζουν ότι μετά το 2019 η “παλιά” στρατηγική δημόσιας προβολής ανταρτών (βίντεο, ανοιχτές εμφανίσεις κ.λπ.) έγινε δυσλειτουργική. Το TRF και οι νεότερες δομές γύρισαν σε πιο κλασικές μεθόδους: κρυφές ταυτότητες, μεγαλύτερη επιχειρησιακή πειθαρχία, λιγότερες επιθέσεις αλλά υψηλότερη ένταση/φονικότητα.
Αναφέρεται ότι υπό ηγεσία του Mohammad Abbas Sheikh το βάρος έπεσε σε επιθέσεις στο Σριναγκάρ, ενώ μετά τον θάνατό του το 2021 και τις απώλειες του 2022, υπήρξε μετακίνηση μαχητών σε ορεινά/δασικά καταφύγια σε μεγαλύτερα υψόμετρα.

Η ινδική απάντηση: χαρακτηρισμός ως «τρομοκρατική οργάνωση» και το “debate” για το ποιος κάνει τι

Τον Ιανουάριο 2023 η ινδική κυβέρνηση χαρακτήρισε το TRF “terrorist organisation”, επικαλούμενη στρατολόγηση και λαθραία διακίνηση όπλων από το Πακιστάν προς το Κασμίρ. Παράλληλα, σε τμήματα του ινδικού κρατικού μηχανισμού υπάρχει η εκτίμηση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η LeT μπορεί να εκτελεί και το TRF να λειτουργεί ως “υπογραφή” ανάληψης ευθύνης, ώστε να δυσκολεύεται η τεκμηρίωση και να θολώνουν οι γραμμές της έρευνας.

Συμπέρασμα

Το TRF είναι, στην πράξη, ένα υβριδικό σχήμα: οργανωτικά και επιχειρησιακά παρουσιάζεται ως προέκταση/βιτρίνα της LeT, αλλά επικοινωνιακά “πουλάει” ένα αφήγημα αντίστασης με επίκεντρο το Κασμίρ, αξιοποιώντας το ψηφιακό πεδίο (Telegram) για να δηλώνει παρουσία, να απειλεί, να στρατολογεί και να αναλαμβάνει ευθύνη. Μετά το Παχαλγκάμ, η οργάνωση απέκτησε και την επίσημη αμερικανική ταξινόμηση (FTO/SDGT), κάτι που ανεβάζει το κόστος για όποιον τη διευκολύνει και ενισχύει το διεθνές επιχείρημα της Ινδίας ότι πρόκειται για proxy τρομοκρατία που ακουμπά πακιστανικές δομές.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Όταν το δικαίωμα στη λήθη συγκρούεται με τη μνήμη της Εκκλησίας

Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου), Romfea.gr

Δημοσιεύτηκαν την 1η Οκτωβρίου 2026 οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Laila Medina για την υπόθεση C-12/25 (Bisdom Gent) που αφορά αίτημα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR).

Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής βελγικού Δικαστηρίου. Στις 30 Ιουνίου του 2026 πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του Δικαστηρίου η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώ μετά τη δημοσίευση των προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως επίκειται η τελική κρίση του.

Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:

Βέλγος υπήκοος, ο οποίος είχε βαπτισθεί Καθολικός όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει κάθε αναφορά στο πρόσωπό του από οποιοδήποτε φυσικό ή ψηφιακό μητρώο ή αρχείο. Προς στήριξη του αιτήματός του επικαλέστηκε το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Ακολούθως, η Επισκοπή κατέγραψε την αποχώρησή του, διαγράφοντας μεν με γραμμή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, διατηρώντας τα όμως σε αναγνώσιμη μορφή. Μη ικανοποιημένος από τον τρόπο αυτό αντιμετώπισης του αιτήματός του, υπέβαλε καταγγελία στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν.

Η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το οποίο, με τη σειρά του, ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ερμηνεύσει, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προτάσεις της επιβεβαιώνει αρχικά ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων εφαρμόζεται στην υπόθεση. Το μητρώο βαπτίσεων αποτελεί σύστημα αρχειοθέτησης κατά την έννοια του Κανονισμού (άρθρο 4 σημ. 6) και κατά συνέπεια, η επίμαχη επεξεργασία δεδομένων – η αποθήκευσή τους και, κατά περίπτωση, η ανάκτηση και η χρήση τους – πρέπει να είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.

Επιπλέον, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι η επεξεργασία από την Εκκλησία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος (πριν από την υποβολή του αιτήματος αποχώρησής του από την Εκκλησία) θα μπορούσε να θεωρηθεί σύννομη βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 6 παρ. 1 περ. στ’), ακόμη και ελλείψει ρητής συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ωστόσο, το πρόσωπο αυτό μπορεί, κατ’ αρχήν, να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων αυτών από το μητρώο βαπτίσεων, προβάλλοντας επισήμως αντίρρηση κατά της επεξεργασίας τους.

Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία των δεδομένων μόνον εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι (άρθρο 21 παρ. 1) που δικαιολογούν την επεξεργασία. Μολονότι η διασφάλιση της ορθής τέλεσης και διαχείρισης των μυστηρίων, περιλαμβανομένου του βαπτίσματος, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος λόγος, πρέπει επιπλέον να εξεταστεί κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και κατά πόσον το συμφέρον της Εκκλησίας υπερισχύει των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερόμενου προσώπου.

Εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε αυτή τη σύνθετη, κατά περίπτωση, εκτίμηση. Κατά τη στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει δύο ομάδες αντικρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων, τα οποία, στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται αμφότερα άξια σημαντικής προστασίας: αφ’ ενός, το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· αφ’ ετέρου, την αυτονομία της Εκκλησίας και τη δική της ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.

Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η διαγραφή και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο η απόρριψη του αιτήματος. Συναφώς, η Γενική Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από θρησκευτική κοινότητα από την οποία ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση και, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να του προκαλέσει συναισθηματική επιβάρυνση.

Αν η Εκκλησία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων για τους προαναφερθέντες λόγους ενδέχεται, παρά ταύτα, να μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία τους για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας (άρθρο 17 παρ. 3 περ. δ’ και άρθρο 89 παρ. 1).

Αυτό υπόκειται, ωστόσο, σε ορισμένες προϋποθέσεις: η επεξεργασία πρέπει να είναι αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς, να συμμορφώνεται με τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων και να τηρεί την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι μια δραστηριότητα αρχειοθέτησης πρέπει να εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, να στηρίζεται σε νομική υποχρέωση τήρησης αρχείων πληροφοριών ή εγγράφων και να συνεπάγεται κάποια μορφή πρόσβασης σε αυτά από δημόσιες αρχές ή από το ευρύ κοινό. Όσον αφορά την έννοια της ιστορικής έρευνας, αυτή πρέπει, στο πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, να νοείται ως αναφερόμενη κυρίως σε δραστηριότητες όπως εκείνες που ασκούνται από ακαδημαϊκούς ή ερευνητικούς οργανισμούς και οι οποίες μπορούν, εν τέλει, να ωφελήσουν την κοινωνία στο σύνολό της.

Τέλος, εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Εκκλησία δεν δικαιολογείται, η απλή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο μητρώο βαπτίσεων με μια γραμμή, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν αναγνώσιμα, σε συνδυασμό με την προσθήκη σημείωσης σχετικά με την αποχώρηση του προσώπου από την Εκκλησία, δεν συνιστά διαγραφή κατά την έννοια του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Εν κατακλείδι, όταν το δικαίωμα στη λήθη του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων συναντά τη μνήμη της Εκκλησίας, η σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο ανταγωνιστικά δικαιώματα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά ένα εκκλησιαστικό μητρώο: Είναι απλώς ένα αρχείο προσωπικών δεδομένων που υπόκειται στους κανόνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή ένα ιστορικό και κανονικό τεκμήριο γεγονότων τα οποία, για την Εκκλησία, δεν παύουν να έχουν συμβεί επειδή μεταβλήθηκε αργότερα η σχέση του προσώπου με αυτήν;

Κατά τη γνώμη μας, οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως επιχειρούν μεν να διατηρήσουν μια ισορροπία, αναγνωρίζοντας την εκκλησιαστική αυτονομία και τη σημασία των μυστηρίων, ωστόσο η αποδοχή ακόμη και της δυνατότητας ουσιαστικής εξάλειψης στοιχείων από ιστορικά μητρώα δημιουργεί έναν εύλογο προβληματισμό: Μήπως η λογική της προστασίας προσωπικών δεδομένων επεκτείνεται εν προκειμένω τόσο πολύ, ώστε να κινδυνεύει να μετατραπεί από εγγύηση της ιδιωτικότητας σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης της θεσμικής και ιστορικής μνήμης μιας θρησκευτικής κοινότητας;

Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ελληνική αποτροπή, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η πίεση της Άγκυρας για το καλώδιο

Την ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής και τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ τοποθετεί στο επίκεντρο της ανάλυσής του ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News», συνδέοντας την τουρκική πολεμική αρθρογραφία με τον ανταγωνισμό για τις θαλάσσιες ζώνες, τις ενεργειακές υποδομές και την επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και τα πυραυλικά συστήματα μέχρι την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και την τουρκική παρουσία στη Λιβύη, ο δημοσιογράφος περιγράφει μια αντιπαράθεση που εξελίσσεται ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, το διπλωματικό και το επικοινωνιακό πεδίο. Κεντρική θέση του είναι ότι η αναβάθμιση των ελληνικών δυνατοτήτων προκαλεί ανησυχία στην Άγκυρα, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική προετοιμασία ως σχεδιασμό επίθεσης.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο ισραηλινό ενδιαφέρον

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στις αναφορές που επικαλείται από τη Jerusalem Post για την ισραηλινή παρακολούθηση της τουρκικής δραστηριότητας στη Λιβύη. Όπως εξηγεί, το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποκτά, κατά την ισραηλινή προσέγγιση που παρουσιάζει, ευρύτερες διαστάσεις: συνδέεται με τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, την ενεργειακή ασφάλεια, τα υποθαλάσσια καλώδια και τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.

Στην ανάλυσή του, η πρόσβαση της Τουρκίας σε λιβυκές υποδομές και η επιδίωξη παρεμπόδισης ενεργειακών διαδρομών αφορούν τόσο τα ελληνικά όσο και τα ισραηλινά συμφέροντα. Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Λιβύη αποκτά μεγαλύτερη σημασία στον ισραηλινό στρατηγικό σχεδιασμό.

Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται σε δημοσίευμα για φερόμενη συνάντηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Σαντάμ Χαφτάρ. Διευκρινίζει, πάντως, ότι η συνάντηση δεν έχει επιβεβαιωθεί από την ισραηλινή ή τη λιβυκή πλευρά. Την αξιολογεί ως ενδεχόμενη ένδειξη αναζήτησης συνεργασιών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την τουρκική επιρροή.

«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Το βάρος στη διασύνδεση των συστημάτων

Στο στρατιωτικό σκέλος, ο Μουντζουρούλιας επικαλείται τουρκικές αναλύσεις για τις επιπτώσεις της ελληνικής εξοπλιστικής αναβάθμισης. Υποστηρίζει ότι η ανησυχία της Άγκυρας επικεντρώνεται στη δυνατότητα σύνδεσης ραντάρ, αισθητήρων, εκτοξευτών και αεροπορικών μέσων σε ένα κοινό επιχειρησιακό δίκτυο.

«Όλα αυτά τα συστήματα θα επικοινωνούν μεταξύ τους, θα υπάρχει συνεργασία. Και αυτό είναι το μυστικό με την “Ασπίδα του Αχιλλέα”», σημειώνει.

Περιγράφει την προοπτική μιας ευρύτερης εικόνας επιτήρησης από την Ελλάδα, μέσω της Κύπρου, μέχρι το Ισραήλ. Κατά την εκτίμησή του, η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τα Rafale, τα F-16 Viper και τη μελλοντική ένταξη των F-35, μπορεί να αυξήσει την ελευθερία δράσης της Πολεμικής Αεροπορίας.

Ανάλογη σημασία αποδίδει στα συστήματα PULS και Spike NLOS, παρουσιάζοντάς τα ως παράγοντες ενίσχυσης της αποτροπής και μεταβολής των επιχειρησιακών δεδομένων στο Αιγαίο.

Τα τουρκικά σενάρια για τις πρώτες ώρες μιας σύγκρουσης

Εκτενής είναι η αναφορά του στην τουρκική αρθρογραφία για υποτιθέμενα ελληνικά προληπτικά πλήγματα και για τις πρώτες 24 ή 72 ώρες μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης. Όπως επισημαίνει, τουρκικά μέσα συνδέουν αυτά τα σενάρια με την άσκηση «Αλέξανδρος», τη συνεργασία με το Ισραήλ και την ελληνική εξοπλιστική ενίσχυση.

Ο ίδιος αντιμετωπίζει αυτή την αρθρογραφία ως μέρος πληροφοριακού πολέμου. Εκτιμά ότι επιδιώκει τη συσπείρωση της τουρκικής κοινής γνώμης και την προβολή της Ελλάδας ως υπεύθυνης για ενδεχόμενη κλιμάκωση.

«Να βλέπουμε και ποιοι είναι οι στόχοι της Άγκυρας», υπογραμμίζει, ζητώντας προσεκτική ανάγνωση των δημοσιευμάτων.

Τα σενάρια αυτά παρουσιάζονται στην εκπομπή ως τουρκικοί ισχυρισμοί και αναλύσεις, χωρίς να τεκμηριώνουν την ύπαρξη επίσημης ελληνικής απόφασης για προληπτική επίθεση. Αντίστοιχα, τις τουρκικές αναφορές σε πιθανό ελληνοϊσραηλινό πλήγμα στα κατεχόμενα τις συνδέει με την ανησυχία για την τριμερή συνεργασία.

Το καλώδιο και η απαίτηση της Τουρκίας για προηγούμενη έγκριση

Αιχμηρός είναι ο Μουντζουρούλιας για το Great Sea Interconnector. Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει την ηλεκτρική διασύνδεση σε μέσο επιβολής των θαλάσσιων διεκδικήσεών της, απαιτώντας συντονισμό ή προηγούμενη έγκριση για δραστηριότητες σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει τουρκική υφαλοκρηπίδα.

Θεωρεί ότι ενδεχόμενη αποδοχή αυτής της απαίτησης θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Ζητά από την Αθήνα να προχωρήσει από τις διαβεβαιώσεις σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επανέναρξη των ερευνών.

Αναφέρεται επίσης στη διαφωνία που παρουσιάζει μεταξύ του Άγγελου Συρίγου και του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη σχετικά με τα γεγονότα της Κάσου. Σύμφωνα με όσα μεταφέρει, ο πρώτος μίλησε για υποχώρηση στο επιχειρησιακό πεδίο, ενώ ο δεύτερος την αρνήθηκε. Ο δημοσιογράφος υιοθετεί την εκτίμηση ότι υπήρξαν λανθασμένοι χειρισμοί και ασκεί κριτική στην καθυστέρηση του έργου.

«Ναι, να έχουμε εγγυήσεις, αλλά εμείς πρέπει να βγούμε μπροστά», τονίζει, σχολιάζοντας την αναζήτηση στήριξης από συμμάχους.

«Γαλάζια Πατρίδα»: Η αναμονή δεν σημαίνει εγκατάλειψη

Σχολιάζοντας τις πληροφορίες που επικαλείται για μη ένταξη σχετικού νομοσχεδίου στην τουρκική κοινοβουλευτική ατζέντα του Οκτωβρίου, προειδοποιεί ότι αυτό δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Εξετάζει ως πιθανές εξηγήσεις διπλωματικές πιέσεις, αναμονή ανταλλαγμάτων ή προσπάθεια προβολής ηπιότερου προσώπου. Παρουσιάζει αυτές τις εκδοχές ως εκτιμήσεις, ενώ συνδέει τη στάση της Άγκυρας με τις παράλληλες κινήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και τις αναφορές σε σχεδιασμό ενεργειακής σύνδεσης με τα κατεχόμενα.

Η Κύπρος, τα ελληνικά μαχητικά και η ενεργειακή συνεργασία

Στην παρουσία ελληνικών μαχητικών πάνω από τη Λευκωσία και στην προβολή νέων συστημάτων της Εθνικής Φρουράς αποδίδει σαφές μήνυμα αποτροπής. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Barak MX, στα μη επανδρωμένα μέσα και στην αιγυπτιακή συμμετοχή, την οποία αξιολογεί ως σημαντική ένδειξη περιφερειακής συνεργασίας.

Στο ενεργειακό πεδίο, αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις Κύπρου–Ισραήλ για το κοίτασμα Αφροδίτη–Ισάι. Θεωρεί ότι η προώθηση τέτοιων συνεργασιών ενισχύει τη θέση της Λευκωσίας και διευρύνει τα κοινά συμφέροντα στην περιοχή.

Αεροπορικά όπλα, υποβρύχια και ελληνικά ναυπηγεία

Η εκπομπή καλύπτει ακόμη τις αναφορές για ελληνικό ενδιαφέρον απόκτησης προηγμένων αμερικανικών αεροπορικών όπλων, καθώς και τις επιλογές για τη νέα γενιά υποβρυχίων. Ο Μουντζουρούλιας επιμένει ότι η αγορά μαχητικών πρέπει να συνοδεύεται από το κατάλληλο οπλοστάσιο.

Στα υποβρύχια παρουσιάζει γερμανικές, γαλλικές και νοτιοκορεατικές προτάσεις, υπογραμμίζοντας ότι η τελική επιλογή πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού και να συνυπολογίζει τη βιομηχανική συμμετοχή.

Παράλληλα, υποστηρίζει την πρόταση για μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ναυπήγησης πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων στην Ελλάδα, με ενίσχυση των εγχώριων αμυντικών εταιρειών.

Η διπλωματική αντιπαράθεση από τον ΟΗΕ μέχρι τη Θράκη

Στο διπλωματικό σκέλος, σχολιάζει πληροφορίες για τουρκική διερεύνηση ενδεχόμενης υποψηφιότητας του Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει παρουσιαστεί επίσημη πρόταση.

Αναφέρεται επίσης στην προσπάθεια της Άγκυρας, όπως την περιγράφει, να επαναφέρει ζητήματα σχετικά με τη μειονότητα της Θράκης στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ζητά έγκαιρη ελληνική διπλωματική απάντηση, εντάσσοντας και αυτό το πεδίο στην ευρύτερη τουρκική στρατηγική πίεσης.

Η απαίτηση που διατυπώνει προς την πολιτική ηγεσία είναι να συνδυάσει την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με αποφασιστικές κινήσεις για τα έργα και τα δικαιώματα της χώρας: «Πάνω απ’ όλα είναι η Ελλάδα».

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Παπαδάτος: Η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη για ολοκληρωτικό πόλεμο με τη Ρωσία

Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.

Ο Νίκος Παπαδάτος στάθηκε αρχικά στην υπόθεση του Καλίνινγκραντ, εκτιμώντας ότι οι τελευταίες κινήσεις γύρω από τον ρωσικό θύλακα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια δευτερεύουσα εξέλιξη. Όπως ανέφερε, η Μόσχα έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει «κάθε δυνατό μέσο», χωρίς να διευκρινίζει μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει η αντίδρασή της.

«Με τις πυρηνικές δυνάμεις καλό είναι να μην παίζουμε», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του.

«Με ποιες δυνάμεις θα πολεμήσει η Ευρώπη;»

Ο αναλυτής αμφισβήτησε ευθέως τη δυνατότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί σε μια γενικευμένη στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη συζήτηση περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες των ευρωπαϊκών κρατών.

«Σε μια περίπτωση ολοκληρωτικού πολέμου […] πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Ένωση;», διερωτήθηκε, θέτοντας το ερώτημα με ποιες δυνάμεις, στρατιωτικούς σχηματισμούς, παραγωγικές δυνατότητες και υποδομές θα μπορούσε η Ευρώπη να υποστηρίξει έναν τέτοιο πόλεμο.

Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζήτημα είναι να παρουσιαστεί στους ευρωπαϊκούς λαούς ποιο ακριβώς είναι το στρατηγικό σχέδιο σε περίπτωση ευθείας αντιπαράθεσης.

«Με ποια τεχνολογία, επιστήμη και πόρους θα κάνεις αυτόν τον πόλεμο όταν δεν έχεις την ετοιμότητα αυτή τη στιγμή που μιλάμε να τον διεξάγεις;», ανέφερε.

Η προειδοποίηση για την Ουκρανία

Μεγάλο μέρος της παρέμβασης αφορούσε την κατάσταση στην Ουκρανία.

Ο Παπαδάτος επικαλέστηκε αναλύσεις και πληροφορίες τρίτων πηγών, μεταξύ αυτών του Alexander Mercouris, σημειώνοντας ότι υπάρχει συζήτηση ακόμη και για ενδεχόμενη μετακίνηση της ουκρανικής κυβέρνησης προς τα δυτικά της χώρας, λόγω της έντασης των ρωσικών πληγμάτων.

Η αναφορά αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο ως εκτίμηση που διακινείται σε αναλυτικούς κύκλους και όχι ως επιβεβαιωμένη εξέλιξη.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κατάσταση στο μέτωπο έχει επιδεινωθεί για την ουκρανική πλευρά και ότι οι Ουκρανοί θα πρέπει, κατά την άποψή του, να επανεξετάσουν προηγούμενες αποφάσεις και να αναζητήσουν μέσω της αμερικανικής πλευράς μια συνολικότερη διευθέτηση.

Ο ίδιος δεν μίλησε απλώς για προσωρινή κατάπαυση του πυρός, αλλά για μια οριστική πολιτική λύση.

«Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η Ουκρανία»

Ο Νίκος Παπαδάτος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Κατά την ανάλυσή του, το ουκρανικό ζήτημα αποτελεί πλέον τμήμα μιας μεγαλύτερης αντιπαράθεσης και γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο πεδίο των μαχών.

«Θα πρέπει να βρεθεί μια μακρόπνοη ειρήνη μεταξύ του ευρωπαϊκού, του δικού μας χώρου, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας», σημείωσε.

Ιδιαίτερα ανήσυχος εμφανίστηκε και για τις προειδοποιήσεις της Μόσχας ότι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παραγωγή όπλων για την Ουκρανία θα μπορούσαν να θεωρηθούν στρατιωτικοί στόχοι.

Κατά τον Παπαδάτο, πρόκειται για ακόμη ένα δείγμα ότι οι «κόκκινες γραμμές» μεταξύ των δύο πλευρών έχουν γίνει εξαιρετικά επικίνδυνες.

«Άλλο λένε οι πολιτικές ηγεσίες και άλλο οι στρατιωτικοί»

Ο αναλυτής αναφέρθηκε επίσης στη διαφορά που, όπως υποστήριξε, υπάρχει μεταξύ των τοποθετήσεων ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών και των προειδοποιήσεων στρατιωτικών επιτελείων.

Επικαλέστηκε δηλώσεις και τοποθετήσεις Ευρωπαίων στρατιωτικών, υποστηρίζοντας ότι εκείνοι που γνωρίζουν τι σημαίνει στην πράξη μια στρατιωτική σύγκρουση εκφράζουν διαφορετικές ανησυχίες από εκείνες που εμφανίζονται στο δημόσιο πολιτικό επίπεδο.

Το κεντρικό ερώτημα, κατά τον ίδιο, παραμένει ένα:

Είναι πράγματι η Ευρώπη στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά προετοιμασμένη για όσα συζητούν οι ηγεσίες της;

Nord Stream, ενέργεια και ευρωπαϊκή οικονομία

Ο Παπαδάτος συνέδεσε την ουκρανική σύγκρουση και με το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης, επαναφέροντας το ζήτημα της καταστροφής των Nord Stream 1 και 2.

Ζήτησε να αποσαφηνιστεί πλήρως ποιος βρισκόταν πίσω από τις επιθέσεις στους αγωγούς και συνέδεσε την εξέλιξη με την αύξηση του ενεργειακού κόστους για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Κατά την άποψή του, η Ευρώπη χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις της με τη Μόσχα, με έμφαση όχι στη διαρκή κούρσα εξοπλισμών αλλά στην οικονομική συνεργασία και στη σταδιακή αποκατάσταση ενός πλαισίου αμοιβαίας ασφάλειας.

Η πρόταση για ουδέτερη Ουκρανία

Ως βάση μιας μελλοντικής συμφωνίας, ο Νίκος Παπαδάτος αναφέρθηκε σε ένα μοντέλο ουδετερότητας για την Ουκρανία, χωρίς πυρηνικά όπλα, και σε μια αρχιτεκτονική ασφαλείας όπου —όπως υποστήριξε— η ασφάλεια της μίας πλευράς δεν θα οικοδομείται εις βάρος της άλλης.

«Η ασφάλεια η δική μας δεν μπορεί να εμπεδωθεί εις βάρος της ασφάλειας της Ρωσίας και αντιστρόφως», σημείωσε.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιστρέψει στη λογική του διαλόγου, της οικονομίας και του πολιτισμού αντί μιας διαρκούς στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές ηγεσίες

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Παπαδάτος και απέναντι στο κλίμα που, όπως είπε, έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη απέναντι συνολικά στον ρωσικό πολιτισμό.

Έκανε λόγο για φαινόμενα αποκλεισμού της ρωσικής τέχνης και πολιτιστικής παραγωγής, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν μπορεί να αποτελεί ευρωπαϊκή απάντηση στη σημερινή σύγκρουση.

Παράλληλα, μίλησε για χάσμα μεταξύ σημαντικού τμήματος των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των πολιτικών ηγεσιών τους όσον αφορά την κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Το συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: κατά τον Νίκο Παπαδάτο, η σημερινή στρατηγική δεν αποδίδει ούτε στο στρατιωτικό ούτε στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ενώ η περαιτέρω κλιμάκωση εμπεριέχει κινδύνους που η Ευρώπη δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει.

Για τον ίδιο, η διέξοδος βρίσκεται στην επιστροφή στη διπλωματία και στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας, πριν η αντιπαράθεση περάσει σε ένα επίπεδο από το οποίο δεν θα υπάρχει εύκολη επιστροφή.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

school of gray fish school of gray fish
GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Θεσσαλονίκη: Αλιείς «έσπασαν» την απεργία και αγόρασαν ψάρια από τουρκικό φορτηγό

Ένταση προκαλεί στη Θεσσαλονίκη υπόθεση αγοραπωλησίας αλιευμάτων εκτός ιχθυόσκαλας, την ώρα που ο κλάδος βρίσκεται σε κινητοποιήσεις. Βίντεο που παρουσίασε...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά,...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Κάλλιο να πείσεις την Ουάσιγκτον να δεχθεί τα Εθνικά Χωρικά Ύδατα σου στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, παρά να κινδυνεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματά σου από την Άγκυρα…

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΥΛΟΥ, Hellas Journal – Όσλο Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα στον απόηχο του θορύβου...

Διεθνή5 ώρες πριν

Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό

Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και...

Πολιτική8 ώρες πριν

Μονή Σινά: Στο Ευρωκοινοβούλιο το ζήτημα – Ο διπλωματικός αγώνας

Υστερα από την επίσκεψη του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη στο Σινά και στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αιγύπτου.

Δημοφιλή