Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η παγίδα της Γάζας: Η Τουρκία στον ορίζοντα νέας σύγκρουσης;

Το ψήφισμα του ΟΗΕ για διεθνή δύναμη σταθεροποίησης ανοίγει δρόμους αλλά και ασάφειες. Από την «υπό όρους κρατικότητα» μέχρι τον κίνδυνο διεθνοποίησης της σύγκρουσης και τη στρατηγική διεκδίκηση ρόλου από την Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε στις

Το ψήφισμα του ΟΗΕ για διεθνή δύναμη σταθεροποίησης ανοίγει δρόμους αλλά και ασάφειες. Από την «υπό όρους κρατικότητα» μέχρι τον κίνδυνο διεθνοποίησης της σύγκρουσης και τη στρατηγική διεκδίκηση ρόλου από την Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από την οπτική των διεθνών σχέσεων, η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης τής περιφερειακής τάξης ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Το σχέδιο επαναφέρει την έννοια της «ηγεμονικής σταθεροποίησης», κατά την οποία μια μεγάλη δύναμη – στην προκειμένη περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες – επιχειρεί να διαμορφώσει ένα θεσμικό-διπλωματικό πλαίσιο που θα διασφαλίσει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος και θα περιορίσει την πιθανότητα συνέχισης της ένοπλης σύγκρουσης. Η υιοθέτηση του σχεδίου από κράτη-μέλη του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, τα οποία αναμένεται να συνεισφέρουν στην ISF, καταδεικνύει την αναγκαιότητα πολυμερούς συνεργασίας για την παραγωγή ασφάλειας (security-building) στην περιοχή.

Ωστόσο, το ψήφισμα ενσωματώνει μια σειρά από στρατηγικές ασάφειες, οι οποίες δυνητικά θα καθορίσουν την αποτελεσματικότητα εφαρμογής του, όπως το πότε και αν θα απομακρυνθούν τα ισραηλινά στρατεύματα από τη Γάζα και από ποιες χώρες θα αποτελείται η ειρηνευτική δύναμη αφού ήδη τα ΗΑΕ, η Ιορδανία και η Αίγυπτος απέκλεισαν τη συμμετοχή τους. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο αναφέρεται σε «πιθανή πορεία προς παλαιστινιακή αυτοδιάθεση και κρατική υπόσταση», η αναγνώριση αυτή παραμένει υπό όρους και εξαρτάται από την εκτίμηση ότι «θα έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες». Η έννοια τής υπό όρους κρατικότητας (conditional statehood) υποδηλώνει την προτεραιότητα της ασφάλειας έναντι της πολιτικής κυριαρχίας, στοιχείο που συνάδει με τη λογική της προτεραιοποίησης της στρατηγικής σταθερότητας έναντι της αυτοδιάθεσης του Ισραήλ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ισραηλινή κυβέρνηση, υπό τον πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu, εξέφρασε έντονη αντίθεση σε οποιαδήποτε μορφή αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την επιτελεστικότητα του ψηφίσματος στην πράξη, ενώ την επομένη της έγκρισης του ψηφίσματος ο Ισραηλινός ΠΘ ευχαρίστησε τον Αμερικανό Πρόεδρο για την κατάθεση του σχεδίου στον ΟΗΕ, πράγμα που αποδεικνύει πως το σχέδιο δεν πρόκειται να εξελιχθεί προς μια κρατική οντότητα στη Γάζα, αλλά η Λωρίδα της Γάζας εν ευθέτω χρόνω κινείται προς ένταξή της στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Από την άλλη πλευρά, η Hamas απέρριψε το σχέδιο χαρακτηρίζοντάς το ως «μηχανισμό διεθνούς κηδεμονίας» και δήλωσε πως δεν πρόκειται να προχωρήσει σε αποστρατικοποίηση, στοιχείο που καθιστά δυνητικά αδύνατη την υλοποίηση της εξεταζόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας, εκτός αν πλέον οι ΗΠΑ αποφασίσουν να επέμβουν στρατιωτικά στη Γάζα και να δημιουργήσουν μια αμερικανική βάση στην περιοχή.

Η δημιουργία της ISF εμπεριέχει επίσης τον κίνδυνο έμμεσης διεθνοποίησης της σύγκρουσης, καθώς η είσοδος στρατευμάτων τρίτων χωρών ενδέχεται να μετατρέψει τη σύγκρουση από ενδοπεριφερειακή σε πολυεπίπεδη διεθνή κρίση. Επιπλέον, δεν έχει ακόμη καθοριστεί το ποια κράτη θα συνεισφέρουν στρατεύματα, ούτε ποια μορφή εντολής εμπλοκής (rules of engagement) θα ισχύσει.

Καταληκτικά, παρά το γεγονός ότι το ψήφισμα παρουσιάζεται ως ιστορική διπλωματική επιτυχία, η επιτυχία του εξαρτάται από την πολιτική βούληση των βασικών δρώντων, την εσωτερική νομιμοποίηση στο παλαιστινιακό περιβάλλον και τη δυνατότητα των διεθνών θεσμών να επιβάλουν αποτελέσματα σε ένα βαθιά ασύμμετρο περιβάλλον ισχύος.

 

Οι Προκλήσεις της Ειρηνευτικής Δύναμης στη Γάζα και η Τουρκία

Η συγκρότηση μιας διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης στη Λωρίδα της Γάζας, ως μέσο σταθεροποίησης μετά από παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση, φέρνει στο προσκήνιο σύνθετα διλήμματα διεθνούς νομιμοποίησης και περιφερειακού ανταγωνισμού ισχύος. Η συμμετοχή πολλών αραβικών κρατών στη δύναμη αυτή συναντά σημαντικές ηθικές, πολιτικές και θρησκευτικές αντιστάσεις. Πολλά από τα κράτη αυτά φοβούνται ότι η εμπλοκή τους ενδέχεται να ερμηνευθεί ως νομιμοποίηση μιας ηγεμονικής και εν δυνάμει επεκτατικής στρατηγικής εις βάρος των Παλαιστινίων, ιδίως στον βαθμό που η ειρηνευτική δύναμη συνδέεται με πολιτικά σχέδια που δεν εγγυώνται την πλήρη αναγνώριση της παλαιστινιακής κυριαρχίας.

Η περιοχή φέρει έντονη συμβολική και θρησκευτική βαρύτητα για τον μουσουλμανικό κόσμο, αφού στην Ιερουσαλήμ βρίσκεται το τέμενος Αλ Άκσα και είναι και η πόλη που αναλήφθηκε στους ουρανούς ο Προφήτης Μωάμεθ. Υπό αυτή την έννοια η γη του Ισραήλ ως ιερή γη της Παλαιστίνης για τους μουσουλμάνους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σαουδική Αραβία από την οποία ξεκίνησε ο Μωάμεθ και θεωρείται ως «η γη του Κορανίου» και ως εκ τούτου η ενδεχόμενη απόδοση ευθύνης για «κατοχικό ρόλο» θα μπορούσε να βλάψει την εσωτερική νομιμοποίηση των αραβικών κυβερνήσεων και να υπονομεύσει την πολιτική τους σταθερότητα.

Από την άλλη οι χώρες αυτές φοβούνται πως ο μη αφοπλισμός της Χαμάς ίσως οδηγήσει σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Αράβων ή ακόμη και σε επιθέσεις της Χαμάς εντός πολλών αραβικών χωρών που θα στηρίξουν ή θα συμμετάσχουν στην ειρηνευτική δύναμη.

Ταυτόχρονα, ορισμένοι περιφερειακοί δρώντες και ιδιαίτερα η Τουρκία, προσεγγίζουν τη συμμετοχή στη Γάζα με διαφορετικό στρατηγικό προσανατολισμό. Η Άγκυρα επιδιώκει να διασφαλίσει παρουσία με στρατεύματα εντός της Γάζας όχι μόνο υπό το πρόσχημα προστασίας των Παλαιστινίων, αλλά και στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής περιφερειακής επιρροής. Η τουρκική στρατηγική μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από το πρίσμα του οικονομικού επεκτατισμού με την ιστορική προσέγγιση προηγούμενων κτήσεων των Οθωμανών, καθώς μια στρατιωτική παρουσία στη Γάζα ενισχύει τη γεωπολιτική προβολή ισχύος της, επιτρέπει πρόσβαση σε στρατηγικές θαλάσσιες και ενεργειακές ζώνες και προσφέρει συμβολική ηγεσία επί του παλαιστινιακού ζητήματος.

Η επιδίωξη της Τουρκίας να αποκτήσει θεσμοποιημένη παρουσία στη Λωρίδα της Γάζας πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού αναδιάταξης ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Το τουρκικό όραμα συγκρότησης ενός γεωπολιτικού «κύκλου ασφαλείας» εκτείνεται από τον Εύξεινο Πόντο, διατρέχοντας τον άξονα Τίγρη–Ευφράτη και το βόρειο Ιράκ, συνεχίζει μέσω του Κατάρ προς τη Γάζα και καταλήγει έως τον Νείλο μέσω της Μάρσα Ματρούχ στη Βόρεια Αίγυπτο. Η προγραμματισμένη καταρινή επένδυση ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην περιοχή αυτή δεν αποτελεί απλώς οικονομική πρωτοβουλία, αλλά εργαλείο χάραξης σφαίρας επιρροής, που επηρεάζει άμεσα τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου.

Η συγκεκριμένη ζώνη βρίσκεται στο νοτιοδυτικό όριο της κυπριακής ΑΟΖ, σε σημείο κρίσιμης σημασίας για την ενεργειακή διασύνδεση Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ. Η ενδεχόμενη διαμόρφωση ενός άτυπου θαλάσσιου συνεχούς Τουρκίας–Αιγύπτου, κατά το προηγούμενο της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας, θα μπορούσε να διακόψει τη σύνδεση των ελληνικών και κυπριακών θαλάσσιων ζωνών και να εγκλωβίσει γεωοικονομικά το Ισραήλ. Αυτό θα αμφισβητούσε την ασφάλεια των ενεργειακών κοιτασμάτων, θα μείωνε την επιχειρησιακή ελευθερία του Ισραήλ από τη Μεσόγειο έως τον Ατλαντικό και θα υπονόμευε τις Συμφωνίες του Αβραάμ, περιορίζοντας τις ναυτικές και αεροπορικές επιλογές του Ισραήλ στην περιοχή.

Η συγκρότηση ενός άξονα Τουρκίας–Ιράν–Κατάρ, σε σύμπραξη με την Αίγυπτο και επικουρούμενου από τους Χούθι στον έλεγχο των στενών του Άντεν και από την ιρανική επιρροή στα στενά του Χορμούζ, διαμορφώνει ένα εναλλακτικό σύστημα περιφερειακής ασφάλειας που λειτουργεί ως αντι-ηγεμονικό αντίβαρο στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφάλειας και τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Σε αυτό το περιβάλλον, η ομαλοποίηση των σχέσεων Λιβάνου και Συρίας με το Ισραήλ αποκτά στρατηγική σημασία για την Ουάσινγκτον, αφού θα ανέκοπτε την τουρκική γεωπολιτική διείσδυση προς την Κύπρο και τη Γάζα και θα επανέφερε αντισταθμιστική ισχύ στον άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ–Ελλάδα–Κύπρος.

Ως εκ τούτου, η διεθνής ειρηνευτική δύναμη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενα κίνητρα: από τη μια πλευρά, την ανάγκη ουδέτερης και θεσμικής σταθεροποίησης και από την άλλη, τον κίνδυνο εργαλειοποίησής της ως μέσου περιφερειακής επιρροής και νομιμοποίησης εθνικών στρατηγικών. Δημιουργείται έτσι το θεμελιώδες δίλημμα μεταξύ πραγματικής ειρηνευτικής επιχείρησης και μεταμφιεσμένης γεωπολιτικής ανακατανομής ισχύος.

 

Η τουρκική στάση και η αμερικανική εξωτερική πολιτική

Από μια ρεαλιστική–γεωπολιτική οπτική, η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην Ευρασία τείνει ολοένα και περισσότερο να «αγκαλιάζει» το Ισραήλ ως προωθημένο στρατηγικό εταίρο και εργαλείο διείσδυσης προς την Κεντρική Ασία. Ήδη από την πτώση της ΕΣΣΔ και μετέπειτα παρόλο του ισχνού αριθμού Εβραίων στην περιοχή μετά τον ΒΠΠ, οι καταγόμενοι Εβραίοι από χώρες όπως το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν επέστρεψαν επενδυτικά επιχορηγώντας και αναστηλώνοντας συναγωγές, την εβραϊκή κουλτούρα και προωθώντας την εκδυτικοποίηση του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν ανακόπτοντας Ιράν, Τουρκία και Σαουδική Αραβία που έκαστες για τα δικά τους συμφέροντα προσπάθησαν οικονομικά και θρησκευτικά να προσεταιριστούν τις μουσουλμανικές χώρες της Ευρασίας που ανήκαν στην ΕΣΣΔ. Η ένταξη του Καζακστάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ, με ρητή αμερικανική διαμεσολάβηση, καταδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να επεκτείνει τη γεωπολιτική γεωμετρία των συμφωνιών πέραν του αραβικού κόσμου, προς τα μετασοβιετικά κράτη της Κεντρικής Ασίας, χρησιμοποιώντας το Ισραήλ ως γέφυρα και πολλαπλασιαστή ισχύος, καθώς και τους Εβραίους της πρώην ΕΣΣΔ.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια αυτονόμηση της Τουρκίας και η διαμόρφωσή της ως ηγεμονικού δρώντος που «ορίζει την τύχη» της Μέσης Ανατολής και της Ευρασίας συνιστά στρατηγική πρόκληση για τις ΗΠΑ. Η Άγκυρα ακολουθεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με ταυτόχρονη εμβάθυνση οικονομικών σχέσεων με την Κίνα, τη διατήρηση λειτουργικών δεσμών με το Ιράν και στενή –έστω συγκρουσιακή– διασύνδεση με τη Ρωσία στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας (π.χ. S-400, πυρηνική συνεργασία). Αυτό διαμορφώνει ένα ημι-ανεξάρτητο κέντρο ισχύος το οποίο δεν είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Στο οικονομικό επίπεδο, η Τουρκία έχει μετατραπεί σε κρίσιμο κόμβο του κινεζικού Belt and Road Initiative. Το διμερές εμπόριο Κίνας–Τουρκίας ανήλθε το 2024 σε περίπου 42,9–48,3 δισ. δολάρια, με την Κίνα να αποτελεί έναν από τους κορυφαίους προμηθευτές εισαγωγών της Τουρκίας. Παράλληλα, περισσότερες από 1.300 κινεζικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, με άμεσες επενδύσεις που προσεγγίζουν τα 6 δισ. δολάρια στα μέσα του 2024, ενώ κινεζικά κεφάλαια τοποθετούνται σε στρατηγικούς τομείς όπως ενέργεια, μεταφορές και υποδομές. Αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα λειτουργεί de facto ως εναλλακτικός δίαυλος της κινεζικής επιρροής στον νατοϊκό χώρο, περιορίζοντας το περιθώριο των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν οικονομική πίεση ως εργαλείο εξισορρόπησης.

Ανάλογη δυναμική παρατηρείται στις σχέσεις Άγκυρας–Τεχεράνης. Το διμερές εμπόριο Ιράν–Τουρκίας έχει υπερβεί τα 14 δισ. δολάρια σε ετήσια βάση, με τις δύο χώρες να θέτουν ως ρητό στόχο τα 30 δισ. δολάρια εμπορικών συναλλαγών. Αυτό περιπλέκει τις αμερικανικές προσπάθειες «στρατηγικής απομόνωσης» του Ιράν, καθώς η Τουρκία –μέλος του ΝΑΤΟ– λειτουργεί ως οικονομικός και ενεργειακός πνεύμονας για την ιρανική οικονομία, αποδυναμώνοντας την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων, αλλά και αμφισβητώντας ευθέως την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν και την Κίνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, από τη σκοπιά της στρατηγικής τους και της πολιτικής ασφαλείας, εκφράζουν έντονη ανησυχία για πληροφορίες που φέρονται να αποδεικνύουν ότι η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών Milli Istihbarat Teskilati (ΜΙΤ) προβαίνει σε διαμοιρασμό πληροφοριών και διευκόλυνση παράκεντρων προς συμμάχους της Τεχεράνης (όπως η Hezbollah), προς την Hamas και προς το Ansar Allah, ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου που αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της ασφάλειας του Ισραήλ. Για παράδειγμα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ κατήγγειλε ότι η Τουρκία συνεργάζεται με το Ιράν για τη μεταφορά κεφαλαίων προς τη Hezbollah μέσω τουρκικού εδάφους.

Παράλληλα, ισραηλινές πηγές υποστηρίζουν ότι η Τουρκία επιτρέπει ή διευκολύνει τη μετακίνηση στελεχών της Hamas, καθώς και τη διατήρηση γραφείων της Οργάνωσης στην Τουρκία, μέσω των οποίων οργανώνονται επιχειρήσεις κατά του Ισραήλ. Η ανησυχία είναι πολλαπλή: εφόσον η Τουρκία λειτουργεί ως ενδιάμεσος κόμβος πληροφοριών προς Οργανώσεις που αντιμάχονται το Ισραήλ ή υπονομεύουν την αμερικανική γραμμή, τότε η ισραηλινή ικανότητα αποτροπής αποδυναμώνεται, η αμερικανική αξιοπιστία στον χώρο ασφαλείας μειώνεται και η συνοχή μιας φιλοδυτικής συμμαχίας που βασίζεται στο Ισραήλ τίθεται υπό αμφισβήτηση. Επίσης, θεαματική ήταν η αύξηση των τουρκικών εξαγωγών προς τα παλαιστινιακά εδάφη κατά 526% στους πρώτους εννέα μήνες του 2024 – με συνολική αξία 571,2 εκατ. δολαρίων, έναντι μόλις 49,4 εκατ. δολαρίων στο αντίστοιχο διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών – αποτελεί μια εξέλιξη με σημαντική γεωπολιτική και οικονομική σημασία. Η άνοδος αυτή σημειώθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την επιβολή τουρκικού εμπάργκο στο εμπόριο με το Ισραήλ, ως αντίδραση της Άγκυρας στον πόλεμο στη Γάζα, με αποτέλεσμα η Τουρκία να ανακτήσει ρόλο ευνοούμενου στη Γάζα και ανά την περιοχή.

Από την αμερικανική πλευρά, η διπλωματική γραμμή επισημαίνει ότι η σταθερότητα του Ισραήλ και η διασφάλιση της ικανότητάς του να λειτουργεί ως «πυλώνας» της αμερικανικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να τίθεται σε κίνδυνο από ένα σύμμαχο – μέλος του ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία – που εμπλέκεται έμμεσα ή άμεσα σε πληροφοριακά δίκτυα που εξυπηρετούν τον ιρανικό άξονα. Η διαμόρφωση αυτής της στάσης βασίζεται στην αρχή ότι η πληροφοριακή υπεροχή και η προστασία των κρίσιμων εποπτικών δομών του Ισραήλ συμβάλλουν στη διατήρηση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή.

Ως εκ των ως άνω, οι ΗΠΑ έχουν κίνητρο να ενισχύσουν τον ρόλο του Ισραήλ (και δευτερευόντως της Ελλάδας και της Κύπρου) ως αξιόπιστων πυλώνων της δικής τους στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και προς την Κεντρική Ασία, αντί να «αναθέσουν» τη διαχείριση της περιφερειακής ασφάλειας σε μια Τουρκία που συνδέεται οικονομικά με την Κίνα, λειτουργεί ως «βαλβίδα» για το Ιράν και διατηρεί κρίσιμες σχέσεις αμυντικής συνεργασίας με τη Ρωσία. Η προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργήσει θαλάσσια και γεωοικονομικά τόξα με την Αίγυπτο και τη Λιβύη –και να επεκταθεί πολιτικοστρατιωτικά μέχρι τη Γάζα– συγκρούεται έτσι με τη βούληση των ΗΠΑ να δομήσουν ένα φιλοδυτικό γεωπολιτικό συνεχές από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κασπία μέσω Ισραήλ, Καζακστάν και των Συμφωνιών του Αβραάμ.

Η Στρατηγική Στόχευση του Ισραήλ έναντι της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο

Το ιστορικό Δόγμα της Περιφέρειας της δεκαετίας του 1960, το οποίο διαμόρφωσε η ισραηλινή στρατηγική σκέψη υπό τον David Ben-Gurion και τις ΗΠΑ, στηρίχθηκε στην αρχή ότι το Ισραήλ, για να εξισορροπήσει τον αραβικό περικυκλωτισμό, όφειλε να συγκροτήσει έναν άξονα συνεργασίας με μη-αραβικά κράτη στα όρια της Μέσης Ανατολής: Ιράν – Τουρκία – Ισραήλ. Το δόγμα αυτό επέτρεψε την εγκαθίδρυση ενός πλαισίου στρατιωτικής και πληροφοριακής συνεργασίας που διατηρήθηκε μέχρι την Ιρανική Επανάσταση του 1979, όταν η στρατηγική ισορροπία κατέρρευσε και η περιφερειακή γεωμετρία ανατράπηκε.

Σήμερα, σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού ισχύος και αλλαγής συμμαχικών δομών, το Ισραήλ επιδιώκει την ανασύνθεση ενός νέου Δόγματος Περιφέρειας, όχι πλέον με βάση τη συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών, αλλά με στόχο την αναδιάταξη των περιφερειακών αντιπαλοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η ισραηλινή στρατηγική θεωρεί ότι η αποδυνάμωση ή κατάρρευση του Ιράν – είτε μέσα από εσωτερική αστάθεια είτε μέσω εξωτερικής στρατιωτικής πίεσης – θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την ανακατεύθυνση της ισραηλινής στρατιωτικής ισχύος προς την Τουρκία, η οποία αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε πρωτεύοντα γεωπολιτικό ανταγωνιστή.

Η Τουρκία, μέσω της διεκδίκησης ευρύτερου θαλάσσιου ελέγχου και πρόσβασης στα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου και των νοτίων παραλίων της, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες να διευρύνει τον έλεγχο στον θαλάσσιο διάδρομο των Δαρδανελλίων, προκαλεί μια στρατηγική απειλή για το Ισραήλ και τους συμμάχους του. Η δυνατότητα της Άγκυρας να λειτουργεί ως πυλώνας γεωοικονομικής και ενεργειακής διπλωματίας – σε συνδυασμό με την τοποθέτησή της απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα και την αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ – έχει μεταβάλει την ισορροπία ισχύος, μετατρέποντας την Τουρκία σε κυρίαρχο ανταγωνιστικό δρώντα.

Υπό αυτό το πρίσμα, ένα αναδυόμενο στρατηγικό σενάριο είναι η προοπτική μιας τριμερούς στρατιωτικής συνάρθρωσης Ισραήλ – Ελλάδας (Κύπρου) – ενός μετα-επαναστατικού ή μετα-αναθεωρητικού Ιράν. Μια τέτοια συνεργασία ειδικά με το πολυάριθμο στρατιωτικό Ιράν θα μπορούσε να λειτουργήσει:

  1. Ως ανασχετικός μηχανισμός του θαλάσσιου επεκτατισμού της Τουρκίας, εμποδίζοντας την πρόσβαση σε ενεργειακές πηγές και την υλοποίηση του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα».
  2. Ως στρατηγική αποτροπή έναντι του τουρκικού ελέγχου των Δαρδανελλίων – ο οποίος θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά την ισορροπία ισχύος στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
  3. Ως εργαλείο ενεργειακού αναπροσανατολισμού, ενισχύοντας τον άξονα Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ και αποκόπτοντας την Τουρκία από κρίσιμα θαλάσσια δίκτυα παραγωγής και μεταφοράς φυσικού αερίου που θα οδηγήσει στην απελευθέρωση της Κύπρου.

Στο θεωρητικό πλαίσιο του επιθετικού ρεαλισμού, η επιδίωξη του Ισραήλ δεν είναι απλώς η διατήρηση ισορροπίας ισχύος, αλλά η ανατροπή της δυνατότητας της Τουρκίας να καταστεί ηγεμονική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως συνεργάτης του Δόγματος του 1960, αλλά ως αναθεωρητικός δρων, ο οποίος επιδιώκει συμμαχίες με Ιράν, Κατάρ, Ρωσία και Κίνα, ανατρέποντας την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, η Ουάσινγκτον επανεξετάζει τον ρόλο του Ισραήλ ως βασικού πυλώνα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και ως γέφυρας στρατηγικής επιρροής προς την Κεντρική Ασία, όπως κατέδειξε η ένταξη του Καζακστάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ. Παράλληλα, το Ισραήλ επιδιώκει την αναδιατύπωση του ιστορικού Δόγματος της Περιφέρειας, όχι πλέον με την Τουρκία ως σύμμαχο, αλλά ως πρωτεύοντα ανταγωνιστή, του οποίου η περιφερειακή ηγεμονική άνοδος πρέπει να ανακοπεί.

Η αναβίωση ενός νέου Δόγματος της Περιφέρειας δεν αποτελεί αναπαραγωγή του μοντέλου συνεργασίας Ιράν–Τουρκίας–Ισραήλ της δεκαετίας του 1960, αλλά επιχειρεί την ανασύνταξη των περιφερειακών συμμαχιών σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, η οποία δεν νοείται πλέον ως σύμμαχος αλλά ως αναθεωρητικός και ανταγωνιστικός δρων. Ο αγώνας για έλεγχο ενεργειακών πόρων, για θαλάσσιες διόδους και για στρατηγική επιρροή διαμορφώνει ένα νέο χώρο αντιπαράθεσης όπου το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εμποδίσουν τη διαμόρφωση τουρκικής ηγεμονίας.

Επομένως, το επόμενο διάστημα αναμένεται να καθοριστεί από μια κλιμακούμενη στρατηγική σύγκρουση ισχύος, στην οποία:

  • η Τουρκία παλεύει να δημιουργήσει έναν άξονα Ευρασίας–Νείλου,
  • το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιχειρούν να συγκροτήσουν ένα θαλάσσιο άξονα Ανατολικής Μεσογείου–Κεντρικής Ασίας ίσως και σε ένα σχήμα μακριά από τις Συμφωνίες του Αβραάμ που θα αποτελεί σχήμα εντός της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής
  • και η ενεργειακή γεωοικονομία λειτουργεί ως το βασικό πεδίο αναμέτρησης.

Το διακύβευμα δεν είναι απλώς περιφερειακό, είναι ένα νέο γεωπολιτικό σύστημα ισχύος που θα καθορίσει την παγκόσμια στρατηγική ισορροπία των επόμενων δεκαετιών.

 

Η πιθανή κατάρρευση του Ιράν και η αναβίωση ενός ενδεχόμενου αραβο–ισραηλινού Πολέμου

Η ενδεχόμενη αποδυνάμωση ή κατάρρευση του Ιράν συνιστά μία από τις πλέον κρίσιμες μεταβλητές στην περιφερειακή εξίσωση ασφάλειας της Μέσης Ανατολής. Ως βασικός στρατηγικός πυλώνας τού αντι-ηγεμονικού άξονα που συσπειρώνεται απέναντι στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν λειτουργεί ως θεμελιώδες αντισταθμιστικό μέσο ισχύος για αραβικά κράτη τα οποία ιστορικά διατηρούν επιφυλακτική ή αντιθετική στάση έναντι του Ισραήλ. Επομένως, η κατάρρευση του ιρανικού συστήματος ασφάλειας θα παρήγαγε ένα κενό ισχύος με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις περιφερειακές συμμαχίες όσο και για την ευρύτερη διεθνή τάξη.

Μετά το πλήγμα του Ισραήλ στη Ντόχα (Σεπτέμβριος 2025), αρκετά αραβικά κράτη έχουν υιοθετήσει στάση στρατηγικής απόστασης, επιδεικνύοντας έλλειψη εμπιστοσύνης προς το ισραηλινό δόγμα αποτροπής. Σε περίπτωση απουσίας του Ιράν ως περιφερειακού ισοζυγιστή, τα κράτη αυτά ενδέχεται να εκλάβουν την ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή ως άμεση απειλή για την πολιτική τους επιβίωση, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα αναζήτησης νέου προστάτη–ηγέτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τουρκία εμφανίζεται ως ο πλέον πιθανός δρων ικανός να υποδυθεί ρόλο περιφερειακού στρατηγικού «εγγυητή», λόγω της στρατιωτικής της ισχύος, του αναθεωρητικού της προσανατολισμού και της ικανότητάς της να αξιοποιεί το θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο.

Εφόσον η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και άλλα κράτη του Κόλπου επιλέξουν να ευθυγραμμιστούν με την Τουρκία σε μία αντι-ισραηλινή αρχιτεκτονική ασφάλειας, τότε η προοπτική αναβίωσης ενός γενικευμένου αραβο–ισραηλινού πολέμου καθίσταται ρεαλιστικά πιθανή. Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να αποτελέσει ελκυστικό πλαίσιο εμπλοκής για μεγάλες εξω-περιφερειακές δυνάμεις. Η Ρωσία διαθέτει ιστορική συνέχεια παρουσίας στην περιοχή, καθώς κατά τους τρεις αραβο–ισραηλινούς πολέμους (1948, 1967, 1973) παρείχε εκτεταμένη στρατιωτική υποστήριξη στους Άραβες ηγέτες της Δαμασκού και του Καΐρου. Αντίστοιχα, η Κίνα, αξιοποιώντας τα εργαλεία οικονομικής διπλωματίας και την πρωτοβουλία Belt and Road, έχει ισχυρό κίνητρο να επεκτείνει την παρουσία της σε ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή και να διεκδικήσει νέες συμφωνίες σε θαλάσσια περάσματα όπως το Σουέζ και την επιθυμητή έξοδο στη Μεσόγειο, διεκδικώντας μια θέση στην ανοικοδόμηση και ασφάλεια της Γάζας μέσω της Τουρκίας.

Υπό το πρίσμα του «διλήμματος ασφάλειας», η πτώση του Ιράν θα λειτουργούσε όχι ως μέσο σταθεροποίησης εκτός αν οι ΗΠΑ εγκαλέσουν τη Σαουδική Αραβία, αλλά ως καταλύτης αποσταθεροποίησης ικανός να μετασχηματίσει την περιοχή σε πολυεπίπεδο πεδίο ανταγωνισμού με τη συμμετοχή περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων. Το ενδεχόμενο αυτό αναδεικνύει τη δομική ευθραυστότητα του περιφερειακού συστήματος και αποκαλύπτει την πιθανότητα επανεμφάνισης συγκρούσεων συστημικής κλίμακας στον 21ο αιώνα.

Της Πωλίνας Άνιφτου

Συμβούλου Επενδύσεων και Εξωτερικής Πολιτικής

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups). Οι μονάδες αυτές προσδίδουν μεγαλύτερη ευελιξία στην αεράμυνα και επιτρέπουν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ελαφρών εναέριων στόχων. Η μαχητική τους αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον εξοπλισμό και τον οπλισμό που διαθέτουν.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα τελευταία χρόνια, τα μικρά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) έχουν μεταβάλει τον τρόπο λειτουργίας της στρατιωτικής αεράμυνας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία εναέριου στόχου. Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups). Οι μονάδες αυτές προσδίδουν μεγαλύτερη ευελιξία στην αεράμυνα και επιτρέπουν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ελαφρών εναέριων στόχων. Η μαχητική τους αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον εξοπλισμό και τον οπλισμό που διαθέτουν.

Οι σύγχρονες απειλές

Στις εμπόλεμες ζώνες, ο αντίπαλος χρησιμοποιεί εκτεταμένα μικρά UAV. Τα ελαφρά τετρακόπτερα αξιοποιούνται για αναγνώριση, ως φορείς βομβών ή ως αναλώσιμα drones καμικάζι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αποτελούν απειλή τόσο για τις στρατιωτικές δυνάμεις όσο και για αμάχους και κρίσιμες εγκαταστάσεις.

Για τα παραδοσιακά συστήματα αεράμυνας, ένα μικρό UAV αποτελεί δύσκολο στόχο. Συχνά είναι δύσκολο να εντοπιστεί από τα ραντάρ, ενώ η χρήση αντιαεροπορικού πυροβολικού ή κατευθυνόμενων πυραύλων δεν είναι πάντοτε πρακτική, είτε λόγω τεχνικών χαρακτηριστικών είτε λόγω κόστους. Για τον λόγο αυτό, τα τελευταία χρόνια αναζητήθηκαν εναλλακτικές λύσεις με βέλτιστη ισορροπία επιδόσεων και οικονομίας.

Παράλληλα, η ουκρανική πλευρά, σε συνεργασία με ξένους εταίρους, ανέπτυξε την παραγωγή βαρέων επιθετικών UAV και προχώρησε σε μαζικές επιδρομές βαθιά εντός της ρωσικής επικράτειας. Αν και η αντιμετώπιση τέτοιων UAV είναι θεωρητικά εφικτή για την αεράμυνα, η δυσκολία βρίσκεται στην κλίμακα και στον συντονισμό των επιθέσεων. Οι μαζικές επιδρομές δεσμεύουν τα παραδοσιακά μέσα αεράμυνας, με αποτέλεσμα οι κινητές ομάδες πυρός να αναλαμβάνουν σημαντικό μέρος της άμυνας σε μικρές αποστάσεις.

Οι Ουκρανοί λαμβάνουν επίσης υπόψη του τις δυνατότητες της ρωσικής αεράμυνας. Κατά τον σχεδιασμό αεροπορικών επιθέσεων επιδιώκεται ο εντοπισμός θέσεων ραντάρ και αντιαεροπορικών μονάδων, λαμβάνοντας υπόψη και τα χαρακτηριστικά του εδάφους. Με βάση αυτά τα δεδομένα, χαράσσονται ασφαλέστερες διαδρομές ώστε τα UAV να φθάνουν στους στόχους τους με ελάχιστες απώλειες.

Η φιλοσοφία της κινητικότητας

Η απάντηση στις μαζικές επιθέσεις ελαφρών drones ήταν η δημιουργία των κινητών ομάδων πυρός αεράμυνας. Η κύρια αποστολή τους είναι η αντιμετώπιση μικρών και πολυάριθμων UAV. Η εμπλοκή μεγαλύτερων εναέριων στόχων είναι δυνατή, αλλά δεν αποτελεί πρωταρχικό τους ρόλο.

Οι πρώτες ρωσικές μονάδες αυτού του τύπου εμφανίστηκαν το 2023, ενώ ορισμένες συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος BARS (Combat Army Reserve of the Country). Παρόμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε και από την ουκρανική πλευρά ήδη από το 2022, σύμφωνα με ανοικτές πηγές. Σήμερα, οι κινητές ομάδες πυρός έχουν αποκτήσει ευρεία διάδοση στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και κατέχουν σημαντική θέση στη συνολική αμυντική διάταξη.

Οι ομάδες αυτές λειτουργούν σε διάφορους φορείς ασφαλείας, κυρίως στον Στρατό Ξηράς, όπου ενισχύουν την οργανική αεράμυνα των σχηματισμών, αλλά και σε άλλους κλάδους των ενόπλων δυνάμεων και στη Ρωσική Εθνοφρουρά. Ένα μεγάλο μέρος τους επιχειρεί στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων, ενώ άλλες αναπτύσσονται στα μετόπισθεν για την προστασία πόλεων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, βιομηχανικών μονάδων και κρίσιμων υποδομών.

Η βασική ιδέα είναι απλή: πρόκειται για μικρές μονάδες που διαθέτουν δικά τους οχήματα, μέσα επικοινωνίας, αισθητήρες και οπλισμό. Μπορούν να παραμένουν σε επιφυλακή σε προκαθορισμένες θέσεις ή να μετακινούνται ταχύτατα σε περιοχές όπου απαιτείται ενίσχυση της αεράμυνας.

Το κύριο πλεονέκτημά τους έναντι άλλων στοιχείων αεράμυνας είναι η υψηλή κινητικότητα και η ταχύτητα αντίδρασης. Έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν γρήγορα θέση, να καλύπτουν κενά στην αμυντική διάταξη και να παρεμβαίνουν σε νέες διαδρομές διείσδυσης UAV.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα από το πεδίο της μάχης, οι κινητές ομάδες πυρός έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης UAV, ιδιαίτερα όταν είναι ενταγμένες στο συνολικό δίκτυο διοίκησης και ελέγχου της αεράμυνας.

Εξοπλισμός και οπλισμός

Οι κινητές ομάδες πυρός πρέπει να διαθέτουν υψηλή κινητικότητα, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας κίνησης εκτός δρόμου, καθώς και τη δυνατότητα αυτόνομης ανίχνευσης και προσβολής στόχων. Για τον σκοπό αυτό εξοπλίζονται με διάφορα μέσα, από οχήματα έως εξειδικευμένα ηλεκτρονικά συστήματα.

Καθώς οι μονάδες αυτές δημιουργήθηκαν υπό την πίεση των επιχειρησιακών αναγκών, δεν υπάρχει απόλυτη τυποποίηση στον εξοπλισμό τους. Κάθε ομάδα μπορεί να διαθέτει διαφορετικά μέσα, χωρίς αυτό να επηρεάζει ουσιαστικά την αποστολή της.

Η κινητικότητα εξασφαλίζεται κυρίως από ημιφορτηγά (pick-up), οχήματα τύπου buggy και ελαφρά φορτηγά ρωσικής παραγωγής. Χρησιμοποιούνται επίσης τροποποιημένα οχήματα UAZ-452/3741 («Bukhanka»). Στο πίσω μέρος των οχημάτων εγκαθίστανται τα οπλικά συστήματα, αποθηκεύονται πυρομαχικά και τοποθετείται ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός.

Ορισμένες ομάδες διαθέτουν δικά τους μέσα επιτήρησης του εναέριου χώρου, όπως μικρά ραντάρ και σταθμούς ηλεκτρονικής αναγνώρισης. Επιπλέον, χρησιμοποιούν ασυρμάτους για την ανταλλαγή δεδομένων με γειτονικές μονάδες και τα κέντρα διοίκησης. Η επικοινωνία και ο συντονισμός αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την αποτελεσματικότητά τους.

Τα μέσα εμπλοκής

Οι κινητές ομάδες πυρός χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα για διαφορετικές αποστάσεις και κατηγορίες στόχων:

  • Τα πυροβόλα όπλα αντιμετωπίζουν UAV σε μικρές αποστάσεις.
  • Τα αναχαιτιστικά drones αναλαμβάνουν πιο απομακρυσμένους ή ταχύτερους στόχους.
  • Τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου παρεμβάλλουν τα κανάλια επικοινωνίας των εχθρικών UAV.

Ο κύριος οπλισμός αποτελείται από πολυβόλα διαφόρων τύπων, όπως τα PKM/PKT, DShK, NSV και Kord. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και πιο σπάνια όπλα, όπως το αεροπορικό πολυβόλο GShG-7.62. Τα πολυβόλα είναι συνήθως εγκατεστημένα σε βάσεις επί των οχημάτων, συχνά σε διπλές ή πολλαπλές διατάξεις για αυξημένη ισχύ πυρός.

Τα πολυβόλα διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών χρησιμοποιούνται σε αποστάσεις έως περίπου 1 χλμ., ενώ τα βαρέα πολυβόλα μπορούν να ανοίγουν πυρ έως 1,5 χλμ. Ωστόσο, οι αποστάσεις αυτές αφορούν την έναρξη εμπλοκής και όχι την εγγυημένη κατάρριψη στόχου.

Παράλληλα χρησιμοποιούνται τυφέκια εφόδου και ημιαυτόματα λειόκανα όπλα. Τα φυσίγγια με σκάγια, συμπεριλαμβανομένων ειδικών αντιαεροπορικών διαμορφώσεων, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά, αν και η εμβέλειά τους παραμένει περιορισμένη.

Αναχαιτιστικά drones

Μια ξεχωριστή κατηγορία μέσων αποτελούν τα UAV αναχαίτισης. Το ρωσικό Yolka αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Σύμφωνα με τον κατασκευαστή του, το βάρος απογείωσής του κυμαίνεται από 1,3 έως 2 κιλά, ενώ η ακτίνα εμπλοκής φθάνει τα 3 χιλιόμετρα. Η καθοδήγηση πραγματοποιείται είτε από χειριστή είτε αυτόνομα μέσω ηλεκτροοπτικών αισθητήρων και ενσωματωμένου υπολογιστή. Το drone μπορεί να καταστρέψει τον στόχο είτε μέσω πρόσκρουσης είτε με χρήση μικρής πολεμικής κεφαλής.

Παρόμοια συστήματα βρίσκονται επίσης σε υπηρεσία, με διαφορετικά μεγέθη, βάρη και επιδόσεις πτήσης.

Ηλεκτρονικός πόλεμος

Οι κινητές ομάδες πυρός δεν περιορίζονται μόνο στην κατάρριψη των UAV. Διαθέτουν επίσης συστήματα παρεμβολών τοποθετημένα επί των οχημάτων τους. Σύμφωνα με ανοικτές πηγές, τα συστήματα αυτά μπορούν να διαταράσσουν τη λειτουργία εχθρικών drones σε ακτίνα αρκετών εκατοντάδων μέτρων.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Η ομίχλη, η βροχή και η νυχτερινή δράση δυσχεραίνουν τόσο την οπτική ανίχνευση όσο και την ηλεκτροοπτική καθοδήγηση των αναχαιτιστικών drones. Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος για πολιτικά αεροσκάφη κατά τις βολές εναντίον στόχων χαμηλής πτήσης.

Επιπλέον, οι Ουκρανοί αυξάνουν συνεχώς τον αριθμό των αεροπορικών επιθέσεων και βελτιώνουν τις δυνατότητές του στον ηλεκτρονικό πόλεμο, συμπεριλαμβανομένων μέσων αντιμετώπισης των ίδιων των αναχαιτιστικών UAV.

Έγκαιρη προσαρμογή

Πριν από λίγα χρόνια, οι ρωσικέςένοπλες δυνάμεις και οι κρίσιμες υποδομές βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια νέα απειλή. Η απάντηση ήταν η ταχεία συγκρότηση κινητών ομάδων πυρός, παράλληλα με την ανάπτυξη των παραδοσιακών συστημάτων αεράμυνας.

Η πραγματική αξία των μονάδων αυτών αναδεικνύεται μόνο όταν ενσωματώνονται στο συνολικό δίκτυο διοίκησης, ελέγχου και αεράμυνας. Πρόκειται για ένα συμπληρωματικό εργαλείο που καλύπτει κυρίως τις πολύ μικρές αποστάσεις και τις απειλές χαμηλού κόστους.

Καθώς ο εναέριος χώρος γίνεται ολοένα πιο κορεσμένος από drones και τα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου εξελίσσονται, η περαιτέρω ανάπτυξη των κινητών ομάδων πυρός δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της βιωσιμότητας και της αποτελεσματικότητας της σύγχρονης αεράμυνας.

Οι Τούρκοι έχουν αναπτύξει σημαντικές δυνατότητες στον τομέα των “one way combat drones” και έχουν παρουσιάσει ανάλογα συστήματα του ιρανικού Shahed όπως τα STM Kuzgun, τα Baykar K2 και τα YIHA-III (Sivrisinek).

Η απειλή που θέτουν τέτοια συστήματα για τον ελληνικό μηχανισμό άμυνας φρονούμε πως είναι υποτιμημένη και τα όποια μέτρα ενεργητικής προστασίας που λαμβάνονται απλά ανεπαρκή.

Επείγει, εκτός των άλλων μέτρων, η δημιουργία εφεδρικών “κινητών μονάδων πυρός αεράμυνας”, επανδρωμένες με εφέδρους, ενώ και η Εθνοφυλακή θα μπρορούσε να συγκροτήσει αντίστοιχα στοιχεία, τμήματα και υπομονάδες. Οχήματα μπορούν να διατεθούν τα MS-240/290 του 1/4 και 1 1/4 τόνου, ημι-φορτηγά αγροτικού τύπου και οχήματα buggies σαν τα “ΘΟΥΡΙΟΣ-3/7” καθώς και βαρύτερα Steyr Marathon.

Σαν οπλισμός θα μπορούσαν να χορηγηθούν αρχικά οπλοπολυβόλα HK-11 και πολυβόλα MG-3 των 7.62 χλστ, οπλοπολυβόλα M1918 BAR και πολυβόλα Browning M1919 των 0.30′ (αν υπάρχουν ακόμα στις αποθήκες) και βαρέα πολυβόλα Browning M2 των 12.7 χλστ. Επίσης τυφέκια μάχης και λειόκαννα με ειδικά φυσίγγια αντιμετώπισης δρόνων είναι απαραίτητος οπλισμός τόσο για το έργο της αναχαίτησης δρόνων όσο και για αυτοάμυνα των ανδρών. Τα βαρέα όπλα θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε ειδικές διατάξεις (δίδυμες-τρίδυμες-τετράδυμες) που θα αύξαναν την ισχύ πυρός των συγκεκριμένων ομάδων. Επίσης σε δεύτερο χρόνο με αναχαιτιστικά drones, συστήματα radar όπως το “ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ” και συστήματα “soft-kill” όπως το “ΥΠΕΡΙΩΝ” της ΕΑΒ θα μπορούσαν να εφοδιάσουν τις συγκεκριμένες ομάδες, κάτι που, εκτός των άλλων, θα έδινε έργο στην εγχώρια πολεμική βιομηχανία.

hellenicdefence.info

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός34 λεπτά πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός18 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις19 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

Δημοφιλή