Αναλύσεις
Η Τουρκία δεν εντάχθηκε στην ΕΕ! Εισέβαλε σε αυτήν
Η Κύπρος πληρώνει την επιλογή της Ευρώπης. Το νησί παραμένει διαιρεμένο. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και προωθεί λύση δύο κρατών. Οι Βρυξέλλες δεν δείχνουν κατεπείγουσα διάθεση επίλυσης. Ακόμη και χωρίς την Κύπρο, η Τουρκία δεν θα ενταχθεί.
Γράφει ο Σάι Γκαλ, Το Βήμα
Η Τουρκία δεν περιμένει στις πύλες της Ευρώπης. Έχει ήδη εισέλθει. Όχι με συνθήκη, αλλά με αρχιτεκτονική. Ενώ οι Βρυξέλλες διαπραγματεύονταν επί δύο δεκαετίες, η Άγκυρα ενσωματώθηκε στις ευρωπαϊκές κοινωνίες χωρίς να ανοίξει ούτε ένα νέο κεφάλαιο ένταξης. Από το 2018, η διεύρυνση έχει «παγώσει»: δεκαέξι κεφάλαια άνοιξαν, ένα έκλεισε προσωρινά. Η σταδιακή και αναστρέψιμη εμπλοκή δεν είναι ένταξη· είναι ανάσχεση. Χωρίς θεμελιώδη μεταστροφή του τουρκικού προσανατολισμού, η ένταξη είναι μυθοπλασία.
Η Κύπρος πληρώνει την επιλογή της Ευρώπης. Το νησί παραμένει διαιρεμένο. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και προωθεί λύση δύο κρατών. Οι Βρυξέλλες δεν βιάζονται να το επιλύσουν. Ακόμη και χωρίς την Κύπρο, η Τουρκία δεν θα ενταχθεί.
Η ένταξη ορίζεται από το κράτος δικαίου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τις ατομικές ελευθερίες, τους θεσμικούς ελέγχους και την εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η Τουρκία δεν πληροί αυτά τα κριτήρια και δεν συγκλίνει προς αυτά. Παραμένει εκτός.
Η Κύπρος καλύπτει το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα. Η διεύρυνση συνεχίζεται στη γλώσσα. Η ασυμβατότητα είναι δομική. Οι Βρυξέλλες κρατούν τον φάκελο ανοικτό. Η Άγκυρα διευρύνει την επιρροή της. Η ένταξη κλειστή. Η επιρροή ανοιχτή. Η Τουρκία έχτισε αναλόγως τον μηχανισμό.
Η θρησκεία ως «εργαλείο» επιρροής
Η Diyanet, η Προεδρία Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας, αποτελεί το όχημα. Στις ευρωπαϊκές συζητήσεις εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως θρησκευτικός θεσμός. Στην πράξη είναι διοικητική κρατική στρατηγική. Ο προϋπολογισμός της το 2025 υπερβαίνει τα 130 δισ. τουρκικές λίρες. Αυτό δεν είναι προϋπολογισμός ποιμαντικής· είναι στρατηγικό εργαλείο. Το στρατηγικό της σχέδιο 2024–2028 προβλέπει υπερπόντιο στελεχιακό δυναμικό και στόχους επέκτασης. Η γλώσσα του αναφέρεται σε πολίτες, ομογενείς και ομοθρήσκους στο εξωτερικό και στη διατήρηση των θρησκευτικών και εθνικών τους δεσμών. Αυτό που μοιάζει θεολογικό είναι διακρατική συνέχεια.
Περισσότερα από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι τουρκικής καταγωγής ζουν στην Ευρώπη. Στη Γερμανία σχεδόν τρία εκατομμύρια κάτοικοι έχουν τουρκικό μεταναστευτικό υπόβαθρο, ενώ πάνω από ενάμισι εκατομμύριο είναι Τούρκοι υπήκοοι. Οι άνθρωποι αυτοί δεν αποτελούν «πέμπτη φάλαγγα» αλλά μέρος της Ευρώπης. Η παραβίαση κυριαρχίας αρχίζει όταν ένα ξένο κράτος τους αντιμετωπίζει ως εξωεδαφική προέκταση και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το ανέχονται.
Στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2023, τα ποσοστά του Ερντογάν μεταξύ Τούρκων ψηφοφόρων σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι στην Τουρκία. Αυτό αντανακλά κινητοποίηση. Τα προξενικά δίκτυα και η κρατικά συνδεδεμένη θρησκευτική υποδομή συγκροτούν αλυσίδα πολιτικής επιρροής στον ευρωπαϊκό δημόσιο χώρο. Όταν η συμμετοχή οργανώνεται μέσα από αυτές τις δομές, το όριο μεταξύ δημοκρατικής επιλογής και ελεγχόμενης κινητοποίησης στενεύει.
Η Γερμανία αποτελεί το πιο σαφές παράδειγμα. Μέσω της DITIB, του γερμανικού βραχίονα της Diyanet, η Άγκυρα ασκεί επιρροή σε περίπου 900 κοινότητες τεμενών. Επιχειρήσεις πληροφοριών σε γερμανικό έδαφος ανάγκασαν το Βερολίνο να αντιμετωπίσει το ερώτημα: γιατί ένα ξένο κράτος να ασκεί κυρίαρχες θρησκευτικές λειτουργίες στη Γερμανία ως αυτονόητο δικαίωμα; Η απάντηση ήταν η τοπικοποίηση: ενίσχυση της εγχώριας εκπαίδευσης ιμάμηδων και μείωση της εξάρτησης από αποσπασμένους Τούρκους κληρικούς.
Η Αυστρία κατέληξε νωρίτερα σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο νόμος περί Ισλάμ του 2015 περιόρισε τη χρηματοδότηση από το εξωτερικό και απαίτησε γερμανόφωνο κλήρο. Η επιβολή του έστειλε μήνυμα ότι η κρατικά διοικούμενη θρησκεία αντιμετωπίζεται ως ζήτημα διακυβέρνησης και όχι απλής πολιτισμικής πολυμορφίας.
Στη Φλάνδρα, η αναγνώριση τεμενών εξαρτάται από διαφάνεια και τοπική χρηματοδότηση. Η Γαλλία ενσωμάτωσε τη μετατόπιση αυτή στο εθνικό δίκαιο, ενισχύοντας τις «δημοκρατικές αρχές» και θεσπίζοντας μητρώο ξένης επιρροής για όσους ενεργούν εκ μέρους μη κρατών-μελών της ΕΕ. Η λογική σε όλη την Ένωση είναι κοινή: η κρατικά διοικούμενη θρησκεία είναι ζήτημα κυριαρχίας.
Οι πρωτοβουλίες για τη δημοκρατία επικεντρώνονται πλέον στην αντιμετώπιση παρεμβάσεων. Η ΕΕ διαμορφώνει πολιτικό δόγμα πολιτικής άμυνας έναντι ξένης διακυβέρνησης.
Διείσδυση σε ανοιχτές πύλες
Η μέθοδος της Άγκυρας λειτουργεί επειδή η Ευρώπη είναι ανοιχτή. Εκμεταλλεύεται τις ελευθερίες συνάθροισης και θρησκείας σε ένα πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα. Ο μηχανισμός είναι διοικητικός: πληρωμές μισθών, έγκριση κηρυγμάτων, διανομή βιβλίων, προγράμματα νεολαίας, πολιτιστικά κέντρα, υποτροφίες. Ένα οικοσύστημα που συνδέεται με προξενική κινητοποίηση. Επιρροή μέσω κανονικοποίησης, όχι καταναγκασμού. Όχι κατάκτηση, αλλά επαναθεμελίωση.
Στα Τίρανα, το μεγάλο τέμενος που χρηματοδοτήθηκε από την Τουρκία εγκαινιάστηκε με δεσμούς διακυβέρνησης προς τις τουρκικές θρησκευτικές αρχές. Στα Βαλκάνια, η ανέγερση τεμενών, οι υποτροφίες και οι εκπαιδευτικές διαδρομές συνδέουν τοπικές ελίτ με την Κωνσταντινούπολη. Το Ινστιτούτο Yunus Emre και το Ίδρυμα Maarif επεκτείνουν το δίκτυο παγκοσμίως. Σε συνδυασμό με θρησκευτική στελέχωση και κινητοποίηση, δεν πρόκειται για απλή εξωστρέφεια αλλά για υποδομή.
Η Κύπρος αποκαλύπτει την ίδια μέθοδο σε επίπεδο κράτους. Το καθεστώς παρατηρητή για τα κατεχόμενα στην Οργάνωση Τουρκικών Κρατών μετέτρεψε την απομόνωση σε μορφή αναγνώρισης. Η ΕΕ διατηρεί τη μη αναγνώριση. Η Άγκυρα οικοδομεί παράλληλη νομιμοποίηση. Τα σύνορα μένουν. Η εξουσία μετατοπίζεται.
Από το 2016, οι ευρωπαϊκές συζητήσεις επικεντρώνονται στην παρακολούθηση αντιπολιτευτικών δικτύων και στην εξωεδαφική πίεση. Ακόμη και χωρίς διώξεις, το αποτέλεσμα είναι σαφές: η απόσταση από την Τουρκία δεν εξασφαλίζει προστασία. Όταν ένα ξένο κράτος μπορεί να παρακολουθεί, να κινητοποιεί και να πιέζει την ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών, η κυριαρχία υπονομεύεται.
Το ζήτημα της Τουρκίας στην ΕΕ έχει περιγραφεί λάθος. Το ερώτημα δεν είναι πλέον πότε θα ενταχθεί, αλλά πώς η Ευρώπη θα προστατεύσει την πολιτική της κυριαρχία διαχειριζόμενη έναν στρατηγικά διεκδικητικό γείτονα που δεν συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Η επίσημη γλώσσα εξακολουθεί να την αποκαλεί «βασικό εταίρο» και «υποψήφια χώρα», ενώ ταυτόχρονα επικαλείται ανησυχίες για το κράτος δικαίου. Το αποτέλεσμα είναι ακινησία που ενθαρρύνει παρασκηνιακά κανάλια επιρροής.
Κύπρος
Το θέατρο της ένταξης έχει κλείσει. Η μυθοπλασία της επικείμενης ένταξης τελειώνει. Η Τουρκία δεν μπορεί να παρουσιάζει τη διαφάνεια ως εμπόδιο και οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από την Κύπρο. Η Κύπρος είναι στρατηγικό τραύμα. Επιλύεται με τους δικούς της όρους, όχι ως προκάλυμμα μιας παγωμένης πολιτικής διεύρυνσης.
Η απάντηση είναι διακυβέρνηση: διαφάνεια στη χρηματοδότηση από ξένα κράτη, μητρώα επιρροής όπου αποδεικνύεται κρατική κατεύθυνση, διαφάνεια σε κηρύγματα και εκπαιδευτικά προγράμματα που εγκρίνονται στο εξωτερικό, εγχώρια εκπαίδευση για να τερματιστεί η συστηματική εκχώρηση κυρίαρχων λειτουργιών. Η πίστη δεν διώκεται. Η εργαλειοποίησή της ως μέσο διακυβέρνησης πρέπει να τερματιστεί.
Η Τουρκία δεν απέτυχε να εισέλθει στην Ευρώπη. Εισήλθε διαφορετικά. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται ανελεύθερα αντανακλαστικά. Χρειάζεται κρατική στρατηγική και ειλικρίνεια. Το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί. Η Ευρώπη οφείλει να προσαρμοστεί.
GEOPOLITICO
Συμπτώματα Παρακμής…
Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες της σε ουσιαστική αποτροπή. Ο Θανάσης Κ. ασκεί αιχμηρή κριτική στην πολιτική της ελληνοτουρκικής «φιλίας» και θέτει το κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να οικοδομεί στρατηγική αυτονομία, όταν εξοπλίζει μια χώρα που απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο;
Του Θανάση Κ.
* Η Τουρκία ξαναμπαίνει, βήμα-βήμα, στη δυτική αμυντική αγορά.
Γαλλία και Τουρκία υπέγραψαν πρόσφατα έναν «οδικό χάρτη» για την αμυντική τους συνεργασία. Δεν είναι συνθήκη αμυντικής συνδρομής. Δεν είναι κάτι ανάλογο με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021. Δεν “δεσμεύει” τη Γαλλία να υπερασπιστεί στρατιωτικά την Τουρκία.
Ας μην υπερβάλλουμε, λοιπόν.
Αλλά ας μην το υποτιμούμε κιόλας.,,
Τα Eurofighter προχωρούν. Οι Meteor, οι γαλλικοί πύραυλοι αέρος-αέρος, ανοίγουν τον δρόμο τους προς την Τουρκία. Και η Τουρκία ξαναμπαίνει σταδιακά στην αλυσίδα της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Όχι χωρίς εμπόδια…
Τα F-35 δεν τα πήρε.
Τα 40 αμερικανικά F-16 Block 70 καθυστερούν.
Τα 79 αμερικανικά πακέτα αναβάθμισης παλαιών F-16 σε Viper εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο, αλλά στη συνέχεια η Άγκυρα απέσυρε αυτή την αμερικανική λύση και επέλεξε να προχωρήσει στην αναβάθμιση με δικές της δυνατότητες.
Οι αμερικανικοί κινητήρες F110 για το KAAN τελικά αποδεσμεύθηκαν. Αλλά δεν αποτελούν “αναβάθμιση”. Και ο τουρκικός κινητήρας, δεν αναμένεται πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Το αντι-αεροπορικό SAMP/T εξακολουθεί να συναντά γαλλικές αντιρρήσεις.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν κέρδισε τα πάντα.
Αλλά κερδίζει έδαφος.
Και αυτό είναι το σημαντικό.
Γιατί κάθε φορά που συναντά ένα εμπόδιο δεν εγκαταλείπει.
Πιέζει.
Διαπραγματεύεται.
Αλλάζει δρόμο.
Αναζητά άλλη λύση.
Υπέρ-προβάλλει κι ύστερα αξιοποιεί στο μέγιστο τη “γεωπολιτική της αξία”.
Και περιμένει την κατάλληλη στιγμή.
Έτσι λειτουργούν οι χώρες που θέλουν να γίνουν περιφερειακές δυνάμεις.
Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει αναλάβει έναν παράξενο ρόλο: να εξηγεί στους άλλους ότι η Τουρκία είναι… “φίλη μας”.
* Η “Διακήρυξη των Αθηνών” του Δεκεμβρίου 2023 δεν είναι συνθήκη ούτε νομικά δεσμευτική συμφωνία. Είναι πολιτική διακήρυξη φιλίας και καλής γειτονίας.
Και αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Γιατί η διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από το νομικό περιεχόμενο των κειμένων.
Κρίνεται και από τα μηνύματα που εκπέμπεις.
Και το μήνυμα που εκπέμψαμε τότε ήταν σαφές:
Η Τουρκία είναι “φίλη” μας!
Την ώρα που δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα και κλιμακώνει ασταμάτητα τις προκλήσεις σε βάρος μας.
Αφού εμείς λέμε ότι, παρ’ όλα αυτά, “η Τουρκία είναι φίλη μας”,
γιατί να μην το πιστέψουν και οι άλλοι;
Γιατί οι Γάλλοι να θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν συζητούν την πώληση όπλων στην Τουρκία;
Γιατί οι Γερμανοί να διστάζουν να πουλήσουν Eurofighter;
Και, κυρίως, γιατί οι χώρες της περιοχής, που έχουν δικά τους προβλήματα με την Τουρκία, να θεωρούν την Ελλάδα “φυσικό σύμμαχο” απέναντί της;
Εμείς οι ίδιοι τους διαμηνύουμε να μη περιμένουν τίποτα από μας.
* Κι εδώ βρίσκεται η ευθύνη της κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν είναι λάθος “να συνομιλείς” με την Τουρκία. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ μας.
Δεν είναι λάθος να επιδιώκεις αποκλιμάκωση.
Λάθος είναι να βαφτίζεις «φιλική» μια συμπεριφορά που δεν είναι φιλική!
Και να στέλνεις παντού το λάθος μήνυμα…
Γιατί η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα δεν είναι συμπεριφορά “φίλου”.
Κι αυτό πρέπει να ειπωθεί ψύχραιμα, καθαρά και απερίφραστα.
Προς πάσαν κατεύθυνση…
* Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Και αυτό πρέπει να λέγεται στην Ευρώπη ξανά και ξανά.
Η Τουρκία απειλεί δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και κατέχει παράνομα έδαφος ενός κράτους-μέλους: Της Κύπρου…
Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, η Ευρώπη να εξοπλίζει την Τουρκία και ταυτόχρονα να μιλά για “ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία”;
Πώς μπορεί να θέλει να γίνει “αμυντικά ανεξάρτητη” – όταν μόνη της καθίσταται αμυντικά “ανύπαρκτη”;
Όταν απειλούνται κράτη-μέλη από τρίτη χώρα και άλλα κράτη-μέλη εξοπλίζουν την τρίτη χώρα, γεωπολιτικά δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό πρέπει να διακηρύσσει η Ελλάδα.
Σε κάθε ευρωπαϊκό συμβούλιο.
Σε κάθε Σύνοδο Κορυφής.
Στο ΝΑΤΟ.
Στα Ηνωμένα Έθνη.
Παντού.
Για να γίνει στρατηγικά αυτόνομη η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει προηγουμένως να υπάρχει. Και εξοπλίζοντας την Τουρκία την ώρα που η Τουρκία απειλεί κράτη μέλη της, η Ευρώπη αυτο-ακυρώνεται.
Αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο.
Αφορά την Ευρώπη συνολικά.
Δεν είναι “κραυγή αγωνίας” της Ελλάδας προς την Ευρώπη.
Είναι “καμπανάκι” για την Ευρώπη συνολικά.
* Και μετά υπάρχει το τρίτο, το αυτονόητο.
Η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί τους φυσικούς της συμμάχους στην περιοχή.
Το Ισραήλ.
Την Αίγυπτο.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Την Ανατολική Λιβύη.
Την Ινδία.
Να τους πει καθαρά:
Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό – αναθεωρητισμό. Δεν είναι «φίλη» της τουρκικής πολιτικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει “αντί-τουρκική” η Πολιτική της Ελλάδας,,,
Σημαίνει ότι πρέπει να γίνει, επιτέλους, Ελληνική!
Να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Να αξιοποιήσει τις δυνητικές συμμαχίες της.
Να δημιουργήσει νέες.
Να προσφέρει στους άλλους λόγο να στηρίζονται στην Ελλάδα.
Γιατί σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο:
Όταν η Αθήνα διακηρύσσει ότι η Τουρκία είναι “φίλη” της, απογοητεύει όσους έχουν λόγους να φοβούνται την Τουρκία.
Και ενθαρρύνει άλλες χώρες να τα βρουν απευθείας με την Άγκυρα.
Γιατί να επενδύσει περισσότερο το Κάιρο στην Αθήνα, όταν η ίδια η Αθήνα διαβεβαιώνει ότι οι σχέσεις της με την Άγκυρα είναι “σχέσεις φιλίας”;
Φτάσαμε στο παράδοξο να υπερασπίζεται ο Νετανιάχου, στα Ηνωμένα Έθνη, την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις με μεγαλύτερη καθαρότητα από εκείνη που επιδεικνύουν οι ίδιες οι ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες.
Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι αυτοϋπονόμευση.
* Και δεν είναι η πρώτη φορά.
— Στη Λιβύη, η Τουρκία μπήκε δυναμικά και άλλαξε τον συσχετισμό.
Η Γαλλία είχε τότε κοινά συμφέροντα με εμάς.
Η Αίγυπτος και τα Εμιράτα επίσης.
Η Ανατολική Λιβύη επίσης.
Εμείς;
Χαρακτηρίσαμε τον Χαφτάρ που αντιστεκόταν στην τουρκική διείσδυση “καμένο χαρτί” και “τελειωμένο”.
Τελικά οι Γάλλοι σταμάτησαν την τουρκική διείσδυση στη Λιβύη με τη βοήθεια της Αιγύπτου και των Εμιράτων.
Μετά η Τουρκία έκανε άνοιγμα στον Χαφτάρ (που οι δικοί μας φωστήρες των είχαν “τελειωμένο”). Τώρα ο υιός Χαφτάρ τα βρήκε με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Κι εμείς απλώς είμαστε απόντες. Γιατί όλοι μας υπολογίζουν ως “φίλους” της Τουρκίας…
— Η Γαλλία μάς είχε προτείνει συμφωνία αμυντικής συνδρομής και μας πήρε πάνω από έναν χρόνο για να απαντήσουμε.
Τελικά, χρειάστηκε η κρίση των γαλλικών υποβρυχίων με την Αυστραλία για να ανοίξει ο δρόμος προς τις Belharra και την ελληνογαλλική συμφωνία. Από “σπόντα”…
Εμείς περιμέναμε την ευκαιρία. Η ευκαιρία πέρασε από μπροστά μας. Και παρά λίγο να τη χάσουμε…
Κι ύστερα διακηρύξαμε την “φιλία μας” προς την Τουρκία και τα ακυρώσαμε όλα…
Εμείς διστάζουμε και καρκινοβατούμε!
Η Τουρκία δεν περιμένει.
Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα…
* Δεν χρειάζεται να υπερτιμούμε την Τουρκία.
Πρέπει να πάψουμε να υποτιμούμε την Ελλάδα!
Γιατί η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της περιοχής που ανήκει ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
Έχει ναυτική θέση που δεσπόζει στην Ανατολική Μεσόγειο.
Έχει ενεργειακές, εμπορικές και στρατηγικές δυνατότητες.
Έχει ευκαιρίες.
Πολύ περισσότερες απ’ όσες αξιοποιεί.
Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη διαφορά μας με την Τουρκία.
Η Τουρκία συναντά εμπόδια και προσπαθεί να τα ξεπεράσει.
Εμείς συναντάμε ευκαιρίες και συχνά τις αφήνουμε να περάσουν.
Εκείνη πιέζει.
Εμείς καθησυχάζουμε.
Εκείνη διεκδικεί.
Εμείς εξηγούμε γιατί είμαστε “καλά παιδιά” – σε ένα σύγχρονο κόσμο ανάστατο, που κανείς δεν δίνει σημασία πια στα “καλά παιδιά”…
Εκείνη οικοδομεί επιρροή.
Εμείς διακηρύσσουμε «φιλία» με όσους μας απειλούν!
Εκείνη θέλει να γίνει περιφερειακή δύναμη.
Εμείς διστάζουμε, μήπως η διεκδίκηση του δικού μας ρόλου ενοχλήσει κάποιον.
Αυτό πρέπει να τελειώσει!
* Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει επιθετική.
Χρειάζεται να γίνει παρούσα. Και Αξιόπιστη…
Δεν χρειάζεται να ψάχνει εχθρούς.
Χρειάζεται να αναγνωρίζει τους πραγματικούς φίλους της.
Δεν χρειάζεται να κόψει τις γέφυρες με την Τουρκία.
Χρειάζεται να πάψει να στρώνει μόνη της τον δρόμο στην Τουρκία.
Γιατί η Τουρκία θα συνεχίσει να πιέζει.
Θα συνεχίσει να αναζητά όπλα.
Θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.
Θα συνεχίσει να διεκδικεί.
Και αν εμείς συνεχίσουμε να αποκαλούμε
«φιλία» την υποχώρηση,
«σταθερότητα» την αδράνεια
και «επιτυχία» την απουσία κρίσης,
κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε κάτι πολύ δυσάρεστο:
η Τουρκία θα έχει γίνει περιφερειακός ηγεμόνας — κι εμείς θα έχουμε αυτοϋποβιβαστεί σε παρατηρητή της δικής μας ανυπαρξίας.
Μαζί, και της ανυπαρξίας της Ευρώπης…
Οι ευκαιρίες δεν χάνονται όλες μαζί.
Χάνονται μία-μία.
Μέχρι να μην υπάρχουν άλλες.
Και τότε θα είναι πολύ αργά.
* Η “Συμφωνία των Αθηνών” που τώρα έχει οριστικά χρεοκοπήσει,
– αλλά ακόμα δεν έχει οριστικά εγκαταλειφθεί – δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό.
Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της Παρακμής του πολιτικού συστήματος, για την οποία μίλησε χθες και ο Αντώνης Σαμαράς.
Η Ελλάδα αγοράζει Belharra και Rafale, αλλά την ίδια στιγμή παραιτείται από την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων (ορίζει την “κόκκινη γραμμή” στα 6 μίλια!) και διακηρύσσει τη… “φιλία” της με εκείνους που της τα καταπατούν. Την ίδια στιγμή ξεπλένει την Τουρκία, ώστε να εξοπλιστεί κι εκείνη με οπλικά συστήματα που πριν δεν της τα έδιναν.
Η Ελλάδα ακυρώνει την Αποτροπή της και απογοητεύει συνεχώς δυνητικούς συμμάχους της στην περιοχή.
Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί ούτε τις δυνατότητές που έχει
ούτε τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται.
Ούτε οικονομικά, ούτε διπλωματικά, ούτε γεωπολιτικά.
* Κι αν πάμε ακόμα βαθύτερα: Στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό, αλλά το “Εξωτερικό”μέσα στη χώρα!
Δεν οικοδομεί συμμαχίες έναντι κοινού εχθρού.
Αναζητεί προστάτες! Που εμφανίζονται όλο και πιο απρόθυμοι…
Και δεν θέλει ούτε να εμπνεύσει ούτε να εκπροσωπήσει τους Έλληνες.
Επιδιώκει απλώς να τους “ελέγξει”.
Και γι’ αυτό απογοητεύει όλο και περισσότερους.
Να τους ελέγξει για λογαριασμό μιας “δυτικής πολιτικής” που είτε είναι βαθιά διχασμένη, είτε έντονα αμφισβητούμενη στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι “Προπύργιο” της Ευρώπης και της Δύσης στην περιοχή – και γίνεται η “Αχίλλειος πτέρνα” της.
Και η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η “ατμομηχανή” της Δυτικής επιρροής στον κόσμο – και κοντεύει να γίνει η “μαύρη Τρύπα” της Δύσης.
Ό,τι άλλο συμβεί δίπλα μας ή γύρω μας,
η Ελλάδα πρέπει να σταθεί όρθια στα πόδια της
και να σταματήσει τον κατήφορο της Παρακμής της…
Κι ίσως έτσι βοηθήσουμε πραγματικά, την αληθινή Ευρώπη.
Αλλά για την ώρα πρέπει να σώσουμε τους εαυτούς μας.
Είναι πιο “επείγον” απ’ ό,τι φανταζόμαστε
και λιγότερο “ανέφικτο” απ’ ό,τι προσπαθούν να μας πείσουν…
Αναλύσεις
Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν
Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να επικαλείται μεταναστευτικές πιέσεις και απειλές για τη δημόσια ασφάλεια, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά επαρκέστερη τεκμηρίωση και σταδιακή άρση των ελέγχων, το ερώτημα γίνεται επιτακτικό: πότε ένα προσωρινό μέτρο αρχίζει να μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς;
Το καθεστώς της επαναφοράς/παράτασης του ελέγχου των συνόρων στα εσωτερικά σύνορα των Κρατών – Μελών Schengen διέπεται από το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1717, συγκεκριμένα:
Όταν απαιτείται άμεση δράση για «απρόβλεπτες απειλές», ένα Κράτος-Μέλος μπορεί να επαναφέρει ελέγχους μέγιστης αρχικής διάρκειας ως ένα μήνα. Αν η απειλή επιμένει, μπορεί να παραταθεί με ανώτατο συνολικό όριο τους τρεις μήνες.
Για «προαναγγελλόμενες ή αναμενόμενες απειλές», η αρχική επαναφορά μπορεί να γίνει για χρονικό διάστημα μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Κάθε παράταση μπορεί να διαρκεί ως έξι μήνες, με ανώτατο συνολικό όριο τα δύο έτη.
Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η «σοβαρή απειλή» επιμένει μετά το πέρας των δύο ετών, επιτρέπεται η παράταση των ελέγχων για επιπλέον έξι μήνες κάθε φορά, με απόλυτο μέγιστο όριο το ένα επιπλέον έτος (συνολικά 3 έτη). Ωστόσο, αυτό απαιτεί ειδική κοινοποίηση, επικαιροποιημένη εκτίμηση κινδύνου και ενεργοποιεί αυστηρότερο έλεγχο αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι έλεγχοι πρέπει να επιβάλλονται μόνο ως έσχατη ανάγκη. Τα Κράτη-Μέλη υποχρεούνται πλέον:
• Ν’ αποδεικνύουν ότι εξέτασαν εναλλακτικά μέτρα, όπως η αυξημένη αστυνομική συνεργασία ή οι στοχευμένοι έλεγχοι σε παραμεθόριες ζώνες αντί για πλήρεις συνοριακούς ελέγχους.
• Να υποβάλλουν λεπτομερή εκτίμηση κινδύνου (risk assessment) που να δικαιολογεί ότι η κλίμακα και διάρκεια των ελέγχων δεν υπερβαίνουν το απολύτως απαραίτητο.
Αν οι έλεγχοι παρατείνονται για περισσότερους από δώδεκα μήνες συνολικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται (άρθρο 27α) να εκδώσει επίσημη γνώμη (opinion), ενώ δύναται να ξεκινήσει και διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των εμπλεκόμενων Κρατών-Μελών.
Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει τουλάχιστον:
• αξιολόγηση του κατά πόσο η επαναφορά ή η επέκταση του ελέγχου συνόρων στα εσωτερικά σύνορα συμμορφώνεται με τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας
• αξιολόγηση του κατά πόσο διερευνήθηκαν επαρκώς εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής.
Επαναφορά ελέγχου στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα της Γερμανίας
Από το Σεπτέμβριο 2024, η Γερμανία επανέφερε τους ελέγχους στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα με Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Αυστρία, Τσεχία και Πολωνία και τους διατήρησε με διαδοχικές εξάμηνες παρατάσεις, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια.
Στις 02 Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε γνώμες για εννέα χώρες, μεταξύ αυτών και για τη Γερμανία [έγγραφο C (2026) 3557], με τις οποίες είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των ελέγχων σ’ όλα τα εσωτερικά σύνορα χωρίς διάκριση, συστήνοντας τη σταδιακή κατάργησή τους.
Ειδικά για τη Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι οι κοινοποιήσεις (παράτασης επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα) δεν τεκμηριώνουν επαρκώς γιατί χρειάζονται έλεγχοι σ’ όλα τα κοινά χερσαία σύνορα χωρίς διάκριση, γιατί επιλέγονται εξάμηνες περίοδοι κι όχι συντομότερες, ούτε γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα (π.χ. στοχευμένοι αστυνομικοί έλεγχοι). Συνέστησε σταδιακή κατάργηση των εσωτερικών ελέγχων, ωστόσο δεν διαπίστωσε ρητά ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι ασύμβατοι με το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, δεν τους σταμάτησε.
Η τελευταία παράταση (16/09/2026 – 15/03/2027), κοινοποιήθηκε τον Αύγουστο 2026 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στ’ άλλα Κράτη-Μέλη από το Γερμανό Υπουργό Εσωτερικών Alexander Dobrindt, μ’ επίσημη αιτιολογία τις συνεχιζόμενες σοβαρές απειλές για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, λόγω: υψηλών επιπέδων παράνομης μετανάστευσης, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, καθώς και της επίδρασης της διεθνούς κατάστασης ασφαλείας (πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία).
Η παράταση αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ισχύει. Η διατύπωση «ισχύει αν δεν αντιταχθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή» είναι δημοσιογραφική.
Νομικά, το μέτρο ενεργοποιείται με την κοινοποίηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί ν’ ασκήσει διαδικασία παράβασης, αλλά ως τώρα δεν έχει μπλοκάρει τις παρατάσεις της επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Γερμανίας.
Με αφορμή τις διαδοχικές παρατάσεις που έχουν σημειωθεί στην επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά (κοινά χερσαία) σύνορα της Γερμανίας με τις εννέα γειτονικές της χώρες, εγείρονται γενικοί και σοβαροί προβληματισμοί:
• Αρχικά, οι συνεχείς παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων και, συνεπώς της αναστολής λειτουργίας του Σένγκεν στο συγκεκριμένο είδος συνόρων (εν προκειμένω στα χερσαία σύνορα) για διάστημα δύο ετών, με πιθανότητα να διευρυνθεί συνολικά σε 3 έτη (ήδη το Μάρτιο 2027 θα είναι 2,5 χρόνια επαναφοράς εσωτερικών ελέγχων) εγείρουν θεμελιώδεις και σοβαρές αιτιάσεις αμφισβήτησης της ομαλής κι εύρυθμης λειτουργίας του χώρου Σένγκεν, καθώς και της βασικής φιλοσοφίας του χώρου Σένγκεν «ως χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης», λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Γερμανικές Αρχές δεν αιτιολόγησαν επαρκώς: την ανάγκη ελέγχων στα κοινά χερσαία σύνορα της Γερμανίας μ’ όλες τις γειτονικές της χώρες, χωρίς διάκριση, γιατί επέλεξαν εξάμηνες κι όχι συντομότερες περιόδους, καθώς και γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα αντί για συνεχόμενες παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων
• Αν «οποιεσδήποτε σοβαρές απειλές στα σύνορα» δεν αιτιολογούνται κατάλληλα ή δεν είναι δυνατό ν’ αντιμετωπιστούν σε διάστημα έξι μηνών ή ενός έτους, από τις αρχές μίας χώρας όπως η Γερμανία των 85 εκατ. κατοίκων, η οποία διαθέτει επαρκή αριθμό αστυνομικών και συνοριοφυλάκων σ’ όλα τα σύνορά της (εξωτερικά κι εσωτερικά), τότε τίθενται στο τραπέζι γενικοί προβληματισμοί για τη συνολική κι εύρυθμη λειτουργία του χώρου Σένγκεν, ειδικά όσον αφορά μικρότερα Κράτη-Μέλη σε πληθυσμό, υποδομές/δυνατότητες/μέσα και προσωπικό επιβολής του νόμου
• Ενώ η Γερμανία διατηρεί, από το Σεπτέμβριο 2024, την επαναφορά ελέγχων στα κοινά χερσαία της (εσωτερικά) σύνορα με γειτονικά Κράτη – Μέλη, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια, η Ελλάδα, παρότι τη θερινή περίοδο 2025 επικαλέστηκε «κατάσταση ανωτέρας βίας», λόγω των αυξημένων προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών δια θαλάσσης, από την Ανατολική Λιβύη στα νησιά Γαύδο και Κρήτη, καθώς και της συνακόλουθης μεγάλης πίεσης στο εθνικό μας σύστημα υποδοχής και ασύλου (με την πίεση αυτή στο σύστημα υποδοχής και ασύλου μάλιστα να εκδηλώνεται και φέτος κατά τη θερινή περίοδο 2026), δεν αιτήθηκε την επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά της σύνορα
• Με βάση πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων, από υπηκόους τρίτων χωρών, στη Γερμανία αλλά και σε άλλα Κράτη – Μέλη ΕΕ, σε ανυποψίαστους πολίτες, η παραβατικότητα κάποιων από τους οποίους ήταν ήδη γνωστή στις αρχές επιβολής του νόμου, είναι προφανές ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στα σύνορα συνδέεται άμεσα με το επίπεδο και την ποιότητα της εσωτερικής ασφάλειας των Κρατών – Μελών ΕΕ, ενώ εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί αυτοί κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ή γιατί δεν είχαν απελαθεί από την ΕΕ.
GEOPOLITICO
Το καλωσόρισμα της Γκίλφοϊλ στον Ρούμπιο και το like στην παρέμβαση Σαμαρά
Η Αμερικανίδα πρέσβης προβάλλει άμυνα, ενέργεια και επενδύσεις ως προτεραιότητες της επίσκεψης Ρούμπιο. Εντύπωση προκάλεσε η διαδικτυακή αντίδρασή της σε ανάρτηση με την κριτική του πρώην πρωθυπουργού.
Τη στρατηγική σημασία της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα υπογράμμισε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, συνδέοντας τον 6ο Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια, το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Σε ανάρτησή της το βράδυ της Τρίτης 6 Οκτωβρίου, η Αμερικανίδα πρέσβης καλωσόρισε τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας, και χαρακτήρισε την επίσκεψη ένδειξη της ισχύος της διμερούς συμμαχίας.
«Η εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ελλάδας δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», ανέφερε, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες εργάζονται για ένα ασφαλέστερο και ευημερούν μέλλον, τόσο για τις ίδιες όσο και για την περιοχή.
Οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον
Η Γκιλφόιλ ενέταξε την επίσκεψη Ρούμπιο στην προώθηση των προτεραιοτήτων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κατονομάζοντας τρεις βασικούς τομείς: την αμυντική συνεργασία, το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και την ενεργειακή συνεργασία.
Η αναφορά της αποτυπώνει το εύρος της ατζέντας του Στρατηγικού Διαλόγου. Πέρα από τις διπλωματικές επαφές, η αμερικανική πλευρά δίνει έμφαση στις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις, παράλληλα με τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Η ίδια σημείωσε ότι η παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών υπογραμμίζει τη δύναμη της συμμαχίας και την κοινή δέσμευση για την περαιτέρω ανάπτυξή της.
Το like στην ανάρτηση για τον Σαμαρά
Παράλληλα, ενδιαφέρον προκάλεσε μια διαφορετική κίνηση της πρέσβεως στα κοινωνικά δίκτυα: το like σε ανάρτηση που παρουσίαζε την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία και τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
Στην ανάρτηση περιλαμβάνονταν οι θέσεις του πρώην πρωθυπουργού για τις δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχετικά με την ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της Βόρειας Μακεδονίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς είχε επίσης επικρίνει τη συμφωνία που συνέδεσε την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στην Ελλάδα με την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία. Υποστήριξε ότι η Αθήνα όφειλε να διεκδικήσει το σύνολο των θρησκευτικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάνοντας λόγο για υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.
Η Γκιλφόιλ ακολουθεί, μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων, και τον λογαριασμό του πρώην πρωθυπουργού. Ο λόγος του συγκεκριμένου like, ωστόσο, δεν έχει διευκρινιστεί. Η διαδικτυακή αντίδραση δεν αρκεί για να συναχθεί ότι η πρέσβης υιοθετεί το σύνολο των θέσεων της ανάρτησης ή ότι αυτές εκφράζουν την επίσημη αμερικανική πολιτική.
Το σαφές δημόσιο μήνυμά της αφορά την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Η επίσκεψη Ρούμπιο και οι εργασίες του Στρατηγικού Διαλόγου αποτελούν το πεδίο στο οποίο αυτό το μήνυμα καλείται να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
