Αναλύσεις
Η Κύπρος στην Ενεργειακή και Γεωπολιτική Σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου! Από τη Θεσμική Ανεπάρκεια στη Στρατηγική Αυτονομία
Η ενεργειακή στρατηγική της Κύπρου δεν είναι μια απλή άσκηση οικονομικής διαχείρισης, αλλά η κορυφαία πράξη αυτοπροσδιορισμού της Δημοκρατίας στον 21ο αιώνα.
Μέρος Α: Το Παράδοξο των Κοιτασμάτων και η Επιλογή της Εθνικής Υποδομής
Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Τήλλυρος, PhD. Οικονομολόγος και Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Γεωπολιτικής, Γεωοικονομίας, και Ενεργειακής Ασφάλειας
Παρά τους σημαντικούς υποθαλάσσιους πόρους φυσικού αερίου που διαθέτει, η Κύπρος εξακολουθεί να υπολείπεται των περιφερειακών της εταίρων ως προς τη μετουσίωση των δυνατοτήτων της σε απτή ενεργειακή ισχύ και επιρροή. Σε αντίθεση με την Αίγυπτο, η οποία έχει εδραιώσει την ικανότητα υγροποίησης, ή το Ισραήλ, το οποίο ανέπτυξε ταχύτατα τα υπεράκτια κοιτάσματά του και την εξαγωγική του ικανότητα, η Κύπρος έχει αποτύχει μέχρι σήμερα να προωθήσει την εμπορευματοποίηση του φυσικού της αερίου. Παρά το γεγονός ότι η τουρκική προβολή ναυτικής ισχύος, οι απειλές και παρενοχλήσεις μπορούν να αναγνωριστούν ως περιοριστικός παράγοντας, η διαρκής αδυναμία ολοκλήρωσης ζωτικών ενεργειακών υποδομών και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων έργων μειώνουν σημαντικά τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας. Χωρίς τεκμηριωμένη ικανότητα υλοποίησης ζωτικών έργων, η Κύπρος κινδυνεύει να θεωρηθεί ως ένας αδύναμος περιφερειακός παράγοντας στην ενεργειακή δυναμική της Ανατολικής Μεσογείου και όχι ως ένας δυνητικά δομικός ενεργειακός κόμβος.
Η ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) στο θαλασσοτεμάχιο «Αφροδίτη» το 2011 χαιρετίστηκε ως κορυφαία ευκαιρία για τη ριζική αναμόρφωση της οικονομικής και γεωπολιτικής μοίρας της Δημοκρατίας. Σήμερα, εν έτει 2026, η πραγματικότητα παραμένει σύνθετη. Παρά το γεγονός ότι τα εκτιμώμενα αποθέματα στα τεμάχια 6, 10 και 12 (Αφροδίτη 2011, Καλυψώ 2018, Γλαύκος 2019, Κρόνος 2022, Ζευς 2022) αγγίζουν μια κρίσιμη μάζα 14-15 τρισεκατομμυρίων κυβικών ποδών (tcf), ή περί τα 400-425 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (bcm), η Κύπρος παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο αναμονής και τρίτων διεκδικήσεων, με την περίπτωση του κοιτάσματος «Αφροδίτη» να είναι η πλέον ενδεικτική. Η παρατεταμένη εκκρεμότητα της συμφωνίας συνεκμετάλλευσης (unitization agreement) με το Ισραήλ αποτελεί σοβαρή τροχοπέδη, καθώς η γειτονική χώρα προβάλλει διεκδικήσεις που περιπλέκουν την Τελική Επενδυτική Απόφαση (FID) και καθυστερούν την εμπορική αξιοποίηση του φυσικού αερίου. Ωστόσο, παρά τη διαπιστωμένη διάσταση απόψεων, καταγράφεται πλέον μια σημαντική κινητικότητα προς την κατεύθυνση της οριστικής διευθέτησης. Οι δύο χώρες κατέληξαν σε μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία για τον διορισμό ενός Ανεξάρτητου Φορέα Επαλήθευσης (Independent Verification Body) έως το τέλος Μαρτίου 2026. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ποιοτική μετατόπιση από το αδιέξοδο της διακρατικής διαπραγμάτευσης προς μια θεσμική, τεχνοκρατική λύση, καθώς το πόρισμα του Φορέα θα είναι δεσμευτικό και για τις δύο πλευρές. Η κίνηση αυτή δεν προσφέρει μόνο μια διέξοδο από το μακροχρόνιο τέλμα, αλλά αποκαθιστά και το αίσθημα ασφάλειας που απαιτούν οι διεθνείς ενεργειακοί κολοσσοί (Chevron, Shell, και NewMed Energy) για την υλοποίηση του έργου ανάπτυξης και παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς εταιρείες πετρελαίου (IOCs), καθοδηγούμενες από τη λογική της ελαχιστοποίησης του αρχικού επενδυτικού κόστους και της δικής τους κερδοφορίας, πιέζουν για τη διοχέτευση του αερίου προς τις υφιστάμενες υποδομές της Αιγύπτου. Συγκεκριμένα, επιδιώκουν να αποφύγουν την κεφαλαιουχική δαπάνη (CAPEX) μιας νέας υποδομής για τη μεταφορά του φυσικού αερίου στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι η εξάρτηση από τις υποδομές τρίτων χωρών μετατρέπει το εθνικό κεφάλαιο σε ένα διαρκές λειτουργικό κόστος (OPEX) προς όφελος άλλων. Αν και η Κύπρος μπορεί και πρέπει να υποβοηθήσει το Κάιρο —το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εγχώριας επάρκειας— κατευθύνοντας εκεί το αέριο του κοιτάσματος «Αφροδίτη» ή των κοιτασμάτων που γειτνιάζουν με το αιγυπτιακό «Zohr», η καθολική υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης είναι στρατηγικά προβληματική και ετεροβαρής. Μια τέτοια εξέλιξη οδηγεί σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα: η Κύπρος να καταστεί απλός προμηθευτής των δικών της πόρων, παραχωρώντας στην Αίγυπτο την προστιθέμενη αξία της υγροποίησης και τον γεωπολιτικό ή στρατηγικό έλεγχο επί των εξαγωγών της. Μια τρίτη χώρα θα καρπώνεται τα τέλη διέλευσης και υγροποίησης, μειώνοντας τα καθαρά έσοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία θα καταλήξει να πληρώνει “ενοίκιο” (OPEX) στην Αίγυπτο σε συνεχή βάση.
Η μόνη ορθολογική διέξοδος για τη μεγιστοποίηση του εθνικού κέρδους είναι η δημιουργία ιδιόκτητων υποδομών μεταφοράς και ενός χερσαίου σταθμού υγροποίησης (onshore LNG Plant) στο Βασιλικό. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε με ρεαλισμό ότι η Κύπρος δεν μπορεί να καλύψει σημαντικό ποσοστό των ενεργειακών αναγκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ωστόσο, στην παρούσα συγκυρία, όπου η ΕΕ αναζητά κάθε δυνατή πηγή για τη διαφοροποίηση του ενεργειακού της μείγματος μακριά από τη Ρωσία, η κυπριακή συνεισφορά —αν και ποσοτικά περιορισμένη— είναι στρατηγικά πολύτιμη. Η στρατηγική διασύνδεση και η απευθείας εξαγωγή κυπριακού LNG προς την Ευρώπη —μέσω της Ελλάδας, του πλωτού τερματικού σταθμού Αλεξανδρούπολης (FSRU) και του διασυνδετήριου αγωγού IGB προς τη Βουλγαρία και την Ανατολική Ευρώπη— εντάσσει την Κύπρο στον Κάθετο Διάδρομο Ενέργειας. Η κίνηση αυτή θα προσδώσει στη Λευκωσία την απαραίτητη γεωπολιτική μόχλευση, μετατρέποντάς την Κύπρο από έναν απομονωμένο παραγωγό σε οργανικό τμήμα της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής. Εφόσον η ΕΕ αναγνωρίσει την κυπριακή ΑΟΖ ως έναν αξιόπιστο, αν και συμπληρωματικό, πυλώνα της ενεργειακής της ασφάλειας, θα αποκτήσει ένα χειροπιαστό κίνητρο να εμπλακεί ουσιαστικά στις προσπάθειες για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού και τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής.
Μέρος Β: Το Βασιλικό και η Ανάγκη για Επιχειρησιακή Υπέρβαση
Το αδιέξοδο στον τερματικό σταθμό εισαγωγής φυσικού αερίου στο Βασιλικό αποτελεί μια οδυνηρή υπενθύμιση των συνεπειών της διοικητικής αδράνειας και ανεπάρκειας. Η αποτυχία παράδοσης ενός κρίσιμου έργου ενεργειακής υποδομής, αρχικά προγραμματισμένου για ολοκλήρωση το 2022, έχει πλήξει σοβαρά τη θεσμική αξιοπιστία του κράτους. Κατά συνέπεια, οι Κύπριοι καταναλωτές επωμίζονται το βάρος αυτής της καθυστέρησης, απορροφώντας το δυσβάσταχτο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ιδιαίτερα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα (μαζούτ και ντίζελ), καθώς και τις αυξανόμενες δαπάνες για δικαιώματα εκπομπών άνθρακα που επιβάλλονται από το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών Ρύπων της ΕΕ (Emissions Trading System (ETS)). Η διολίσθηση και η τελική κατάρρευση της σύμβασης με την κινεζική κοινοπραξία (CPP) δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο τεχνικό σφάλμα, αλλά μάλλον το σύμπτωμα δομικών ελλείψεων στην εποπτεία και την τεχνική επάρκεια των αρμόδιων αρχών.
Στο παρόν στάδιο, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να επιδείξει τη θεσμική σοβαρότητα που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ωστόσο, η προσκόλληση στη νομική διαδικασία της διαιτησίας δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως άλλοθι για περαιτέρω χρονοτριβές. Η ανάλυση υπολειπόμενων και διορθωτικών εργασιών (gap analysis), η οποία παραδόθηκε από την Technip Energies τον Δεκέμβριο του 2025, οφείλει να αποτελέσει τον οδικό χάρτη για την άμεση επανεκκίνηση των εργασιών. Η λήψη αποφάσεων από την ΕΤΥΦΑ επιβάλλεται να επιταχυνθεί μέσω διαδικασιών κατεπείγοντος, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια και η απεξάρτηση της Κύπρου από το υψηλό κόστος της συμβατικής παραγωγής ενέργειας1. Οφείλουμε να υιοθετήσουμε το μοντέλο της Γερμανίας, η οποία, ως απάντηση στην ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ανέπτυξε και εγκατέστησε πέντε πλωτούς τερματικούς σταθμούς εισαγωγής LNG (FSRUs) σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, επιστρατεύοντας κορυφαία τεχνική εμπειρογνωμοσύνη και παρακάμπτοντας τη γραφειοκρατική αδράνεια με νομοθετικές εξαιρέσεις αδειοδοτήσεων.
Η ολοκλήρωση του τερματικού εισαγωγής αποτελεί το απαραίτητο «πιστοποιητικό ικανότητας» που οφείλει να επιδείξει η Κύπρος. Αρχικά, η λειτουργία του θα διασφαλίσει την παραγωγή φθηνότερης και περιβαλλοντικά φιλικότερης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στη συνέχεια θα ανοίξει τον δρόμο ώστε η Δημοκρατία να προχωρήσει ανταγωνιστικά στην κατασκευή ενός κλιμακούμενου (scalable) αρθρωτού σταθμού LNG για την υγροποίηση του δικού της φυσικού αερίου, καθώς και δυνητικά άλλων περιφερειακών πόρων προς εξαγωγή. Καθίσταται σαφές ότι ο τερματικός σταθμός εισαγωγής στο Βασιλικό όφειλε, εξαρχής, να είχε σχεδιαστεί στη βάση μιας συνδυαστικής λογικής με εξαγωγικές προδιαγραφές, π.χ. με εγκαταστάσεις προβλήτας κατάλληλες για κρυογονική χρήση (cryogenic–ready jetty facilities), ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη επιχειρησιακή ευελιξία. Η απουσία εξαγωγικού οράματος στον αρχικό διαγωνισμό του 2019 παγίδευσε το έργο σε μια μονοδιάστατη υποδομή, η οποία όταν επιχειρήθηκε να αναβαθμιστεί μεταγενέστερα, έδωσε την αφορμή, μαζί με άλλες διαφορές αναφορικά με την προβλήτα αλλά και το πλοίο «Προμηθέας» (FSRU), για τις γνωστές δικαστικές και οικονομικές διεκδικήσεις της αναδόχου κινεζικής εταιρείας CPP. Η ανάδειξη ή ο διορισμός εξειδικευμένων, υψηλά καταρτισμένων στελεχών με διεθνή εμπειρία στον ενεργειακό τομέα κρίνεται πλέον επιβεβλημένος, ώστε να αποτραπεί η επανάληψη των δομικών λαθών και θεσμικών αστοχιών του παρελθόντος.
Μέρος Γ: GSI, Τουρκικός Αναθεωρητισμός και η Ελληνική Αδράνεια
Η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου-Ελλάδας μέσω του Great Sea Interconnector (GSI) αποτελεί, σε σύζευξη με την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και των Συστημάτων Αποθήκευσης, την οριστική απάντηση στην ενεργειακή απομόνωση της νήσου. Πρόκειται για ένα έργο του οποίου η γεωπολιτική και γεωοικονομική αξία υπερβαίνει τη στενή οικονομική του διάσταση.
Με την επέκταση της διασύνδεσης προς το Ισραήλ, το έργο αποκτά περιφερειακή εμβέλεια, εδραιώνοντας τον τριμερή άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ως τον κύριο ενεργειακό πυλώνα της Ανατολικής Μεσογείου. Η εξέλιξη αυτή μετατρέπει την Κύπρο από έναν απομονωμένο ενεργειακό “καταναλωτή” σε έναν κρίσιμο γεωπολιτικό κρίκο και κομβική γέφυρα που συνδέει το Ισραήλ —και δυνητικά χώρες με χρόνια ανεπάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας όπως ο Λίβανος— με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, η Κύπρος μετασχηματίζεται σε οργανικό πάροχο ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας για ολόκληρη τη λεκάνη της Λεβαντίνης. Η εξέλιξη αυτή θα ενισχύσει καίρια τη διαπραγματευτική της ισχύ και το στρατηγικό της εκτόπισμα έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των γειτονικών κρατών, ακυρώνοντας στην πράξη την τουρκική στρατηγική για γεωπολιτική απομόνωση και περιθωριοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ωστόσο, παρά την προαναφερθείσα στρατηγική δυναμική, η υλοποίηση του έργου προσκρούει στον τουρκικό αναθεωρητισμό, σε συνδυασμό με μια ανησυχητική ελληνική διστακτικότητα. Η παρεμπόδιση των ερευνητικών σκαφών βυθομέτρησης (survey vessels) εντός της ελληνικής ΑΟΖ (Κάσος, Καστελλόριζο), καθώς και οι παράνομες παρεμβάσεις εντός της κυπριακής ΑΟΖ από τον τουρκικό στόλο μέσω της «διπλωματίας των κανονιοφόρων», συνιστούν κατάφωρες προκλήσεις που δοκιμάζουν τα όρια της διεθνούς νομιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Αθήνας κρίνεται συχνά ως ανεπαρκής, καθώς η παρατηρούμενη αδράνεια και η αποφυγή θωράκισης και κατοχύρωσης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, τα οποία απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο —υπό τον φόβο διατάραξης του “καλού κλίματος” ή των “ήρεμων νερών” με την Άγκυρα— τείνει να εξελιχθεί σε δομικό στρατηγικό σφάλμα.
Αυτή η ελλειμματική στρατηγική ανταπόκριση αντανακλάται με τον πλέον σαφή τρόπο στην χρόνια άρνηση της Ελλάδας να προχωρήσει σε συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η οριοθέτηση αυτή, η οποία θα ενοποιούσε τον θαλάσσιο χώρο μεταξύ των δύο κρατών σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), παραμένει σε εκκρεμότητα, αφήνοντας ένα κρίσιμο γεωπολιτικό κενό. Η Τουρκία, ακολουθώντας μια συνεκτική μακροχρόνια εθνική πολιτική, έσπευσε να εκμεταλλευτεί αυτό ακριβώς το κενό μέσω του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου. Με την κίνηση αυτή, η Άγκυρα επιδιώκει τη διχοτόμηση του ενιαίου ελληνικού θαλάσσιου χώρου, προωθώντας μεθοδικά το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”.
Το σημερινό στρατηγικό δίλημμα της Ελλάδας ανακαλεί ιστορικά προηγούμενα με οδυνηρές συνέπειες, καθώς η αδυναμία ουσιαστικής υπεράσπισης της Κύπρου κατά την τουρκική εισβολή του 1974 αποτέλεσε το έναυσμα για τη μεταγενέστερη συστηματική αμφισβήτηση του μισού Αιγαίου και σημαντικού μέρους των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών. Το τραυματικό αυτό ιστορικό δίδαγμα καταδεικνύει ότι ο ελληνικός εφησυχασμός —ή, ακόμη χειρότερα, η πολιτική του κατευνασμού— λειτουργεί ως καταλύτης για την κλιμάκωση των τουρκικών διεκδικήσεων. Η ιστορία αποδεικνύει ότι η Άγκυρα εκλαμβάνει συστηματικά τη μετριοπάθεια ως αδυναμία και την αυτοσυγκράτηση ως υπαναχώρηση και προοίμιο συνθηκολόγησης. Υπό αυτό το πρίσμα, η εμμονή στη μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια —δικαίωμα αδιαπραγμάτευτο και μονομερές βάσει της UNCLOS— δεν συνιστά απλώς μια εθνική υποχώρηση, αλλά μια κίνηση που υπονομεύει ευθέως τόσο την ελληνική κυριαρχία όσο και την ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας της Κύπρου.
Η υπονόμευση αυτή εκδηλώνεται πρωτίστως μέσω της επιχειρησιακής ατονίας του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΔΕΑΧ), η ουσιαστική αναζωπύρωση του οποίου αποτελεί τη μόνη αξιόπιστη απάντηση στην τουρκική επιδίωξη γεωγραφικού και στρατηγικού απομονωτισμού της Κύπρου από την Ελλάδα. Σε τελική ανάλυση, η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του ΔΕΑΧ δεν αποτελεί μόνο ζήτημα στρατιωτικής ισορροπίας, αλλά και αναγκαία συνθήκη για τη θωράκιση των μεγάλων ενεργειακών υποδομών, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση. Χωρίς την έμπρακτη προβολή ισχύος και την πολιτική αποφασιστικότητα για την προστασία αυτών των στρατηγικών έργων, κάθε επιδίωξη ενεργειακής αυτονομίας παραμένει ευάλωτη στις τακτικές εξαναγκασμού της Άγκυρας, καθιστώντας το όλο εγχείρημα όμηρο της τουρκικής αναθεωρητικής ατζέντας.
O πολιτικός ρεαλισμός επιτάσσει ότι η διακρατική εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται μόνο με υπογραφές, αλλά δοκιμάζεται στις πράξεις. Συνεπώς, οι όποιες επιφυλάξεις αναφορικά με τον GSI κρίνονται δικαιολογημένες και ενδείκνυται να τύχουν της ύψιστης προσοχής. Η εθνική εγρήγορση επιβάλλεται όχι μόνο έναντι εξωτερικών απειλών, αλλά και ενόψει του φαινομένου της εγχώριας διαπλοκής συμφερόντων, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική εμπειρία της συμπεριφοράς των ελληνικών ελίτ2 κατά το παράνομο κούρεμα των Κυπρίων τραπεζικών μετόχων, κατόχων αξιογράφων και καταθετών το 2013. Η στάση εκείνη, η οποία εκδηλώθηκε παρά την έμπρακτη αλληλεγγύη που επέδειξε η Κύπρος κατά τη διαγραφή σημαντικού μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2011 (PSI), και το βαρύτατο οικονομικό τίμημα που κατέβαλε η χώρα για τη σταθερότητα της Ελλάδας, υπογραμμίζει την ανάγκη για θωράκιση των κυπριακών συμφερόντων με αυστηρές θεσμικές και νομικές ασφαλιστικές δικλείδες.
Ως εκ τούτου, η συμπερίληψη ρητρών απεμπλοκής ή εξόδου, οι οποίες θα ενεργοποιηθούν σε περίπτωση οποιασδήποτε αποτυχίας προάσπισης του έργου μέσω της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος, θα πρέπει να λειτουργήσει ως ζωτικός μηχανισμός ασφαλείας. Οι ρήτρες αυτές πρέπει να ορίζουν ρητά την πλήρη αποκατάσταση του επενδυμένου κεφαλαίου προς την Κυπριακή Δημοκρατία, ταξινομώντας τα εν λόγω κονδύλια ως αποζημιωτέα ανακτήσιμα έξοδα (λόγω απώλειας δαπανών), σε περίπτωση που η αναλαμβάνουσα κοινοπραξία περιέλθει σε παρατεταμένη αδυναμία εκπλήρωσης, παραβιάσει το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του έργου, ή τελικά αποτύχει στην υλοποίηση του. Καθορίζοντας αυτές τις δαπάνες ως άμεση ευθύνη του φορέα υλοποίησης, η Κύπρος θα διασφαλίσει ότι οι εθνικοί της πόροι δεν θυσιάζονται σε ένα έργο που στερείται της απαραίτητης στρατηγικής “ασπίδας” για την ολοκλήρωσή του.
Συμπέρασμα: Η Ενέργεια ως Καταλύτης Εθνικής Επιβίωσης
Η ενεργειακή στρατηγική της Κύπρου δεν είναι μια απλή άσκηση οικονομικής διαχείρισης, αλλά η κορυφαία πράξη αυτοπροσδιορισμού της Δημοκρατίας στον 21ο αιώνα. Η επιλογή της εθνικής υποδομής έναντι της “εύκολης” λύσης των ξένων τερματικών αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ενός κυρίαρχου κράτους και ενός παρόχου πρώτων υλών, που εκχωρεί την ενεργειακή του αυτονομία. Από την απεμπλοκή και την ταχύτερη δυνατή αξιοποίηση των κοιτασμάτων μας σε συνάρτηση με τη δημιουργία εθνικών υποδομών υγροποίησης και εξαγωγής, μέχρι την ταχεία ολοκλήρωση του Βασιλικού και την ηλεκτρική μας διασύνδεση, κάθε βήμα αποτελεί μια μάχη ενάντια στην αναβλητικότητα, τη στασιμότητα, την ατολμία και τον τουρκικό εκφοβισμό.
Η Κύπρος δεν αναζητά απλώς έσοδα· επιδιώκει τη θέση που της αναλογεί στον ευρωπαϊκό χάρτη ως ένας κρίσιμος, αξιόπιστος και αυτόνομος ενεργειακός εταίρος. Αν επιτρέψουμε ολόκληρος ο ενεργειακός πλούτος της χώρας μας να καταστεί αντικείμενο υγροποίησης σε τρίτες χώρες, με συνεπακόλουθη την απώλεια του στρατηγικού ελέγχου της εφοδιαστικής αλυσίδας, ή αν υποχωρήσουμε μπροστά στις προβολές ισχύος και τον παράνομο εξαναγκασμό, θα παραμείνουμε οριστικά δέσμιοι της γεωγραφίας μας. Αν, όμως, επενδύσουμε στην τεχνοκρατική αναβάθμιση, στην ενίσχυση της θεσμικής επάρκειας και ικανότητας, στην προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, και στην άσκηση μιας πολυεπίπεδης ενεργειακής διπλωματίας, το ενεργειακό κεφάλαιο θα πάψει να αποτελεί “πρόβλημα” και θα καταστεί η λύση: ο μοχλός που θα ωθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση να διευρύνει την οπτική της πέρα από την αποκλειστική εστίαση στην επίπλαστη “ρωσική απειλή” και να δει την Κύπρο όχι ως μια “ανοιχτή πληγή” της Μεσογείου, αλλά ως μια απαραίτητη πηγή της δικής της ασφάλειας, ενεργειακής θωράκισης και ζωτικού γεωπολιτικού αποτυπώματος στην κρίσιμη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Πρόσθετα, η ενεργειακή διασύνδεση θα ενισχύσει το επιχείρημα για την ενσωμάτωση της Κύπρου στην υπό σχεδιασμό ευρωπαϊκή αντιπυραυλική ομπρέλα, δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα συστημάτων όπως ο ισραηλινός «Σιδηρούς Θόλος» (Iron Dome) ενδέχεται να δοκιμαστεί υπό συνθήκες επιχειρησιακού κορεσμού σε περίπτωση μαζικών επιθέσεων. Το ενδεχόμενο αυτό επιβεβαιώνεται από τα διδάγματα της τρέχουσας σύρραξης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν, όπου η χρήση σμηνών drones και πυραύλων υπογραμμίζει την ανάγκη για ενσωμάτωση της Κύπρου σε μια συλλογική αμυντική ομπρέλα. Παράλληλα, αναδεικνύεται η επιτακτική ανάγκη εγκατάστασης προηγμένων αμυντικών συστημάτων επί των κρίσιμων υποδομών και ενεργειακών εγκαταστάσεων σε όλη την κυπριακή επικράτεια, τα οποία θα λειτουργήσουν ως ένα αδιαπέραστο αποτρεπτικό ανάχωμα (deterrent buffer) έναντι οποιασδήποτε περιφερειακής απειλής, θωρακίζοντας αδιαίρετα τον εθνικό και ενεργειακό χώρο. Υπό αυτό το πρίσμα, η ενέργεια καθίσταται ο καταλύτης που θα επιτρέψει στη Λευκωσία να διαρρήξει τα δεσμά της γεωγραφίας της και να αναβαθμιστεί σε έναν θεμελιώδη άξονα και στρατηγικό προπύργιο σταθερότητας και ευρωπαϊκής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο σταυροδρόμι αγωγών και ενεργειακών διασυνδέσεων, η Κύπρος βρίσκεται ενώπιον μιας καθοριστικής στρατηγικής επιλογής: είτε θα εδραιώσει τη θέση της ως πυλώνας περιφερειακής σταθερότητας είτε θα παραμείνει η ηχώ μιας χαμένης ευκαιρίας. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα κριθεί τελικά από την ικανότητα της Δημοκρατίας να μετατρέψει το ενεργειακό της κεφάλαιο σε διπλωματική ισχύ, εδραιώνοντας στην πράξη τον ρόλο της ως το ανατολικότερο ενεργειακό και γεωπολιτικό σύνορο της Δύσης.
Στο σύγχρονο στρατηγικό περιβάλλον, η απλή επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν επαρκεί πλέον. Αυτό που επείγει είναι η συστηματική οικοδόμηση και συγκρότηση μιας αξιόπιστης αρχιτεκτονικής αποτροπής, ικανής να καθιστά το κόστος της εξωτερικής παρέμβασης —συγκεκριμένα από την Άγκυρα— στρατηγικά απαγορευτικό. Μόνο μέσω της επίτευξης ουσιαστικής στρατηγικής αυτονομίας, θεμελιωμένης σε ένα ολοκληρωμένο ενεργειακό σύστημα, και ενισχυμένης από μια ισχυρή και αξιόπιστη αμυντική διάταξη, μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να θωρακιστεί απέναντι σε περιφερειακούς εκβιασμούς ή καταναγκασμούς και να απεγκλωβιστεί από τους περιορισμούς που επιβάλλει η αναθεωρητική πολιτική ισχύος της Άγκυρας. Στο φόντο της βίαιης αναδιάταξης της γεωπολιτικής σκακιέρας και των κλιμακούμενων ενδοπεριφερειακών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή που αγγίζουν το κατώφλι της Κύπρου, η ανάγκη για στρατηγική διαύγεια και αποφασιστική κρατική δράση μετατρέπεται πλέον σε επιταγή επιβίωσης.
***
1 Δείτε τη Μεταπτυχιακή Διατριβή του Συγγραφέα: Tilliros, P., Cyprus Energy System and Energy Security: The Transformative Effect of Gas on the Cyprus Economy and the Energy System, University of Nicosia. Διαθέσιμη στο: https://www.researchgate.net/profile/Panayiotis-Tilliros/research
2 Δείτε τη Διδακτορική Διατριβή του Συγγραφέα: Tilliros, P., Cyprus Bail-in: An Assessment of the Causes, Impact and Implications, University of Nicosia Repository. Διαθέσιμη στο:
https://repository.unic.ac.cy/archive/item/6286?lang=en
GEOPOLITICO
Συμπτώματα Παρακμής…
Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες της σε ουσιαστική αποτροπή. Ο Θανάσης Κ. ασκεί αιχμηρή κριτική στην πολιτική της ελληνοτουρκικής «φιλίας» και θέτει το κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να οικοδομεί στρατηγική αυτονομία, όταν εξοπλίζει μια χώρα που απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο;
Του Θανάση Κ.
* Η Τουρκία ξαναμπαίνει, βήμα-βήμα, στη δυτική αμυντική αγορά.
Γαλλία και Τουρκία υπέγραψαν πρόσφατα έναν «οδικό χάρτη» για την αμυντική τους συνεργασία. Δεν είναι συνθήκη αμυντικής συνδρομής. Δεν είναι κάτι ανάλογο με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021. Δεν “δεσμεύει” τη Γαλλία να υπερασπιστεί στρατιωτικά την Τουρκία.
Ας μην υπερβάλλουμε, λοιπόν.
Αλλά ας μην το υποτιμούμε κιόλας.,,
Τα Eurofighter προχωρούν. Οι Meteor, οι γαλλικοί πύραυλοι αέρος-αέρος, ανοίγουν τον δρόμο τους προς την Τουρκία. Και η Τουρκία ξαναμπαίνει σταδιακά στην αλυσίδα της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Όχι χωρίς εμπόδια…
Τα F-35 δεν τα πήρε.
Τα 40 αμερικανικά F-16 Block 70 καθυστερούν.
Τα 79 αμερικανικά πακέτα αναβάθμισης παλαιών F-16 σε Viper εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο, αλλά στη συνέχεια η Άγκυρα απέσυρε αυτή την αμερικανική λύση και επέλεξε να προχωρήσει στην αναβάθμιση με δικές της δυνατότητες.
Οι αμερικανικοί κινητήρες F110 για το KAAN τελικά αποδεσμεύθηκαν. Αλλά δεν αποτελούν “αναβάθμιση”. Και ο τουρκικός κινητήρας, δεν αναμένεται πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Το αντι-αεροπορικό SAMP/T εξακολουθεί να συναντά γαλλικές αντιρρήσεις.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν κέρδισε τα πάντα.
Αλλά κερδίζει έδαφος.
Και αυτό είναι το σημαντικό.
Γιατί κάθε φορά που συναντά ένα εμπόδιο δεν εγκαταλείπει.
Πιέζει.
Διαπραγματεύεται.
Αλλάζει δρόμο.
Αναζητά άλλη λύση.
Υπέρ-προβάλλει κι ύστερα αξιοποιεί στο μέγιστο τη “γεωπολιτική της αξία”.
Και περιμένει την κατάλληλη στιγμή.
Έτσι λειτουργούν οι χώρες που θέλουν να γίνουν περιφερειακές δυνάμεις.
Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει αναλάβει έναν παράξενο ρόλο: να εξηγεί στους άλλους ότι η Τουρκία είναι… “φίλη μας”.
* Η “Διακήρυξη των Αθηνών” του Δεκεμβρίου 2023 δεν είναι συνθήκη ούτε νομικά δεσμευτική συμφωνία. Είναι πολιτική διακήρυξη φιλίας και καλής γειτονίας.
Και αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Γιατί η διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από το νομικό περιεχόμενο των κειμένων.
Κρίνεται και από τα μηνύματα που εκπέμπεις.
Και το μήνυμα που εκπέμψαμε τότε ήταν σαφές:
Η Τουρκία είναι “φίλη” μας!
Την ώρα που δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα και κλιμακώνει ασταμάτητα τις προκλήσεις σε βάρος μας.
Αφού εμείς λέμε ότι, παρ’ όλα αυτά, “η Τουρκία είναι φίλη μας”,
γιατί να μην το πιστέψουν και οι άλλοι;
Γιατί οι Γάλλοι να θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν συζητούν την πώληση όπλων στην Τουρκία;
Γιατί οι Γερμανοί να διστάζουν να πουλήσουν Eurofighter;
Και, κυρίως, γιατί οι χώρες της περιοχής, που έχουν δικά τους προβλήματα με την Τουρκία, να θεωρούν την Ελλάδα “φυσικό σύμμαχο” απέναντί της;
Εμείς οι ίδιοι τους διαμηνύουμε να μη περιμένουν τίποτα από μας.
* Κι εδώ βρίσκεται η ευθύνη της κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν είναι λάθος “να συνομιλείς” με την Τουρκία. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ μας.
Δεν είναι λάθος να επιδιώκεις αποκλιμάκωση.
Λάθος είναι να βαφτίζεις «φιλική» μια συμπεριφορά που δεν είναι φιλική!
Και να στέλνεις παντού το λάθος μήνυμα…
Γιατί η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα δεν είναι συμπεριφορά “φίλου”.
Κι αυτό πρέπει να ειπωθεί ψύχραιμα, καθαρά και απερίφραστα.
Προς πάσαν κατεύθυνση…
* Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Και αυτό πρέπει να λέγεται στην Ευρώπη ξανά και ξανά.
Η Τουρκία απειλεί δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και κατέχει παράνομα έδαφος ενός κράτους-μέλους: Της Κύπρου…
Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, η Ευρώπη να εξοπλίζει την Τουρκία και ταυτόχρονα να μιλά για “ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία”;
Πώς μπορεί να θέλει να γίνει “αμυντικά ανεξάρτητη” – όταν μόνη της καθίσταται αμυντικά “ανύπαρκτη”;
Όταν απειλούνται κράτη-μέλη από τρίτη χώρα και άλλα κράτη-μέλη εξοπλίζουν την τρίτη χώρα, γεωπολιτικά δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό πρέπει να διακηρύσσει η Ελλάδα.
Σε κάθε ευρωπαϊκό συμβούλιο.
Σε κάθε Σύνοδο Κορυφής.
Στο ΝΑΤΟ.
Στα Ηνωμένα Έθνη.
Παντού.
Για να γίνει στρατηγικά αυτόνομη η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει προηγουμένως να υπάρχει. Και εξοπλίζοντας την Τουρκία την ώρα που η Τουρκία απειλεί κράτη μέλη της, η Ευρώπη αυτο-ακυρώνεται.
Αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο.
Αφορά την Ευρώπη συνολικά.
Δεν είναι “κραυγή αγωνίας” της Ελλάδας προς την Ευρώπη.
Είναι “καμπανάκι” για την Ευρώπη συνολικά.
* Και μετά υπάρχει το τρίτο, το αυτονόητο.
Η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί τους φυσικούς της συμμάχους στην περιοχή.
Το Ισραήλ.
Την Αίγυπτο.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Την Ανατολική Λιβύη.
Την Ινδία.
Να τους πει καθαρά:
Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό – αναθεωρητισμό. Δεν είναι «φίλη» της τουρκικής πολιτικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει “αντί-τουρκική” η Πολιτική της Ελλάδας,,,
Σημαίνει ότι πρέπει να γίνει, επιτέλους, Ελληνική!
Να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Να αξιοποιήσει τις δυνητικές συμμαχίες της.
Να δημιουργήσει νέες.
Να προσφέρει στους άλλους λόγο να στηρίζονται στην Ελλάδα.
Γιατί σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο:
Όταν η Αθήνα διακηρύσσει ότι η Τουρκία είναι “φίλη” της, απογοητεύει όσους έχουν λόγους να φοβούνται την Τουρκία.
Και ενθαρρύνει άλλες χώρες να τα βρουν απευθείας με την Άγκυρα.
Γιατί να επενδύσει περισσότερο το Κάιρο στην Αθήνα, όταν η ίδια η Αθήνα διαβεβαιώνει ότι οι σχέσεις της με την Άγκυρα είναι “σχέσεις φιλίας”;
Φτάσαμε στο παράδοξο να υπερασπίζεται ο Νετανιάχου, στα Ηνωμένα Έθνη, την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις με μεγαλύτερη καθαρότητα από εκείνη που επιδεικνύουν οι ίδιες οι ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες.
Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι αυτοϋπονόμευση.
* Και δεν είναι η πρώτη φορά.
— Στη Λιβύη, η Τουρκία μπήκε δυναμικά και άλλαξε τον συσχετισμό.
Η Γαλλία είχε τότε κοινά συμφέροντα με εμάς.
Η Αίγυπτος και τα Εμιράτα επίσης.
Η Ανατολική Λιβύη επίσης.
Εμείς;
Χαρακτηρίσαμε τον Χαφτάρ που αντιστεκόταν στην τουρκική διείσδυση “καμένο χαρτί” και “τελειωμένο”.
Τελικά οι Γάλλοι σταμάτησαν την τουρκική διείσδυση στη Λιβύη με τη βοήθεια της Αιγύπτου και των Εμιράτων.
Μετά η Τουρκία έκανε άνοιγμα στον Χαφτάρ (που οι δικοί μας φωστήρες των είχαν “τελειωμένο”). Τώρα ο υιός Χαφτάρ τα βρήκε με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Κι εμείς απλώς είμαστε απόντες. Γιατί όλοι μας υπολογίζουν ως “φίλους” της Τουρκίας…
— Η Γαλλία μάς είχε προτείνει συμφωνία αμυντικής συνδρομής και μας πήρε πάνω από έναν χρόνο για να απαντήσουμε.
Τελικά, χρειάστηκε η κρίση των γαλλικών υποβρυχίων με την Αυστραλία για να ανοίξει ο δρόμος προς τις Belharra και την ελληνογαλλική συμφωνία. Από “σπόντα”…
Εμείς περιμέναμε την ευκαιρία. Η ευκαιρία πέρασε από μπροστά μας. Και παρά λίγο να τη χάσουμε…
Κι ύστερα διακηρύξαμε την “φιλία μας” προς την Τουρκία και τα ακυρώσαμε όλα…
Εμείς διστάζουμε και καρκινοβατούμε!
Η Τουρκία δεν περιμένει.
Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα…
* Δεν χρειάζεται να υπερτιμούμε την Τουρκία.
Πρέπει να πάψουμε να υποτιμούμε την Ελλάδα!
Γιατί η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της περιοχής που ανήκει ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
Έχει ναυτική θέση που δεσπόζει στην Ανατολική Μεσόγειο.
Έχει ενεργειακές, εμπορικές και στρατηγικές δυνατότητες.
Έχει ευκαιρίες.
Πολύ περισσότερες απ’ όσες αξιοποιεί.
Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη διαφορά μας με την Τουρκία.
Η Τουρκία συναντά εμπόδια και προσπαθεί να τα ξεπεράσει.
Εμείς συναντάμε ευκαιρίες και συχνά τις αφήνουμε να περάσουν.
Εκείνη πιέζει.
Εμείς καθησυχάζουμε.
Εκείνη διεκδικεί.
Εμείς εξηγούμε γιατί είμαστε “καλά παιδιά” – σε ένα σύγχρονο κόσμο ανάστατο, που κανείς δεν δίνει σημασία πια στα “καλά παιδιά”…
Εκείνη οικοδομεί επιρροή.
Εμείς διακηρύσσουμε «φιλία» με όσους μας απειλούν!
Εκείνη θέλει να γίνει περιφερειακή δύναμη.
Εμείς διστάζουμε, μήπως η διεκδίκηση του δικού μας ρόλου ενοχλήσει κάποιον.
Αυτό πρέπει να τελειώσει!
* Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει επιθετική.
Χρειάζεται να γίνει παρούσα. Και Αξιόπιστη…
Δεν χρειάζεται να ψάχνει εχθρούς.
Χρειάζεται να αναγνωρίζει τους πραγματικούς φίλους της.
Δεν χρειάζεται να κόψει τις γέφυρες με την Τουρκία.
Χρειάζεται να πάψει να στρώνει μόνη της τον δρόμο στην Τουρκία.
Γιατί η Τουρκία θα συνεχίσει να πιέζει.
Θα συνεχίσει να αναζητά όπλα.
Θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.
Θα συνεχίσει να διεκδικεί.
Και αν εμείς συνεχίσουμε να αποκαλούμε
«φιλία» την υποχώρηση,
«σταθερότητα» την αδράνεια
και «επιτυχία» την απουσία κρίσης,
κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε κάτι πολύ δυσάρεστο:
η Τουρκία θα έχει γίνει περιφερειακός ηγεμόνας — κι εμείς θα έχουμε αυτοϋποβιβαστεί σε παρατηρητή της δικής μας ανυπαρξίας.
Μαζί, και της ανυπαρξίας της Ευρώπης…
Οι ευκαιρίες δεν χάνονται όλες μαζί.
Χάνονται μία-μία.
Μέχρι να μην υπάρχουν άλλες.
Και τότε θα είναι πολύ αργά.
* Η “Συμφωνία των Αθηνών” που τώρα έχει οριστικά χρεοκοπήσει,
– αλλά ακόμα δεν έχει οριστικά εγκαταλειφθεί – δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό.
Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της Παρακμής του πολιτικού συστήματος, για την οποία μίλησε χθες και ο Αντώνης Σαμαράς.
Η Ελλάδα αγοράζει Belharra και Rafale, αλλά την ίδια στιγμή παραιτείται από την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων (ορίζει την “κόκκινη γραμμή” στα 6 μίλια!) και διακηρύσσει τη… “φιλία” της με εκείνους που της τα καταπατούν. Την ίδια στιγμή ξεπλένει την Τουρκία, ώστε να εξοπλιστεί κι εκείνη με οπλικά συστήματα που πριν δεν της τα έδιναν.
Η Ελλάδα ακυρώνει την Αποτροπή της και απογοητεύει συνεχώς δυνητικούς συμμάχους της στην περιοχή.
Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί ούτε τις δυνατότητές που έχει
ούτε τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται.
Ούτε οικονομικά, ούτε διπλωματικά, ούτε γεωπολιτικά.
* Κι αν πάμε ακόμα βαθύτερα: Στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό, αλλά το “Εξωτερικό”μέσα στη χώρα!
Δεν οικοδομεί συμμαχίες έναντι κοινού εχθρού.
Αναζητεί προστάτες! Που εμφανίζονται όλο και πιο απρόθυμοι…
Και δεν θέλει ούτε να εμπνεύσει ούτε να εκπροσωπήσει τους Έλληνες.
Επιδιώκει απλώς να τους “ελέγξει”.
Και γι’ αυτό απογοητεύει όλο και περισσότερους.
Να τους ελέγξει για λογαριασμό μιας “δυτικής πολιτικής” που είτε είναι βαθιά διχασμένη, είτε έντονα αμφισβητούμενη στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι “Προπύργιο” της Ευρώπης και της Δύσης στην περιοχή – και γίνεται η “Αχίλλειος πτέρνα” της.
Και η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η “ατμομηχανή” της Δυτικής επιρροής στον κόσμο – και κοντεύει να γίνει η “μαύρη Τρύπα” της Δύσης.
Ό,τι άλλο συμβεί δίπλα μας ή γύρω μας,
η Ελλάδα πρέπει να σταθεί όρθια στα πόδια της
και να σταματήσει τον κατήφορο της Παρακμής της…
Κι ίσως έτσι βοηθήσουμε πραγματικά, την αληθινή Ευρώπη.
Αλλά για την ώρα πρέπει να σώσουμε τους εαυτούς μας.
Είναι πιο “επείγον” απ’ ό,τι φανταζόμαστε
και λιγότερο “ανέφικτο” απ’ ό,τι προσπαθούν να μας πείσουν…
Αναλύσεις
Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν
Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να επικαλείται μεταναστευτικές πιέσεις και απειλές για τη δημόσια ασφάλεια, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά επαρκέστερη τεκμηρίωση και σταδιακή άρση των ελέγχων, το ερώτημα γίνεται επιτακτικό: πότε ένα προσωρινό μέτρο αρχίζει να μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς;
Το καθεστώς της επαναφοράς/παράτασης του ελέγχου των συνόρων στα εσωτερικά σύνορα των Κρατών – Μελών Schengen διέπεται από το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1717, συγκεκριμένα:
Όταν απαιτείται άμεση δράση για «απρόβλεπτες απειλές», ένα Κράτος-Μέλος μπορεί να επαναφέρει ελέγχους μέγιστης αρχικής διάρκειας ως ένα μήνα. Αν η απειλή επιμένει, μπορεί να παραταθεί με ανώτατο συνολικό όριο τους τρεις μήνες.
Για «προαναγγελλόμενες ή αναμενόμενες απειλές», η αρχική επαναφορά μπορεί να γίνει για χρονικό διάστημα μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Κάθε παράταση μπορεί να διαρκεί ως έξι μήνες, με ανώτατο συνολικό όριο τα δύο έτη.
Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η «σοβαρή απειλή» επιμένει μετά το πέρας των δύο ετών, επιτρέπεται η παράταση των ελέγχων για επιπλέον έξι μήνες κάθε φορά, με απόλυτο μέγιστο όριο το ένα επιπλέον έτος (συνολικά 3 έτη). Ωστόσο, αυτό απαιτεί ειδική κοινοποίηση, επικαιροποιημένη εκτίμηση κινδύνου και ενεργοποιεί αυστηρότερο έλεγχο αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι έλεγχοι πρέπει να επιβάλλονται μόνο ως έσχατη ανάγκη. Τα Κράτη-Μέλη υποχρεούνται πλέον:
• Ν’ αποδεικνύουν ότι εξέτασαν εναλλακτικά μέτρα, όπως η αυξημένη αστυνομική συνεργασία ή οι στοχευμένοι έλεγχοι σε παραμεθόριες ζώνες αντί για πλήρεις συνοριακούς ελέγχους.
• Να υποβάλλουν λεπτομερή εκτίμηση κινδύνου (risk assessment) που να δικαιολογεί ότι η κλίμακα και διάρκεια των ελέγχων δεν υπερβαίνουν το απολύτως απαραίτητο.
Αν οι έλεγχοι παρατείνονται για περισσότερους από δώδεκα μήνες συνολικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται (άρθρο 27α) να εκδώσει επίσημη γνώμη (opinion), ενώ δύναται να ξεκινήσει και διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των εμπλεκόμενων Κρατών-Μελών.
Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει τουλάχιστον:
• αξιολόγηση του κατά πόσο η επαναφορά ή η επέκταση του ελέγχου συνόρων στα εσωτερικά σύνορα συμμορφώνεται με τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας
• αξιολόγηση του κατά πόσο διερευνήθηκαν επαρκώς εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής.
Επαναφορά ελέγχου στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα της Γερμανίας
Από το Σεπτέμβριο 2024, η Γερμανία επανέφερε τους ελέγχους στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα με Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Αυστρία, Τσεχία και Πολωνία και τους διατήρησε με διαδοχικές εξάμηνες παρατάσεις, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια.
Στις 02 Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε γνώμες για εννέα χώρες, μεταξύ αυτών και για τη Γερμανία [έγγραφο C (2026) 3557], με τις οποίες είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των ελέγχων σ’ όλα τα εσωτερικά σύνορα χωρίς διάκριση, συστήνοντας τη σταδιακή κατάργησή τους.
Ειδικά για τη Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι οι κοινοποιήσεις (παράτασης επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα) δεν τεκμηριώνουν επαρκώς γιατί χρειάζονται έλεγχοι σ’ όλα τα κοινά χερσαία σύνορα χωρίς διάκριση, γιατί επιλέγονται εξάμηνες περίοδοι κι όχι συντομότερες, ούτε γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα (π.χ. στοχευμένοι αστυνομικοί έλεγχοι). Συνέστησε σταδιακή κατάργηση των εσωτερικών ελέγχων, ωστόσο δεν διαπίστωσε ρητά ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι ασύμβατοι με το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, δεν τους σταμάτησε.
Η τελευταία παράταση (16/09/2026 – 15/03/2027), κοινοποιήθηκε τον Αύγουστο 2026 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στ’ άλλα Κράτη-Μέλη από το Γερμανό Υπουργό Εσωτερικών Alexander Dobrindt, μ’ επίσημη αιτιολογία τις συνεχιζόμενες σοβαρές απειλές για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, λόγω: υψηλών επιπέδων παράνομης μετανάστευσης, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, καθώς και της επίδρασης της διεθνούς κατάστασης ασφαλείας (πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία).
Η παράταση αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ισχύει. Η διατύπωση «ισχύει αν δεν αντιταχθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή» είναι δημοσιογραφική.
Νομικά, το μέτρο ενεργοποιείται με την κοινοποίηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί ν’ ασκήσει διαδικασία παράβασης, αλλά ως τώρα δεν έχει μπλοκάρει τις παρατάσεις της επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Γερμανίας.
Με αφορμή τις διαδοχικές παρατάσεις που έχουν σημειωθεί στην επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά (κοινά χερσαία) σύνορα της Γερμανίας με τις εννέα γειτονικές της χώρες, εγείρονται γενικοί και σοβαροί προβληματισμοί:
• Αρχικά, οι συνεχείς παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων και, συνεπώς της αναστολής λειτουργίας του Σένγκεν στο συγκεκριμένο είδος συνόρων (εν προκειμένω στα χερσαία σύνορα) για διάστημα δύο ετών, με πιθανότητα να διευρυνθεί συνολικά σε 3 έτη (ήδη το Μάρτιο 2027 θα είναι 2,5 χρόνια επαναφοράς εσωτερικών ελέγχων) εγείρουν θεμελιώδεις και σοβαρές αιτιάσεις αμφισβήτησης της ομαλής κι εύρυθμης λειτουργίας του χώρου Σένγκεν, καθώς και της βασικής φιλοσοφίας του χώρου Σένγκεν «ως χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης», λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Γερμανικές Αρχές δεν αιτιολόγησαν επαρκώς: την ανάγκη ελέγχων στα κοινά χερσαία σύνορα της Γερμανίας μ’ όλες τις γειτονικές της χώρες, χωρίς διάκριση, γιατί επέλεξαν εξάμηνες κι όχι συντομότερες περιόδους, καθώς και γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα αντί για συνεχόμενες παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων
• Αν «οποιεσδήποτε σοβαρές απειλές στα σύνορα» δεν αιτιολογούνται κατάλληλα ή δεν είναι δυνατό ν’ αντιμετωπιστούν σε διάστημα έξι μηνών ή ενός έτους, από τις αρχές μίας χώρας όπως η Γερμανία των 85 εκατ. κατοίκων, η οποία διαθέτει επαρκή αριθμό αστυνομικών και συνοριοφυλάκων σ’ όλα τα σύνορά της (εξωτερικά κι εσωτερικά), τότε τίθενται στο τραπέζι γενικοί προβληματισμοί για τη συνολική κι εύρυθμη λειτουργία του χώρου Σένγκεν, ειδικά όσον αφορά μικρότερα Κράτη-Μέλη σε πληθυσμό, υποδομές/δυνατότητες/μέσα και προσωπικό επιβολής του νόμου
• Ενώ η Γερμανία διατηρεί, από το Σεπτέμβριο 2024, την επαναφορά ελέγχων στα κοινά χερσαία της (εσωτερικά) σύνορα με γειτονικά Κράτη – Μέλη, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια, η Ελλάδα, παρότι τη θερινή περίοδο 2025 επικαλέστηκε «κατάσταση ανωτέρας βίας», λόγω των αυξημένων προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών δια θαλάσσης, από την Ανατολική Λιβύη στα νησιά Γαύδο και Κρήτη, καθώς και της συνακόλουθης μεγάλης πίεσης στο εθνικό μας σύστημα υποδοχής και ασύλου (με την πίεση αυτή στο σύστημα υποδοχής και ασύλου μάλιστα να εκδηλώνεται και φέτος κατά τη θερινή περίοδο 2026), δεν αιτήθηκε την επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά της σύνορα
• Με βάση πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων, από υπηκόους τρίτων χωρών, στη Γερμανία αλλά και σε άλλα Κράτη – Μέλη ΕΕ, σε ανυποψίαστους πολίτες, η παραβατικότητα κάποιων από τους οποίους ήταν ήδη γνωστή στις αρχές επιβολής του νόμου, είναι προφανές ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στα σύνορα συνδέεται άμεσα με το επίπεδο και την ποιότητα της εσωτερικής ασφάλειας των Κρατών – Μελών ΕΕ, ενώ εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί αυτοί κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ή γιατί δεν είχαν απελαθεί από την ΕΕ.
GEOPOLITICO
Το καλωσόρισμα της Γκίλφοϊλ στον Ρούμπιο και το like στην παρέμβαση Σαμαρά
Η Αμερικανίδα πρέσβης προβάλλει άμυνα, ενέργεια και επενδύσεις ως προτεραιότητες της επίσκεψης Ρούμπιο. Εντύπωση προκάλεσε η διαδικτυακή αντίδρασή της σε ανάρτηση με την κριτική του πρώην πρωθυπουργού.
Τη στρατηγική σημασία της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα υπογράμμισε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, συνδέοντας τον 6ο Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια, το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Σε ανάρτησή της το βράδυ της Τρίτης 6 Οκτωβρίου, η Αμερικανίδα πρέσβης καλωσόρισε τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας, και χαρακτήρισε την επίσκεψη ένδειξη της ισχύος της διμερούς συμμαχίας.
«Η εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ελλάδας δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», ανέφερε, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες εργάζονται για ένα ασφαλέστερο και ευημερούν μέλλον, τόσο για τις ίδιες όσο και για την περιοχή.
Οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον
Η Γκιλφόιλ ενέταξε την επίσκεψη Ρούμπιο στην προώθηση των προτεραιοτήτων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κατονομάζοντας τρεις βασικούς τομείς: την αμυντική συνεργασία, το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και την ενεργειακή συνεργασία.
Η αναφορά της αποτυπώνει το εύρος της ατζέντας του Στρατηγικού Διαλόγου. Πέρα από τις διπλωματικές επαφές, η αμερικανική πλευρά δίνει έμφαση στις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις, παράλληλα με τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Η ίδια σημείωσε ότι η παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών υπογραμμίζει τη δύναμη της συμμαχίας και την κοινή δέσμευση για την περαιτέρω ανάπτυξή της.
Το like στην ανάρτηση για τον Σαμαρά
Παράλληλα, ενδιαφέρον προκάλεσε μια διαφορετική κίνηση της πρέσβεως στα κοινωνικά δίκτυα: το like σε ανάρτηση που παρουσίαζε την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία και τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
Στην ανάρτηση περιλαμβάνονταν οι θέσεις του πρώην πρωθυπουργού για τις δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχετικά με την ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της Βόρειας Μακεδονίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς είχε επίσης επικρίνει τη συμφωνία που συνέδεσε την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στην Ελλάδα με την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία. Υποστήριξε ότι η Αθήνα όφειλε να διεκδικήσει το σύνολο των θρησκευτικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάνοντας λόγο για υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.
Η Γκιλφόιλ ακολουθεί, μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων, και τον λογαριασμό του πρώην πρωθυπουργού. Ο λόγος του συγκεκριμένου like, ωστόσο, δεν έχει διευκρινιστεί. Η διαδικτυακή αντίδραση δεν αρκεί για να συναχθεί ότι η πρέσβης υιοθετεί το σύνολο των θέσεων της ανάρτησης ή ότι αυτές εκφράζουν την επίσημη αμερικανική πολιτική.
Το σαφές δημόσιο μήνυμά της αφορά την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Η επίσκεψη Ρούμπιο και οι εργασίες του Στρατηγικού Διαλόγου αποτελούν το πεδίο στο οποίο αυτό το μήνυμα καλείται να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
