Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ελλάδα-Γερμανία: Ποιος χρωστάει σε ποιον; (2) Οι πιστωτές προστατεύονται, o ελληνικός λαός θυσιάζεται

Δημοσιεύτηκε στις

Ερίκ Τουσέν* (ειδικό αφιέρωμα του συγγραφέα στον Ινφογνώμονα)

Δείτε το πρώτο άρθρο
της σειράς:
 Ελλάδα-Γερμανία: ποιος χρωστάει σε ποιον; (1) Η διαγραφή
του γερμανικού χρέους στο Λονδίνο το 1953
, που δημοσιεύθηκε τη 1η Οκτωβρίου 2012.
Ενώ η Άνγκελα Μέρκελ
επισκέπτεται την Ελλάδα σήμερα 9 Οκτωβρίου, όπου την περιμένουν μεγάλες
διαδηλώσεις, ιδού η συνέχεια της σειράς: Ελλάδα-Γερμανία: Ποιος χρωστάει σε
ποιον;
Πρόκειται για ηθική υποχρέωση να εναντιωθούμε στους ψεύτικους
λόγους περί αλληλεγγύης που δήθεν δείχνουν οι κυβερνήτες των ισχυρότερων χώρων
της Ευρωζώνης προς τον ελληνικό λαό και προς τις άλλες ευάλωτες χώρες
(Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία …).
   Τα λόγια τους, που αναμεταδίδονται συνεχώς από τα κύρια μέσα
μαζικής ενημέρωσης, διαψεύδονται από τα γεγονότα.

Ξεκινήστε με μια μικρή πρακτική επαλήθευση. Ψάξτε στο Internet «Η Ελλάδα έχει λάβει» με κάποια μηχανή
αναζήτησης. Θα δείτε  πώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης  επαναλαμβάνουν ότι αυτή η χώρα πήρε μια
τεράστια βοήθεια. 
Π.χ. ο Hans-Werner Sinn | 1|, ένας από τους πιο σημαντικούς οικονομολόγους στη Γερμανία,
σύμβουλος της κυβέρνησης της Άνγκελα Μέρκελ, δεν δίστασε να πει: «Η Ελλάδα
έχει ωφεληθεί από την εξωτερική βοήθεια με 460 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω
διαφόρων διατάξεων.
 Η βοήθεια προς την Ελλάδα μέχρι στιγμής αποτελεί το
ισοδύναμο του 214% του ΑΕΠ της, ή περίπου δέκα φορές περισσότερο από όσο
 η Γερμανία είχε επωφεληθεί από το σχέδιο Μάρσαλ. Το Βερολίνο προσέφερε περίπου το ένα
τέταρτο αυτής της βοήθειας προς την Ελλάδα δηλαδή 115 δισ. ευρώ, ποσόν που
  αντιπροσωπεύει τουλάχιστον δέκα σχέδια Μάρσαλ ή δυόμισι φορές μια
συμφωνία του Λονδίνου
». | 2 |

Όλα αυτά είναι λάθος
υπολογισμός. Η Ελλάδα δεν έχει λάβει ένα τέτοιο ποσόν και τα ποσά που έχει
λάβει μέσω της  χρηματοδότησης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σοβαρά σαν
βοήθεια. Η άποψη του Hans-Werner Sinn να τοποθετεί  επί ίσοις όροις την Γερμανία μετά το
δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με την Ελλάδα του 2006 είναι εξωφρενική.  Ξεχνάει τι έκαναν οι
Ναζί ηγέτες σ αυτήν. Επιπλέον, αγνοεί τα ποσά που σωστά απαιτεί η Ελλάδα από την
Γερμανία μετά από τις ζημιές που υπέστη κατά τη διάρκεια της ναζιστικής
κατοχής, | 3 | καθώς και το αναγκαστικό δάνειο που η ναζιστική Γερμανία
υποχρέωσε να της δώσει η  Ελλάδα. Το χρέος της Γερμανίας προς την Ελλάδα ανέρχεται σε τουλάχιστον
100 δισεκατομμύρια ευρώ. Όπως γράφτηκε στο ιστοτόπο A l’encontre, με βάση τις εργασίες του Karl Heinz Roth, ιστορικόυ για την λεηλασία της
κατεχόμενης Ευρώπης από τη ναζιστική Γερμανία | 4 | «Η Γερμανία έχει δώσει στην Ελλάδα το 1,67% απ όσα όφειλε να
δώσει
  για την καταστροφή που υπέστη από την κατοχή μεταξύ 1941 και
1944
».

Μια σειρά από ισχυρά
επιχειρήματα χρειάζονται  για να αποδειχθεί η περίπου διανοητική ανεντιμότητα του  Hans-Werner Sinn και των κυβερνητικών μέσων ενημέρωσης.
Αυτό που ακολουθεί θα μπορούσε να είναι μια άσκηση για την αλήθεια
όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά  και για τις  χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ μέλη της ΕΕ, καθώς και για
τις χώρες (στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης)  Πορτογαλία , Ιρλανδία και Ισπανία… 
Αλλά, όπως θα το
συζητήσουμε στο τρίτο μέρος του παρόντος άρθρου, οι σχέσεις μεταξύ της
Γερμανίας και Ελλάδας έχουν μια ιστορία που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.
Ι. Τα σχέδια για “βοήθεια”
εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ιδιωτικών τραπεζών και όχι αυτά του ελληνικού
λαού
Το Σχέδιο «Διάσωσης», που ισχύει από το Μάιο 2010, είχε πρωταρχικό
στόχο να προστατεύσει τα συμφέροντα των ιδιωτικών τραπεζών των
ισχυρότερων χωρών της ευρωζώνης , των οποίων τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και
προς τις ελληνικές αρχές είχαν αυξηθεί δραματικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας
του 2000. Τα δάνεια προς την Ελλάδα από την Τρόικα από το 2010
χρησιμοποιήθηκαν για την αποπληρωμή των δυτικών ιδιωτικών τραπεζών, ώστε  να τις βοηθήσει να ξεφύγουν με ελάχιστες απώλειες. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν  για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών ιδιωτικών τραπεζών,
μερικές από τις οποίες είναι θυγατρικές ξένων τραπεζών, κυρίως γαλλικών.
Τα Σχέδια «Διάσωσης» είχαν στόχο  να
προστατέψουν τα συμφέροντα των ιδιωτικών τραπεζών των ισχυρότερων χώρων της
ευρωζώνης.
Το χρέος του ελληνικού ιδιωτικού
τομέα αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000. Τα
νοικοκυριά, στα οποία οι τράπεζες και όλος ο ιδιωτικός εμπορικός τομέας
(μεγάλη διανομή, αυτοκίνητα, κατασκευές…) προσέφεραν ελκυστικούς όρους, κατέφυγαν
σε μαζικό δανεισμό, καθώς και οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και οι
τράπεζες που μπορούσαν να δανείζονται με χαμηλό κόστος (χαμηλά επιτόκια και
υψηλότερος πληθωρισμός από ό, τι στις βιομηχανικές χώρες της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Μπενελούξ). Αυτό το
ιδιωτικό χρέος υπήρξε η κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Ο
παρακάτω πίνακας δείχνει ότι η ένταξη της Ελλάδας στη ευρωζώνη το 2001, είχει
ενισχύσει τις εισροές χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων που αντιστοιχούν σε δάνεια
ή επενδύσεις χαρτοφυλακίου (Non–IDE στον
πίνακα, δηλαδή, εισροές που δεν αντιστοιχούν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις),
ενώ οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις (IDE – Investissement direct à l’étranger,
Άμεση Επένδυση στο Εξωτερικό) παρέμειναν στάσιμες .

Πηγή: ΔΝΤ [7]

Με την τεράστια ρευστότητα που τέθηκε, κατά την περίοδο 2007-2009,
στη διάθεση  των κεντρικών τραπεζών, οι τράπεζες της Δυτικής Ευρώπης (κυρίως οι
γερμανικές και
γαλλικές, αλλά και οι τράπεζες του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Βρετανίας, του
Λουξεμβούργου, της Ιρλανδίας…) δάνεισαν μαζικά την Ελλάδα (τον ιδιωτικό
τομέα και τις δημόσιες αρχές). Μετά το 2001, με την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ, η
τελευταία κέρδισε την εμπιστοσύνη των τραπεζιτών, που
πίστευαν ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες θα τους βοηθούσαν σε περίπτωση
προβλημάτων. Δεν ανησύχησαν για την ικανότητα
της Ελλάδας να αποπληρώσει το κεφάλαιο που είχαν δανείσει μεσοπρόθεσμα και
θεώρησαν ότι μπορούσαν να πάρουν πολύ υψηλούς κινδύνους. Η ιστορία
τους έδωσε δίκιο μέχρι τώρα: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ειδικότερα οι γαλλικές
και γερμανικές κυβερνήσεις, παρείχαν ακλόνητη υποστήριξη στους ιδιώτες
τραπεζίτες της Δυτικής Ευρώπης.
Το παρακάτω γράφημα δείχνει ότι οι
τράπεζες των χωρών της Δυτικής Ευρώπης αύξησαν τα δάνειά τους προς την Ελλάδα
για πρώτη φορά μεταξύ Δεκεμβρίου 2005 και Μαρτίου 2007 (κατά τη διάρκεια
αυτής της περιόδου, ο όγκος των δανείων αυξήθηκε κατά 50%, περνώντας από 80
δισεκατομμύρια σε 120 δισεκατομμύρια δολάρια). Ενώ η κρίση
των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου ξέσπασε
στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα δάνεια αυξήθηκαν +33% από τον Ιούνιο 2007 μέχρι
το καλοκαίρι 2008 (περνώντας από 120 σε 160 δισ. δολάρια), στη συνέχεια
κρατήθηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο (περίπου 120 δισεκατομμύρια δολαρια). Αυτό
σημαίνει ότι οι ιδιωτικές τράπεζες της Δυτικής Ευρώπης χρησιμοποιούσαν τα
χρήματα που τους δάνειζε μαζικά και με χαμηλό κόστος η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών για να αυξήσουν το
δανεισμό τους σε χώρες όπως η Ελλάδα [8] . Εκεί,
τα επιτόκια ήταν υψηλότερα, και συνεπώς αποκόμισαν μεγάλα κέρδη. Οι
ιδιωτικές τράπεζες φέρουν συνεπώς βαριά ευθύνη για την υπερχρέωση της
Ελλάδας.
.
Εξέλιξη των δεσμεύσεων των
δυτικοευρωπαϊκών τραπεζών σε σχέση με την Ελλάδα
(Σε
δισεκατομμύρια δολάρια)

Πηγή: BRI – BIS consolidated statistics, ultimate risk basis [9]
Όπως φαίνεται στο παρακάτω
γράφημα, η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού χρέους το 2008 (ισχυεί μέχρι
το 2010 συμπεριλαμβανόμενο) βρίσκεται στα χέρια των 
ευρωπαϊκών τραπεζών, όπως των γαλλικών, γερμανικών,
ιταλικών, βελγικών, ολλανδικών, λουξεμβουργέζικων και βρετανικών.
Ξένοι
ιδιοκτήτες (σχεδόν αποκλειστικά ξένες τράπεζες και άλλες χρηματοπιστωτικές
 εταιρείες)
των τίτλων του ελληνικού χρέους (τέλος 2008)
 [10]

Τα δάνεια που χορηγούνται από τις κυβερνήσεις της
ευρωζώνης (άμεσα ή μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας
που ιδρύθηκε το 2010) στοχεύουν, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστούν ότι η Ελλάδα
θα συνεχίζει να πληρώσει τις τράπεζες της Δυτικής Ευρώπης (οι γαλλικές και
γερμανικές τράπεζες ήταν περισσότερο εκτεθειμένες στην Ελλάδα). Εν
ολίγοις, τα χρήματα που χορήγησαν  στην Ελλάδα επέστρεψαν στα ταμεία
των τραπεζών της Γερμανίας, της Γαλλίας και άλλων χωρών για την πληρωμή των
ελληνικών ομολόγων, τα οποία οι τράπεζες είχαν αγοράσει μαζικά μέχρι το τέλος
του 2009 [11] . Επέστρεψαν
επίσης στα ταμεία των χωρών-δανειστών, στο ταμείο της ΕΚΤ, στο ΔΝΤ και στο EFSF (βλέπε
παρακάτω).

2. Τα δάνεια που δόθηκαν στην Ελλάδα κερδίζουν χρήματα… εκτός
Ελλάδας!
Τα δάνεια που καταβλήθηκαν στην Ελλάδα υπό την αιγίδα της
Τρόικας αμείβονται. Οι διάφορες χώρες που συμμετέχουν σε αυτά τα δάνεια κερδίζουν
χρήματα. Όταν εγκρίθηκε το πρώτο σχέδιο δανεισμού ύψους 110
δισεκατομμυρίων ευρώ, η Κριστίν Λαγκάρντ, τότε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας
| 10 |, παρατήρησε δημοσίως ότι η Γαλλία δάνειζε στην Ελλάδα με
επιτόκιο 5%, ενώ η ίδια δανειζόταν με ένα πολύ χαμηλότερο ποσοστό.
Η κατάσταση είναι τόσο σκανδαλώδης (υψηλό επιτόκιο εφαρμόστηκε
επίσης στην Ιρλανδία από το Νοέμβριο 2010 και στην Πορτογαλία από τον Μάιο
2011) ώστε οι κυβερνήσεις-δανειστές και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισαν τον
Ιούλιο 2011 ότι το απαιτούμενο επιτόκιο από την Ελλάδα έπρεπε να μειωθεί | 11 |. Τι ομολογία! Παρά το γεγονός ότι η απόφαση μπήκε σε εφαρμογή, η
διαφορά μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού με το οποίο χρηματοδοτούνται αυτές οι
χώρες και του επιτοκίου δανεισμού που απαιτείται από την Ελλάδα παρέμεινε
μεγάλη.
Υπό τις διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης και ενώπιον της
βαθιάς λαϊκής δυσαρέσκειας που εκφράζεται από μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις
στην Ελλάδα, οι χώρες-δανειστές αποφάσισαν τελικά να επιστρέφουν στην Ελλάδα
ένα μέρος του κέρδους από τις πιστώσεις που χορηγήσαν στην Αθήνα | 12 |. Αλλά αυτό είναι σαν να δώσεις πίσω ένα κέρμα μετά το άδειασμα
της τσέπης του ελληνικού λαού, και προσοχή!, αυτές οι επιστροφές θα
χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή του χρέους!
3. Η κρίση της ευρωζώνης μειώνει το κόστος του χρέους για τη
Γερμανία και τις άλλες ισχυρές χώρες
Αλλά η ιστορία δεν σταματά εδώ. Οι χώρες που κυριαρχούν στη ζώνη του
ευρώ βγάζουν κέρδος από τη δυστυχία των χωρών της περιφέρειας (Ελλάδα,
Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ μέλη της ΕΕ). Η εμβάθυνση της κρίσης στη ευρωζώνη,
λόγω της πολιτικής των ηγετών της και όχι λόγω εξωτερικών φαινόμενων, προκαλεί
την μετατόπιση κεφαλαίων από την περιφέρεια προς το κέντρο. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η
Φινλανδία, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και το Βέλγιο τα αποδέχονται και
απολαμβάνουν μια πολύ σημαντική μείωση του κόστους χρηματοδότησης των
χρεών τους.
Την 1η Ιανουαρίου 2010 (πριν από την ελληνική κρίση και της ευρωζώνης), η Γερμανία
έπρεπε να πληρώσει επιτόκιο 3,4% για την έκδοση 10-ετούς ομολόγου, ενώ στις 23
Μαΐου 2012, το επιτόκιο του ίδου ομολόγου ανήλθε στο 1,4%! Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση 60% του
κόστους χρηματοδότησης | 13 |. Σύμφωνα με τη γαλλική οικονομική εφημερίδα Les Echos, «ένας πρόχειρος υπολογισμός δείχνει
ότι η οικονομία  που δημιουργείται μέσω του χαμηλότερου επιτοκίου του κόστους
χρηματοδότησης εδώ και 3 χρόνια είναι 63 δισεκατομμύρια ευρώ» | 14 |. Ποσό που πρέπει να συγκριθεί με τα 15 δισ. ευρώ (από σύνολο 110 που
κατανέμονται μεταξύ των διαφόρων πιστωτών), που πραγματικά χορήγησε (με τόκο –
βλέπε παραπάνω) η Γερμανία προς την  Ελλάδα μεταξύ Μάιο 2010 και Δεκέμβριο
2011, ως μέρος της συνεισφοράς της στο πρώτο σχέδιο «διάσωσης» από την Τρόικα. Το σύνολο των γερμανικών δεσμεύσεων προς την
Ελλάδα, αν προσθέσουμε τις ευρωπαϊκές αποφάσεις που ελήφθησαν μεταξύ 2010 και
2012, ανήλθε σε 67 δισεκατομμύρια ευρώ. Προσοχή όμως, τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα δεν έχουν
ακόμη εκταμιευθεί, ενώ η πραγματική εξοικονόμηση του κόστους χρηματοδότησης του
γερμανικού χρέους, σύμφωνα με τον υπολογισμό της Les Echos, ανέρχεται ήδη στα 63 δισ. ευρώ.
Μιλήσαμε για τα 10-ετή και 6-ετή επιτόκια που ισχύουν για τα
δάνεια της Γερμανίας. Αν πάρουμε το 2-ετές επιτόκιο για παράδειγμα, η Γερμανία εξέδωσε
τίτλους για αυτή τη διάρκεια στις 23 Μάιου 2012 με μηδενικό επιτόκιο | 15 |. Αρχές του 2012, η Γερμανία δανείστηκε για 6 μήνες το ποσό των 3,9
δισεκατομμυρίων ευρώ με αρνητικό επιτόκιο. Σχετικά με αυτό το γεγονός, η βελγική Le Soir έγραφε στις 23 Μάιου 2012: «Οι
επενδυτές θα λάβουν στο τέλος του εξαμήνου λίγο λιγότερο (0,0112%) από ό,τι
δάνεισαν»
 | 16 |.
Αν υπήρχε μια ουγγιά αλήθειας στην πλημμύρα ψεμάτων σχετικά με την
Ελλάδα (Πορτογαλία, Ισπανία …), θα έπρεπε να διαβάσουμε ότι η Ελλάδα
επιτρέπει στη Γερμανία και σε άλλες ισχυρές χώρες της Ευρωζώνης να κερδίσουν
τεράστια ποσά. 
Ο κατάλογος των απολαβών της Γερμανίας και  άλλων χωρών του Κέντρου θα πρέπει να
συμπληρωθεί με τα παρακάτω στοιχεία.
4. Τι αποκομίζουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις των χωρών του
Κέντρου με το
 Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων. 
Τα μέτρα λιτότητας που επεβλήθησαν στην Ελλάδα περιλαμβάνουν ένα
ευρύ πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων | 17 | από τις οποίες τα μεγάλα οικονομικά
συγκροτήματα, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Γαλλίας, θα επωφεληθούν
επειδή τα δημόσια αγαθά πωλούνται σε τιμές εκποίησης.
Ο ιστοτόπος A l’encontre αναφέρει αποσπάσματα και σχόλια από μια
μακρά συνέντευξη του Κώστα Μητρόπουλου, ενός από τα άτομα που επιφορτίστηκαν με
το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα. Λέει λοιπόν  στην ελβετική εφημερίδα Le Temps της 7ης Απριλίου 2012: «Τα γραφεία του
Ελληνικού Αναπτυξιακού Ταμείου (« Hellenic Republic Asset Development Fund ») βρίσκονται στην Αθήνα,  δίπλα 
από ένα μουσείο αφιερωμένο στην ιστορία της ελληνικής πρωτεύουσας. Τραγική Ειρωνεία, αφού  η διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων που
πραγματοποιείται με την σύμπραξη 20 εμπειρογνωμόνων, υπό την καθοδήγηση του
πρώην τραπεζίτη Κώστα Μητρόπουλου, θα αλλάξει ριζικά το πρόσωπο της Ελλάδας»
και συνεχίζει: «Αυτό το ταμείο συνεστήθη μετά από αίτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(ΕΕ) και  το ελληνικό κράτος μεταφέρει σ
αυτό σταδιακά τις περιουσίες, τις συμβάσεις παραχώρησης και τις μετοχικές
επενδύσεις που θα βρει ο αγοραστής. Με στόχο, σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια της ΕΕ, να
συγκεντρώσει έσοδα τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2017». 
Ο Κώστας Μητρόπουλος, τραπεζίτης, δούλευε στη Γενεύη και τόνισε
ότι «η μεταβίβαση των ακινήτων στο ταμείο μας, από την ελληνική πολιτεία, έχει
επιταχυνθεί». Και συνεχίζει: «Το πρώτο μήνυμα που πρέπει να μεταδώσουμε είναι:
δεν είμαστε το ελληνικό κράτος. Είμαστε ένα ανεξάρτητο ταμείο ιδιωτικοποιήσεων, που κατέχει από δω
και στο εξής το 3% της ελληνικής Περιουσίας όλης της Επικράτειας. Έχουμε εντολή για μια τριετή θητεία.
Είμαστε προστατευμένοι από πολιτικές παρεμβάσεις».
Ο δημοσιογράφος της Le Temps  επέμεινε: «Είστε
πραγματικά; Οι ιδιωτικοποιήσεις σε όλο τον κόσμο είναι πάντα πολύ «πολιτικές»
και το ελληνικό κράτος, που θα εξακολουθήσει να είναι παρόν στο κεφάλαιο πολλών
εταιρειών, έχει πολύ κακή φήμη…».
Η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: «Εγώ, ως τραπεζίτης επενδύσεων,
προέδρευα τις διαπραγματεύσεις μίας από τις μεγαλύτερες συγχωνεύσεις και
εξαγορά στην Ελλάδα: η εξαγορά, από το διεθνή όμιλο Watson, του ελληνικού φαρμακευτικού
συγκροτήματος Specifa για σχεδόν 400 εκατομμύρια ευρώ. Γνωρίζω τους κανόνες: ένας επενδυτής,
για να ενδιαφερθεί σήμερα για μια ελληνική ιδιωτικοποίηση, πρέπει να ελπίζει να
τριπλασιάσει ή να τετραπλασιάσει την επένδυση του. Ένα επενδυμένο ευρώ πρέπει να αποδώσει
τρία ή τέσσερα». | 18 |
5. Οι θυσίες που επιβάλλονται στους εργαζομένους επιτρέπουν να
συγκρατηθεί ένα ξέσπασμα διαμαρτυριών στις χώρες του Κέντρου
Οι οπισθοδρομήσεις που επιβλήθηκαν στους Έλληνες εργαζομένους
(αλλά και Πορτογάλους, Ιρλανδούς, Ισπανούς …), θέτουν σε άμυνα τους
εργαζομένους στη Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία,  Γαλλία, Βέλγιο.  Οι
συνδικαλιστικές ηγεσίες τους  φοβούνται να κατέβουν στη μάχη. Αναρωτιούνται πώς να
διεκδικήσουν αυξήσεις μισθών εάν σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, μέλος της
ευρωζώνης, μειώνεται ο κατώτατος μισθός κατά 20% ή και περισσότερο. Εξ άλλου
έκπληξη προκαλούν οι  ηγεσίες των
εργατικών συνδικάτων στις σκανδιναβικές χώρες (Φινλανδία, ιδίως), οι
οποίες  θεωρούν ότι κάτι καλό υπάρχει στη
Δημοσιονομική Συνθήκη της Ευρωζώνης και στις πολιτικές λιτότητας, επειδή υποτίθεται ότι θα
ενισχυθεί η χρηστή διαχείριση του προϋπολογισμού των κρατών.
6. Και πάλι σχετικά με τη συμφωνία του Λονδίνου το 1953 για το
γερμανικό χρέος και το Σχέδιο Μάρσαλ
Όπως αναφέρεται στο άρθρο «Ελλάδα-Γερμανία: Ποιος χρωστάει σε
ποιον;
 (1) Η διαγραφή του γερμανικού χρέους στο Λονδίνο το 1953», οι όροι της συμφωνίας που υπεγράφη
στο Λονδίνο έρχονται  σε πλήρη αντίθεση
με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται σήμερα η Ελλάδα. Χρειάστηκαν  πολλαπλές προϋποθέσεις για να επιτραπεί στη
Δυτική Γερμανία να αναπτυχτεί γρήγορα επιτρέποντας την ανοικοδόμηση του
βιομηχανικού βασικού μηχανισμού της. Όχι μόνο το χρέος της Γερμανία, εκτός των δύο παγκοσμίων
πολέμων,  μειώθηκε κατά περισσότερο από
60%, αλλά η ρύθμιση των πολεμικών αποζημιώσεων και η πληρωμή των αποζημιώσεων
στους αμάχους πολίτες θύματα και στα Κράτη, μετετέθησαν  σε μια απροσδιόριστη ημερομηνία: στην
πραγματικότητα, στην ημερομηνία επανένωσης της Γερμανίας που πραγματοποιήθηκε
το 1990 και με τη συνθήκη ειρήνης που υπεγράφη στη Μόσχα το ίδιο έτος μεταξύ
των αρχών των δύο Γερμανιών κατά την ενοποίηση, των Ηνωμένων Πολιτειών, της
Σοβιετικής Ένωσης, του Ηνωμένου Βασίλειου και της Γαλλίας. Το βάρος των αποζημιώσεων για τη
γερμανική οικονομία αναβλήθηκε για μεγάλη περίοδο. Και στην περίπτωση των αποζημιώσεων που
οφείλονται στην Ελλάδα, η Γερμανία δεν έκανε τη παραμικρή προσπάθεια, επειδή οι
γερμανικές αρχές αρνούνται να ανταποκριθούν στα ελληνικά αιτήματα.
Σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στο τέλος του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου,
οι δυτικές δυνάμεις ήθελαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να αποφύγουν να
επιβάλουν στην Γερμανία ένα υπερβολικό βάρος ανυπόφερτων πληρωμών, επειδή θεώρησαν
ότι έτσι είχαν υποκινήσει την ανάληψη της εξουσίας από το ναζιστικό καθεστώς. Οι δυτικές δυνάμεις ήθελαν επίσης μια
οικονομικά ισχυρή Δυτική Γερμανία (αλλά αφοπλισμένη και υπό στρατιωτική κατοχή)
απέναντι στην  Σοβιετική Ένωση και τους
συμμάχους της. 
Τίποτα τέτοιο δεν ισχύει για την Ελλάδα και άλλες χώρες της
περιφέρειας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, όχι μόνο το βάρος του χρέους
μειώθηκε πολύ σημαντικά και δόθηκε οικονομική βοήθεια υπό μορφή επιδοτήσεων στη
Γερμανία, αλλά ως επί το πλείστον, της επέτρεψαν να εφαρμόσει μια αρκετά
ευνοϊκή οικονομική πολιτική για την αναδιάταξη της. Τα μεγάλα ιδιωτικά βιομηχανικά
συγκροτήματα μπορούσαν να εδραιωθούν, ακόμη και εκείνα που είχαν παίξει
καθοριστικό ρόλο στη στρατιωτική περιπέτεια του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου, που
είχαν υποστηρίξει τη ναζιστική γενοκτονία του εβραϊκού λαού, των τσιγγάνων,  που συμμετείχαν στη λεηλασία των κατεχομένων
χωρών, καθώς  και στη παραγωγή
στρατιωτικού υλικού και στην γιγαντιαία υλικοτεχνική μηχανή του Β ‘Παγκοσμίου
Πολέμου.
Η Γερμανία μπόρεσε να αναπτύξει εντυπωσιακές δημόσιες
υποδομές,  κατάφερε να στηρίξει τις
βιομηχανίες της να ανταποκριθούν στην τοπική ζήτηση και να κατακτήσουν τις
ξένες αγορές. 
Η Γερμανία είχε ακόμη τη δυνατότητα να καταβάλει ένα μεγάλο
μέρος του χρέους της σε δικό της εθνικό νόμισμα. 
Για να γίνει αυτό σαφές, αρκεί να εξετάσουμε την κατάσταση μετά τη
Συμφωνία του Λονδίνου του 1953. Η Γερμανία πληρώνει, π.χ. στο Βέλγιο και στη Γαλλία, ένα μέρος
των χρεών της του μεσοπολέμου σε γερμανικά μάρκα. Αυτά τα γερμανικά μάρκα που δεν είχαν ενδιαφέρον για το εμπόριο
με τον υπόλοιπο κόσμο, οι Βέλγοι και οι Γάλλοι τα ξεφορτώνονταν  γρήγορα αγοράζοντας αγαθά και εξοπλισμό που
προέρχονταν  από την Γερμανία  και έτσι βοήθησαν στην ανοικοδόμηση της και
την καθιέρωσαν σε μεγάλη εξαγωγική δύναμη.

Στο άλλο άκρο, η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η
Εσθονία, η Σλοβενία και οι άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης πρέπει να αποπληρώσουν το δημόσιο χρέος τους σε ευρώ, ενώ έχουν έλλειψη αυτού του
νομίσματος, λόγω του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου τους ενώπιον των ισχυρότερων
χωρών της ευρωζώνης.

Την ίδια ώρα, οι δυνάμεις που κυριαρχούν στη ζώνη του ευρώ
απαιτούν, μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των συνθηκών που εγκρίθηκαν, να
ακολουθήσουν πολιτικές που τις εμποδίζουν τόσο να καλύψουν την εγχώρια ζήτηση
όσο και τις εξαγωγές. 
Αν θέλουν να εξάγουν με επιτυχία, ωθούνται σε περαιτέρω μείωση των μισθών, η οποία
συμπιέζει περισσότερο την εγχώρια ζήτηση και αυξάνει την ύφεση. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων
αποτελειώνει το τοπίο, με χτυπήματα στη βιομηχανία τους, στις υποδομές
τους  και γενικά στην κληρονομιά τους.
Για να ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο, είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί
μια σειρά οικονομικών και κοινωνικών μέτρων σε ριζική ρήξη με τις πολιτικές του
σήμερα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρέπει να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα
έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της κρίσης | 19 |.
Προσεχώς: Ελλάδα-Γερμανία: Ποιος χρωστάει σε ποιον; (3) θα επικεντρωθεί στην άρνηση των
Γερμανών ηγετών να καταβάλουν τις αποζημιώσεις που οφείλονται στον ελληνικό λαό
συνέπειας της ναζιστικής κατοχής.
Υποσημειώσεις
|1|
Une biographie utile est publiée par wikipedia en anglais : http://en.wikipedia.org/wiki/Hans-W…
|2| Le
Monde
, 1 août 2012, p.17 http://www.lemonde.fr/idees/article…
|4|
Voir note biographique en allemand : http://de.wikipedia.org/wiki/Karl_H…
|5| Tableau repris de C. Lapavitsas,
A. Kaltenbrunner, G. Lambrinidis, D. Lindo, J. Meadway, J. Michell, J.P.
Painceira, E. Pires, J. Powell, A. Stenfors, N. Teles : « The
eurozone between austerity ans default », September 2010. http://www.researchonmoneyandfinanc….
Voir également le résumé en
français
 (rédigé par Stéphanie Jacquemont du CADTM) de cette
étude.
|6| Le
même phénomène s’est produit au même moment envers le Portugal, l’Espagne, des
pays d’Europe centrale et de l’Est.
|7|
Tableau repris de C. Lapavitsas, op. cit.
|8|
Les principaux détenteurs (càd les banques des pays mentionnés) des titres de
la dette grecque sont selon l’infographie présentée : la France,
l’Allemagne, l’Italie, la Belgique, les Pays-Bas, le Luxembourg, le Royaume
Uni, les autres détenteurs sont regroupés dans la catégorie « reste du
monde ». Cette infographie est reprise de C. Lapavitsas, op. cit.,
p. 11 Selon la BRI, en décembre 2009, les banque françaises détenaient la dette
publique grecque pour un montant de 31 milliards de dollars, les banques allemandes
en détenaient 23 milliards.
|9| A
partir de 2010, les banques occidentales ont arrêté ou diminué radicalement les
achats de titres grecs et ont commencé à se défaire de ceux qu’elles avaient
préalablement achetés. Elles les ont revendues à la Banque centrale européenne
qui les achète sur le marché secondaire.
|10| Christine Lagarde est devenue directrice générale du FMI
en juillet 2011.
|11| Voir Council of the European Union, Statement by the Heads of State or
Government of the Euro area and EU Institutions, Bruxelles, 21 Juillet 2011,
point 3,http://europa.eu/rapid/pressRelease….
|12| Voir European Commission, Directorate General Economic and Financial
Affairs, “The Second Economic Adjustment Programme for Greece”, Mars 2012,
table 18, p. 45, “Interest rates and interest payments charged to Greece” by
the euro area Member States”,http://ec.europa.eu/economy_finance…
|13| Financial Times, “Investors rush for the safety of German
Bunds”, 24 Mai 2012, p. 29
|14| Les Echos, Isabelle Couet, « L’aide à la
Grèce ne coûte rien à l’Allemagne », 21 juin 2012. La journaliste
précise : « Les taux à 6 ans –ceux qui correspondent à la maturité
moyenne de la dette allemande- sont en effet passés de 2,6% en 2009 à 0,95% en
2012. »
|15| Le Soir, Dominique Berns et Pierre Henri
Thomas, « L’Allemagne se finance à 0% », 23 mai 2012, p. 21
|16| Idem.
|17| Voir le film documentaire Catastroïka
|18| Voir dossier déjà cité http://alencontre.org/europe/la-gre… Concernant
le processus de privatisation voir : European Commission, Directorate
General Economic and Financial Affairs, “The Second Economic Adjustment
Programme for Greece”, Mars 2012, p. 31 à 33,http://ec.europa.eu/economy_finance…
|19| Voir Damien Millet – Eric Toussaint, « Europe : Quel
programme d’urgence face à la crise ? »
*Ερίκ Τουσέν , λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης, Βέλγιο,  πρόεδρος της CADTM Βελγίου (Επιτροπή για
την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου, www.cadtm.org ) και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της ATTAC Γαλλίας. Έγραψε με
τον Damien Millet: ΑΑΑ,  AuditAnnulation Autre politique

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 λεπτό πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή