Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Είναι η λιτότητα μονόδρομος; H τόλμη της Αργεντινής, οι δισταγμοί της Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε στις

Le Monde Diplomatique. Lemoin Maurice, [Λογοθέτης Χάρης (μτφ)]

Η ελληνική κρίση δεν είναι κάτι το πρωτοφανές. 
Όμως, άλλες χώρες που γονάτιζαν κάτω από το βάρος του χρέους, επέλεξαν να κηρύξουν στάση πληρωμών, όπως η Αργεντινή το 2001. Το εμβληματικό αυτό παράδειγμα ρίχνει φως τόσο στις λογικές που οδηγούν στην καταστροφή όσο και στους μηχανισμούς που θα επέτρεπαν στην Αθήνα να σπάσει τον κλοιό.

Όλα ξεκινούν με μια λαμπρή ιδέα. Για να βάλει τέλος στον πληθωρισμό που μάστιζε τη χώρα την εποχή της εκλογής του, το 1989 [1], ο περονιστής πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ -σε συνεργασία με τον υπερυπουργό Οικονομίας Ντομίνγκο Καβάγιο, απόφοιτο του Χάρβαρντ και παλαιό αξιωματούχο της δικτατορίας (1976-1983)- ορίζει την ισοτιμία του αργεντίνικου πέσο με άκαμπτο τρόπο : 1 πέσο ίσον 1 δολάριο. Ενσωματώνει, μάλιστα, το σύστημα της σταθερής ισοτιμίας (« currency board ») στο σύνταγμα της χώρας. Η πολιτική αυτή, που χαρακτηρίζεται ως « big bang » και ενθαρρύνεται από την πρώτη στιγμή από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), αρχικά πετυχαίνει : ο πληθωρισμός εξαφανίζεται, η ανάπτυξη εδραιώνεται.

Την 1η Ιανουαρίου του 2001, η Ελλάδα εκπληρώνει τα κριτήρια του Μάαστριχτ και εντάσσεται στην ευρωζώνη. Έναν χρόνο αργότερα, το νέο νόμισμα αντικαθιστά τη δραχμή, το παλαιό εθνικό νόμισμα της χώρας.
Μετά τη μεξικανική κρίση (1994-1995), η Αργεντινή δυσκολεύεται να δανειστεί από τις αγορές : η αύξηση των επιτοκίων –τα οποία φθάνουν το 20%- προσθέτει βάρη στους προϋπολογισμούς της. Με τα αναδυόμενα κράτη (Νοτιοανατολική Ασία, Ρωσία, Βραζιλία) να έχουν πληγεί από διάφορες κρίσεις, το δολάριο, που θεωρείται ασφαλής τοποθέτηση, ανατιμάται. Ο γάμος από έρωτα του πέσο με το πράσινο νόμισμα γίνεται μπούμερανγκ για το Μπουένος Άιρες. Στερώντας από την κεντρική τράπεζα της Αργεντινής οποιοδήποτε περιθώριο ελιγμών, η κυβέρνηση παραιτείται από τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής. Όταν αρκετές σημαντικές γειτονικές χώρες, όπως η Βραζιλία, υποτιμούν το νόμισμά τους, όταν το δολάριο ανατιμάται σε σχέση με το ευρώ, η Αργεντινή χάνει τελείως την ανταγωνιστικότητά της στις, γειτονικές ή μακρινές, παραδοσιακές αγορές της. Έτσι, το 1998 σηματοδοτεί το πέρασμα από την ανάπτυξη στην ύφεση.
Με την υιοθέτηση του ευρώ, η ελληνική βιομηχανία υποφέρει, καθώς το νέο νόμισμα είναι σκληρότερο από τη δραχμή : τα ελληνικά προϊόντα γίνονται « ακριβά ».
Όταν, στις 24 Οκτωβρίου 1999, ο Μένεμ παραχωρεί τη θέση του στον ριζοσπάστη Φερνάντο δε λα Ρούα, τον επικεφαλής της κεντροαριστερής συμμαχίας Μέτωπο για μια Χώρα Αλληλεγγύης (Frepaso), με τον οποίον μάλλον θα ένιωθε πολιτικά συγγενής ο Έλληνας πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, η οικονομία βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Από τα 36 εκατομμύρια Αργεντίνους, τα 14 εκατομμύρια ζουν επισήμως κάτω από το όριο της φτώχειας. Το ΔΝΤ, αιώνιος προστάτης του ανθρώπινου είδους, υπόσχεται στη νέα κυβέρνηση δάνειο 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων για να αναχρηματοδοτήσει τα χρέη της, με την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα δεσμευτεί να εφαρμόσει πρόγραμμα λιτότητας. Η κυβέρνηση της Αργεντινής, με ζήλο νεοφώτιστου, και για να αποφύγει τη στάση πληρωμών ή τη χρεοκοπία -καθώς το δημόσιο χρέος έχει φτάσει τα 147,8 δισεκατομμύρια δολάρια-, καταρτίζει πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής. Τον Ιούνιο του 2000, μια γενική απεργία 35 ημερών παραλύει τη χώρα.
Στις 30 Νοεμβρίου 2009, και ενώ οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών εκφράζουν την ανησυχία τους, ο Παπανδρέου –ο οποίος έχει διαδεχθεί τον συντηρητικό πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή- παραδέχεται ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται « στην εντατική ». Στις 3 Μαρτίου 2010, ανακοινώνει ένα πρώτο πρόγραμμα λιτότητας.
Μια κουστωδία οικονομολόγων του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της Παναμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης εξετάζουν τις λεπτομέρειες ενός « προγράμματος διάσωσης » της Αργεντινής -οπωσδήποτε του τελευταίου.« Το ΔΝΤ δεν θα επιτρέψει στην Αργεντινή να λάβει την υποσχεθείσα υποστήριξη πριν η κυβέρνηση νομοθετήσει, με νόμο ή με διάταγμα, το σύνολο των μέτρων που έχει ανακοινώσει ο πρόεδρος [δε λα Ρούα] [2] », προειδοποιεί, στις 23 Νοεμβρίου 2000, ο Στάνλεϊ Φίσερ, αναπληρωτής γενικός διευθυντής ενός οργανισμού που ξέρει να γίνεται και δυσάρεστος, όταν χρειάζεται. Με προεδρικό διάταγμα, λοιπόν, ο δε λα Ρούα διαλύει ό,τι έχει απομείνει από το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, εξαρθρώνει την κοινωνική πρόνοια, απορρυθμίζει την αγορά εργασίας, απελευθερώνει τον κλάδο της υγείας.
Στις 23 Απριλίου 2010, η Αθήνα λαμβάνει ένα πρώτο δάνειο 45 δισεκατομμυρίων ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.
Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην αστυνομία και τους διαδηλωτές μετρούν τα πρώτα τους θύματα. Τα escraches -αποδοκιμασίες, επιθέσεις με πέτρες και αβγά, προπηλακισμοί-, οι αποκλεισμοί δρόμων και οι συγκεντρώσεις για το χτύπημα της κατσαρόλας (cacerolazos) πολλαπλασιάζονται. Στις 18 Δεκεμβρίου 2000, αξιοποιώντας με ψυχρό ορθολογισμό τις αστοχίες του προγράμματος, μια συμμαχία διεθνών πιστωτών με επικεφαλής το ΔΝΤ προσφέρει στο Μπουένος Άιρες νέα « βοήθεια » συνολικού ύψους 39,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τρία χρόνια. Χάρη στα μέτρα αυτά, η Αργεντινή σώζεται ! Ειδικά αφού ο δε λα Ρούα ανακοινώνει νέα μείωση των δημόσιων δαπανών και, στις 20 Μαρτίου 2001, ορίζει νέο υπουργό Οικονομίας τον κύριο « πέσο-δολάριο » Καβάγιο. Η επιστροφή του Καβάγιο, την οποία χαιρέτισε (προσωρινά) το χρηματιστήριο, το ΔΝΤ και οι αγορές, προκαλεί ενθουσιασμό στους « Financial Times » : ο προηγούμενος απολογισμός του του έχει προσδώσει « τη στόφα του θρύλου μεταξύ των διεθνών επενδυτών και των πολιτικών όλου του κόσμου [3] ». Γεμίζει με ελπίδα τον Βρετανό πρωθυπουργό Άντονι Μπλερ και τον Αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους, οι οποίοι εκφράζουν δημόσια την ικανοποίησή τους.
Στις 2 Μαϊου 2010, με την επιδίωξη να « τερματιστεί η κρίση », οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών εγκρίνουν « πρόγραμμα διάσωσης » της Ελλάδας, ύψους 110 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ο Καβάγιο, για να αποφύγει τη χρεοκοπία, και επειδή μια μονομερής κήρυξη στάσης πληρωμών απορρίπτεται με δογματικό τρόπο, επινοεί τη « μεγάλη ανταλλαγή », μέσω της οποίας βραχυπρόθεσμοι τίτλοι χρέους (29,5 δισεκατομμύρια δολάρια) ανταλλάσσονται με ομόλογα μεγάλης διάρκειας (έως τριάντα ετών), που έχουν, όμως, αστρονομικά επιτόκια–επισπεύδοντας την καταστροφή. Στη συνέχεια, ο Καβάγιο επιδιώκει επιθετικά τον στόχο του « μηδενικού ελλείμματος », μειώνοντας κατά 13% τους μισθούς και τις συντάξεις άνω των 500 πέσος (500 δολάρια). Το μέτρο πλήττει το 92% των δημοσίων υπαλλήλων και το 15% των συνταξιούχων. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κλείνουν κατά εκατοντάδες.
Όπως η πανούκλα κατά τον Μεσαίωνα, ο οικονομικός τρόμος ωθεί τουςpiqueteros -ανέργους που έχουν επιλέξει ως μέσο δράσης τον αποκλεισμό των δρόμων- να στήσουν εκατοντάδες οδοφράγματα και τη μεγάλη μάζα των Αργεντίνων να συμμετάσχουν στη γενική απεργία της 20ης Ιουλίου 2001. Οι οίκοι αξιολόγησης Standard & Poor’s και Moody’s ανακοινώνουν ότι θα μπορούσαν να κατατάξουν την Αργεντινή στην κατηγορία « τεχνικής στάσης πληρωμών ». Εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών συμπληρώνει το μήνυμα, διευκρινίζοντας : « Πιθανότατα θα απαιτηθούν περισσότερες θυσίες από την πλευρά του λαού της Αργεντινής πριν επιτευχθεί η επιθυμητή κατάσταση ισορροπίας [4] ».
Στις 15 Ιουνίου 2011, μια γενική απεργία παραλύει την Ελλάδα : ο κόσμος διαδηλώνει ενάντια στο νέο πρόγραμμα λιτότητας που στοχεύει στην εξοικονόμηση 28 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παρά τις αλεπάλληλες συγκρούσεις με την αστυνομία, το πρόγραμμα θα ψηφιστεί στις 29 Ιουνίου, ανοίγοντας τον δρόμο για την εφαρμογή ενός νέου σχεδίου βοήθειας ύψους 109 δισεκατομμυρίων ευρώ, από τις 22 Ιουλίου.
Με τις τράπεζες να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του κοινού για αναλήψεις σε πέσος και δολάρια, η κυβέρνηση επιβάλλει, από τις 3 Δεκεμβρίου 2001, αυστηρά μέτρα που περιορίζουν τη φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Πάνω από όλα, απαγορεύει στους καταθέτες την πρόσβαση στο ρευστό που διατηρούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, θέτοντας σε ισχύ το corralito (« μικρή μάντρα ή απλώς τίποτα ! »). Αρκεί αυτό ; Μεταμφιεσμένη σε αρετή, η υποκρισία ανθεί : την ώρα που τα δημόσια έσοδα καταγράφουν νέα μείωση-ρεκόρ τον Νοέμβριο του 2001 (-11,6%), αφού τα προγράμματα λιτότητας έχουν παραλύσει την οικονομική δραστηριότητα και έχουν προκαλέσει ύφεση που συμπληρώνει τρία χρόνια, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβαθμίζει το δημόσιο χρέος της Αργεντινής από C σε DDD (χρεοκοπία). Το ΔΝΤ ανακοινώνει ότι δεν θα καταβάλλει τη δόση των 1,26 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχε συμφωνηθεί.
Έβδομη γενική απεργία ! Από τις 12 Δεκεμβρίου, πραγματοποιούνται ογκώδεις διαδηλώσεις, οι οποίες εξαπλώνονται, αλλά αντιμετωπίζονται με καταστολή (7 νεκροί, 378 τραυματίες). Καταλήγουν στη λεηλασία σουπερμάρκετ και καταστημάτων από απόκληρους που στερούνται οποιασδήποτε κοινωνικής προστασίας. Τα cacerolazos της μεσαίας τάξης αντηχούν παντού. Χωρίς σημαίες και ηγέτες, εκατοντάδες χιλιάδες δυσαρεστημένοι αναδύονται, μουγκρίζοντας σαν τρικυμισμένη θάλασσα. Ως μόνη απάντηση, ο δε λα Ρούα κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και κλιμακώνει την αστυνομική καταστολή : 35 νεκροί, περισσότερες από 4.500 συλλήψεις. Αλλά οι λαϊκές κινητοποιήσεις δεν αποδυναμώνονται. Στις 19 Δεκεμβρίου 2001, ακολουθώντας στην ήττα τον λαομίσητο Καβάγιο, το υπουργικό συμβούλιο υποβάλλει την παραίτησή του. Την επομένη, στα μέσα της θητείας του, ο πρόεδρος δε λα Ρούα εγκαταλείπει το προεδρικό μέγαρο της Κάσα Ροσάδα με ελικόπτερο.
Στις 19 και 20 Οκτωβρίου 2011, μια γενική απεργία και βίαιες συγκρούσεις παραλύουν την Ελλάδα. Ένας από τους διαδηλωτές, ο Δημήτρης Κοτσαρίδης, χάνει τη ζωή του.
Ενώ το αδιέξοδο των συνταγών του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και των φίλων τους (ένα είδος « τρόικας ») είναι πια εξόφθαλμο, ο περονιστής Αδόλφο Ροδρίγες Σαά ορίζεται πρόεδρος του Κονγκρέσου. Ενώπιον της εθνοσυνέλευσης, ανακοινώνει ότι δεν θα πληρώσει ούτε δεκάρα από το χρέος. Τάσσεται υπέρ μιας πολιτικής οικονομικής ανάκαμψης, κάνει λόγο για δημιουργία ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας και επιδιώκει την επανεξέταση των μέτρων μείωσης των συντάξεων και ελαστικοποίησης του εργατικού δικαίου. Οι πρώτες αποφάσεις του -που έχουν « περισσότερα κοινά με τον πιο οπισθοδρομικό λαϊκισμό από ό,τι με την εικόνα του αναμορφωτή και του εκσυγχρονιστή που επιδιώκει να περάσει ο προσωρινός πρόεδρος »- προκαλούν ανησυχία στις αγορές (που, στην περίπτωση της συγκεκριμένης τοποθέτησης, έχουν ως διερμηνέα την ισπανική εφημερίδα « El País, » στις 28 Δεκεμβρίου 2001).
Καθώς ο κόσμος απαιτεί συγκεκριμένες λύσεις, οι διαδηλώσεις εκτραχύνονται. « Δεν έχω άλλη επιλογή από το να παρουσιάσω την αμετάκλητη παραίτησή μου », συνθηκολογεί ο Σαά, επτά ημέρες αφότου είχε αναλάβει τα καθήκοντά του.
Στη σκηνή εμφανίζεται ο Εδουάρδο Ντουάλδε, που ορίζεται πρόεδρος μέχρι την κανονική λήξη της προεδρικής θητείας, δηλαδή μέχρι τον Δεκέμβριο του 2003. Είναι ο πέμπτος πρόεδρος μέσα σε δεκαπέντε ημέρες [5]. Μόλις συγκροτείται, το υπουργικό συμβούλιο προωθεί στο κοινοβούλιο κατεπείγον νομοσχέδιο, το οποίο ψηφίζεται στις 6 Ιανουαρίου 2002 και επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στην οικονομική πολιτική. Συγκεκριμένα, για να ανακάμψει η οικονομία, υποτιμάται το πέσο περίπου κατά 30% και τερματίζεται το καθεστώς σταθερής ισοτιμίας [με το δολάριο] που ίσχυε από το 1991. « Η ρητορική και οι χειρονομίες, χωρίς να παύουν να είναι λαϊκίστικες, είναι τώρα πιο συνετές », σημειώνει ξανά η « El País », στις 3 Ιανουαρίου 2002. « Λαϊκίστικες ; ». Μα, φυσικά ! Η υποτίμηση του πέσο απειλεί με απώλειες 3 δισεκατομμυρίων τις ισπανικές πολυεθνικές, οι οποίες αλωνίζουν στην Αργεντινή σαν να βρίσκονται σε κατακτημένη χώρα –και οι οποίες αρχίζουν ξαφνικά να δέχονται πιέσεις στο χρηματιστήριο της Μαδρίτης.
Η επιλογή της πάση θυσία παραμονής στην ευρωζώνη, απαγορεύει στην Ελλάδα να υποτιμήσει το νόμισμά της για να οδηγηθεί σε ανάκαμψη των εξαγωγών της.
Οι επιχειρήσεις, συχνά ξένων συμφερόντων, που έχουν αποκτήσει τον έλεγχο των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων υπηρεσίων ζητούν αυξήσεις τιμολογίων που κυμαίνονται από 40% έως 260%. « Ποτέ στη ζωή μου δεν δέχθηκα τόσα τηλεφωνήματα από το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Αργεντινή και που δεν θέλουν να αγγίξουμε τα προνόμιά τους », θα εκμυστηρευτεί έναν χρόνο αργότερα ο πρόεδρος Ντουάλδε [6]. Στις 27 Ιανουαρίου 2002, ο Ευρωπαίος επίτροπος Νομισματικών Υποθέσεων Πέδρο Σόλμπες, απευθύνοντας προειδοποίηση που ακούγεται σαν απειλή, καταγγέλλει « τις ανεπάρκειες και τις αντιφάσεις » του οικονομικού προγράμματος της Αργεντινής. Η γαλλική Crédit Agricole, η ισπανική Banco Santander και η καναδέζικη Bank of Nova Scotia αποσύρονται από τη χώρα, αφήνοντας δεκάδες χιλιάδες Αργεντίνους χωρίς καταθέσεις.
Παρά τις επίσημες διακηρύξεις, που κινούνται στην κατεύθυνση της λιτότητας, η κυβέρνηση της Αργεντινής φοβάται περισσότερο μια νέα κοινωνική έκρηξη παρά τη δυσαρέσκεια των ξένων επενδυτών, των Ηνωμένων Πολιτειών ή του ΔΝΤ. Διατηρεί, λοιπόν, σε ισχύ το μορατόριουμ πληρωμών που κήρυξε ο Σαά. Ζητώντας από τον νέο πρόεδρο ένα « συνεκτικό σχέδιο », το ΔΝΤ αντιδρά : αρνείται οποιαδήποτε βοήθεια όσο διαρκεί η πολιτική που εφαρμόζεται και δίνει έναν χρόνο στην Αργεντινή για να αποπληρώσει το χρέος της.
Στις 31 Οκτωβρίου 2011, ο πρωθυπουργός Παπανδρέου ανακοινώνει ότι θα υποβάλλει τη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου (που στοχεύει σε μια ακόμη « διάσωση » της Ελλάδας, με την επιβολή ακόμη αυστηρότερης λιτότητας) σε δημοψήφισμα. Μετά τις επιπλήξεις της Γερμανίας, της Γαλλίας, των Βρυξελλών και του ΔΝΤ, ο Παπανδρέου εγκαταλείπει την ιδέα στις 3 Νοεμβρίου.
Στον λόγο που εκφώνησε κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Ντουάλδε διαβεβαίωνε ότι οι τραπεζικές καταθέσεις που είχαν δεσμευτεί με το corralito θα αποδίδονταν στο αρχικό νόμισμα. Αθετώντας τις δεσμεύσεις του, ο πρόεδρος ανακοινώνει ότι οι καταθέτες θα λάβουν τα χρήματά τους σε πέσος και όχι σε δολάρια, και, μάλιστα, σε ισοτιμία 1,40 πέσος το δολάριο, όταν στην ελεύθερη αγορά το δολάριο ανταλλάσσεται ήδη προς 1,65 πέσος. Τον Απρίλιο του 2002, το ΔΝΤ, εφαρμόζοντας την τακτική του σκωτσέζικου ντους -ή, απλώς, μη έχοντας την παραμικρή ιδέα του τι στάση να υιοθετήσει !-, προχωρά σε μια χειρονομία χορήγησης 710 εκατομμυρίων δολαρίων, ώστε να χρηματοδοτηθούν τα ελλείμματα των περιφερειών. Ο Ντουάλδε, ίσως εκδηλώνοντας, όπως και οι συνομιλητές του, κάποιο ταλέντο στην κωμωδία των επαναλήψεων, δεσμεύεται να προχωρήσει σε… περικοπή των δημόσιων δαπανών. Κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες, οι επιχειρήσεις είχαν προβεί σε 170.000 απολύσεις. Η επίσημη ανεργία φθάνει το 25%.
Στην περιφέρεια του Μπουένος Άιρες, η κατάργηση των κοινωνικών επιδομάτων είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το σχολείο περίπου 130.000 μαθητές από τις υποβαθμισμένες συνοικίες. Η υποτίμηση του νομίσματος υποχρέωσε τους εμπόρους να αυξήσουν τις τιμές των εγχώριων και των εισαγόμενων προϊόντων, σε ορισμένες περιπτώσεις κατά 30% (70% για το αλεύρι).
Στις 20 Φεβρουαρίου 2012, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης συμφωνούν στη χορήγηση νέου πακέτου βοήθειας, ύψους 130 δισεκατομμυρίων ευρώ, προς την Ελλάδα, με προϋπόθεση την εφαρμογή νέων μέτρων λιτότητας. Ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Γιαν Κέες ντε Γιάγκερ ζητά την εφαρμογή « μόνιμης επιτήρησης » της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.
Στην Αργεντινή, αρχίζει να επικρατεί μια διαφορετική λογική. Από τα τέλη του 2001, παντού έχουν ξεφυτρώσει λαϊκές συνελεύσεις, οργανώσεις ανέργων και piqueteros, δίκτυα ανταλλαγής προϊόντων, πρωτοβουλίες υπηρεσιών υγείας ή εκπαίδευσης. Οι εργαζόμενοι θέτουν ξανά σε λειτουργία αυτοδιαχειριστικά τις επιχειρήσεις που εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες τους [7]. Οι πολιτικοί, οι υπουργοί, οι δικαστές δεν τολμούν πλέον να εμφανιστούν σε δημόσιους χώρους. Υπήρξαν τρομερά άπληστοι, τρομερά διεφθαρμένοι. Όλη η χώρα τους φτύνει. Ο εφιάλτης της κατάρρευσης κάνει τις αγροτικές κοινότητες να ξεσηκωθούν. Στις πόλεις, τα cacerolazos ξαναρχίζουν. Σωματεία ανέργων και εργαζόμενων, κάτοικοι των προαστίων που πεινούν, εμποδίζουν την πρόσβαση στην πρωτεύουσα. Μέσα στο γενικό χάος, με την κραυγή « Que se vayan todos ! » (« Να φύγουν όλοι τους ! »), οι Αργεντίνοι ξεσηκώνονται ξανά, αφήνοντας πίσω τους 2 νεκρούς και 190 τραυματίες (καθώς και 160 συλληφθέντες).
Στις 26 Ιουνίου 2002, η σκληρή καταστολή μιας διαδήλωσης piqueteros -« η σφαγή της Αβεγιανέδα »- έχει ως απολογισμό άλλους 2 νεκρούς και 33 τραυματίες από σφαίρες. Μπροστά στη λαϊκή αγανάκτηση, ο Ντουάλδε ανακοινώνει πρόωρες εκλογές, έξι μήνες πριν την προβλεπόμενη ημερομηνία.
Τον Δεκέμβριο του 2002, στους δρόμους του Μπουένος Άιρες, σχεδόν 100.000 άνθρωποι διαδηλώνουν ξανά, ζητώντας τη συγκρότηση λαϊκής εθνοσυνέλευσης, με σκοπό να συζητηθεί η ριζική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου. Οι διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, που έχουν παγώσει από τον Δεκέμβριο του 2001, παραμένουν στο σημείο μηδέν. Για πολλούς, η Αργεντινή, έχοντας γίνει οικονομικός παρίας, όπως το Ιράκ, η Λιβερία ή η Σομαλία, βρίσκεται ήδη με το ένα πόδι στον τάφο. Άλλωστε, ο Γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν της ψάλλει και τη νεκρώσιμο ακολουθία : « Δεν έχει καμία ικανότητα να μετασχηματιστεί και να λάβει αποφάσεις. Ως ενότητα, ως χώρα και ως πολιτικό σύστημα, είναι νεκρή [8] ». Νεκρή ίσως, αλλά κινείται ακόμη. Και, μάλιστα, πολύ ζωηρά !
Στην προεκλογική εκστρατεία, κατεβαίνουν τρεις υποψήφιοι με σημείο αναφοράς τον περονισμό : ο Μένεμ, ο εφήμερος πρόεδρος Σαά και ο Νέστορ Κίρτσνερ, άγνωστος στο πλατύ κοινό, κεντροαριστερός κυβερνήτης της επαρχίας Σάντα Κρους (Παταγονία). Στις 27 Απριλίου 2003, οι Κίρτσνερ και Μένεμ περνούν στον δεύτερο γύρο, με ποσοστά 24,34% και 21,9%, αντίστοιχα. Στις 14 Μαϊου, ο Μένεμ, τον οποίο οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν να υφίσταται « συντριβή » στον δεύτερο γύρο –και ο οποίος είχε δηλώσει ότι, εάν εκλεγόταν, δεν θα δίσταζε να ζητήσει τη συνδρομή του στρατού για να αντιμετωπίσει το « χάος »- αποσύρεται από την κούρσα.
Στις 25 Μαϊου, στην ομιλία που εκφωνεί κατά την ορκομωσία του, ο Κίρτσνερ εμφανίζεται υπερασπιστής της κοινωνικής δικαιοσύνης και υπέρμαχος του ενισχυμένου ρόλου του κράτους, ώστε « να μπαίνει το στοιχείο της ισότητας εκεί που η αγορά το αποκλείει ». Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποστείλει ως εκπρόσωπο στην τελετή παρά μια αξιωματούχο δεύτερης γραμμής, την υπουργό Οικιστικής Ανάπτυξης Μελ Μάρτινεζ, σε κανέναν δεν διαφεύγει ότι τα πιο ζωηρά χειροκροτήματα μεταξύ των ξένων αντιπροσωπειών προέρχονται από τον Κουβανό πρόεδρο Φίδελ Κάστρο, τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγο Τσάβες και τον Βραζιλιάνο ομόλογό τους Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα.
Οι ξένοι επενδυτές συνεχίζουν να ζητούν την ουσιαστική αύξηση των τιμολογίων των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων υπηρεσιών (μέτρο που απαιτεί και το ΔΝΤ). Από την πλευρά τους, ο Κίρτσνερ και ο υπουργός Οικονομικών Ρομπέρτο Λαβάνα αποφασίζουν ελέγχους στην εισροή κερδοσκοπικών κεφαλαίων και ανακοινώνουν την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 50%, προκειμένου να τονωθεί η κατανάλωση.
Από εκεί και πέρα, η πολιτική του προέδρου κινείται σταθερά στον αντίποδα της πολιτικής που ερείπωσε τη χώρα. Ο Κίρτσνερ διακόπτει τη « στενή σχέση » με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία είχε κυριαρχήσει από τη δεκαετία του 1990, και στρέφεται προς τον προοδευτικό λατινοαμερικανικό άξονα. Επαναβεβαιώνει τον ρόλο της πολιτικής βούλησης στην πολιτική και τον αντίστοιχο ρόλο του κράτους στην οικονομία. Συνδέει την οικονομική εξυγίανση με την ανάπτυξη της κοινωνικής προστασίας και την ανασυγκρότηση της βιομηχανικής παραγωγής με τη στήριξη της ζήτησης των λαϊκών στρωμάτων.
Από τον Σεπτέμβριο του 2002, λόγω της πολύ μεγάλης υποτίμησης του πέσο, μέσω της οποίας προστατεύεται η εγχώρια βιομηχανία και γίνεται δυνατή η επανακατάκτηση της εσωτερικής αγοράς και η αντικατάσταση ορισμένων εισαγωγών, η ανάπτυξη επιστρέφει. Και, μάλιστα, ενισχύεται διαρκώς, με ατμομηχανή τον δυναμισμό των εξαγωγών.
Το ΔΝΤ, παρατηρώντας την οικονομική ανάκαμψη της χώρας, επιθυμεί, φυσικά, να αφιερώσει η Αργεντινή ένα μέρος των επιπρόσθετων δημόσιων εσόδων της για να βελτιώσει την πρότασή της προς τους πιστωτές. Ως απάντηση, ο Κίρτσνερ προτείνει να ξαναρχίσει τις πληρωμές με αντάλλαγμα τη διαγραφή μέρους του χρέους της χώρας προς τους διάφορους πιστωτές της. Και, πραγματικά, τον Σεπτέμβριο του 2003, με την ευκαιρία της γενικής συνέλευσης του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στο Ντουμπάι, ο Κίρτσνερ προσδιορίζει αυτοπροσώπως την προσφορά του, ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να την αλλάξει και εμπλέκεται σε άμεσες διαπραγματεύσεις με την αγορά αντί να της δηλώσει υποταγή. Με τον τρόπο αυτό, καταφέρνει να αποσπάσει από τους χρηματοπιστωτικούς χωροφύλακες ένα μορατόριουμ πληρωμών, με το οποίο μετατίθεται κατά τρία χρόνια (έως τον Σεπτέμβριο του 2006) η αποπληρωμή 12,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρατείνεται η προθεσμία αποπληρωμής 2,43 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για τα οποία η Αργεντινή έχει κηρύξει στάση πληρωμών, και, το κυριότερο, η χώρα αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση ως προς την εφαρμογή των γνωστών συνταγών του ΔΝΤ.
Η σκληρή γραμμή τελικά απέδωσε και η αναδιάρθρωση χρέους που πέτυχε η Αργεντινή στις 25 Φεβρουαρίου 2005 δημιούργησε ένα ενδιαφέρον προηγούμενο, αν όχι και παράδειγμα. Την ημέρα εκείνη, η Αργεντινή επέβαλε τη μείωση του εσωτερικού και εξωτερικού δημόσιου χρέους της (συνολικά 178,7 δισεκατομμύρια δολάρια), χάρη σε « κούρεμα » 75%, το οποίο αφορούσε ομόλογα ύψους 82 δισεκατομμυρίων δολαρίων [9]. Από το συγκεκριμένο ποσό, το 43,5% βρισκόταν στα χέρια αποταμιευτών μη κατοίκων Αργεντινής (μεταξύ των οποίων πολλοί Ιταλοί και Γερμανοί), το 34,5% κατείχαν ξένοι θεσμικοί επενδυτές και το 22% Αργεντίνοι πολίτες. Η συμφωνία δεν αφορούσε τα δάνεια του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων διεθνών οργανισμών [10] -γεγονός που ορισμένοι, υπέρμαχοι της (ακόμη πιο) σκληρής γραμμής, θα προσάψουν στον πρόεδρο Κίρτσνερ.
Στις 9 Μαρτίου 2012, η Ελλάδα προχωρά στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους στην ιστορία, η οποία αφορά ομόλογα ύψους 206 δισεκατομμυρίων ευρώ : τουλάχιστον το 83,5% των ιδιωτών πιστωτών της δέχτηκαν να παραιτηθούν από το 53,5% της αξίας των ομολόγων που κατείχαν (με την Αθήνα να υπόσχεται ότι θα επιβάλλει παρόμοιο « κούρεμα » και στα υπόλοιπα ομόλογα). Για τους επενδυτές, η συντονισμένη αυτή επιχείρηση εγγυάται την ομαλή συνέχιση τοκοχρεολυτικών ροών που μια « χαοτική » χρεοκοπία θα είχε διακόψει. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην Αργεντινή, η ελληνική χρεοκοπία δεν εγγράφεται σε μια διαδικασία ρήξης στο οικονομικό και στο πολιτικό πεδίο : υπακούοντας στις απαιτήσεις της « τρόικας » (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ΔΝΤ), η ελληνική κυβέρνηση ανακοινώνει νέα μέτρα λιτότητας.
Ο πρόεδρος Κίρτσνερ, που εγκαλείται για « λαϊκισμό », επικρίνεται για την άρνησή του να ποινικοποιήσει τις κοινωνικές διαμαρτυρίες και, μάλιστα, ορισμένες φορές, κατηγορείται και για αυταρχισμό, παρότι δεν διευθέτησε όλα τα προβλήματα της χώρας, επανακρατικοποίησε ορισμένες επιχειρήσεις στρατηγικού χαρακτήρα -τα ταχυδρομεία και τις τηλεπικοινωνίες, την ύδρευση, τις αεροπορικές μεταφορές-, εφάρμοσε σημαντικά κοινωνικά προγράμματα και περιόρισε το ποσοστό της φτώχειας στο ήμισυ μέσα σε τέσσερα χρόνια. « Διαπραγματευτήκαμε την καλύτερη συμφωνία του κόσμου για το μεγαλύτερο χρέος του κόσμου », δήλωνε ο Κίρτσνερ στο Ντουμπάι, στις 25 Φεβρουαρίου 2005.
Τον Δεκέμβριο του 2005, με τη βοήθεια της Βενεζουέλας (η οποία αγόρασε 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια αργεντίνικα ομόλογα), η Αργεντινή θα έχει την πολυτέλεια να εξοφλήσει μονομιάς το χρέος της προς το ΔΝΤ (9,8 δισεκατομμύρια δολάρια). Και στην περίπτωση αυτή, ακούστηκαν επικριτικές φωνές. Αλλά, για το Μπουένος Άιρες, η κίνηση είχε έναν θεμελιώδη στόχο : να εμποδίσει τους υπεύθυνους για την καταστροφή του 2001-2002 να αναμιχθούν ξανά στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Επανακτώντας την κυριαρχία της, η χώρα ανέκαμψε θεαματικά, σε σημείο που το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της τριπλασιάστηκε μεταξύ 2003 και 2011. Εννοείται ότι ο ελληνικός εξαγωγικός τομέας δεν συγκρίνεται με τον αντίστοιχο της Αργεντινής και ότι, από το 2001, το Μπουένος Άιρες επωφελήθηκε από την ευνοϊκή παγκόσμια οικονομική συγκυρία, με τις φθηνές πιστώσεις διεθνώς και τη ζήτηση πρώτων υλών από την Κίνα. Για να ανακάμψει, η Αθήνα λογικά δεν μπορεί να υπολογίζει σε τέτοιο ευνοϊκό περιβάλλον.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα έπρεπε να την εμποδίζει να αντλήσει τα διδάγματα που προκύπτουν από το προηγούμενο της Αργεντινής. Διδάγματα που, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ για τις Οικονομικές Επιστήμες το 2001, παρατηρώντας την καταστροφή στην Αργεντινή, συνόψισε την αμέσως επόμενη χρονιά : « Κάθε οικονομολόγος άξιος αυτού του τίτλου μπορούσε να προβλέψει ότι οι πολιτικές λιτότητας θα προκαλούσαν επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι δεν θα επιτυγχάνονταν [11] ».
Λοιπόν, εάν σκεφτεί κανείς την κατάσταση της Ελλάδας, σήμερα ;

P.-S.

Κι όμως υπάρχουν πολλά προηγούμενα
1868. ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, η Ουάσινγκτον κηρύσσει το χρέος της Συνομοσπονδίας « μηδενικό ». 1898. ΚΟΥΒΑ. Μετά τη νίκη τους κατά της Ισπανίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες καταγγέλλουν το χρέος του κουβανικού λαού προς τη Μαδρίτη. 1918. ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ. Οι μπολσεβίκοι δεν αναγνωρίζουν το χρέος του τσαρικού καθεστώτος. 1998. ΡΩΣΙΑ. Η Μόσχα κηρύσσει μονομερή στάση πληρωμών του χρέους της προς τις ιδιωτικές τράπεζες και προς τις χώρες της Λέσχης του Παρισιού, μιας άτυπης ομάδας κρατών-πιστωτών (μόνιμα μέλη : Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελβετία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Καναδάς, Νορβηγία, Ολλανδία, Ρωσία, Σουηδία και Φινλανδία). 2003. ΙΡΑΚ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κηρύσσουν το χρέος του Ιράκ « απεχθές » και ζητούν από τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία να παραιτηθούν από τις απαιτήσεις τους. 2007. ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ. Λογιστικός έλεγχος του χρέους της χώρας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο μέρος του είναι παράνομο. Το Κίτο επιβάλλει στους δανειστές του να του επαναπωλήσουν ομόλογα ονομαστικής αξίας 3,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων έναντι μόλις 900 εκατομμυρίων δολαρίων. 2008. ΙΣΛΑΝΔΙΑ.Ο ισλανδικός λαός κινητοποιείται κατά της πληρωμής χρέους που συνδέεται με τις δραστηριότητες της ιδιωτικής τράπεζας Landsbanki. Μολονότι απειλείται με αντίποινα από τη βρετανική και την ολλανδική κυβέρνηση, καθώς και από τους επενδυτές, η χώρα βλέπει την πιστωτική της αξιολόγηση από τον οίκο Fitch να βελτιώνεται κατά μία βαθμίδα (17 Φεβρουαρίου 2012).
Τα στοιχεία είναι από την παρουσίαση « Dette odieuse : toute une histoire », του Claude Quémar (Επιτροπή για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου-CADTM), Λιέγη, 22 και 23 Οκτωβρίου 2011 και από τη μελέτη « ΑΑΑ. Audit annulation autre politique », των Damien Millet και Eric Toussaint, Seuil, Παρίσι, 2012.

Notes

[1] 1.105% , κατά μέσο όρο, μεταξύ 1985 και 1990.
[2] « El País », Μαδρίτη, 24 Νοεμβρίου 2000.
[3] « Courrier international », Παρίσι, 20 Δεκεμβρίου 2001.
[4] « El Nuevo Herald », Μαϊάμι, 14 Ιουλίου 2001.
[5] Προσωρινοί πρόεδροι της χώρας είχαν οριστεί, επίσης, ο Ραμόν Πουέρτα (από τις 21 έως τις 23 Δεκεμβρίου 2001) και ο Εδουάρδο Καμάνιο (από τις 31 Δεκεμβρίου 2001 έως τις 2 Ιανουαρίου 2002).
[6] « Le Monde », 8 Ιανουαρίου 2002.
[7] Βλ. Cécile Raimbeau, « En Argentine, occuper, résister, produire », « Le Monde diplomatique », Σεπτέμβριος 2005.
[8] « El País », 14 Απριλίου 2002.
[9] Τελικά, το 2010, μετά από μακρές διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές που είχαν αρνηθεί την προσφορά της Αργεντινής, το « κούρεμα » θα γίνει αποδεκτό για το 93% (ονομαστική αξία) των ομολόγων αυτών
[10] Μεταξύ 2001 και 2004, το Μπουένος Άιρες θα καταβάλλει στους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.α.) πάνω από 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Αργεντινή χρωστά ακόμη 6,7 δισεκατομμύρια δολάρια (χωρίς τους τόκους) στη Λέσχη του Παρισιού. Τον Νοέμβριο του 2010, η Λέσχη του Παρισιού δέχτηκε να επαναδιαπραγματευθεί τη ρύθμιση του χρέους και, μάλιστα, όπως ζητούσε η κυβέρνηση της Αργεντινής επί δύο χρόνια, χωρίς την ανάμιξη του ΔΝΤ
[11] « Straits Times », Σινγκαπούρη, 10 Ιανουαρίου 2002.

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή