Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Grentry: ένα ρήγμα στην κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου στην Ευρώπη

Δημοσιεύτηκε στις

Grentry
της συλλογικότητας connessioniprecarie

Τo τεχνικό δεδομένο είναι
απλό: οι λεγόμενοι «θεσμοί» (το νέο όνομα που η ελληνική κυβέρνηση
επέτυχε να δοθεί στην Τρόικα) έχουν πολύ περισσότερα να χάσουν απ’ ό,τι η
Ελλάδα
.
Στις σημαντικότερες οικονομικές εφημερίδες, η αλήθεια
αυτή λέγεται πλέον ξεκάθαρα και όχι μόνο μέσα απ’ τις γραμμές: σε
περίπτωση ελληνικού default, και ακόμη περισσότερο σε περίπτωση Grexit,
περισσότερα θα είχαν να χάσουν οι χώρες που είναι οι πιο εκτεθειμένες,
ιδίως η Γαλλία και η Γερμανία, και οι άλλοι πιστωτές. Έτσι, πρόσφατα ο
Βόλφγκανγκ Μούνχάου έγραψε χωρίς κανένα έλεος ότι, αν αυτό συμβεί, η
Άνγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ «θα περάσουν στην ιστορία ως οι
μεγαλύτεροι losers στην χρηματοπιστωτική ιστορία».

Ο
Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) είναι όντως ένα κλουβί για τις
χώρες που συνάπτουν και δέχονται δάνεια, αλλά είναι επίσης και ένας
μηχανισμός μέσω του οποίου το πρόβλημα του απαιτητού των ώριμων
πιστώσεων επιστρέφει αναπόφευκτα πάνω στο κεφάλι των πιστωτριών χωρών.

 Η χρεωκοπία των πρώτων είναι ένα οικονομικό πρόβλημα και για τις
δεύτερες –ιδίως γι’ αυτές. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στους Financial Times
και μεταφράστηκε στην Sole24ore∙ άρα, μπορούσαν να το διαβάσουν ακόμα
και εκείνοι οι Ιταλοί σχολιαστές, αναλυτές και πολιτικοί οι οποίοι
συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν σαν «μάντρα» τον τελείως αβάσιμο ισχυρισμό
ότι στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονται «τα λεφτά μας», ή –παραλλαγή
στο ίδιο θέμα- η «αξιοπιστία» της Ελλάδας.

Ο οικονομολόγος Χανς-Βέρνερ
Ζινν, μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του γερμανικού υπουργείου
οικονομικών, παρατήρησε επίσης ότι ένα άλλο
«μάντρα», αυτό της «φυγής των ιδιωτικών κεφαλαίων» από την Ελλάδα προς
άλλες χώρες, θα έπρεπε να ανησυχεί εξίσου –και ίσως περισσότερο- αυτές
τις άλλες χώρες, παρά την Ελλάδα
.
Το σύστημα TARGET2, το οποίο
ρυθμίζει τη μεταβίβαση τίτλων και κεφαλαίων μεταξύ των ευρωπαϊκών
ιδιωτικών τραπεζών μέσω μιας πολύπλοκης τριγωνοποίησης μεταξύ των
κεντρικών τραπεζών των εμπλεκόμενων χωρών και της ΕΚΤ, στην ουσία
επιβάλλει μια δημοσιοποίηση των ιδιωτικών δανείων από τις κεντρικές
τράπεζες. Για να το πούμε απλά: η μεταφορά ιδιωτικών κεφαλαίων από μία
ελληνική ιδιωτική τράπεζα σε μία γερμανική ιδιωτική τράπεζα συντελείται
μέσω χρέωσης της ελληνικής κεντρικής τράπεζας στην ΕΚΤ, η οποία με τη
σειρά της χορηγεί τις πιστώσεις TARGET2 στην γερμανική κεντρική τράπεζα.
Η προειδοποίηση του Ζινν εξηγείται λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο: η
υποτιθέμενη «φυγή κεφαλαίων» από τις ιδιωτικές ελληνικές τράπεζες θα
πρέπει να προκαλεί ανησυχία ιδίως στις χώρες όπου πηγαίνουν τα κεφάλαια
αυτά, διότι αποτελεί έναν τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες πολίτες
προστατεύουν τις αποταμιεύσεις τους μετακυλίοντας το βάρος μιας πιθανής
αθέτησης πληρωμών στις κεντρικές τράπεζες των άλλων χωρών και στην ΕΚΤ
.

Οπότε, αυτό που δήλωσε χθες [στις 19/6] ο Ντάισελμπλουμ, ότι «οι
αναλήψεις από τους ελληνικούς τρεχούμενους λογαριασμούς είναι
ανησυχητικές» και αποτελούν ένδειξη «μεγάλης ανησυχίας για το μέλλον»,
δεν έχει μόνο μία ανάγνωση. Αρκεί να δει κανείς ένα διάγραμμα των
ισοζυγίων TARGET2 για να συνειδητοποιήσει ότι η Γερμανία
είναι μακράν η πιο εκτεθειμένη χώρα. Όπως και οι πιστώτριες χώρες του
Ταμείου Διάσωσης και της ΕΚΤ, η Γερμανία μπορεί να αποφασίζει μόνη της
πόσο θα χάσει.
Από τότε που ξεκίνησε η κρίση, το ελληνικό χρέος είναι τώρα πολύ περισσότερο στα χέρια των «θεσμών» παρά ιδιωτών επενδυτών. Οι χρεωμένες χώρες, αντιθέτως, έχουν να χάσουν μόνο τα χρέη τους.

Είναι σαφές ότι αυτό πλήττει την ικανότητα της Ελλάδας για
μελλοντικές δαπάνες και τη δυνατότητά της να χρεωθεί περαιτέρω ώστε να
αντλήσει κεφάλαια από την αγορά. Αλλά η συζήτηση αυτή δεν είναι του
παρόντος, και δεν είναι καθόλου προφανές ότι ο μόνος τρόπος για να
αντλήσει κανείς κεφάλαια είναι να περάσει μέσα από τα νύχια των κανόνων
του ΔΝΤ και της ΕΚΤ. Όπως φαίνεται και από την υπογραφή της συμφωνίας με
τη Ρωσία για τον αγωγό TurkStream, η εικόνα μιας χώρας χωρίς καμία
δυνατότητα ελιγμών είναι μακριά από την αλήθεια. Πάνω απ’ όλα, είναι όλο και λιγότερο σαφές στους Έλληνες πολίτες τι έχουν να κερδίσουν με το να είναι αξιόπιστοι στα μάτια των «αγορών».

Αυτό φυσικά δεν δικαιολογεί κάποια θριαμβολογία. Το σημείο εκκίνησης
είναι μια χώρα, η Ελλάδα, που βρίσκεται ήδη πέρα από το σημείο της
κατάρρευσης, αλλά που, ακριβώς γι’ αυτό, έχει όλο και λιγότερα να χάσει.

Η διαχείριση της κρίσης από το δίδυμο
Τσίπρα-Βαρουφάκη φαίνεται πολύ πιο συνειδητή από όσο πολλοί νομίζουν,
και δείχνει υψηλή τακτική νοημοσύνη.
Δεν είναι μόνο ευστροφία,
δεν είναι μόνο θεωρία παιγνίων∙ είναι καρπός όχι ευκαταφρόνητης
κατανόησης των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών. Όσο περνά ο
καιρός, τόσο περισσότερο η αίσθηση ευθύνης που όλοι αξιώνουν από την
Ελλάδα ρίχνει τη σκιά της στις άλλες συνιστώσες τού Eurogroup. Όσο
περισσότερο εμφανίζονται δημόσια συμπεριφορές απλώς αλαζονικές και
στερούμενες παντελώς περιεχομένου, όπως το ξέσπασμα της Κριστίν Λαγκάρντ
ότι για να βρεθεί λύση «πρέπει να υπάρχουν ενήλικες στην αίθουσα», τόσο
πιο συγκεκριμένα αναδύονται οι ελληνικές θέσεις. Είναι αλήθεια, οι «τρεις θεσμοί» είναι οι ίδιοι που συγκροτούσαν την Τρόικα.

Αλλά η αλλαγή ονόματος παράγει τα αποτελέσματά της: έτσι, ακούμε το ΔΝΤ
να μιλάει για τον εαυτό του∙ ή, ο προαναφερθείς Ντάισελμπλουμ, όταν
ερωτάται αν μια ευρωπαϊκή σύνοδος μπορεί να αποφασίσει κάτι πέρα από όσα
συζήτησε το Eurogrοup, απαντά ότι, προφανώς, «αφού είναι ηγέτες,
μπορούν να λαμβάνουν αυτόνομες αποφάσεις». Για να το πούμε με
απλά λόγια: το όπλο στον κρόταφο της Ελλάδας έχει αδειάσει, και η
συζήτηση πλέον διαρκώς στρέφεται από ένα τεχνικό προς ένα πολιτικό
επίπεδο.
Είναι αλήθεια, όπως μεταδίδουν οι εφημερίδες, ότι οι
εταίροι της Ελλάδας έχουν «χάσει την υπομονή τους». Αλλά η απώλεια της
υπομονής δεν είναι αρετή των ισχυρών.

Μιλώντας για τη γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης, γνωρίζουμε ότι κάποιοι ίσως δυσανασχετήσουν.  
Πρέπει
όμως να λέμε τα πράγματα όπως είναι, και γι’ αυτό πρέπει να διαλύσουμε
και άλλο ένα μύθο, αυτή τη φορά από την πλευρά των κινημάτων ενάντια στη
λιτότητα
. Αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν είναι απλώς πρόβλημα
δημοκρατίας ή εθνικής κυριαρχίας. Αν ήταν έτσι, δεν θα είχαμε λόγο να
προτιμήσουμε την κυριαρχία έντεκα εκατομμυρίων Ελλήνων από την κυριαρχία
ογδόντα δύο εκατομμυρίων Γερμανών, που επίσης εκπροσωπούνται νομίμως
από την κυβέρνησή τους.
Εξάλλου, το να συνδέουμε τη δημοκρατία με τη
στάση μιας κυβέρνησης που βρέθηκε στην εξουσία με το 36,3% λόγω του
εκλογικού νόμου, είναι μια μάλλον περιοριστική αντίληψη της δημοκρατίας.
 

Δεν πρόκειται για τυπικό αλλά για πολιτικό ζήτημα: είμαστε με
την Ελλάδα επειδή για πρώτη φορά μια κυβέρνηση κάνει ευφυή και ταξική
χρήση της χρηματοοικονομικής αστάθειας
, επειδή στο επίκεντρο
της διαμάχης βρίσκεται η συνειδητή βούληση να μην κοπούν κι άλλο
δημόσιες υπηρεσίες, μισθοί και συντάξεις, αντίθετα να τους δοθεί νέα
ώθηση, επειδή αυτό δεν γίνεται μέσα από μία προσφυγή σε επικίνδυνες και
αναποτελεσματικές «μικρές πατρίδες» αλλά, αντίθετα, μέσα από μια αναφορά
στην Ευρώπη σε όλες της τις διαστάσεις. Ταξική χρήση δεν
σημαίνει ότι η εργατική τάξη χάρη σε αυτά τα μέτρα θα δείξει την άκαμπτη
ανταγωνιστικότητά της, ούτε ότι θα καταλάβει το κράτος για λογαριασμό
της.

Σε αντίθεση με αυτούς τους δύο συμμετρικούς ισχυρισμούς, ταξική χρήση σημαίνει ότι, μέσα
σε μια πολύπλοκη και αρθρωμένη αντίφαση, μετά από πολλά χρόνια τα μέτρα
που προτείνονται δεν αποβλέπουν στο να κάνουν τη μεγάλη μάζα του
πληθυσμού οικονομικά φτωχότερη και πολιτικά καθυποταγμένη στην κυριαρχία
του κεφαλαίου.
Γύρω από αυτό, και όχι από το αποτέλεσμα μιας
ψηφοφορίας, θα ανασυγκροτηθεί στην Ελλάδα μία δημοκρατική προοπτική για
την Ευρώπη.
Αυτό δεν εξαντλεί το καθήκον των κινημάτων, τα οποία αποτελούν την
πραγματική βάση που καθιστά δυνατή αυτή την αντιπαράθεση και τα οποία
πρέπει να μπορούν να εμπλακούν σε μια πολιτική μάχη με τον εχθρό μέχρι
και μέσα στους θεσμούς, προωθώντας όμως αυτόνομα τη δική τους ατζέντα.
 Γι’ αυτό, δεν αρκεί η αλληλεγγύη προς την Ελλάδα∙ πρέπει να μπορέσουμε
να συνδυάσουμε το αίτημα για αξιοπρεπές εισόδημα με τις συνθήκες
εκμετάλλευσης που συνεπάγεται το καθεστώς του μισθού, και να
συγκρουσθούμε με τις τάσεις διαχείρισης της κινητικότητας. Το βήμα αυτό
δεν βρήκαν ακόμη το θάρρος να το κάνουν τα κινήματα που
δραστηριοποιούνται σε διεθνικό επίπεδο, μετά την ημέρα Blockupy της 18ης Μαρτίου.
Ωστόσο, προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να επιμείνουμε, συγκροτώντας
μια δύναμη κρούσης που να αφορά όχι μόνο την κοινή γνώμη, αλλά να
αγγίζει το ίδιο το κέντρο της σύγκρουσης: την αγορά εργασίας. Το καθήκον που έχουμε μπροστά μας
είναι να συμπληρώσουμε το χώρο που άνοιξε το Blockupy αναλαμβάνοντας
τις ευθύνες μας όσον αφορά τα αιτήματα για αξιοπρεπές εισόδημα και άδεια
παραμονής για όλους στην Ευρώπη, στην οπτική μιας διεθνικής απεργίας.

Όπως παρατηρεί ο Μαρκ Μπιουκάναν στην ελληνική εφημερίδα Καθημερινή,
αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι μία οικονομική διαπραγμάτευση, αλλά
μία σύγκρουση δυνάμεων όπου «οι τεχνικές λεπτομέρειες και οι πίνακες των
πληρωμών είναι τα εργαλεία μέσω των οποίων η μια πλευρά ασκεί την
εξουσία και η άλλη προβάλλει αντίσταση σε αυτήν».

Όπως κι αν έχει, η διελκυστίνδα σχετικά με την Ελλάδα έχει ανοίξει
ένα ρήγμα στην παντοκρατορία του κεφαλαίου στην Ευρώπη. Αυτό που
χρειάζεται τώρα είναι να το διευρύνουμε, αφήνοντας κατά μέρος τα
κολλήματα με τις εθνικές/λαϊκές κυριαρχίες.
Οι αντιδράσεις
μπορεί να είναι πολύ βίαιες, όπως και εκείνες ενός πατέρα-αφέντη που
βρίσκεται σε κρίση επειδή βλέπει την εξουσία του να αμφισβητείται, και
οι συνέπειες για τους Έλληνες εξακολουθούν να είναι βαριές. Κάτι, όμως,
έχει σπάσει προς τη σωστή κατεύθυνση.

Πρώτη δημοσίευση: Grentry. Il dominio della finanza in Europa e la sua crisi
Στα αγγλικά: Grentry. The domination of finance in Europe and its crisis
Μετάφραση: Α.Γ.

Grentry

var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή