Στις 20 Ιουλίου του 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο και μετά από δύο φάσεις στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατέλαβε το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι υπόλοιπες θλιβερές συνέπειες του πραξικοπήματος είχαν στόχο απλά να ετοιμάσουν το έδαφος για την επερχόμενη κύρια συνέπειά του, την εισβολή των Τούρκων και τη διαίρεση του νησιού. Ωστόσο, είναι σοβαρότατες και πρέπει να αναφερθούν. Η παρανοϊκή ενέργεια της 15ης Ιουλίου καταρράκωσε κυριολεκτικά το ηθικό και τη συνοχή μίας βαθιά διαιρεμένης κοινωνίας, διχασμένης ήδη από την αρχή του δεκατετραετούς ανεξάρτητου βίου της και ταλαιπωρημένης το τελευταίο διάστημα από τη δράση διάφορων οργανώσεων όπως το «Εθνικό Μέτωπο» και η «ΕΟΚΑ Β», των οποίων ο ρόλος και η διαδρομή παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Διέλυσε ουσιαστικά τον – ήδη προβληματικό, μετά την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας – αμυντικό ιστό του νησιού, ενώ αποδεκάτισε και αποδιοργάνωσε τις πλέον αξιόμαχες μονάδες της Κυπριακής Εθνικής Φρουράς[i]
. Δημιούργησε απίστευτες εικόνες εμφύλιου σπαραγμού, προκάλεσε άγριες αδελφοκτόνες μάχες στο κέντρο μίας ζωντανής πρωτεύουσας, γέμισε τα νοσοκομεία από νεκρούς και τραυματίες, άδειασε την ψυχή της Κύπρου από την ελπίδα. Όποιος ενδιαφέρεται, ας διαβάσει τα οικεία αποσπάσματα από τα σχετικά πρόσφατα βιβλία που αναφέρονται στις σημειώσεις αυτού του κειμένου και θα ζήσει έναν πραγματικό εφιάλτη …
για την 15η
Ιουλίου του 1974, κάτι που πολλαπλασίασε τα αναπόφευκτα και βασανιστικά ερωτήματα. Θα παραθέσουμε παρακάτω τα κυριότερα από αυτά, έχοντας συμβιβαστεί με την ιδέα πως δεν θα μάθουμε τις απαντήσεις. Οι πρωταγωνιστές έχουν ήδη εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο ή είναι πλέον υπέργηροι. Η ευκαιρία (και η ελπίδα) να μάθουμε την αλήθεια, έχει χαθεί. Ωστόσο,πρέπει να θυμόμαστε, η μνήμη – ακόμα και πληγωμένη – πρέπει να είναι σε εγρήγορση.
, οπότε είναι εύλογο να εικάσει κανείς πως ενθαρρύνθηκε για το Πραξικόπημα (και έλαβε διαβεβαιώσεις για την απουσία τουρκικής αντίδρασης) στο πλαίσιο κάποια σκοτεινής συναλλαγής, τις λεπτομέρειες της οποίας δεν θα μάθουμε ποτέ. Παράλληλα, η εμπλοκή του Henry Kissinger έχει, νομίζω, απόλυτα τεκμηριωθεί στο εξαιρετικό βιβλίο των δημοσιογράφων Κ. Βενιζέλου και Μ. Ιγνατίου[iv]
οπότε δύσκολα μπορεί κανείς να προσθέσει κάτι σε αυτές τις πτυχές του θέματος.
Γνωρίζουμε πλέον πως, στην «δηλητηριασμένη» ατμόσφαιρα της Λευκωσίας, εκείνη την εποχή, ήταν διάχυτη από μήνες η αίσθηση πως «κάτι θα γινόταν». «Η κατάσταση ήταν ιδιάζουσα, αλγεινή, αινιγματική, οιονεί «γκαστρωμένη» … » γράφει ο Στρατηγός Σταμάτης και την ίδια εντύπωση αποκομίζεις αν μιλήσεις με οποιονδήποτε βρέθηκε εκείνη την περίοδο στην Κύπρο. Ακόμα περισσότερο, γνωρίζουμε πια πως και ο Μακάριος γνώριζε τα σχέδια που εξυφαίνονταν. Γιατί λοιπόν επέλεξε να οξύνει τη σύγκρουση με τη Χούντα των Αθηνών; Η γνωστή φράση των συνεργατών του πως ο Αρχιεπίσκοπος απέκλειε την περίπτωση πραξικοπήματος επειδή «πίστωνε με πατριωτισμό τους Έλλαδίτες αξιωματικούς» ακούγεται κενή περιεχομένου. Μόνο τους απομαγνητοφωνημένους υποκλαπέντες διαλόγους που βρίσκει κανείς στις σελίδες των βιβλίων του Μακάριου Δρουσιώτη να διαβάσει κανείς, θα πεισθεί πως η Κυπριακή ΚΥΠ παρακολουθούσε τους πάντες, νυχθημερόν. Είναι αδύνατον να μην είχε γίνει αντιληπτό το αβυσσαλέο μίσος που έτρεφαν για τον Μακάριο πολλοί από τους αξιωματικούς που στελέχωναν το ΓΕΕΦ και την ΕΛΔΥΚ. Γιατί λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος επέλεξε τη συγκεκριμένη στιγμή για να απευθύνει την επίμαχη επιστολή στον Στρατηγό Γκιζίκη; Γιατί προχώρησε σε κάτι που ήταν, εν γνώσει του, μια καλή αφορμή για να κινηθεί η χούντα εναντίον του;
. Οι περιγραφές συγκλίνουν πως ήταν αξιωματικός με ισχυρή προσωπικότητα, αδιαμφισβήτητα ηγετικά προσόντα, ενώ είχε αξιοσημείωτη πολεμική εμπειρία από τον Εμφύλιο και την Κορέα. Ήταν ο μόνος από τους πραξικοπηματίες του ΓΕΕΦ που δεν κατέρρευσε στην Εισβολή και προσπάθησε να αντιδράσει επιχειρησιακά. Γιατί δέχθηκε στο Πραξικόπημα να ηγηθεί ενός τόσο παράλογου στρατιωτικά εγχειρήματος;
.
. Πολλώ δε μάλλον που ελάχιστοι πείσθηκαν – δίκαια ή άδικα – πως αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίον δεν άνοιξε ποτέ ο «Φάκελος της Κύπρου».Την ατμόσφαιρα της μεταπολίτευσης δηλητηρίασε από την αρχή η υποψία πως η διερεύνηση πάγωσε για να μην αποκαλυφθεί είτε η εμπλοκή πολιτικών προσώπων στην Κυπριακή Τραγωδία του 1974 (στο πλαίσιο κάποιας απροσδιόριστου μεγέθους συναλλαγής με τον «ξένο παράγοντα» ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης), είτε κάποια ανήθικη παρασκηνιακή συναλλαγή του πολιτικού κόσμου με τους χουντικούς για να διασφαλιστεί η ομαλή «μετάβαση» στην Κοινοβουλευτική ζωή. Είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς για όλα αυτά. Μπορεί κάτι από αυτά να αληθεύει, μπορεί τίποτα ή και όλα μαζί. Κανείς δεν ξέρει. Αυτό όμως που δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί, είναι πως έγινε μέτοχος ή κοινωνός αυτής της καχυποψίας που είναι διάχυτη στο κοινωνικό σώμα σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης.
. Ακούστηκαν αρκετές φορές και από διαφόρους, όμως η άρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας υπήρξε σταθερή. Κοινός παρονομαστής όμως, υπήρξε σε όλες τις περιόδους ένα συντονισμένο μπαράζ δηλώσεων και άρθρων από βουλευτές, πολιτικούς και δημοσιογράφους που δήλωναν καθαρά πως είναι αδύνατον να αποφυλακιστούν οι σφαγείς της Κύπρου. Έχει πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον το φαινόμενο μίας Δημοκρατίας που – άτυπα, έμμεσα, αλλά κατ’ ουσίαν – επικαλείται για την παραδειγματική τιμωρία κάποιων ανθρώπων ένα έγκλημα υπαρκτό, το οποίο όμως αρνείται πεισματικά και επίμονα, επί πολλά χρόνια, να διερευνήσει και να δικάσει! Εκεί που το φαινόμενο αυτό πήρε πραγματικά διαστάσεις παραλογισμού, ήταν όταν ο (αποθανών πλέον) Στρατηγός Γκιζίκης, ανέλαβε με συνέντευξή του τον Αύγουστο του 2007 σε αθηναϊκή εφημερίδα[ix]
, την ευθύνη για το Πραξικόπημα. Κάποιος πολίτης κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά εναντίον του, αφού ομολογούσε ευθέως την προσωπική του ευθύνη. Συμβολικά προφανώς, διότι απλά η αναφορά μπήκε στο αρχείο: η Ελληνική Δημοκρατία, αρνήθηκε να δικάσει κάποιον ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη για ένα φρικτό έγκλημα σε βάρος του Ελληνισμού, το οποίο επανειλημμένα χρησιμοποίησε η Πολιτεία ανεπισήμως, ως άλλοθι για να δικαιολογεί την παραδειγματική τιμωρία κάποιων άλλων.
(στον «Επίλογο» ενός τεύχους των ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», με θέμα «Χούντα – «Αττίλας» – Δημοκρατία, το θερμό καλοκαίρι του 1974», οι υπογραμμίσεις και η επιλογή των φράσεων είναι δικές μας):
.
του, οι οποίοι στα μάτια του ενσάρκωναν την Ελληνική Πατρίδα. Ο μικρός, απεριποίητος τάφος του γράφει: «Εφονεύθη». Έτσι απλά. Ούτε πού, ούτε πώς, ούτε βέβαια γιατί. Τον Λοχία Νέαρχο Ανηλιάδη της 31ης ΜΚ, τον κατάπιε η μαύρη τρύπα του Χρόνου που χάσκει εκεί στις 15 Ιουλίου του 1974. Κείται εκεί, λησμονημένος από όλους μας. Επίσημος δεν στάθηκε ποτέ μπροστά στον τάφο του, ιερέα δεν έστειλε ποτέ η Πολιτεία να τον ψάλει, τον θυμούνται μόνο η οικογένειά του και οι συνάδελφοί του, όσοι ανέβηκαν μαζί του στον μαρτυρικό ανήφορο εκείνης της καταραμένης μέρας.
Η 31η Μοίρα Καταδρομών, απώλεσε σε μία ημέρα τον Διοικητή της (τραυματίας), τον Υποδιοικητή της (νεκρός) και το 15% της δύναμής της (σε νεκρούς και τραυματίες) [από το βιβλίο του Στρατηγού Ελευθ. Σταμάτη]. Από όσα λίγα γνωρίζω, τέτοιας έκτασης απώλειες δεν πρέπει να είχε καμία μονάδα καταδρομών ακόμα και στις σκληρότερες μάχες του άγριου αδελφοκτόνου εμφυλίου του 1946-49, στη διάρκεια του οποίου εκτελέστηκαν καταδρομές «αυτοκτονίας» στα βουνά της Ελλάδας! Η 32α Μοίρα καταδρομών, απώλεσε τον Υποδιοικητή της (τραυματίας) και δύο Διοικητές Λόχων (ο ένας νεκρός από πυρά ελεύθερου σκοπευτή, ο άλλος τραυματίας), καθώς και 33 καταδρομείς (νεκρούς και τραυματίες). Πρόκειται για μία σοβαρότατη πτυχή ενός ατιμώρητου εγκλήματος. Η 31η ΜΚ, ανασυντάχθηκε γρήγορα και είχε λαμπρή πολεμική δράση, μαχόμενη συνεχώς μέχρι και το τέλος του Αττίλα ΙΙ, με πολύ υψηλό ηθικό και τεράστια συνεισφορά στον αγώνα της Εθνικής Φρουράς ενάντια στους Αττίλες. Η 32α ΜΚ αντίθετα, δεν ανέκαμψε από την αποδιοργάνωση που της προκάλεσε η συμμετοχή στο Πραξικόπημα και δεν κατάφερε να εκτελέσει την αποστολή της. Η 33η ΜΚ δεν είχε τόσο σοβαρές απώλειες στο πραξικόπημα, λόγω δευτερεύουσας αποστολής. Το ολοκαύτωμά της στον Αττίλα Ι και η τεράστια συνεισφορά της σε αίμα στον Πενταδάκτυλο και την Κερύνεια, την τοποθέτησε πολύ ψηλά στην ιστορία των αγώνων του Ελληνισμού για την Κύπρο.
Ας μου επιτραπεί εδώ η εξής παρέκβαση: είναι γνωστό πως το Κυπριακό δεν είναι στα «αγαπημένα» θέματα των Ελλαδιτών, σε ευρεία τουλάχιστον κλίμακα. Η φράση «το Κυπριακό δεν πουλάει» γνωστή στους δημοσιογραφικούς κύκλους, είναι απολύτως ενδεικτική και δείχνει ανάγλυφα την έλλειψη ενδιαφέροντος του ελλαδίτικου αναγνωστικού κοινού για το Κυπριακό. Προφανώς, στις μέρες μας τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Θα πρέπει να γίνει σαφές λοιπόν το μέγεθος της συνεισφοράς ανθρώπων όπως ο Σάββας Βλάσσηςτων εκδόσεων «Δούρειος Ίππος» που, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, έχει εκδώσει τα τελευταία χρόνια μία σειρά βιβλίων ανεκτίμητης αξίας για το καλοκαίρι του 1974. Μεταξύ αυτών: «Κύριοι, πάτε για ύπνο» (του Στρατηγού Ελευθέριου Σταμάτη), «Η Έκθεση του ΓΕΕΦ για το 1974» και «Ο Απόρρητος Αττίλας» (του Σάββα Βλάσση), «Ενθυμήματα και Τεκμήρια Πληροφοριών της ΚΥΠ» (του Στρατηγού Γ. Τσουμή), «Άγνωστοι Στρατιώτες – Κύπρος» (1 & 2) (επιμέλεια Σάββα Βλάσση). Ιδιαίτερα, η σχολιασμένη έκθεση επιχειρήσεων του ΓΕΕΦ, διευκρινίζει αρκετά σκοτεινά σημεία των επιχειρήσεων του Αττίλα Ι, διασαφηνίζοντας με οριστικό τρόπο διάφορα ερωτήματα που αιωρούνται στη βιβλιογραφία εδώ και χρόνια.
Στην εκπομπή των «Φακέλων», αναφέρθηκε το όνομα του Ελληνοαμερικανού πράκτορα της CIA Gustav Lascaris Avrakotos
, του οποίου η πολυσχιδής σκοτεινή δράση – μεταξύ άλλων και στην περίοδο της Σοβιετικής κατοχής του Αφγανιστάν, έφτασε μέχρι τις αίθουσες του κινηματογράφου: αποτελεί βασικό χαρακτήρα της ταινίας “Charlie Wilson’s War” (2007) και του ομότιτλου βιβλίου του George Crile. Ο Avrakotos πέθανε το 2005, χωρίς ποτέ να μιλήσει για την εμπλοκή του σε όσα έγιναν το καλοκαίρι του 1974.
«Τα μυστικά αρχεία του Κίσιντζερ – η απόφαση για τη διχοτόμηση», εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2002, με μία ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Καθ. Μάριου Ευρυβιάδη.
Από την κατάθεση του Ταξίαρχου Μιχαήλ Γεωργίτση, «Φάκελος Κύπρου, τα απόρρητα ντοκουμέντα», Περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», Ιούλιος 2010.
Ο Θεός μόνο γνωρίζει τι πραγματικά σκεφτόταν ο Αρχιεπίσκοπος όταν εκφωνούσε τα παρακάτω λόγια: «…Το πραξικόπημα δεν έγινε υπό συνθήκες τέτοιες, που να το καθιστούν εσωτερικό ελληνοκυπριακό ζήτημα. Πρόκειται σαφώς για εισβολή εκ των έξω, μαζί με κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου. …. Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους.». Όπως επίσης, μόνο ο Θεός γνωρίζει τι πραγματικά σκέφτηκε όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο του και είδε στο BBC τον Τουρκικό αποβατικό στόλο να πλέει προς το Νησί του.
Αν ενδιαφέρεται ο αναγνώστης για το πώς αντιδρά μία πραγματικά συγκροτημένη κοινωνία, ας ανατρέξει στη βιβλιογραφία ή στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει το είδος, το βάθος και την έκταση της αναζήτησης ευθυνών που έλαβε χώρα στο Ισραήλ, μετά τον στρατηγικό αιφνιδιασμό και τον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής που αντιμετώπισε στον Πόλεμο του Yom Kippur, ακριβώς την ίδια χρονική περίοδο. Εκεί, η διερεύνηση δεν δίστασε να θέσει υπό κατηγορίαν τον Moshe Dayan, θρύλο των Αραβο-Ισραηλινών πολέμων. Εδώ αντίθετα, η μεταπολιτευτική δημοκρατία προστάτευσε τον ανεκδιήγητο εκείνο Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων που διέταξε από το γραφείο του το Πραξικόπημα, κοιμόταν στη «δροσιά» του θερέτρου του Αγίου Ανδρέα την ώρα που ο τουρκικός στόλος βρισκόταν ανοιχτά της Κερύνειας, ενώ το πρωί της 20ης Ιουλίου είπε στον αξιωματικό πληροφοριών του Ναυτικού που ζητούσε διασπορά του Στόλου πως «οι Τούρκοι κτυπούν την Κύπρο και εμείς είμαστε Ελλάς»!
Στην αρχή το αίτημα ετίθετο από περιθωριακούς ακροδεξιούς χώρους όπως η ΕΠΕΝ, αργότερα όμως υπήρχαν και φωνές από ανθρώπους ενταγμένους σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Τα αιτήματα αυτά έλαβαν συγκεκριμένη μορφή επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη (1992, όπου λέγεται πως η σχετική απόφαση προσέκρουσε σε άρνηση του Κ. Καραμανλή ή βέτο του Ανδρέα Παπανδρέου) ενώ ο απόηχος τους έφτασε μέχρι πολύ πρόσφατα (δείτε το http://www.tovima.gr/society/article/?aid=244720
).
Τεύχος των ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», με θέμα «Χούντα – «Αττίλας» – Δημοκρατία, το θερμό καλοκαίρι του 1974», χωρίς ημερομηνία. Το τεύχος αυτό περιέχει πολλά ενδιαφέροντα κείμενα, μεταξύ των οποίων δύο άρθρα του Καθηγητή Μάριου Ευρυβιάδη. Όπως και ένα άρθρο του Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη, όπου αναλύεται εν πολλοίς η ηθική ακεραιότητα της διαδικασίας των Δικών της Χούντας. Σε αντίθεση μάλιστα με την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου υπήρχαν στοιχεία συνεργασίας του πολιτικού κόσμου με τους δικτάτορες … Αυτό το άρθρο, πρέπει ο αναγνώστης να το διαβάσει, έχοντας δίπλα του ανοιχτά τα κείμενα με τις φωτογραφίες όλων εκείνων των πρωταγωνιστών της περιόδου που δεν δικάστηκαν (ούτε φυσικά τιμωρήθηκαν) ποτέ, να προσέρχονται στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για το Κυπριακό …..
Και επειδή πάντα μπορεί η επιλεκτική χρήση φράσεων και η υπογράμμιση λέξεων να αλλοιώνει το νόημα ενός κειμένου, ας αναζητήσει ο αναγνώστης τον «Επίλογο» του Καθ. Γ. Μαργαρίτη για να δικαιώσει ή να απορρίψει τη θέση μας πως ο συγγραφέας του, σαφέστατα, θεωρεί το έγκλημα της Κύπρου (ίσως) μικρότερης σημασία από τα όσα διέπραξε η δικτατορία σε βάρος του κοινωνικού σώματος στην Ελλάδα.
Ο γράφων στέκει με μεγάλο και ανυπόκριτο σεβασμό απέναντι στους αξιωματικούς των Καταδρομών που είχαν την ατυχία να διαταχθούν (όπως έχει πλέον με σαφήνεια διευκρινιστεί, ας απευθυνθεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης στις σχετικές πηγές, ιδιαίτερα στο βιβλίο του Στρατηγού Ελευθέριου Σταμάτη) να συμμετάσχουν στο Πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αλλά έγραψαν πραγματική ιστορία με τους αγώνες τους στις δύο φάσεις της εισβολής που ακολούθησε. Αξιωματικοί όπως οι Υπολοχαγοί Ηλίας Γλεντζές, Βασίλειος Ροκκάς,Αθαν. Γαληνός, οι Λοχαγοί Ελευθέριος Σταμάτης, Ευάγγελος Μαντζουράτος και άλλοι, τίμησαν με τη δράση τους την τίμια στολή και τα διακριτικά του 3ου Ιερού Λόχου της Ελληνικής Ιστορίας. Αναμφισβήτητα, η συμμετοχή τους στο πραξικόπημα βάρυνε στην περαιτέρω πορεία τους, τερματίζοντας τη σταδιοδρομία τους είτε πολύ πρόωρα, είτε πριν την εξάντληση των επαγγελματικών τους δυνατοτήτων. Ήταν κι αυτή μία παράπλευρη συνέπεια της σιωπής, με την οποία καλύφθηκαν τα όσα έγιναν εκείνο το μαύρο καλοκαίρι.



