Ιστορία - Πολιτισμός
Ο εκτοπισμός μετά την τουρκική εισβολή και η Συμφωνία Τρίτης Βιέννης (ΒΙΝΤΕΟ)
Ο εκτοπισμός ήταν απότοκο της εισβολής, σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό-ιδεολογικό πλαίσιο για την τουρκική πλευρά.
Μια από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις ατόμων σε αναλογία του συνολικού πληθυσμού καταγράφηκε στην Κύπρο μετά τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στις 20 Ιουλίου και τη δεύτερη φάση, στις 14 Αυγούστου 1974. Ο εκτοπισμός ήταν απότοκο της εισβολής, σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό-ιδεολογικό πλαίσιο για την τουρκική πλευρά.
Μεταξύ 162.000 και 170.000 Ε/κ (σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού ελληνοκυπριακού πληθυσμού) αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο βόρειο υπό κατοχή μέρος της Κύπρου μετά τις δύο φάσεις της εισβολής έως το τέλος περίπου του 1975, ενώ μεταξύ 45.000 έως 60.000 Τ/κ που ζούσαν σε αμιγώς τ/κ χωριά, θύλακες και μεικτά χωριά στο νότιο τμήμα του νησιού μετακινήθηκαν σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα προς το κατεχόμενο βόρειο τμήμα. Η μετακίνηση ολοκληρώθηκε οργανωμένα το 1975, μετά τη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης, σύμφωνα με μελέτες και αρχεία.
Περίπου 20.000 Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες παρέμειναν αρχικά εγκλωβισμένοι στο υπό κατοχή τμήμα, κυρίως στην Καρπασία και τα Μαρωνίτικα χωριά, όμως ο αριθμός τους μειώθηκε δραστικά μετά την Τρίτη Βιέννη και λόγω των συνθηκών διαβίωσης. Στην απογραφή πληθυσμού του 1973, οι Ε/κ κάτοικοι στην Καρπασία ήταν περίπου 14.000 από τις 20.412 Ε/κ της Επαρχίας Αμμοχώστου, όπου ζούσαν και 6.101 Τουρκοκύπριοι.
Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, σε λιγότερο από ένα χρόνο και συγκεκριμένα, στις 9 Ιουνίου 1975, ο αριθμός των εγκλωβισμένων ήταν 10.000, στα τέλη του ίδιου χρόνου για να μειωθούν στους 1.076 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1981. Ο αριθμός θα συνέχιζε να μειώνεται για να φτάσει τους 347 το 2012.
Στην παρούσα έρευνα, μέσα από καταγραφή γεγονότων, στοιχείων, μαρτυριών επιχειρείται η θεώρηση των συνθηκών τότε με την απόσταση των 52 χρόνων. Στο ΚΥΠΕ καταθέτουν τις απόψεις τους για τη μετακίνηση πληθυσμού, αλλά και τη Συμφωνία της 3ης Βιέννης και τον ρόλο της στον πληθυσμιακό διαχωρισμό, ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Νίκος Μούδουρος, για τη νομική ισχύ της Συμφωνίας ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Αρης Κωνσταντινίδης, ενώ τη δική του μαρτυρία ως νεαρός τότε Ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών καταθέτει και ο Θεόφιλος Θεοφίλου, αποκαλύπτοντας πως ο ίδιος είχε ετοιμάσει σημείωμα από το 1975 για τη μετακίνηση του τ/κ πληθυσμού και την εγκατάσταση Ε/κ προσφύγων σε τ/κ περιουσίες στις ελεύθερες περιοχές, που όμως δεν έτυχε απάντησης ή ανταπόκρισης. Αντλούνται, επίσης, στοιχεία από τον Τύπο της εποχής από τα αρχεία του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, ενώ χρησιμοποιήθηκε και υλικό που παραχώρησε στο ΚΥΠΕ το ΡΙΚ, στο οποίο απευθύνονται ευχαριστίες.
Συμβάντα
Αρχικά, τους πρώτους μήνες μετά την εισβολή, οι Τ/κ που ήθελαν να μετακινηθούν προς τον υπό τουρκική κατοχή βορρά πλήρωναν γι’ αυτό Ελληνοκύπριους οδηγούς ταξί, φορτηγών, κρύβονταν σε μπάλες σανού, έβαζαν ακόμα και στολές της Εθνικής Φρουράς, αναφέρουν δημοσιεύματα της εποχής. Σε μια προσπάθεια να κρατηθεί ο τ/κ πληθυσμός στα ελεγχόμενα από την Κυπριακή Δημοκρατία εδάφη, ο τότε Υπουργός Εσωτερικών, Νίκος Κόσιης εξέδωσε στο τέλος Οκτωβρίου του 1974 εγκύκλιο προς τις Επαρχιακές Διοικήσεις για να διευκολύνουν την εξυπηρέτηση Τουρκοκυπρίων σε αδειοδοτήσεις, όπως για ανέγερση οικοδομών και εξόρυξη φρεατίων.
Σύμφωνα με είδηση που δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες της εποχής, στις 10 Νοεμβρίου 1974, ένας Ε/κ οδηγός ταξί, ο Α.Β., που πληρώθηκε για να μεταφέρει από την τ/κ συνοικία της Λεμεσού στο Αγκολέμι 2 Τουρκοκύπριες γυναίκες και τις τρεις κόρες τους, τις σκοτώνει εν ψυχρώ στην περιοχή «Η κούρβα του λοκουματζιή» στην Άλασσα. Συλλαμβάνεται, παραδέχεται το έγκλημα, καταδικάζεται από το Κακουργιοδικείο για φόνο εκ προμελέτης σε θάνατο, ποινή που μετατρέπεται σε ισόβια. Το περιστατικό δημοσιεύεται σε ε/κ εφημερίδες και γίνεται πρωτοσέλιδο στον τ/κ Τύπο.
Μετά από αυτό, ο Ραούφ Ντενκτάς δημόσια ζητάει από τους Τ/κ να μην εμπιστεύονται τους Ε/κ για τις μετακινήσεις τους από το νότο στο βορρά κι αρχίζει να ασκεί πιέσεις για τη μαζική μεταφορά των χιλιάδων Τ/κ που βρίσκονταν στις Βάσεις Ακρωτηρίου στο υπό κατοχή τμήμα του νησιού.
Τον Ιανουάριο του 1975 οι Βρετανοί στέλνουν αεροπορικώς με μεταγωγικά C 130 μέσω Αδάνων στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα του νησιού όλους τους Τ/κ από τα χωριά της Λεμεσού και της Πάφου που είχαν καταφύγει εκεί, περίπου 9.000 άτομα. Τον Φεβρουάριο του 1975 ο Ραούφ Ντενκτάς ανακήρυξε το «τ/κ ομόσπονδο κράτος».
Την άνοιξη του 1975 υπάρχει μετακίνηση Τουρκοκυπρίων με τα πόδια από τις ελεύθερες στις κατεχόμενες περιοχές. Στο τέλος Ιουνίου του 1975 κοντά στο Μηλικούρι συλλαμβάνονται 48 Τ/κ από τα Βρέτσια που προσπαθούσαν να μεταβούν στα κατεχόμενα και ξυλοκοπήθηκαν από αστυνομικούς στον Κύκκο, σύμφωνα με αρχειακές πηγές. Το επεισόδιο έγινε γνωστό στα κατεχόμενα και δημοσιοποιήθηκε στον τ/κ Τύπο. Σε αντίποινα ο Ραούφ Ντενκτάς εξαναγκάζει σε δήθεν οικειοθελή μετακίνηση εκατοντάδες Ε/κ από χωριά στην αρχή της Καρπασίας, όπως τον Δαυλό. Σύμφωνα με ντοκιμαντέρ εποχής του ΡΙΚ, τέλη Ιουνίου του 1975, 899 Ε/κ εκδιώχθηκαν σε 3 μέρες από την Καρπασία.
Συμφωνία Τρίτης Βιέννης
Για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με τη μετακίνηση των Τ/κ από τον νότο στο βορρά και την εκδίωξη των Ε/κ από το κατεχόμενο τμήμα, το Υπουργικό Συμβούλιο υπό τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριo εξουσιοδοτεί τον τότε συνομιλητή της ελληνοκυπριακής πλευράς Γλαύκο Κληρίδη, να εγείρει το θέμα στο πλαίσιο του τρίτου γύρου των συνομιλιών στη Βιέννη τέλος Ιουλίου. Τη συμφωνία στην παρουσία του τότε ΓΓ του ΟΗΕ, Κουρτ Βάλντχαϊμ μονόγραψαν στις 2 Αυγούστου 1975 ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Ραούφ Ντενκτάς συνομιλητής τότε της τουρκοκυπριακής πλευράς.
Σύμφωνα με τα όσα μετέδωσε το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στις 2 Αυγούστου 1975, βάσει του ανακοινωθέντος, που εκδόθηκε μετά την τρίτη φάση των διακοινοτικών συνομιλιών στη Βιέννη (31/7 – 2/8/1975) και δημοσιεύθηκε στις 2 Αυγούστου 1975, διεξήχθησαν προκαταρκτικές συζητήσεις για τις εξουσίες και αρμοδιότητες μιας ομόσπονδης κυβέρνησης στη βάσει των υποβληθεισών στην πρώτη φάση ε/κ προτάσεων, των τ/κ προτάσεων, οι οποίες υπεβλήθησαν την 21η Ιουλίου και των πλέον συνοπτικών προτάσεων των υποβληθεισών από τον κ. Κληρίδη κατά την παρούσα φάση των συνομιλιών.
Η περαιτέρω εξέταση του θέματος, ανέφερε το ΓΤΠ, θα συνεχισθεί στη Λευκωσία για την τελική συζήτηση του προβλήματος, μαζί με τις άλλες συναφείς προς τη λύση του Κυπριακού προβλήματος κατά την προσεχή φάση των συνομιλιών. «Ο κ. Ντενκτάς εξέφρασε τις απόψεις του για τις συνοπτικές προτάσεις που υποβλήθηκαν από τον κ. Κληρίδη, όπως επίσης και για τις δικές τους προτάσεις για μια κοινή μεταβατική κυβέρνηση που ο ίδιος υπέβαλε στις 18 Ιουλίου. Ο κ. Κληρίδης επανέλαβε την προηγούμενη θέση του επί του θέματος».
Επίσης, αναφέρεται στο ανακοινωθέν της 2/8/1975, διεξήχθη συζήτηση επί των γεωγραφικών πτυχών ενός μελλοντικού διακανονισμού του Κυπριακού προβλήματος. Συμφωνήθηκε όπως επί του θέματος αυτού οι κ. Κληρίδης και Ντενκτάς έχουν περαιτέρω ιδιαίτερες συνομιλίες πριν την τέταρτη φάση των συνομιλιών, ώστε να προετοιμασθεί το έδαφος για την συζήτησιν του θέματος αυτού, η οποία θα γίνει κατά σε αυτή τη φάση.
Συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:
1. Στους Τουρκοκυπρίους που επί του παρόντος διαμένουν στο νότιο τμήμα του νησιού θα επιτραπεί, εάν επιθυμούν, να μετακινηθούν στο βορρά μαζί με τα υπάρχοντά τους, στη βάση οργανωμένου προγράμματος και με την βοήθεια της Ειρηνευτικής Δύναμης.
2. Ο κ. Ντενκτάς επανέλαβε, και συμφωνήθηκε, ότι οι Ελληνοκύπριοι που επί του παρόντος διαμένουν στο βόρειο τμήμα του νησιού είναι ελεύθεροι να παραμείνουν και ότι θα τους παρασχεθεί κάθε βοήθεια για να μπορούν να έχουν μια ομαλή ζωή, περιλαμβανομένων διευκολύνσεων στον εκπαιδευτικό τομέα και για την άσκηση της θρησκείας τους, όπως επίσης και για ιατρική περίθαλψη από δικούς τους γιατρούς και ελεύθερη διακίνηση στον βορρά.
3. Οι Ελληνοκύπριοι που επί του παρόντος διαμένουν στο βορρά, οι οποίοι κατόπιν αίτησής τους και χωρίς να υποστούν οποιασδήποτε φύσεως πίεση, θα εκδηλώσουν την επιθυμία να μεταβούν εις τον νότο. θα μπορούν να το πράξουν.
4. Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών θα έχει ελεύθερη είσοδο στα Ελληνοκυπριακά χωρία και τόπους διαμονής των Ελληνοκυπρίων στο βορρά.
5. Προς εφαρμογή της ανωτέρω συμφωνίας θα δοθεί προτεραιότητα στην επανασύνδεση οικογενειών, πράγμα το οποίο μπορεί να συνεπάγεται την μεταφορά αριθμού Ελληνοκυπρίων που επί του παρόντος διαβιούν στο νότιο τμήμα, στο βορρά.
Επίσης εξετάσθηκε το θέμα των εκτοπισμένων προσώπων.
Παρ’ όλον ότι αμφότερες οι πλευρές επαναβεβαίωσαν ακόμη μια φορά ότι δεν κρατούν εν γνώση τους αδήλωτους αιχμαλώτους πολέμου ή άλλους κρατουμένους, συμφωνήθηκε αμοιβαία όπως παρέχονται πλήρεις διευκολύνσεις για έρευνες, κατόπιν πληροφοριών που προέρχονται είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά.
Αμφότερες οι πλευρές δήλωσαν ότι ο Διεθνής Αερολιμένας Λευκωσίας, ο οποίος έχει επισκευασθεί από τα Ηνωμένα Έθνη δυνάμει της συμφωνίας που επιτεύχθηκε στην πρώτη φάση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ως πρώτο βήμα από τα Ηνωμένα Έθνη για τις ανάγκες τους.
Λόγω των υποχρεώσεων του Γενικού Γραμματέα σε σχέση με την Γενική Συνέλευση, η τέταρτη φάση των συνομιλιών θα πραγματοποιηθεί στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, στη Νέα Υόρκη, στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου 1975.
Στις 2 Αυγούστου 1975 τα Ηνωμένα Έθνη εξέδωσαν press communiqué με τίτλο «Ανακοινωθέν Τύπου 2 Αυγούστου 1975 για τις συνομιλίες για το Κυπριακό στη Βιέννη» με κωδικό S/11789.
Επιστρέφοντας από τη Βιέννη μέσω Αθήνας, όπου είχε συνάντηση με τον τότε Έλληνα Πρωθυπουργό Καραμανλή και τον Υπουργό Εξωτερικών Δημήτριο Μπίτσιο, ο οποίος ήταν εξωκοινοβουλευτικός Υπουργός Εξωτερικών από τον Νοέμβριο του 1974 έως τον Νοέμβριο του 1977 στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο Γλαύκος Κληρίδης είπε ότι δεν ήθελε να χάσει πολύ χρόνο απαντώντας σε επικρίσεις και ο όλος χειρισμός στη Βιέννη έγινε στη βάση οδηγιών που του είχαν δοθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.
Για τη συμφωνία που αφορούσε τη μετακίνηση Τ/κ που διέμεναν στα εδάφη που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία προς τον κατεχόμενο βορρά, ο κ. Κληρίδης απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι θ’ άρχιζε μόλις ήταν έτοιμα τα ΗΕ και υπολογίζονταν ότι θα διαρκούσε περίπου 40 μέρες. Ανέφερε επίσης ότι η δέσμευση της τουρκικής πλευράς στη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης είναι ουσιαστικής σημασίας γιατί δεν έγινε μια κατ’ ιδίαν συμφωνία του ίδιου και τον κ. Ντενκτάς αλλά είναι μια συμφωνία ενώπιον του ΓΓ, η οποία καταγράφηκε με πάσα λεπτομέρεια στα πρακτικά της συνεδρίασης.
Στην παρατήρηση δημοσιογράφου, σύμφωνα με δημοσιεύματα στο Τύπο της εποχής, ότι επικρίνεται ότι συζήτησε το θέμα της μεταφοράς Τ/κ του «νότου», χωρίς να έχει εξουσιοδότηση γι’ αυτό, ο Γλαύκος Κληρίδης είπε ότι τον εξουσιοδότησε το Υπουργικό Συμβούλιο εν γνώση και του Εθνικού Συμβουλίου και κατόπιν οδηγιών του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακάριου να πει στον κ. Ντενκτάς πως για ν’ αποφύγουν τη δίωξη των Ελλήνων από τα βόρεια, σιωπηρώς θ’ αφήναμε τους Τούρκους να πάνε στο βορρά. «Κι αυτό θα γινόταν άνευ ανταλλάγματος. Προτίμησα να εξασφαλίσω την Καρπασία παρά σιωπηρώς να αφήσουμε τους Τούρκους να πάνε στα βόρεια».
Στην ερώτηση εάν η συμφωνία αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις ή ενθαρρυντικές προοπτικές για την τελική διευθέτηση του Κυπριακού, ο κ. Κληρίδης απάντησε ότι η συμφωνία διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις και έχει το ευεργέτημα «αντί να συζητούμε επί μιας συγκεκριμένης πτυχής του κυπριακού προβλήματος χωρίς να έχουμε την ολοκληρωμένη εικόνα των τουρκικών θέσεων επί όλων, θα έχουμε τώρα μια ολοκληρωμένη εικόνα των τουρκικών θέσεων».
Ο εκτοπισμός ως ιδεολογική προσέγγιση
Η κλίμακα της μετακίνησης πληθυσμού με την εισβολή ήταν τεράστια, δήλωσε στο ΚΥΠΕ ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Νίκος Μούδουρος, ερωτηθείς για τον εκτοπισμό.
Όπως ανέφερε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, την περίοδο της στρατιωτικής εισβολής της Τουρκίας εκτοπίστηκαν περίπου 240.000 Κύπριοι, εκ των οποίων 180.000 Ελληνοκύπριοι και 60.000 Τουρκοκύπριοι. «Αν ληφθεί υπόψη ότι ο συνολικός πληθυσμός του νησιού ήταν περίπου 600.000, η κλίμακα της μετακίνησης ήταν τεράστια», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «εάν συνυπολογιστούν και οι μετακινήσεις που είχαν αρχίσει από τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, τότε από το 1963 μέχρι το τέλος του 1975 μετακινήθηκε βίαια πάνω από το 30% του συνολικού κυπριακού πληθυσμού».
Η εισβολή, ανέφερε περαιτέρω, προκάλεσε τον γεωγραφικό διαμελισμό της Κύπρου και τη δημιουργία μιας νέας εδαφικής πραγματικότητας η οποία έπρεπε να αποκτήσει και χωριστή πληθυσμιακή σύνθεση. «Η στρατιωτική κατοχή του χώρου έπρεπε να συνοδευτεί από τη μετακίνηση πληθυσμών, ώστε η εδαφική διαίρεση να μετατραπεί σε εθνοτική και πολιτική πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια, η Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης αποτέλεσε κομβικό σημείο στη μετάβαση από τον στρατιωτικό διαμελισμό στον πληθυσμιακό διαχωρισμό», δήλωσε ο κ. Μούδουρος.
Υπήρχε, επεσήμανε, διαφοροποίηση στις αναφορές στη συμφωνία. Για την ε/κ πλευρά ήταν επανασύνδεση οικογενειών, για την τ/κ πλευρά ήταν ανταλλαγή πληθυσμών. Το τελευταίο, είπε, δεν προβλεπόταν από τη συμφωνία μεν, αλλά έγινε ντε φάκτο. Για να γίνει αυτό, να μειωθεί ο ε/κ πληθυσμός που έμεινε μετά τον Αύγουστο του 1974 στον βορρά και ο τ/κ στον νότο, συνέχισε, η τ/κ ηγεσία εκμεταλλευόταν κάθε περιστατικό βίας που συνέβαινε εναντίον των Τ/κ.
Η μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων, με βάση της Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης, ξεκίνησε στις 9 Αυγούστου 1975, με στόχο να ολοκληρωθεί μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου 1975 και καθημερινά κομβόι 300 ή 500 ανθρώπων από συγκεκριμένα χωριά μετακινούνταν με λεωφορεία σε μια πορεία που ο τ/κ Τύπος αναφέρει ως «πορεία ελευθερίας», πρόσθεσε ο κ. Μούδουρος. Με την άφιξή τους στις βόρειες περιοχές, όπου τύγχαναν «επίσημης υποδοχής», οι Τ/κ διανυκτέρευαν σε ειδικά διαμορφωμένα καταλύματα και την επόμενη ημέρα μεταφέρονταν στα «νέα τους σπίτια».
Η κάθε πλευρά την εποχή εκείνη – είπε – παρουσίαζε μόνο τις περιπτώσεις που αφορούσαν τους δικούς της εκτοπισμένους.
Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, «κατασκευάστηκε εκ του μηδενός μια νέα πολιτική γεωγραφία στην Κύπρο που περιλάμβανε και τους όρους βόρεια και νότια, ελεύθερες και κατεχόμενες περιοχές (για τους Τ/κ), οι οποίοι δεν υπήρχαν πριν». Δεν υπάρχει, σημείωσε, «μόνο η γραμμή του στρατιωτικού ελέγχου, αλλά έπρεπε ν’ αλλάξει άρδην ο χαρακτήρας της περιοχής και να φύγει το ε/κ στοιχείο, ώστε να μην θυμίζει στους Τ/κ ότι ο τόπος είναι κοινός, αλλά κάτι νέο – πιο εκτουρκισμένο» και «το έδαφος έπρεπε να γίνει επικράτεια, να δημιουργηθεί η πολιτεία».
Σύντομα, είπε, φάνηκε ότι ο πληθυσμός που ήταν σε μεγάλο βαθμό εκτοπισμένος από τις νότιες περιοχές, δεν μπορούσε να στηρίξει μόνος του αυτή την πολιτεία και έτσι ήρθε ο εποικισμός από την Τουρκία.
Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήθελε να κρατηθεί ο ε/κ πληθυσμός στα κατεχόμενα, ενώ η τ/κ ηγεσία, ανέφερε, επιδίωκε να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Στην Καρπασία, σημείωσε, που είχε σημαντική θέση για την Τουρκία, αφού οι Τ/κ αρνήθηκαν να μετεγκατασταθούν σ’ εκείνα τα χωριά της χερσονήσου όπου έμεναν Ε/κ, η τ/κ ηγεσία εγκατέστησε τουρκικό στοιχείο.
Ερωτηθείς για τον αριθμό των Τ/κ που εγκαταστάθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές, ο κ. Μούδουρος είπε ότι η εκτίμηση του τότε ΓΓ του ΟΗΕ ήταν ότι από τον Ιούλιο του 1974 μέχρι το τέλος του 1975 περισσότεροι από 41.800 Τουρκοκύπριοι «εγκατέλειψαν τις νότιες περιοχές και μετακινήθηκαν προς τον βορρά». Μια άλλη μελέτη, των Γκιουρέλ και Οζερσάι (Η Άιλα Γκιουρέλ – Ayla Gürel- και ο Κουντρέτ Οζερσάι -Kudret Özersay- είναι ερευνητές και ακαδημαϊκοί που συνεργάστηκαν στη συγγραφή μελετών για το Κυπριακό), πρόσθεσε, ανεβάζει τον αριθμό σε περισσότερους από 45.000 Τουρκοκύπριους, ενώ τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο Ισμέτ Κοτάκ, (τότε «αρμόδιος» για θέματα εργασίας, συνεργατισμού και εγκατάστασης), ανέφεραν ότι πριν από την εφαρμογή της Συμφωνίας της Τρίτης Βιέννης το γραφείο εγκατάστασης είχε ήδη υλοποιήσει τη μετεγκατάσταση περίπου 50.000 Τουρκοκυπρίων.
Άλλα στοιχεία της εποχής, συνέχισε, αναφέρουν ότι από τις 16 Σεπτεμβρίου 1974 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1975 εγκαταστάθηκαν στα υπό κατοχή εδάφη της Κύπρου συνολικά 73.648 άνθρωποι, οι οποίοι αντιστοιχούσαν σε 17.832 οικογένειες και κατανεμήθηκαν σε 92 οικισμούς. Σύμφωνα με άλλη μελέτη μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βιέννης ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων που μετακινήθηκαν προς τα βόρεια έφτασε τις 65.000.
Οι αποκλίσεις στους αριθμούς δεν αναιρούν το βασικό συμπέρασμα, θεωρεί ο Επίκουρος Καθηγητής κι αυτό είναι ότι η Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης «αποτέλεσε τον θεσμικό και πολιτικό μηχανισμό μέσα από τον οποίο η μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων προς τον βορρά απέκτησε οργανωμένο χαρακτήρα και συνέβαλε στην εθνοτική ομογενοποίηση της νέας βόρειας ζώνης».
Η άλλη όψη της ίδιας διαδικασίας, συνέχισε, ήταν ο εκτοπισμός των Ελληνοκυπρίων από τις βόρειες κατεχόμενες περιοχές. Η έκθεση του τότε ΓΓ του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 9 Ιουνίου 1975 ανέφερε ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία περίπου 182.000 Ελληνοκύπριοι είχαν εκτοπιστεί από τις βόρειες περιοχές. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι μέχρι τα μέσα Αυγούστου 1974 είχαν εκτοπιστεί περίπου 148.000 Ελληνοκύπριοι, ενώ μέχρι το τέλος του 1975 ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων έφτασε τις 163.000.
«Η μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων από τον νότο προς τον βορρά και η εκδίωξη ή μη επιστροφή των Ελληνοκυπρίων από τον βορρά προς τον νότο παρήγαγαν μια νέα εθνογραφία του νησιού», ανέφερε ο κ. Μούδουρος ερωτηθείς σχετικά, ενώ δήλωσε πως «η Συμφωνία συνέβαλε στην εμπέδωση δύο χωριστών πληθυσμιακών ζωνών».
Ερωτηθείς για τη σημασία της Συμφωνίας της Τρίτης Βιέννης, είπε ότι «έγκειται στο ότι μετέτρεψε μια κατάσταση πολεμικού εκτοπισμού σε οργανωμένο σύστημα πληθυσμιακού διαχωρισμού. Έτσι, ο βορράς συγκροτήθηκε ως χωριστή πολιτική γεωγραφία όχι μόνο επειδή ελέγχθηκε στρατιωτικά, αλλά επειδή αναδιοργανώθηκε δημογραφικά».
Η νομική ισχύ της Συμφωνίας της Τρίτης Βιέννης
Μια άλλη διάσταση του θέματος που αφορά τη Συμφωνία 3ης Βιέννης είναι η νομική ισχύς της. Για το θέμα αυτό μίλησε στο ΚΥΠΕ ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Αρης Κωνσταντινίδης.
«Δεν πρόκειται για διεθνή συνθήκη κατά το διεθνές δίκαιο που είναι νομικά δεσμευτική για τα μέρη της», εξήγησε. Πρόκειται, είπε, για μια συμφωνία πολιτικού χαρακτήρα που έκαναν οι διαπραγματευτές των δύο πλευρών, υπό την αιγίδα των ΗΕ, που ενισχύει μεν την επισημότητα, αλλά δεν υπάρχει κάποια νομική δεσμευτικότητα, ούτε κατά το διεθνές δίκαιο, ούτε κατά το εσωτερικό δίκαιο, «όπως βέβαια σχεδόν όλες οι συμφωνίες που έχουν γίνει στο πλαίσιο του Κυπριακού: οι Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου Μακαρίου – Ντενκτάς και μετά Κληρίδη – Ντενκτάς. Δεν είναι διεθνείς συνθήκες, γιατί οι διεθνείς συνθήκες προϋποθέτουν ότι υπογράφονται ανάμεσα σε κράτη».
Στην ερώτηση εάν οι παραβιάσεις τέτοιων συμφωνιών επιφέρουν κυρώσεις ο κ. Κωνσταντινίδης απάντησε αρνητικά. Η Τουρκία καταγγέλθηκε μεν κι απάντησε αιτιολογώντας την στάση της, αλλά έγιναν όλα στο επίπεδο της πολιτικής, διευκρίνισε.
Κληθείς να σχολιάσει τη Συμφωνία, στο πλαίσιο των τότε συνθηκών του πληθυσμού, ο οποίος ήταν ανομοιογενής εθνοτικά, και μετά από μια στρατιωτική εισβολή, ο κ. Κωνσταντινίδης ανέφερε ότι «ο εθνοτικά ανομοιογενής πληθυσμός, που είναι συνήθης σε πολεμικές συγκρούσεις, δεν είναι λόγος να συμφωνηθεί εδαφικός διαχωρισμός του πληθυσμού». Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνέχισε, η διεθνής πρακτική τις τελευταίες δεκαετίες μετά το 1990 είναι συμφωνίες για την επιστροφή των προσφύγων και εκτοπισμένων στις εστίες τους και όχι η επέκταση του εκτοπισμού, σημειώνοντας ότι τις δεκαετίες πριν το 1990 υπήρχαν ελάχιστες συμφωνίες που ρύθμιζαν τα δικαιώματα των εκτοπισμένων.
Από τη δεκαετία του ’90, είπε, υπήρξαν συμφωνίες, όπως στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και σε χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής για να επιστρέψουν οι εκτοπισμένοι στις εστίες τους. Αλλά, σημείωσε, η λογική της Τρίτης Βιέννης δεν ήταν αυτή, να γυρίσουν οι εκτοπισμένοι πίσω. Η λογική της Τρίτης Βιέννης, είπε, «συνέβαλε στον περαιτέρω εθνοτικό διαχωρισμό με την – μάλλον παράδοξη – επίκληση ανθρωπιστικών λόγων».
Σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη, «η εθνοκάθαρση, που ξεκίνησε με την τουρκική εισβολή, ολοκληρώθηκε με τη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης», υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι υπήρχε η πεποίθηση πως η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί τότε, ένα χρόνο μετά την εισβολή, θα ήταν προσωρινή.
Ερωτηθείς ποιες παραβιάσεις δικαιωμάτων των εγκλωβισμένων, εκτοπισμένων και προσφύγων συντελέστηκαν στο πλαίσιο του εκτοπισμού κατά την εισβολή ή και μετά, ο κ. Κωνσταντινίδης αρχικά διευκρίνισε ότι με την αυστηρή νομική έννοια του διεθνούς δικαίου, πρόσφυγες θεωρούνται όσοι εξαναγκάζονται σε φυγή από τις εστίες τους και διασχίζουν διεθνή σύνορα, ενώ όσοι δεν διασχίζουν διεθνή σύνορα θεωρούνται εσωτερικά εκτοπισμένοι (internally displaced). Με αυτή την έννοια στην Κύπρο κατά νομική ακριβολογία πρόκειται για εκτοπισμένο πληθυσμό, καθώς η νεκρή ζώνη δεν αποτελεί διεθνές σύνορο, παρόλο που τόσο τα ΗΕ όσο και ο Ερυθρός Σταυρός έκαναν χρήση του όρου πρόσφυγες.
Οι μαρτυρίες και περιγραφές για ποικίλους περιορισμούς και απαγορεύσεις, όπως η μη παροχή δεμάτων και ιατροφαρμακευτικής βοήθειας, απαγόρευση παραλαβής μηνυμάτων από τις οικογένειές τους κ.ά. που θέσαμε στον κ. Κωνσταντινίδη με βάση το μαρτυρικό υλικό, είπε ότι συνιστούν παραβίαση πρωτίστως του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), που προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και στην κατοικία.
Ο Καθηγητής εξήγησε πως πρόκειται για δικαίωμα με τεράστιο εύρος και παρέπεμψε σε πολυάριθμες αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Διάφορες άλλες απαγορεύσεις, σημείωσε, αποτελούσαν παραβιάσεις του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, καθώς και του δικαιώματος στην ειρηνική συνάθροιση. Κατά κύριο λόγο, υπογράμμισε, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8, παράλληλα με την εκτεταμένη παραβίαση των περιουσιακών δικαιωμάτων των εκτοπισμένων.
«Δεν μου ζητήθηκε, αλλά έγραψα σημείωμα και προειδοποιούσα», λέει ο Πρέσβης Θεοφίλου
Οι σημερινές εκτιμήσεις για τη Συμφωνία της 3ης Βιέννης είναι η μία διάσταση. Υπήρξαν όμως και προειδοποιήσεις από τότε, το μακρινό 1975, όπως αυτές από τον (πρώην) Πρέσβη, που διετέλεσε και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Κύπρου στον ΟΗΕ, Θεόφιλο Θεοφίλου και ήταν τότε νεαρός ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών.
Ο κ. Θεοφίλου προσλήφθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών στις 2 Ιανουαρίου 1974 και πηγαινοερχόταν από την Αμμόχωστο κάθε μέρα Λευκωσία. Νεαρός ακόλουθος, αλλά και εκτοπισμένος πλέον ο ίδιος, ετοίμασε ένα σημείωμα στις 25 Ιουλίου 1975 για τη μετακίνηση του τ/κ πληθυσμού και την εγκατάσταση των Ε/κ προσφύγων που ερχόταν μαζικά από τις υπό κατοχή περιοχές, σε τ/κ περιουσίες στις ελεύθερες περιοχές. Αν και υπηρετούσε στο γραφείο Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας από τον Ιούνιο του 1974 και η παρακολούθηση του ζητήματος της μετακίνησης του πληθυσμού ήταν στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Κυπριακού, αποφάσισε να γράψει αυτό το σημείωμα απευθυνόμενος μέσω του τότε Γενικού Διευθυντή του ΥΠΕΞ, Γιώργου Πελαγία, στον τότε Υπουργό Εξωτερικών, Ιωάννη Χριστοφίδη, ζητώντας να κοινοποιηθεί στον Πρόεδρο, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Γλαύκο Κληρίδη ως επικεφαλής των συνομιλιών με την τ/κ πλευρά και τον Ραούφ Ντενκτάς. Επειδή έβλεπε – όπως είπε – τις πτυχές του θέματος, παρακολουθούσε τις εξελίξεις και από την ενημέρωση των τ/κ δημοσιευμάτων.
«Παρόλο που δεν μου ζητήθηκε, δεν είχα οδηγίες, παρόλο που δεν μου έπεφτε λόγος, θεώρησα σωστό να κάτσω να γράψω αυτό το σημείωμα ως λειτουργός της εξωτερικής υπηρεσίας ως Κύπριος, ως εκτοπισμένος. Με πολλή σκέψη και συλλογισμό. Είναι έξι σελίδες, πολύ αναλυτικό και βλέπω το θέμα από όλες τις πλευρές. Ανησυχούσα, προειδοποιούσα, είχε προειδοποιητικό χαρακτήρα. Μάλιστα, σε ένα σημείο έλεγα ότι αν νομίζουμε πως με τη μεταφορά τους θα γλυτώσουμε τους Ε/κ της Καρπασίας, αυτό είναι πλάνη», είπε στο ΚΥΠΕ.
Στην ερώτηση ποια ήταν τα στοιχεία που τον οδήγησαν σε εκείνη την εκτίμηση, καθώς όλα ήταν νωπά ακόμα, ο κ. Θεοφίλου απάντησε ότι ναι μεν ήταν νωπά, αλλά «ήμουν διαβασμένος άνθρωπος». Ερωτηθείς εάν είχε άλλη πληροφόρηση τότε, από ξένες αποστολές, απάντησε αρνητικά, αλλά – σημείωσε – ήξερε πώς έφυγαν οι Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη.
Συσκέψεις στο Υπουργείο Εξωτερικών γίνονταν για το θέμα, είπε, ανταπόκριση σε εκείνο το σημείωμα δεν υπήρξε από κανέναν, ίσως βρίσκεται στους υπηρεσιακούς φακέλους αρχείου του ΥΠΕΞ, πρόσθεσε. Στην ερώτηση εάν μετά τη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης, έτυχε χειρισμού μετά από το Υπουργείο Εξωτερικών ο κ. Θεοφίλου θεωρεί πως πρέπει να έτυχε, αν και το θέμα τύχαινε χειρισμού γενικότερα «πιο ψηλά» στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Κληρίδη και Ντενκτάς.
Στην ερώτηση εάν με τη μετακίνηση του πληθυσμού επήλθε τότε η διζωνικότητα, ο πρώην Πρέσβης, είπε πως με την Τρίτη Βιέννη σφραγίστηκε η διζωνικότητα. «Κι έδωσε στον Ντενκτάς το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι είναι ανταλλαγή πληθυσμών γιατί η μεταφορά τους έγινε με δική μας συναίνεση και συμφωνία. Ανεξάρτητα αν υπήρχε πίεση και εκβιασμός». Η διζωνικότητα, συνέχισε, υπάρχει σε όλα τα ψηφίσματα του ΣΑ του ΟΗΕ από το 1990 κι εντεύθεν, επισημαίνοντας ότι όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ έχουν την ίδια ισχύ κι αυτά που περιλαμβάνουν την επιστροφή των προσφύγων, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων κι εκείνα που λένε ότι η λύση θα είναι διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία».
Το πατρικό σπίτι του κ. Θεοφίλου είναι στα Λιμνιά Αμμοχώστου, το σπίτι της θείας του όπου μεγάλωσε στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου και το σπίτι της μεγάλης του αδερφής κοντά στην περίκλειστη περιοχή, στην Αγία Ζώνη και κατοικείται από Τουρκοκύπριους.
ΠΗΓΗ: SigmaLive
GEOPOLITICO
Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Το βιβλίο του Κώστα Μπαλαχούτη «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» παρουσιάζεται στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, στις 20:00, σε εκδήλωση που διοργανώνουν ο Δήμος Βέροιας και οι Εκδόσεις Ινφογνώμων.
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Στο επίκεντρο της βραδιάς βρίσκεται η έκδοση που είναι αφιερωμένη στον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον τίτλο «Δεν με σβήνει κανένας» να δίνει το στίγμα της αναφοράς σε μια φωνή που παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Κωνσταντίνος Καρέλας, επιχειρηματίας και μουσικός, ο Σάββας Καλεντερίδης, συγγραφέας και εκδότης, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας, Κώστας Μπαλαχούτης. Τον πρόλογο της έκδοσης υπογράφει η Χάρις Αλεξίου, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου.
Οι διοργανωτές προσκαλούν το κοινό της Βέροιας να παρακολουθήσει την παρουσίαση και να γνωρίσει την έκδοση για τον μεγάλο λαϊκό ερμηνευτή.
Η εκδήλωση με μια ματιά:
- Ημερομηνία: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026.
- Ώρα: 20:00.
- Χώρος: Αντωνιάδειος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», Βέροια.
- Διοργάνωση: Δήμος Βέροιας και Εκδόσεις Ινφογνώμων.
- Είσοδος: Ελεύθερη.
GEOPOLITICO
Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ
Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση επιστροφής, οι εκκρεμείς διεκδικήσεις και οι ενστάσεις των Μητροπόλεων.
Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία επαναφέρει ένα ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: γιατί η απόδοση θησαυρών που αφαιρέθηκαν από ελληνικές μονές συνδέεται με την παράδοση ανταλλάγματος, όταν η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ήδη την επιστροφή τους;
Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που αναδεικνύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρανίκας, στο άρθρο του «Διαγράφουμε την συνθήκη του Νεϊγύ;», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 7 Οκτωβρίου. Η παρέμβασή του στρέφεται κατά της λογικής της ανταλλαγής και της πανηγυρικής παρουσίασης μιας συμφωνίας που αφορά μέρος των θησαυρών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.
Η υποχρέωση που διατυπώθηκε το 1919
Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από τις εδαφικές και οικονομικές ρυθμίσεις, περιλάμβανε συγκεκριμένη πρόβλεψη για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.
Το άρθρο 126 όριζε ότι η Βουλγαρία αναλαμβάνει να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος αρχεία, έγγραφα και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν απομακρυνθεί από τα εδάφη τους κατά τον πόλεμο.
Στη διάταξη αυτή στηρίζεται η κριτική του Καρανίκα: η επιστροφή των λεηλατημένων κειμηλίων αποτελούσε υποχρέωση της βουλγαρικής πλευράς, επομένως η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων μιας αμοιβαίας συναλλαγής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.
Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει και την παράδοση χειρογράφων το 1923. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του, η ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κιβώτια τα οποία παρουσιάστηκαν ως το σύνολο των αφαιρεθέντων, αλλά περιείχαν μόνο περιορισμένο αριθμό χειρογράφων. Κατά τον ίδιο, η εκκρεμότητα δεν έκλεισε ποτέ, παρά τους μεταγενέστερους βουλγαρικούς ισχυρισμούς.
Τι περιλαμβάνει η πρόσφατη συμφωνία
Στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ελληνική πλευρά παραδίδει τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.
Η επίσημη ανακοίνωση προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Τα επιστραφέντα κειμήλια θα εκτίθενται στη Θεσσαλονίκη έως τις 5 Νοεμβρίου και κατόπιν θα αποδοθούν στους φορείς προέλευσής τους.
Οι θησαυροί που παραμένουν εκτός
Οι εκκρεμείς διεκδικήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή των 48 αντικειμένων δεν ολοκληρώνει τον επαναπατρισμό.
Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, αναφέρει ότι από την Εικοσιφοίνισσα είχαν αφαιρεθεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ελλάδας για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία.
Η Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου διεκδικεί ακόμη 50 αντικείμενα από τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, ζητώντας την επιστροφή τους έξω από τη λογική ανταλλαγής. Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος χαιρέτισε τον επαναπατρισμό των 48 κειμηλίων, εκφράζοντας την προσδοκία να ακολουθήσουν νέες επιστροφές.
Το ερώτημα περί «διαγραφής» της Συνθήκης του Νεϊγύ αποτελεί την αιχμηρή πολιτική θέση του Καρανίκα· δεν τεκμηριώνει από μόνο του νομική κατάργησή της. Αναδεικνύει, όμως, ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απαιτεί απάντηση: πώς διασφαλίζεται η διεκδίκηση του συνόλου των αφαιρεθέντων θησαυρών, μετά την ολοκλήρωση αυτής της ανταλλαγής;
Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αξία για τις μονές και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η ιστορική εκκρεμότητα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή όσο χειρόγραφα και εκκλησιαστικοί θησαυροί εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τους τόπους στους οποίους ανήκουν.
GEOPOLITICO
Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές
Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά, την ανάγκη εθνικής ενότητας και τον πολιτισμό ως δύναμη αντίστασης στην ομογενοποίηση.
Με αιχμηρές αναφορές στην παγκοσμιοποίηση, στην υποχώρηση της ελληνικής αυτοπεποίθησης και στις αρνητικές κριτικές που δέχθηκε ο «Καποδίστριας», ο Γιάννης Σμαραγδής παρουσίασε το σκεπτικό της επόμενης κινηματογραφικής του προσπάθειας. Στη συνέντευξή του στην Όλγα Λαθύρη για τον Star Κεντρικής Ελλάδας, αποκάλυψε ότι έχει ολοκληρωθεί η πρώτη μορφή του σεναρίου για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο αντιμετωπίζει ως φορέα της ελληνικής λαϊκής ψυχής και ως πρότυπο προσφοράς στην πατρίδα.
«Στην ουσία, στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι εννοεί την υπεράσπιση μιας «ανώτερης Ελλάδας». Συνέδεσε την τοποθέτησή του με το όραμα του Καποδίστρια και με τις αντιδράσεις απέναντι στην ταινία του, υποστηρίζοντας ότι η ανάδειξη της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας συναντά αντιστάσεις.
Η σύγκρουση με τους κριτικούς και τα ξένα πρότυπα
Ο Σμαραγδής επιτέθηκε σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κινηματογραφικής κριτικής, αναγνωρίζοντας πάντως ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης» για να περιγράψει αυτό που ο ίδιος θεωρεί θαυμασμό προς τον «επικυρίαρχο».
Στη δική του ανάγνωση, η παγκοσμιοποίηση επιδιώκει την πολιτισμική ομοιομορφία, με τον αμερικανικό κινηματογράφο να λειτουργεί ως όχημα επιβολής προτύπων. Υποστήριξε ότι η άκριτη υιοθέτησή τους μπορεί να οδηγήσει σε πολιτισμική εξάρτηση, ενώ αντιπαρέβαλε τη δυνατότητα του ελληνικού κινηματογράφου να αναδεικνύει ιστορικές προσωπικότητες και να ενισχύει την αυτογνωσία του κοινού.
«Μας έχουν πείσει ότι είμαστε αδύνατοι να ξαναγίνουμε μεγάλοι», είπε. Κατά τον ίδιο, οι ταινίες του επιχειρούν να αμφισβητήσουν αυτή την εικόνα, υπενθυμίζοντας στους θεατές τις δυνάμεις και τις αξίες που διαθέτουν.
«Ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή»
Για τον Γέρο του Μωριά, ο σκηνοθέτης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον λαϊκό πολιτισμό, στην πίστη, στην παράδοση και στη μετάδοση των αξιών από γενιά σε γενιά.
«Πρώτα απ’ όλα, ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή», υπογράμμισε. Εξήγησε ότι θέλει να φωτίσει, πέρα από τη στρατιωτική του δράση, την εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που έφθασε να υπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.
Ως κεντρικό νόημα της ταινίας περιέγραψε την υπέρβαση της ατομικής επιδίωξης χάριν μιας ανώτερης αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε περιστατικά συγχώρεσης και αποφυγής της εκδίκησης, όπως ο ίδιος τα έχει εντάξει στην προσέγγισή του για τον ήρωα.
Παρουσίασε, επίσης, τον Κολοκοτρώνη ως το «alter ego» του Καποδίστρια: τον άνθρωπο της στρατιωτικής πράξης δίπλα στον άνθρωπο του πολιτικού οράματος. Η νέα ταινία, όπως εξήγησε, αποτελεί προέκταση της προηγούμενης, με κοινό άξονα την αφύπνιση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.
Εθνική ενότητα απέναντι στον διχασμό
Η αναφορά στους εμφύλιους της Επανάστασης έφερε τη συζήτηση στη σημερινή Ελλάδα. Ο Σμαραγδής χαρακτήρισε τους εμφύλιους «κατάρα των Ελλήνων» και ζήτησε υπέρβαση της εσωτερικής αντιπαλότητας.
«Να ενωθούμε», τόνισε, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον κατακερματισμό και τις κομματικές συγκρούσεις. Συνέδεσε το μήνυμα της ενότητας με την ανάγκη να αποκτήσουν οι νεότερες γενιές ουσιαστική σχέση με την ιστορία τους.
Ενδεικτική ήταν η αφήγησή του για ένα παιδικό πάρτι στις Λιβανάτες, όπου είδε να χρησιμοποιείται ο Spider-Man ως πρότυπο ψυχαγωγίας. Με αφορμή το περιστατικό, εξήγησε ότι επιθυμεί να αναδείξει τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη ως ελληνικά πρότυπα για τα παιδιά.
Η τοποθέτηση για την Τριπολιτσά
Στο τέλος της συνέντευξης, όταν η Όλγα Λαθύρη έθεσε το ζήτημα των τουρκικών αναφορών στη σφαγή της Τριπολιτσάς, ο Σμαραγδής υποστήριξε ότι ο Κολοκοτρώνης απουσίαζε κατά τη σφαγή, συνδέοντας την απουσία του με τη συμφωνία αποχώρησης των Αλβανών.
Απέδωσε τη βία στη συσσωρευμένη οργή από την οθωμανική κυριαρχία, δηλώνοντας παράλληλα ότι η σφαγή «δεν έπρεπε να γίνει». Στην επιχειρηματολογία του επικαλέστηκε τις διώξεις των Ελλήνων, τις γενοκτονίες και την Κύπρο. Οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές παρουσιάστηκαν ως δικές του εκτιμήσεις στη συνέντευξη.
Το σενάριο και το ζητούμενο της χρηματοδότησης
Στο πρακτικό σκέλος, ο Σμαραγδής ανέφερε ότι συνεργάζεται με τον Μελέτη Μελετόπουλο και τον ιστορικό Νίκο Γιαννόπουλο για την οργάνωση του ιστορικού υλικού. Δήλωσε ότι στόχος του είναι η δραματουργία να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά.
Η πρώτη μορφή του σεναρίου έχει ολοκληρωθεί, αλλά προηγείται η εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Ο σκηνοθέτης έχει τρεις ηθοποιούς στο μυαλό του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να τους έχει ενημερώσει.
Παράλληλα, ανέφερε ότι τον «Καποδίστρια» έχουν παρακολουθήσει περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι και μίλησε για δωρεάν προβολές σε σχολεία και για προβολές σε πολιτιστικά κέντρα διεθνώς. Για τον ίδιο, η συνέχεια αυτής της προσπάθειας έχει σαφή προορισμό: να μεταφέρει στις επόμενες γενιές την ιστορική μνήμη και την πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει ξανά.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας