Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Μέρος 2ο Ελλάδα και χρέος: δυο αιώνες έξωθεν παρεμβάσεων των πιστωτών

Δημοσιεύτηκε στις

Ερίκ Τουσέν: η διαιώνιση της υποτέλειας δια του χρέους
από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 

Ο Ερίκ Τουσέν
Σύνοψη 1ου μέρους 
Ήδη από την ανακήρυξή της σε
ανεξάρτητο κράτος, η Ελλάδα είναι δέσμια δανειακών συμβάσεων (1824, 1825 και
1833) που στο σύνολό τους αντιστοιχούν στο 245% του ΑΕΠ της. Τρεις Μεγάλες Δυνάμεις
(Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσσία) συνασπίζονται συγκροτώντας έτσι την πρώτη
Τρόικα της νεότερης Ελλάδας, η οποία θα επιβάλλει τη μοναρχία του Βαυαρού
πρίγκιπα Όθωνα και θα καθυποτάξει τη χώρα δια του χρέους. 
Η Τρόικα
υπερασπίστηκε συστηματικά τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών του Λονδίνου και
του Παρισιού εξασφαλίζοντας της άντληση εκ μέρους τους του μέγιστου δυνατού
κέρδους από ένα επονείδιστο χρέος.

 Ο ελληνικός λαός που κλήθηκε να πληρώσει το
υψηλό κόστος μιας σπάταλης και πολεμοχαρούς μοναρχίας προέβη σε διαδοχικές
εξεγέρσεις. Αν όμως πέτυχε την αποχώρηση του δεσπότη το 1862 και τη συνακόλουθη
αναγνώριση ενός Συντάγματος που του παραχωρούσε θεμελιώδη πολιτειακά και
πολιτικά δικαιώματα, δεν κατόρθωσε να σπάσει τα δεσμά του χρέους. Οι Μεγάλες
Δυνάμεις διατήρησαν την Ελλάδα σε καθεστώς υποτέλειας και αρνήθηκαν πεισματικά
στον ελληνικό λαό την άσκηση της εθνικής του κυριαρχίας. Η μοναρχία και οι
άρχουσες τάξεις επιχείρησαν συστηματικά να στρέψουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στον
εθνικισμό με βασικό τους εργαλείο και όχημα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις
ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Εισαγωγή 2ου μέρους
Σύμφωνα με μια παραπλανητική ή
εσφαλμένη αλλά πάντα κυρίαρχη αφήγηση, η Ελλάδα κατάφερε να επιστρέψει στις
αγορές τη δεκαετία του 1880, αφενός χάρη στη συμφωνία που επετεύχθει το 1878 με
τους πιστωτές για το χρέος της περιόδου 1824-1825 , αφετέρου χάρη στην εφαρμογή
μιας ριζοσπαστικής πολιτικής μείωσης των δημοσίων δαπανών. Λέγεται έτσι ότι,
στη συνέχεια, η Ελλάδα προέβη εκ νέου στη σύναψη επαχθών δανείων, γεγονός που
οδήγησε σε νέα κρίση χρέους και αναστολή των πληρωμών του αρχής γενομένης το
1893. Αυτή η αδυναμία της Ελλάδας να διαχειριστεί με έλλογο τρόπο την προσφυγή
στο δανεισμό έκανε τις Μεγάλες Δυνάμεις να της επιβάλουν μια διοικητική
επιτροπεία δημοσιονομικού ελέγχου η οποία ανέλαβε την εκπόνηση και εφαρμογή του
κρατικού προϋπολογισμού. Μια τέτοια εκδοχή των γεγονότων είναι ψευδής.
Βρίσκουμε ένα παράδειγμα της
διαδεδομένης αυτής αφήγησης στην εφημερίδα Le Monde της 16ης Ιουλίου 2015 :
«Όπως όμως και σήμερα, η χώρα μαστίζεται από τις πελατειακές σχέσεις και την
φοροαποφυγή των υψηλά ιστάμενων. Ο Βαυαρός Όθωνας Α΄, μονάρχης βαυαρικής
καταγωγής που επεβλήθη από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, εφαρμόζει ήδη από την
Ανεξαρτησία μια σπάταλη πολιτική μεγάλων έργων. Ο δημόσιος τομέας προσλαμβάνει
αφειδώς, ο δε στρατός απομυζά πόρους και διάγει πολυτελή ζωή… Το σύνολο
χρηματοδοτείται από γενναιόδωρα (sic) δάνεια εκ μέρους των δυτικών χωρών. Η
κυβέρνηση χάνει γρήγορα τον έλεγχο : το 1893, σχεδόν το ήμισυ των κρατικών εσόδων
διατίθεται για την αποπληρωμή των τόκων και των χρεολυσίων» .
Ένα αντίστοιχο παράδειγμα
βρίσκουμε στο ελβετικό οικονομικό περιοδικό Bilan της 20ης Ιουνίου 2015 : «Χάρη
στη συμφωνία που κυρώθηκε το 1878, η Ελλάδα μπορεί να δανειστεί εκ νέου από τις
αγορές από τον επόμενο ήδη χρόνο, το 1879. Κατά τα δεκατέσσερα επόμενα έτη, η
Αθήνα θα αντλήσει ποσά που στην πραγματικότητα ισοδυναμούν με 530 εκατομμύρια
φράγκα από πιστωτές του Παρισιού, του Λονδίνου και του Βερολίνου. Ωστόσο,
λιγότερο από το 25% του ποσού αυτού θα πάει σε επενδύσεις έργων υποδομής για
την ανάπτυξη της χώρας. Το υπόλοιπο αφιερώνεται κατά κύριο λόγο σε στρατιωτικές
δαπάνες, καθώς η Ελλάδα επιδόθηκε επανειλημένα σε συρράξεις με τις γειτονικές
της χώρες (με διαφορετικές κάθε φορά εκβάσεις)» .
Αυτό που αληθεύει στο κυρίαρχο
αυτό αφήγημα είναι ότι οι ξένοι τραπεζίτες παρείχαν νέα δάνεια στην Ελλάδα. Η
αφήγηση αναγνωρίζει επίσης ότι η μοναρχία ήταν σπάταλη και ενέπλεξε τη χώρα σε
εξαιρετικά δαπανηρές στρατιωτικές συρράξεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι
περισσότεροι σχολιαστές, πάντα έτοιμοι να δικαιολογήσουν τη στάση των πιστωτών
(όπως η δημοσιογράφος της Monde που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ένα
πραγματικά οξύμωρο σχήμα χαρακτηρίζοντας τα εν λόγω δάνεια «γενναιόδωρα») και
επισημαίνουν ότι υπήρχε ένα πραγματικό πρόβλημα είσπραξης φόρων.
Ας δούμε τώρα τι πραγματικά
συνέβη. Κατά τη δεκαετία του 1880, οι τραπεζίτες των Μεγάλων Δυνάμεων (της
Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσσίας, αλλά και της Γερμανίας, του
Βελγίου και της Ολλανδίας…) ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να παράσχουν δάνεια σε
χώρες που εξέρχονται ενός καθεστώτος αναστολής πληρωμών. Θέτουν δε έναν όρο :
τα παλαιά χρέη πρέπει να αναδιαρθρωθούν και η χώρα οφείλει να επανεκκινίσει τις
πληρωμές της. Οι περισσότερες από τις χώρες που είχαν κηρύξει αδυναμία πληρωμών
αποδέχτηκαν αναδιαρθρώσεις χρεών οι οποίες ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές για τους
πιστωτές. Το μέλημα των τελευταίων ήταν να διαθέσουν κεφάλαια ώστε οι χρεωμένες
χώρες να ανακτήσουν τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την εξόφληση των παλαιών
χρεών τους. Για το μεγάλο κεφάλαιο των κυρίαρχων χωρών ήταν επίσης ένας τρόπος
να προβούν σε ελκυστικές επενδύσεις, δεδομένου ότι το καπιταλιστικό σύστημα
περνούσε σε μια νέα φάση επέκτασης μέσω της μαζικής εξαγωγής κεφαλαίων με τη
μορφή είτε δανειακών είτε επενδυτικών συμφωνιών με τις χώρες της περιφέρειας.
Πρόκειται για την αρχή της «ιμπεριαλιστικής» φάσης του παγκόσμιου κεφαλαίου .
Οι αναδιαρθρώσεις χρέους στην Ελλάδα, την Κόστα Ρίκα, την Παραγουάη, το
Περού και την Οθωμανική Αυτοκρατορία
Ιδού κάποια παραδείγματα
αναδιάρθρωσης χρέους κατά την περίοδο 1878-1890 :
Η αναδιάρθρωση του
ελληνικού χρέους το 1878 και τα επακόλουθά της.
Το ελληνικό χρέος που συνδέεται με τα δάνεια του 1824
και του 1825 αναδιαρθρώθηκε το 1878 και οι πιστωτές πέτυχαν από την Ελλάδα την
αποπληρωμή του ποσού που αντιστοιχούσε στα δάνεια της περιόδου αυτής. Δεν
υπήρξε λοιπόν πραγματική απομείωση χρέους και η Ελλάδα ξανάρχισε να πληρώνει
τόσο τους τόκους όσο και το αρχικό κεφάλαιο των πρότερων δανείων της . Μεταξύ
1879 και 1890, η Ελλάδα εξόφλησε το σύνολο του αναδιαρθρωμένου χρέους στους
ιδιώτες πιστωτές της. Το ελληνικό χρέος όμως δεν μειώθηκε, διότι απλά η Ελάδα
σύναψε νέα δάνεια για να αποπληρώσει τα παλαιότερα. Συνέχισε επομένως να
εξοφλεί τα παλαιά δάνεια που αναδιαθρώθηκαν το 1878 και τα νέα δάνεια που
σύναψε κατά τη δεκαετία του 1880.
Η αναδιάρθρωση του
χρέους της Κόστα Ρίκα το 1885.

Η Κόστα Ρίκα που είχε κηρύξει παύση πληρωμών το 1874, δέχεται το 1885 μια
αναδιάρθρωση χρέους ιδιαίτερα επωφελή για τους πιστωτές της : αυτοί αποκτούν
ένα μέρος των σιδηροδρόμων της χώρας, 230 000 εκτάρια γης και 2 εκατομμύρια
λίρες στερλίνες.
Η αναδιάρθρωση του
χρέους της Παραγουάης το 1885.

Η Παραγουάη που βρισκόταν επίσης σε παύση πληρωμών από το 1874, δέχτηκε να
παραχωρήσει στους πιστωτές ένα εκατομμύριο εκτάρια και 800 000 λίρες.
Η αναδιάρθρωση του
χρέους του Περού το 1890.
Η αναδιάρθρωση αυτού
του χρέους (του πιο σημαντικού στη Λατινική Αμερική) επήλθε το 1890 με πολύ
δυσμενείς όρους για τη χώρα : στους πιστωτές εκχωρήθηκαν το σύνολο των δημόσιων
σιδηροδρόμων, δυο εκατομμύρια τόνοι γκουανό (φυσικό λίπασμα), μια ακτοπλοϊκή
γραμμή στη λίμνη Τιτικάκα, δυο εκατομμύρια εκτάρια γης, τα ορυχεία του Σέρο ντε
Πάσκο και, ωσάν κερασάκι στην τούρτα, ένα νέο δάνειο προκειμένου να
χρηματοδοτηθεί ένα μέρος του χρέους που τελούσε υπό αναστολή πληρωμής. Το Περού
ολοκλήρωσε την αποπληρωμή του φερόμενου ως αναδιαρθρωμένου χρέους του το 1926 !
Η αναδιάρθρωση του
χρέους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μετά την παύση πληρωμών το 1875, το χρέος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
αναδιαρθρώθηκε μερικώς το 1881. Οι πιστωτές απαίτησαν τη μέγιστη εξόφλησή του.
Για το σκοπό αυτό, δημιουργήθηκε μια οικονομική επιτροπή από ειδικούς που
όρισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Όπως γράφει η Louise Abellard : «Το 1881 συστήνεται
ένας οργανισμός υπό τον τίτλο Διοίκηση για το οθωμανικό δημόσιο χρέος. Σε αυτόν
μεταφέρονται, με αυτοκρατορικό διάταγμα, πολλά έσοδα της Αυτοκρατορίας κατά
τρόπο ‘οριστικό και αμετάκλητο’ (τελωνειακά έσοδα, φόροι επί οινοπνευματωδών
ποτών, τέλη χαρτοσήμων, δικαιώματα αλιείας, φόροι επί του μεταξιού, μονοπώλια
στο αλάτι και τον καπνό…). Εφεξής, τα έσοδα αυτά θα καταβάλλονται από τη
Διοίκηση στους πιστωτές εν είδει αποζημιώσεων για τους τίτλους που διακρατούσαν
πριν την παύση πληρωμών. Ο εν λόγω οργανισμός διοικούνταν εξολοκλήρου από
ευρωπαίους (Γάλλους, Άγγλους, Ολλανδούς, Γερμανούς και Ιταλούς), οι οποίοι ήταν
οι άμεσοι εκπρόσωποι των εθνικών πιστωτών. Εντελώς ανεξάρτητη από την κεντρική
οθωμανική εξουσία, η αρχή αυτή αποτελούσε ένα εργαλείο απόλυτης εγγύησης για
τους πιστωτές, οι οποίοι μπορούσαν πια να είναι σίγουροι ότι τα ποσά που είχαν
επενδύσει τόσο κατά το μακρινό όσο και το πρόσφατο παρελθόν θα εξοφλούνταν στο
ακέραιο. Με τη Διοίκηση λοιπόν οι κάτοχοι τίτλων αποκτούσαν άμεσα δικαιώματα
διαχείρισης των οικονομικών της Αυτοκρατορίας μέχρις ότου αποζημιωθούν πλήρως
για τη ‘ζημία’ που είχαν υποστεί (και, στην πραγματικότητα, μέχρι το τέλος της
ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Σταδιακά μάλιστα οι δικαιοδοσίες της
Διοίκησης επεκτάθηκαν, καθιστώντας την βασική εγγυήτρια και εποπτική αρχή για
τη σύναψη κάθε συμφωνίας που άπτονταν έργων υποδομής (ειδικότερα δε των
σιδηροδρόμων)» .
Οι αναδιαρθρώσεις χρέους χρησιμοποιήθηκαν για την έναρξη ενός νέου κύκλου
δανεισμού και για την επέκταση του κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών χωρών
Οι αναδιαρθρώσεις χρέους που
συντελέστηκαν κατά την περίοδο 1870-1880 εξυπηρετούσαν τη βούληση των πιστωτών
να τοποθετήσουν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη τα άφθονα κεφάλαια που είχαν
συσσωρεύσει στις χώρες του Κέντρου (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο,
Ολλανδία…). Αυτές οι τοποθετήσεις κεφαλαίων γίνονταν είτε υπό τη μορφή
επενδύσεων είτε υπό τη μορφή δανειακών συμβάσεων. Βασικός στόχος των νέων
δανείων ήταν να διασφαλίσουν ρευστότητα στις χώρες που είχαν κηρύξει παύση
πληρωμών ώστε αυτές να ξαναρχίσουν να πληρώνουν τα χρέη τους. Σε πολλές
περιπτώσεις, όπως είδαμε και παραπάνω όσον αφορά τη Λατινική Αμερική, οι
αναδιαρθρώσεις χρέους πήραν εν μέρει τη μορφή ανταλλαγής παλαιών τίτλων χρέους
έναντι τίτλων ιδιοκτησίας γης ή/και επιχειρήσεων. Το βασικό κριτήριο των
τραπεζών ή άλλων επενδυτών δεν ήταν ούτε η οικονομική υγεία των δανειοληπτριών
χωρών, ούτε η ικανότητά τους να διαχειριστούν τα ποσά των δανείων, ούτε η
δυνατότητα να τα εξοφλήσουν. Οι βασικές τους μέριμνες ήταν να χρησιμοποιήσουν
τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους για να αντλήσουν τη μέγιστη δυνατή
απόδοση, για να διατηρήσουν τις χρεωμένες χώρες σε μια σχέση διαρκούς ανάγκης
εξωτερικής χρηματαδότησης – εξασφαλίζοντας μάλιστα ότι, σε περίπτωση δυσκολιών
αποπληρωμής, οι κυβερνήσεις των δικών τους χωρών θα ήταν έτοιμες να παρέμβουν
ακόμα και με στρατιωτικά μέσα για να επιβάλουν την επανεκκίνηση ή τη συνέχιση
των πληρωμών – ή ακόμα για να ενισχύσουν το καθεστώς αποικιοκρατίας στις εν
λόγω χώρες.
Στην Τυνησία, την Οθωμανική
Αυτοκρατορία και την Ελλάδα, οι ισχυροί πιστωτές – μεταξύ των οποίων η Μεγάλη
Βρετανία και η Γαλλία καταλάμβαναν πάντα μια προνομιακή θέση – επέβαλαν μια
διεθνή δομή διαχείρισης με ιδιαίτερα εκτεταμένες εξουσίες. Το ελληνικό κράτος
γνώρισε αυτή την κατάσταση από την ίδρυσή του, όπως δείχνει η συμφωνία του 1832
με τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Ρωσσία και το Βασίλειο της Βαυαρίας με την
οποία καθιερώνεται η μοναρχία και δίδεται απόλυτη προτεραιότητα στην εξόφληση
του χρέους . Στην Τυνησία, μια διεθνής οικονομική επιτροπή επιβλήθηκε το 1869,
προτού η χώρα περιέλθει εξολοκλήρου στον άμεσο έλεγχο της Γαλλίας το 1881. Όσον
αφορά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι πιστώτριες δυνάμεις δημιούργησαν τη
Διοίκηση του δημόσιου χρέους, η οποία διέθετε είκοσι γραφεία άμεσης είσπραξης
στο σύνολο της επικράτειας (από την Υεμένη έως τη Θεσσαλονίκη) και 5 000
υπαλλήλους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το καθεστώς υποτέλειας στις πιστώτριες
δυνάμεις που εγγράφηκε εκ των πραγμάτων στη διεθνή ληξιαρχική πράξη γέννησης
του νέου κράτους, πήρε μορφές οι οποίες, καίτοι εξελίχθηκαν, δεν έπαψαν ποτέ να
κάνουν ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους : από την φυσική συμμετοχή και
εποπτεία των Βρετανών, Γάλλων και Ρώσσων πρέσβεων στο υπουργικό συμβούλιο το
1843 , μέχρι τη διεθνή επιτροπή οικονομικών του 1898 (η οποία, σημειωτέον,
διατηρήθηκε μέχρι την περίοδο της ναζιστικής κατοχής), περνώντας από τη Διεθνή
Οικονομική Επιτροπή ελέγχου που συστάθηκε το 1857 για να εξασφαλίσει την
αποπληρωμή του χρέους του 1833.
Οι συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης του
1890-1891 στην Ελλάδα
Το Νοέμβριο του 1890, το Σίτι του
Λονδίνου γνωρίζει μια κατάσταση ανάλογη με αυτή που γνώρισαν το Σεπτέμβριο του
2008 οι ΗΠΑ με την πτώχευση της Lehman Brothers η οποία οδήγησε στο κλείσιμο
της στρόφιγγας πιστώσεων (credit crunch), σε μια διεθνή τραπεζική κρίση και,
ένα χρόνο μετά, σε μια παγκόσμια οικονομική ύφεση. Στις 8 Νοεμβρίου 1890, οι
τραπεζίτες του Λονδίνου συναντιούνται επειγόντως για να επεξεργαστούν τρόπους
αντιμετώπισης του πανικού που θα προκαλούσε μια πιθανή πτώχευση της Baring
Brothers, μιας από τις βασικές τράπεζες του Λονδίνου. Στις 10 Νοεμβρίου,
συναντιούνται και με τη βρετανική κυβέρνηση, η οποία αναλαμβάνει να έλθει σε
επαφή με τις αρχές των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να εξευρεθεί μια
συντονισμένη απάντηση στην κρίση. Μολονότι η Baring Brothers διασώθηκε (κάτι
που δεν συνέβη στην πρίπτωση της Lehman Brothers), μια ισχυρή χρηματοπιστωτική
και οικονομική κρίση ξέσπασε κατά την περίοδο 1891-1892. Μεταξύ των τραπεζών
που οργάνωσαν τη διάσωση της Baring Brothers περιλαμβάνονταν η Banque
Rothschild (η οποία ήταν παρούσα σε Λονδίνο, Παρίσι και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις
και έπαιξε κεντρικό ρόλο στη σύναψη του χρέους της Ελλάδας), καθώς και δυο
τράπεζες που στη συνέχεια θα συγχωνευτούν, η J. P. Morgan (η οποία ήταν ήδη η
βασική τράπεζα επενδύσεων των ΗΠΑ) και J. S. Morgan (επίσης παρούσα στο Λονδίνο
και συνδεόμενη με άμεσους οικογενειακούς δεσμούς με την J. P. Morgan) .
Στα άρθρα που ο μεγάλος διεθνής
Τύπος αφιέρωσε κατά τη διετία 2015-2016 στην κρίση του ελληνικού χρέους, δεν θα
βρείτε πουθενά μια συσχέτιση ανάμεσα στην εξέλιξη της διεθνούς
χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κατάστασης και την αναστολή πληρωμής του
χρέους που κήρυξε το ελληνικό κοινοβούλιο το καλοκαίρι του 1893. Παρ’όλα αυτά,
η κρίση που ξεκίνησε στο Λονδίνο το Νοέμβριο του 1890 προκάλεσε διεθνή
οικονομική ύφεση, συρρίκνωση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, παύση διεθνών
τραπεζικών πιστώσεων… Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κάθετη πτώση των
εξαγωγών της τη στιγμή που είχε απόλυτη ανάγκη από το συνάλλαγμα σε ισχυρό ξένο
νόμισμα που της εξασφάλιζαν αυτές οι εξαγωγές για να συνεχίσει να πληρώνει το
εξωτερικό χρέος της. Οι πωλήσεις της κορινθιακής σταφίδας στο εωτερικό
αντιπροσώπευαν τα 2/3 των ελληνικών εξαγωγών ! Οι εξαγωγές αυτές σημείωσαν πτώση
της τάξης του 50% κατά την περίοδο 1891 και 1893. Και υπήρχαν δυο λόγοι γι
αυτήν την κάθετη πτώση : 1. η διεθνής κρίση και η συρρίκνωση της ζήτησης στις
πιο πλούσιες χώρες, 2. η απόφαση που πήραν η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η
Ρωσσία να επιβάλουν έναν φόρο στις εισαγωγές κορινθιακής σταφίδας στις αγορές
τους. Οι τρεις αυτές μεγάλες πιστώτριες δυνάμεις της Ελλάδας περιόρισαν
δραστικά την πρόσβαση της κορινθιακής σταφίδας στις αγορές τους την ίδια στιγμή
που υποστήριζαν με ζήλο την αρχή ελεύθερων συναλλαγών και την κατάργηση όλων
των φόρων και δασμών σε εισαγωγές και εξαγωγές . Για την Ελλάδα, η πτώση των
εσόδων από τις εξαγωγές, σε συνδυασμό με την αδυναμία να εξασφαλιστούν νέες
πιστώσεις από βρετανικές, γαλλικές και γερμανικές τράπεζες, οδήγησε στην απόφαση
της αναστολής πληρωμής του χρέους καθώς το 56% των κρατικών εσόδων ήταν
αφιερωμένα σε αυτό . Μεταξύ των παραγόντων που σχετίζονται με ό,τι προηγήθηκε,
υπάρχει επίσης η πτώση της αξίας του ενικού της νομίσματος σε σχέση με την
αγγλική λίρα και τα άλλα ισχυρά νομίσματα. Με ένα υποτιμημένο νόμισμα, το
πραγματικό κόστος της αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους ήταν ακόμα πιο
δυσβάστακτο.
Όσον δε αφορά τους σχολιαστές που
κατηγορούν την Ελλάδα ότι προβαίνει εύκολα σε αθέτηση πληρωμών, θα ήταν χρήσιμο
να θυμίσουμε ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Ισπανία προέβη σε αναστολή
πληρωμών του χρέους της έξι φορές, η Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία πέντε, τρεις
φορές η Πορτογαλία, δυο η Πρωσία και μια η Ρωσία .
Ο πόλεμος του 1897 ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η αναδιάρθρωση
χρέους που ακολούθησε
Η ελληνική μοναρχία και οι
εγχώρια άρχουσα τάξη επιδόθηκαν σε έναν καταστροφικό πόλεμο εναντίον της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1897, γνωστό και ως «Ατυχή πόλεμο». Οι Μεγάλες
Δυνάμεις χειραγώγησαν με σαφήνεια και μέχρι την τελευταία στιγμής τα δυο ήδη
αντιπαλώμενα κράτη προκειμένου να τα οδηγήσουν σε πόλεμο . Ο στόχος τους ;
Αποδυναμώνοντάς τα μέσω μιας στρατιωτικής σύρραξης, μπορούσαν να ενισχύσουν το
βαθμό ελέγχου τους και στις δυο χώρες, ειδικότερα μέσω του χρέους. Όσο πιο
δαπανηρός ήταν ο πόλεμος τόσο θα μπορούσαν να αυξήσουν τις απαιτήσεις τους τόσο
ως προς την Ελλάδα όσο και ως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κατάληξη ήταν
ένα σύμφωνο ειρήνης που υπεγράφη στην Ισταμπούλ στις 4 Δεκεμβρίου 1897 υπό την
αιγίδα των Μεγάλων Δυνάμεων, δηλαδή της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της
Ρωσίας (μέλη της Τρόικας που είχε ήδη συγκροτηθεί από το 1830), της
Αυστρο-ουγγρικής Αυτοκρατορίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας . Το 1898, ένα
νέο δάνειο παραχωρήθηκε στην Ελλάδα (βλ. σχετικό
πίνακα), με την Τρόικα να αναλαμβάνει γι ακόμη μια φορά τον ρόλο του
εγγυητή. Το δάνειο αυτό δόθηκε στο πλαίσιο του συμφώνου ειρήνης και
περιελάμβανε την καταβολή εκ μέρους της Ελλάδας μιας σημαντικής αποζημίωσης
στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν κάθε συμφέρον η
Ελλάδα να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος του εν λόγω δανείου για να αποζημιώσει την
Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα, όπως σημειώσαμε παραπάνω, ήλεγχαν
ήδη τα οικονομικά της τελυταίας και μπόρεσαν να αξιοποιήσουν τις αποζημιώσεις
αυτές για την αποπληρωμή του χρέους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στους πιστωτές
της. Οι πιστωτές της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν οι ίδιοι !
Πλαίσιο: Το δάνειο του 1898 και η υπαγωγή της Ελλάδας σε
καθεστώς επιτροπείας μέσω της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών
Η νόμος που ψηφίστηκε από το
ελληνικό κοινοβούλιο στις 26 Φεβρουαρίου 1898 είναι πανομοιότυπος με το σχέδιο
νόμου που συνέταξε η Διεθνής Επιτροπή Οικονομικών (ΔΕΟ). Η Ελλάδα ήταν
υποχρεωμένη να αποδεχτεί όλους τους όρους των πιστωτών. Σύμφωνα με το νόμο
αυτό, η ΔΕΟ αναλαμβάνει τον έλεγχο των κρατικών εσόδων και τα διαχειρίζεται για
την εξυπηρέτηση του χρέους:
– του δανείου του 1833 με εγγυητές
τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία,
– των δανείων που σύναψε το
ελληνικό κράτος στο εξωτερικό κατά την περίοδο 1881- 1893,
– του νέου δανείο που αναγκάστηκε
να συνάψει η Ελλάδα προκειμένου να αποπληρώσει τα προηγούμενα και να καταβάλει
τις πολεμικές αποζημιώσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το δάνειο του περιλαμβάνει δυο
μέρη:
1) Ένα δάνειο για την πολεμική
αποζημίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ύψους 92 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων
(4 εκατομμύρια τουρκικές λίρες), στα οποία προστίθενται 2,3 εκατομμύρια φράγκα
(100.000 τουρκικές λίρες) που η Ελλάδα οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση για
τις ζημίες που προκάλεσε σε ιδιωτικές περιουσίες.
2) Ένα νέο δάνειο για να
εξοφλήσει παλαιά χρέη και για να καλύψει το έλλειμμα του έτους 1897 ώστε να
μπορέσει να εξοφλήσει το χρέος της, τουτέστιν ένα συνολικό ποσό 55 εκατομμυρίων
φράγκων που προορίζεται :
– για την κάλυψη του ελλείμματος
του προϋπολογισμού του ελληνικού κράτους κατά το έτος 1897 (26 εκατομμύρια
φράγκα),
– για τις πληρωμές που η ελληνική
κυβέρνηση πρέπει να καταβάλει το 1898 στους κατόχους του παλαιού εξωτερικού
χρέους της (2,5 εκατομμύρια φράγκα),
– για την αποπληρωμή ή την
μετατροπή του κυμαινόμενου χρέους της σε χρυσό (26,5 εκατομμύρια φράγκα).
Το νέο δάνειο που επιβαρρύνει την
Ελλάδα ανέρχεται στα 123,5 εκατομμύρια φράγκα (28,5+95), στα οποία προστίθεται
η μετατροπή του χρέους της ύψους 26,5 εκατομμυρίων φράγκων. Στο δάνειο μάλιστα
αυτό θα προστεθεί, με το πέρας του χρόνου και ανάλογα με τις ανάγκες, και πάντα
υπό τη μορφή νέων δανείων, ένα ποσό που θα ανέλθει στα 20 εκατομμύρια φράγκα
για την κάλυψη των συνολικών ελλειμάτων των επομένων ετών.
Το άρθρο 4 του νόμου που συνέταξε
η ΔΕΟ και ενέκρινε υπάκουα το Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 26 Φεβρουαρίου 1898,
διευκρινίζει ότι «τα διοικητικά έξοδα της Επιτροπής, που ανέρχονται στο ποσό
των 150.000 φράγκων, συμπεριλαμβανομένων των 60.000 φράγκων που προβλέπονται
για τις απολαβές των έξι Αντιπροσώπων, θα αντλούνται από το συνολικό ποσό των
κρατικών εσόδων». Οι έξι αντιπρόσωποι εκπροσωπούν τη Μεγάλη Βρετανία, τη
Γαλλία, τη Ρωσία, την Αυστρο-ουγγαρία, τη Γερμανία και την Ιταλία.
Η ΔΕΟ επιβάλλει στην Ελλάδα να
καταβάλει περίπου 39 εκατομμύρια δραχμές ετησίως, ενώ κατά μέσο όρο τα συνολικά
έσοδα του κράτους (πλην των δανείων) ανέρχονται σε περίπου 90 εκατομμύρια
δραχμές. Τούτο σημαίνει ότι το 43% των κρατικών εσόδων διατίθεται απευθείας για
την αποπληρωμή του χρέους. Πρέπει να σημειώσουμε ότι κανένα μέρος του νέου
δανείου δεν προορίζεται για την ενίσχυση της οικονομίας της χώρας, την ανάπτυξη
των υποδομών της, τη βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης. Το νέο δάνειο
χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την αποπληρωμή παλαιών χρεών, για την
καταβολή αποζημιώσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (που με τη σειρά της κάνει
χρήση της αποζημίωσης για να πληρώσει τους πιστωτές της, οι οποίοι είναι
ταυτόχρονα και πιστωτές της Ελλάδας) ή για την κάλυψη του ελλείματος του
ελλείματων τρεχουσών συναλλαγών.
Τα μέλη της ΔΕΟ υπογραμμίζουν ότι
κατά μέσο όρο ο συνολικός προϋπολογισμός του Υπουργείου Παιδείας και
Θρησκευμάτων δεν θα υπερβαίνει τα 3,5 εκατομμύρια δραχμές, ενώ η βασιλική
προικοδότηση ανέρχεται στα 1,3 εκατομμύρια δραχμές, οι δαπάνες για την
αστυνομία φθάνουν τα 1,7 εκατομμύρια και αυτές για το στρατό στα 15 εκατομμύρια
δραχμές ! Στο βασικό προϋπολογισμό της ΔΕΟ δεν προβλέπεται καμία απολύτως
δαπάνη για τη δημόσια υγεία. Οι δαπάνες για τους σιδηροδρόμους ανέρχονται στο
γελοίο ποσό των 84.350 δραχμών (που αντιστοιχεί, ενδεικτικά, στο 7,5% της
βασιλικής προικοδότησης). Να σημειώσουμε επίσης ότι η ΔΕΟ επέβαλε στην Ελλάδα
την αναγνώριση ενός χρέους προς τους κληρονόμους του βασιλιά Όθωνα (ο οποίος
ανατράπηκε από το λαό το 1862), συνολικού ύψους 4 εκατομμυρίων δραχμών. Η
ετήσια επιβάρρυνση που αντιστοιχεί στην πληρωμή αυτού του χρέους ανέρχεται σε
200.260 δραχμές, δηλαδή 2,5 φορές το ποσό που διατίθεται για τους σιδηροδρόμους
της χώρας !
Η Επιτροπή δηλώνει κατηγορηματικά
ότι και για το μέλλον στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό «δεν προβλέπεται
κανένα ποσό για την εκτέλεση μεγάλων δημόσιων έργων όπως η βελτίωση των λιμένων
ή η κατασκευή νέων σιδηροδρομικών γραμμών. Σύμφωνα με το σκεπτικό της
Επιτροπής, κάθε πρωτοβουλία που θα μπορούσε να αυξήσει τις δαπάνες του κρατικού
προϋπολογισμού οφείλει να αναβληθεί μέχρις ότου επέλθει σταθεροποήση και
σξισορρόπηση των οικονομικών της χώρας». Πρόκειται για μια ρητή αναγνώριση της
βούλησης των μεγάλων πιστωτριών δυνάμεων να διατηρήσουν την οικονομία της χώρα
σε μια κατάσταση καθυστέρησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 του νόμου,
η Επιτροπή ιδιοποιείται, για την αποπληρωμή του χρέους :
– το σύνολο των εσόδων από τα
τέλη χαρτοσήμου, περίπου 10 εκατομμύρια δραχμές,
– το σύνολο των εσόδων από τέλη
και δασμούς που εισπράττονται από το τελωνείο του Πειραιά, περίπου 10,7
εκατομμύρια δραχμές,
– το σύνολο των εσόδων από τους
φόρους επί των προϊόντων καπνού, περίπου 6,6 εκατομμύρια δραχμές,
– το σύνολο των εσόδων από
μονοπώλια σε αλάτι, λάδι, σπίρτα, τραπουλόχαρτα, τσιγαρόχαρτα, στα οποία
προστίθεται το σύνολο των εσόδων από τα ορυχεία σμύριδας της Νάξου, περίπου
12,3 εκατομμύρια δραχμές.
Σε ποιον όμως αναθέτει η ΔΕΟ την
είσπραξη των εσόδων που προέρχονται από τα μονοπώλια ; Τα καθιερωμένα μονοπώλια
του λαδιού, του πετρελαίου, των σπίρτων, των τραπουλόχαρτων των τσιγαρόχαρτων
και της σμύριδας Νάξου τα διαχειρίζεται μια ελληνική ανώνυμη εταιρία με την
επωνυμία Εταιρία Διαχείρισης Εσόδων για την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου
χρέους (ένας πρόγονος του ΤΑΙΠΕΔ  που επέβαλε η σημερινή Τρόικα το 2010).
Οι πιστωτές επέβαλαν στην Ελλάδα να θέσει αυτήν την ανώνυμη εταιρία «υπό την
άμεση εποπτεία της Διεθνούς Επιτροπής ΟΙκονομικών εν είδει ελεγκτικού οργάνου».
Επιπλέον, «ένα μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών που ορίζεται από αυτήν
θα έχει το δικαίωμα να παρίσταται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου
και της Γενικής Συνέλευσης, ενώ η Επιτροπή δύναται να θέτει βέτο σε κάθε μέτρο
που κρίνει ότι είναι αντίθετο με το νόμο ή με τα συμφέροντα που έχει αναλάβει
να προασπίζει» .
Σύμφωνα με το άρθρο 24, «όλα τα
ποσά που εισπράττει η Εταιρία σύμφωνα με το άρθρο 14 θα καταβάλλονται στο
ακέραιο, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, στο ταμείο Ελέγχου». Στην περίπτωση
που τα προαναφερθέντα έσοδα είναι ανεπαρκή, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να
εισπράξει τα έσοδα από τα τελωνεία Λαυρίου (το ακαθάριστο προϊόν των οποίων
εκτιμάται σε 1,5 εκατομμύρια δραχμές), Πάτρας (2,4 εκατομμύρια), Βόλου (1,7
εκατομμύρια), Κέρκυρας (1,6 εκατομμύρια), όπως προβλέπει το άρθρο 12 του νόμου.
Το άρθρο 36 προβλέπει ότι τα μέλη
της ΔΕΟ μπορούν να παρεμβαίνουν αυτοπροσώπως στις εφορίες, στα γραφεία και τις
εγκαταστάσεις υπηρεσιών των οποίων τα έσοδα εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της, για
να διασφαλίσουν έτσι την ορθή εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων και ρυθμίσεων.
Έχουν επίσης πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, τους λογαριασμούς και τα λογιστικά
έγγραφα των εν λόγω υπηρεσιών. Το άρθρο 38 ορίζει ότι «ο συγκεκριμένος νόμος
δεν δύναται να τροποποιηθεί παρά με τη συγκατάθεση των έξι Δυνάμεων».
Τα συμπεράσματα της ΔΕΟ αποτελούν
μνημειώδη ανθολογία ψεύδους και υποκρισίας : «Εν κατακλείδι, για την ολοκλήρωση
του έργου της, η Επιτροπή εμφορείται από τα υψηλά ιδεώδη και την καλή προαίρεση
που χαρακτηρίζουν τη στάση των Δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα. Ικανοποιώντας τις
νόμιμες απαιτήσεις των υφιστάμενων πιστωτών, λαμβάνει επίσης σοβαρά υπόψη της
τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η χώρα. Την ίδια στιγμή, αν φροντίζει
να πλαισιώσει την είσπραξη και τη χρήση των εσόδων που διατίθενται για την
εξυπηρέτηση του χρέους με εγγυήσεις ικανές να παράσχουν κάθε δυνατή ασφάλεια
στους κεφαλαιούχους, μεριμνά επίσης, στο μέτρο του δυνατού, για την ανεξαρτησία
του ελληνικού έθνους και της ελληνικής κυβέρνησης. Το μέλλον της Ελλάδα
επαφίεται πλέον στη σύνεση που θα επιδείξει η ίδια. Αν επιδοθεί με
εργατικότητα, γαλήνη και ειρήνη στο έργο της βελτίωσης της διοίκησής της, στην
ανάπτυξη των αγροτικών της πόρων, στην ενθάρρυνση της νεότευκτης βιομηχανίας
της και στην επέκταση των εμπορικών της σχέσεων, η οικονομική της κατάσταση θα
αποκατασταθεί τάχιστα, η ευεργετική της  επιρροή της θα εξαπλωθεί στο
σύνολο της σφαίρας που της αντιστοιχεί και, συνεπικουρούμενη σε αυτό το ευγενές
έργο από τη ευμένεια των Δυνάμεων, θα κατορθώσει, με την απαιτούμενη επιμονή
και υπομονή, να κατακτήσει στην ανατολική Ευρώπη μια θέση εφάμιλη του ένδοξου
παρελθόντος της».
Πρόκειται για την ίδια ρητορική
που χρησιμοποιεί ακόμα σήμερα, στον 21ο αιώνα, η ευρωπαϊκή επιτροπή και οι
κυβερνήσεις των πιστωτριών χωρών.
Πηγές
– το διπλωματικό έγγραφο (στα
γαλλικά) : Οικονομική συμφωνία με την Ελλάδα, εργασίες της Διεθνούς Επιτροπής
Οικονομικών που επιφορτίστηκε με την προετοιμασία του σχεδίου / Υπουργείο
Εξωτερικών – Παρίσι, 1898, 223 σελίδες,  
– το κείμενο του ελληνικού νόμου
με το οποίο κυρώνονται και τίθενται σε εφαρμογή οι εντολές της Διεθνούς
Επιτροπής Οικονομικών, «ΦΕΚ A 28/1898 Περί Διεθνούς Ελέγχου, Νόμος ΒΦΙΘ»
τέλος του πλαισίου
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τη
δεκαετία του 1870 και μετά, η Γερμανία και οι Γερμανοί τραπεζίτες παρεμβαίνουν
ολοένα και πιο ενεργά στην περιοχή των Βαλκανίων και της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας. Η ήττα της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897 οφείλεται εν μέρει και
στο γεγονός ότι ο οθωμανικός στρατός είχε στις τάξεις του γερμανούς
αξιωματικούς (μεταξύ των οποίων και κάποιοι στρατηγοί) που του παρείχε το
Βερολίνο ως στρατιωτικούς συμβούλους. Τραπεζίτες και κυβερνήτες
δραστηριοποιούνταν τόσο στην Αθήνα όσο και στην Ισταμπούλ. Έτσι, δίπλα στις
Μεγάλες Δυνάμεις που απάρτιζαν την Τρόικα και ήταν απανταχού παρούσες από την
Ανεξαρτησία και μετά και έσπευσαν να επωφεληθούν από την ελληνική ήττα για να
ενισχύσουν την επιρροή τους στην Αθήνα, βρίσκουμε πλέον και τη Γερμανία .
 
Στον απόηχο της συνθήκης ειρήνης
και του νέου δανείου, μια νέα συμφωνία, αναθεωρημένη από την ΔΕΟ, επιβάλλεται
στην Ελλάδα. Η Επιτροπή εγκαθίσταται στην Αθήνα και αναλαμβάνει τον έλεγχο ενός
μεγάλου μέρους του ελληνικού προϋπολογισμού, ο οποίος εξακολουθεί να
χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή του χρέους (βλ.
πλαίσιο : το δάνειο του 1898…)
. Η κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να
τροποποιήσει τους όρους χρήσης αυτών των εσόδων ή της φορολογίας χωρίς τη
συγκατάθεση της ΔΕΟ. Αυτό προσιδιάζει αρκετά στη σημερινή κατάσταση… Η
Επιτροπή λειτούργησε μέχρι την κατοχή της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία το
1942 !
Εκτός από την αποζημίωση που η
Ελλάδα όφειλε να καταβάλει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απορροφούσαν
εξολοκλήρου οι Μεγάλες Δυνάμεις, ένα μεγάλο μέρος του νέου δανείου έπρεπε να
χρησιμοποιηθεί για τη συνέχιση των πληρωμών προς την Τρόικα του επαχθούς
δανείου του 1833. Στη δεκαετία του 1930, η Ελλάδα εξοφλούσε ακόμα το δάνειο του
1833. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των οικονομολόγων Josefin Meyer, Carmen
Reinhart και Christoph Trebesh (οι οποίοι συμμετέχουν συστηματικά σε έρευνες
που διεξάγονται είτει από είτε για λογαριασμό του ΔΝΤ), μόνο το 25% των
χρημάτων που δανείστηκε η Ελλάδα στην περίοδο 1894-1914 χρησιμοποιήθηκε για
τακτικές δαπάνες (με εξαίρεση την εξυπηρέτηση του χρέους) και για επενδύσεις.
Το 40% των ποσών που δανείστηκε χρησιμοποιήθηκαν για την αποπληρωμή του χρέους
και για τις αμοιβές των τραπεζικών υπαλλήλων. Το υπόλοιπο 35% χρησιμοποιήθηκε
για στρατιωτικές δαπάνες (ας μην ξεχνάμε ότι οι βασικοί προμηθευτές
στρατιωτικού υλικού ήταν οι μεγάλοι πιστωτές της χώρας, κάτι που ουδόλως έχει
αλλάξει από τότε) . Σύμφωνα με τις δικές μας εκτιμήσεις, το μερίδιο των δανείων
που αφιερώθηκε στην εξυπηρέτηση τακτικών εξόδων είναι σαφώς μικρότερο του 25%
και δεν φαίνεται να υπερβαίνει το 10 με 15%.
Συμπεράσματα
(του μέρους που αφιερώθηκε στις αναδιαρθρώσεις των
χρεών του 1878 και του 1898)
Βάσει των παραπάνω, το χρέος που
προκύπτει από τις αναδιαρθρώσεις του 1878 και 1898 θα πρέπει να θεωρηθεί απεχθές.
Η αναδιάρθρωση το 1878 δεν έκανε τίποτε άλλο από το να υποχρεώνει την Ελλάδα να
συνεχίσει την αποπληρωμή του χρέους της περιόδου 1824-1825, ενός παράνομου
χρέους καθότι οι όροι του ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για τη χώρα και εξαιρετικά
ευνοϊκοί για τους πιστωτές. Αυτή η αναδιάρθρωση καθιστούσε επίσης επαχθή την
αποπληρωμή του χρέους και οδηγούσε αναπόφευκτα σε μια νέα κρίση, η οποία και
ξέσπασε το 1893. Η αναδιάρθρωση του 1898 ενίσχυσε ακόμα περισσότερο το βαθμό
καταναγκασμού που ασκήθηκε στην κυβέρνηση και τον ελληνικό λαό, ειδικότερα μέσω
της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών. Επέτρεψε δε στις έξι Μεγάλες Δυνάμεις να
δημεύσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος των κρατικών εσόδων, διατηρώντας παράλληλα την
Ελλάδα υπό καθεστώς πλήρους εξάρτησης από τους πιστωτές της.
Το ακόλουθο σχόλιο, που
δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro το Μάιο του 1898 καταδεικνύει με
σαφήνεια τη στρατηγική των πιστωτών : «Το παλαιό πολιτικό ρητό έλεγε : Διαίρει
και βασίλευε. Στις μέρες μας, έχει εν μέρει αντικατασταθεί από έναν νέο κανόνα
: Δάνεισέ τους χρήματα για να τους διατηρήσεις υπό την κυριαρχία σου. Θα θέλαμε
να μελετήσουμε, στις περιπτώσεις της πτωχής Ελλάδας, όπως το κάναμε ήδη και
στην περίπτωση της Αιγύπτου, αυτή την εκλεπτυσμένη επινόηση της μοντέρνας
ιδιοφυίας : ο έλεγχος του δανειστή επί του οφειλέτη αντικαθιστά τη βάναυση
κατάκτηση μέσω της παλιάς ξιφολόγχης, το νομικό συμβούλιο μετατρέπεται
ανεπαίσθητα σε συμβούλιο κηδεμονίας, διακυβέρνησης αρχικά ήπιας και συλλογικής
και στη συνέχεια σκληρής και προσωποπαγούς, προς όφελος του πιο πλούσιου, του
πιο ισχυρού, του πιο επιδέξιου εκ των διαχειριστών και μετόχων. Θα θέλαμε να
δούμε εν τη γενέσει του πώς πλέκεται και στενεύει αυτός ο κλοιός του χρήματος,
αυτή η βασιλική οδός που ο αιώνας μας μετέτρεψε στο πιο αποτελεσματικό όπλο πολιτικής
υπεροχής» .
Είναι επίσης σημαντικό να γίνει
μια μελέτη ικανή να καθορίσει ποιο μέρος του εξωτερικού χρέους (του χρέους που
καταβλήθηκε σε ξένο νόμισμα στις ξένες χρηματοπιστωτικές αγορές και πρέπει να
διακριθεί από τα ελληνικά δάνεια που συνάφθηκαν σε εγχώριο νόμισμα) αγοράστηκε
από πλούσιους Έλληνες οι οποίοι είτε διέμεναν στην Ελλάδα είτε αποτελούσαν
μέρος της εύπορης ελληνικής ομογένειας στην Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια,
τη Σμύρνη ή το Παρίσι . Το βέβαιο είναι ότι αυτές οι ισχυρές ελληνικές ελίτ
είχαν επενδύσει σημαντικό μέρος του πλούτου τους σε ελληνικά χρεόγραφα. Και
τούτο σημαίνει ότι δεν είχαν κανένα συμφέρον να προτείνουν στους φίλους τους,
δηλαδή στα στελέχη διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων, να υιοθετήσουν μια σθεναρή
στάση απέναντι στους πιστωτές.
(βλ. τα
συμπεράσματα και το τέλος του πλαισίου με ατα αποσπάσματα από το βιβλίο του
Κωνσταντίνου Τσουκαλά).
Πλαίσιο : Κάποια στοιχεία προς κατανόηση των κοινωνικών και
πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου
Αποσπάσματα από το βιβλίο του
Κωνσσταντίνου Τσουκαλά, La Grèce de l’indépendance aux colonels [Η Ελλάδα
από την Ανεξαρτησία μέχρι το πραξικόπημα των συνταρματαγχών
], εκδ. Maspero,
Παρίσι, 1970 . Τα αποσπάσματα δίνουν μια ιδέα της ανάπτυξης των κοινωνικών
κινημάτων και των μεταρρυθμίσεων που συντελέστηκαν στο πλαίσιο της ύστερης
συγκρότησης ενός περιφερειακού καπιταλιστικού κράτους.
«Η συνεχής αύξηση των φόρων και
των βασικών καταναλωτικών ειδών επιβάρυνε κυρίως την εργατική και τη μεσαία
τάξη, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να οργανώνονται σε εμπορικές ενώσεις και
συνδικάτα. Τον Μάρτιο του 1909, χιλιάδες καταστηματάρχες διαδήλωσαν βίαια, σε
Αθήνα και Πειραιά, ενάντια στην άνιση κατανομή των φόρων. Την 14η Σεπτεμβρίου
1909, η Αθήνα δονήθηκε από μια τεράστια διαδήλωση άνω των 50.000 ατόμων (η πόλη
αριθμούσε λιγότερο από 200.000 κατοίκους). Δηλώνοντας αμέριστη πίστη στην
‘επανάσταση’, οι διεκδικήσεις των Αθηναίων πήγαιναν πολύ πιο μακριά από τις
προθέσεις των αξιωματικών [της νέας αρχής που μόλις είχε αναλάβει τη
διακυβέρνηση της χώρας]. Απαιτούσαν την εφαρμογή ενός συστήματος προοδευτικού
φόρου εισοδήματος, τη λήψη μέτρων για την προστασία της παραγωγής, μια
διοικητική μεταρρύθμιση που θα επέτρεπε τη δημιουργία δημόσιων υπηρεσιών και
την κατάργηση του ισχύοντος καθεστώτος κατανομής των δημοσίων θέσεων στα μέλη
του κυβερνώντος κόμματος. Απαιτούσαν επίσης τη βελτίωση του βιωτικού επιπέδου
των εργαζομένων, τη δια νόμου απαγόρευση της τοκογλυφίας και την αναγωγή της σε
αδίκημα. Αναδείκνυαν μια ταξική αντίθεση η οποία, πολιτικά, είχε παραμείνει επί
μακρόν ανέκφραστη. Την ίδια στιγμή, η οργάνωση των εργατών είχε καταγράψει
σημαντικές πρόδους χάρη στη δημιουργία πλήθους συνδικάτων, ενώ η δυσαρέσκεια
των αγροτών είχε ενταθεί από το 1898, έτος κατά το οποίο η κρίση του εμπορίου
σταφίδας, που αποτελούσε σταθερή πηγή εξαγωγών, είχε βυθίσει στην εξαθλίωση μια
σημαντική μερίδα αγροτικού πληθυσμού. Η αναταραχή ήταν ιδιαίτερα έντονη στη
Θεσσαλία, όπου το αίτημα για μια μεταρρύθμιση του συστήματος μεγάλης
γαιοκτησίας που είχε κληροδοτηθεί από τους  Τούρκους, πυροδότησε κατά την
περίοδο 1905-1910 μια σειρά αγροτικών εξεγέρσεων οι οποίες πνίγηκαν στο αίμα.»
«Οι εκλογές που ακολούθησαν, εν
έτει 1910, ήταν ένας θρίαμβος για το νέο Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Βενιζέλος
σχημάτισε το πρώτο του υπουργικό συμβούλιο με σχεδόν εξ ολοκλήρου νέα πρόσωπα,
και αυτό ήταν η αρχή μιας περιόδου εντατικής ανοικοδόμησης και ριζικών
μεταρρυθμίσεων.»
«Αναγκαία προϋπόθεση για την
εφαρμογή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος των φιλελευθέρων ήταν η αναθεώρηση
του Συντάγματος. Το Σύνταγμα του 1864 αναθεωρήθηκε πλήρως, για να διασφαλίσει
τις ατομικές ελευθερίες και να θέσει τις βάσεις ενός ‘κράτους δικαίου’. Παρ’όλα
αυτά, μολονότι επίσημα τα προνόμια της μοναρχίας μειώθηκαν, οι πραγματικές
δικαιοδοσίες του βασιλιά παρέμεναν ασαφείς, κάτι που έμελε να έχει εκρηκτικές
συνέπειες.»
«Στηριζόμενος στο νέο
συνταγματικό πλαίσιο, ο Βενιζέλος προέβη στην εφαρμογή ενός εντυπωσιακού
νομοθετικού προγράμματος. Η αγροτική μεταρρύθμιση ήταν το πιο επείγον και το
πιο δύσκολα επιλύσιμο πρόβλημα. Μια συνταγματική τροπολογία, η οποία επέτρεπε
την απαλλοτρίωση δια αποζημίωσης, ψηφίστηκε το 1911, παρά και ενάντια στις
έντονες αντιδράσεις της ακόμα ισχυρής τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων.»
«Απαγόρευση δήμευσης χαμηλών
μισθών για χρέη (1909), αναγνώριση των συνδικαλιστικών ομοσπονδιών Αθήνας και
Πειραιά (1910), υποχρεωτική αργία την Κυριακή (1910), θέσπιση μια νέας και
ταχείας διαδικασίας για τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ εργαζομένων και
εργοδοσίας (1912), απαγόρευση των μικτών συνδικάτων εργαζομένων και εργοδοτών
(1914), άδεια στα νεοσύστατο συνδικάτα να διαπραγματεύονται και να υπογράφουν
συλλογικές συμβάσεις. Τέλος, ένα πρόγραμμα υποχρεωτικής ασφάλισης των
εργαζομένων εισήχθη το 1914.
Το φορολογικό σύστημα
αναδιοργανώθηκε επίσης σε μια πιο ισότιμη βάση. Μια προοδευτική φορολογία
εισοδήματος θεσπίστηκε το 1911, ενώ τα δικαιώματα κληρονομιάς αναθεωρήθηκαν και
οι σχετικοί φόροι αυξήθηκαν σημαντικά το 1914.»
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο
και την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Γερμανίας και της
Αυστρο-ουγγαρίας, η μοναρχία και οι άρχουσες τάξεις της Ελλάδας πίστεψαν ότι
βρίσκονται στα πρόθυρα υλοποίησης της ‘Μεγάλης ιδέας’, δηλαδή της προσάρτησης
στην Ελλάδα μέρους της τουρκικής Μικράς Ασίας. Αυτό τις ώθησε σε μια
καταστροφική περιπέτεια το 1922, η οποία άρχισε με την επίθεση του ελληνικού
στρατού στην τουρκική επικράτεια και ολοκληρώθηκε με μια βαριά στρατιωτική ήττα
και κυριότερα μια μεγάλη απώλεια σε ανθρώπινες ψυχές.
Το 1922, «η απόπειρα γενικής
επίθεσης κατά της Άγκυρας, προπύργιο του Κεμάλ Ατατούρκ, κατέληξε σε
καταστροφή. Τον Αύγουστο του 1922, ο κατατροπωμένος ελληνικός στρατός υποχωρεί
άτακτα στην αντεπίθεση των Τούρκων, οι οποίοι διώκουν τους επιζώντες μέχρι τη
θάλασσα, σφαγιάζουν χιλιάδες Έλληνες ως αντίποινα και, τελικά, πυρπολούν τη
Σμύρνη εν τω μέσω γενικευμένουν χάους. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες
αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα γειτονικά νησιά ή στην ηπειρωτική Ελλάδα.»
«Το αποτέλεσμα δέκα χρόνων
αλλεπάλληλων πολέμων (1912-1922) ήταν η δημιουργία μιας χώρας εντελώς διαφορετικής
απ’ό,τι πριν. Η ελληνική επικράτεια διπλασιάστηκε, ενώ η αύξηση του πληθυσμού
ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή. Το ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες, των οποίων η
κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση αποτέλεσε το πιο σοβαρό και επείγον
πρόβλημα της χώρας, άλλαξε άρδην τη σύσταση του πληθυσμού. Τα ποσοστά του
αστικού πληθυσμού εκινάχτηκαν, ιδιαίτερα στην περιοχή της Αθήνας και σε
ορισμένες μεγάλες πόλεις, για να δημιουργηθεί έτσι, για πρώτη φορά, ένα
σημαντικό αστικό προλεταριάτο. Ενώ το 1908, μόνο το 24% του πληθυσμού ζούσε σε
πόλεις άνω των 5.000 κατοίκων, το ποσοστό ανήλθε στο 27% το 1920 και στο 33% το
1928. Από το 1920 έως το 1928, ο αριθμός των κατοίκων της Αθήνας πέρασε από τις
452.919 στις 801.622.»
«Ο κόσμος των αστικών κέντρων
είχε επίσης μετασχηματιστεί ριζικά μετά τον πόλεμο. Οι πολυετείς αγώνες, η
επίδραση της Ρωσικής Επανάστασης και, κυρίως, οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης
των προσφύγων στις πόλεις έκαναν την εργατική τάξη να οργανωθεί σε μια πιο
ριζοσπαστική βάση. Τον Νοέμβριο του 1918 δημιουργήθηκε η Γενική Συνομοσπονδία
Συνδικάτων και μια βδομάδα αργότερα το ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο θα
γίνει μέλος της Κομιντέρν το 1922 και δύο χρόνια αργότερα θα μετατραπεί σε
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας.»
«Η πλήρης παρακμή και αποσύνθεση
της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κατάτμηση της Αιγύπτου στο δεύτερο μισό του
19ου αιώνα επέτρεψαν στις δυτικές δυνάμεις να τους επιβάλουν ένα οιονεί
αποικιακό καθεστώς. Μεταξύ των μεγαλύτερων επωφελούμενων ήταν και οι Έλληνες
έμποροι και τραπεζίτες, ενώ κατά την περίοδο 1880-1910, τεράστιες περιουσίες
δημιουργήθηκαν στη περιφέρεια της Μεσογείου. Η ρωσική επανάσταση εκδίωξε τους
Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην Ουκρανία και η κρίση του 1922 τους έκανε να
αποχωρήσουν από την Τουρκία και την Βουλγαρία. Η θέση τους ωστόσο δεν
απειλήθηκε στην Αίγυπτο και, σε κάποιο βαθμό, στη Ρουμανία, όπου Έλληνες με
μεγάλη οικονομική επιφάνεια και επιρροή συνέχισαν να πλουτίζουν. Είναι
αξιοσημείωτο ότι πολλοί από τους στενούς συμβούλους του Βενιζέλου στον
οικονομικό και τραπεζικό τομέα ανήκαν σε αυτήν την κατηγορία. Αυτό αναμφίβολα
εξηγεί και το γιατί ο Βενιζέλος ευθυγραμμίστηκε τόσο πρόθυμα με τα διπλωματικά
συμφέροντα του βρετανικού και του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Κατανοούμε επίσης
τους ενδοιασμούς του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου να επικεντρώσει το ενδιαφέρον
του στην ανάπτυξη της χώρας.»
Τέλος του πλαισίου
Το χρέος
από τη δεκαετία του 1920 μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 
Η ήττα της στρατιωτικής
εκστρατείας που επιχείρησε η Ελλάδα στα τουρκικά εδάφη το 1922 είχε δραματικές
συνέπειες για τον άμαχο πληθυσμό. Περίπου 1,5 εκατομμύριο Έλληνες που ζούσαν
στην Τουρκία έπρεπε να διασχίσουν το Αιγαίο και να μεταβούν το συντομότερο
δυνατό σε μια χώρα που μόλις είχε χάσει το μέρος της οθωμανικής επικράτειας που
την είχε παραχωρηθεί μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη Συνθήκη των Σεβρών (βλ. χάρτη). Αυτή η μαζική προσέλευση προσφύγων
έκανε τις αρχές να ζητήσουν οικονομική βοήθεια από την Κοινωνία των Εθνών,
πρόγονο του ΟΗΕ, η οποία κατά την περίοδο 1924-1928 παρείχε στην Ελλάδα δάνεια
των οποίων το συνολικό ποσό αντιστοιχούσε στο 20% του ΑΕΠ της χώρας. Η Κοινωνία
των Εθνών απαίτησε ως αντάλλαγμα τη συνέχιση της εφαρμογής μιας πολιτικής
σκληρής λιτότητας. Η εκπροσώπευση στην Ελλάδα της Κοινωνίας των Εθνών, όπως και
της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών που είχε δημιουργηθεί το 1898, κυριαρχούνταν
από τις μεγάλες δυνάμεις και ειδικότερα την Μεγάλη Βρετανία.
Η αποπληρωμή των δανείων που
χορήγησε η ΚτΕ προστέθηκε σε μια σειρά άλλων υποχρεώσεων : τη συνέχιση της
εξόφλησης στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία του υπολοίπου του χρέους του 1833
(η Ρωσία είχε πάψει να αποπληρώνεται από την επανάσταση των Μπολσεβίκων το
1917), την αποπληρωμή του χρέους του 1898, την εξόφληση των πολεμικών δανείων
που είχε λάβει κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τη Μεγάλη
Βρετανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και τη Γαλλία (δάνεια πολέμου που
αντιπροσώπευαν το 55% του ελληνικού ΑΕΠ) . Το σύνολο των χρεών που όφειλε να
καταβάλει η Ελλάδα ξεπερνούσε το 100% του ΑΕΠ της, ενώ το ετήσιο ποσό που
κατέβαλε αντιπροσώπευε περισσότερο από το 30% των εσόδων του ελληνικού
προϋπολογισμού και περίπου το 10% του ΑΕΠ. Όλα αυτά δίνουν μια ιδέα τόσο για
τις προσπάθειες που καλούνταν να κάνει όσο και για τα βάρη που είχε επωμιστεί ο
ελληνικός λαός και η οικονομία της χώρας.
Όσο η διεθνής οικονομία βρισκόταν
σε φάση ανάπτυξης, όπως συνέβη κατά την περίοδο 1898-1913 και τη δεκαετία του
1920, η Ελλάδα κατάφερνε να πετύχει ένα πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό
της και να εξασφαλίζει την καταβολή των δανειακών της δόσεων (δηλαδή, υπό τον
αυστηρό έλεγχο της ΔΕΟ, κατάφερε να αντλεί περισσότερα έσοδα από τις δαπάνες
της πέραν της εξυπηρέτησης του χρέους, κάτι που της επέτρεπε να χρησιμοποιεί
αυτό το πλεόνασμα για τις αποπληρωμές της). Η Ελλάδα κατέγραφε επίσης εισροές
κεφαλαίων όπως σε κάθε περίοδο ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας. Οι δε
πιστωτές της τής χορηγούσαν νέες πιστώσεις για να μπορεί να εξοφλεί τις
παλαιότερες.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά από
το 1930-1931 και μετά, όταν έγιναν αισθητές οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης
που είχε ξεσπάσει στην Wall Street τον Οκτώβριο του 1929. Η Ελλάδα βλέπει και
πάλι να εξανεμίζονται τα έσοδά της από τις εξαγωγές (κυρίως από την πώληση
καπνού και κορινθιακής σταφίδας), ενώ παράλληλα ένα μέρος των ελληνικών
τραπεζών δηλώνει πτώχευση και το ελληνικό νόμισμα υποτιμάται κατά 50% μετά την
απόφαση της Μεγάλης Βρετανίας να αναστείλει το σύστημα συναλλαγών με βάση τα
αποθέματα χρυσού (Gold Standard) . Η υποτίμηση οδηγεί αυτόματα σε διπλασιασμό
του εξωτερικού χρέους της χώρας που εκφραζόταν σε εθνικό νόμισμα. Ως εκ τούτου,
το κράτος ήταν αναγκασμένο να διπλασιάσει το ποσό των εσόδων που προοριζονταν
για την πληρωμή του εξωτερικού χρέους σε ξένο νόμισμα. Έτσι, το 1932, η Ελλάδα
αναγκάζεται να αναστείλει εν μέρει την αποπληρωμή του χρέους της.
Γι ακόμα μια φορά, αν εστιάσουμε
στην Ελλάδα απομονώνοντάς την από τα διεθνή συμφραζόμενα, θα καταλήξουμε να
παρερμηνεύουμε τα ίδια τα γεγονότα, όπως έκαναν αρκετοί σχολιαστές. Πρέπει
λοιπόν να λάβουμε υπόψη μας ότι το 1932 η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, το Βέλγιο,
η Ιταλία και άλλες χώρες αποφάσισαν να αναστείλουν την εξόφληση των πολεμικών
χρεών τόσο μεταξύ τους όσο και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δε Γερμανία
αναστέλλει την πληρωμή του χρέους της προς τους ιδιώτες πιστωτές από τον
Φεβρουάριο του 1932, ενώ τον Μάιο του 1933 ανακοινώνει γενική αναστολή πληρωμών
προς το σύνολο των πιστωτών. Σε αναστολή πληρωμών βρίσκονται επίσης η Ουγγαρία,
η Λετονία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία, καθώς και 14 χώρες της Λατινικής
Αμερικής. Κάτι που αποσιωπάται συστηματικά από τα ΜΜΕ είναι ότι ακόμη και μετά
το μορατόριουμ που κήρυξε το 1932, η Ελλάδα εξακολουθεί να αποπληρώνει το χρέος
της υπό τις ισχυρές πιέσεις της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών.
Απολογισμός του έργου της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών 
Στο άρθρο της εφημερίδας Le
Monde
που παραθέσαμε στην αρχή του άρθρου μας διαβάζουμε σχετικά με τον
απολογισμό της ΔΕΟ : «Ο απολογισμός της παρ’όλα αυτά απέχει πολύ από το να
είναι αρνητικός : βοηθά το νεοιδρυθέν ελληνικό κράτος να αναλάβει τον έλεγχο
των φορολογικών εσόδων του και να περιορίσει την υπεξαίρεση ξένων κεφαλαίων από
την τοπική ελίτ. Συμβάλλει επίσης στην δρομολόγηση μεταρρυθμίσεων αναγκαίων για
τον εκσυγχρονισμό της χώρας.» Είναι απορίας άξιο πώς μπορεί να γράφει κανείς
κάτι τέτοιο. Ασκώντας μια διαρκή και στυγνή επιβολή στα οικονομικά της Ελλάδας
προς όφελος των πιστωτών, η ΔΕΟ εμπόδισε συνειδητά τη χώρα να καθορίσει ένα
πρόγραμμα ανάπτυξης και την διατήρησε σε μια σχέση δομικής υποταγής και υποτέλειας.
Σύμφωνα με τους Meyer, Reinhart
και Trebesch, η πραγματική απόδοση για τους κατόχους τίτλων ελληνικού χρέους
που αγοράστηκαν στο εξωτερικό, εκφράζονταν σε ξένα νομίσματα και περιήλθαν
κάποια στιγμή σε καθεστώς αναστολής πληρωμών, κυμαίνεται μεταξύ +1% και +5%.
Είναι μια πολύ υψηλή απόδοση για δημόσιο χρέος μιας χώρας που περιγράφεται σαν
κακοπληρωτής ! Πώς όμως εξηγείται μια τόσο θετική απόδοση ; Τα πραγματικά
επιτόκια ήταν υψηλά, το απόθεμα του χρέους δεν απομειώθηκε και, παρά τις
επανειλημμένες αναστολές πληρωμών, η χώρα συνέχιζε κατά καν΄να να εξοφλεί.
Έτσι, ακόμη και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930, η
Ελλάδα, καίτοι επίσημα βρισκόταν σε μερική αναστολή πληρωμών, αφιέρωνε το ένα
τρίτο των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού της για την αποπληρωμή του χρέους,
κάτι που αντιστοιχεί στο 9% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ κατά την ίδια περίοδο η
Ρουμανία και η Βουλγαρία αφιέρωναν αντίστοιχα 2,3% και 3% του ΑΕΠ τους για την
εξυπηρέτηση του χρέους τους.
Επίλογος
Η ανάλυση που επιχειρήσαμε σε
αυτό το άρθρο δεν αποσκοπεί σε καμία περίπτωση στο να απαλλάξει τις ελληνικές
κυβερνήσεις και την ελληνική άρχουσα τάξη από τις ευθύνες που τους αναλογούν.
Αντίθετα, η απόφαση τους να υποκύψουν στις απαιτήσεις των πιστωτών και των
μεγάλων δυνάμεων είχε τρομερές συνέπειες για τον ελληνικό λαό. Εξειδικευμένη
στους τομείς των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και του διεθνούς εμπορίου, η τάξη
των ελλήνων καπιταλιστών ήταν μια αστική τάξη με ερείσματα και συμφέροντα που
ξεπερνούσαν κατά πολύ την ελληνική επικράτεια, δεν είχε ποτέ ούτε ένα εθνικό
σχέδιο δράσης ούτε τη βούληση να προωθήσει μια εθνική ανάπτυξη στη βάση ενός
πραγματικού βιομηχανικού ιστού. Τα συμφέροντά της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με
τα συμφέροντα των πιστωτών. Ενίοτε, ήταν αναπόσπαστο τμήμα αυτών των πιστωτών,
εξ ου και η σύμπλευση και συνέργειά της με τους εκπροσώπους των πιστωτριών
δυνάμεων. Πρόκειται για ένα πάγιο χαρακτηριστικό της από το 19ο αιώνα μέχρι και
σήμερα.
Κατά την περίοδο που εξετάσαμε
εδώ, η Ελλάδα τελούσε διαρκώς υπό την κυριαρχία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. 
Το εξωτερικό χρέος αποτέλεσε ένα μόνιμο όπλο για την άσκηση αυτής της
κυριαρχίας. και τούτο, παρό το γεγονός ότι το χρέος αυτό ήταν σαφώς παράνομο,
αθέμιτο και επαχθές.
Δείξαμε επίσης ότι οι εκφάνσεις
των επαναλαμβανόμενων κρίσεων χρέους σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τα διεθνή
οικονομικά και πολιτικά συμφραζόμενα, καθώς και ότι πολλές άλλες χώρες της
περιφέρειας υποτάχθηκαν στην ίδια λογική. Θα πρέπει λοιπόν να συνεχίσουμε την
ανάλυση από άλλη σκοπιά και με άλλη στόχευση και να αποδώσουμε δικαιοσύνη σε
όλους τους λαούς που καθυποτάχτηκαν μέσω του χρέους.
Βιβλιογραφία 2ου μέρους
• Μπελογιάννης Νίκος, Το ξένο
κεφάλαιο στην Ελλάδα
, Άγρα, Αθήνα, 2010. Βλ. ειδικότερα το κεφάλαιο : «Η
πτώχευση της Ελλάδας το 1843», σε ελέυθερη πρόσβαση : http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1010:-1833-&catid=55:an-oikonomia&Itemid=283
 
• Επιτροπή Αλήθειας Δημοσίου
Χρέους, Προκαταρκτική Έκθεση, Αθήνα 2015 : http://debt-truth.gr/wp-content/uploads/2015/07/Report_GR_final.pdf
 
• Delorme,
Olivier, La Grèce et les Balkans, du Ve siècle à nos jours, 3 τ., Gallimard, Παρίσι, 2013
• Driault Edouard
& Lhéritier Michel, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos
jours
, 5 τ., Presses universitaires de France, Παρίσι, 1926.
• Levandis John
A., The Greek Foreign Debt and the Great Powers, 1821-1898, Columbia
University Press, Νέα Υόρκη, 1944.
• Luxembourg Rosa,
L’accumulation du capital, Maspero, Παρίσι, (1913) 1969.
• Mandel Ernest, Le
troisième âge du capitalisme
, La Passion, Παρίσι, (1972) 1997.
• Mandel Ernest, Long
Waves of Capitalist Development, The Marxist Interpreta¬tion, Based on the
Marshall Lectures given at the University of Cambridge
, Cambridge
University Press & Editions de la Maison des Sciences de l’Homme, Παρίσι, 1978.
• Marichal,
Carlos, A Century of Debt crises in Latin America, Prince¬ton University
Press, Πρίνστον, 1989.
• Marx–Engels, La
crise
, 10/18, Παρίσι, 1978.
• Ministère des
affaires étrangères de la France. Arrangement financier avec la Grèce:
travaux de la Commission internationale chargée de la préparation du projet
,
Παρίσι, 1898, 223 σελίδες. Σε ελεύθερη πρόσβαση : http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k5613443s/f1
• Pantelakis
Nikos, «Crédits et rapports franco-helléniques 1917-1928», Actes du colloque
tenu en novembre 1989 à Thessalonique
, Institut d’histoire des conflits
contemporains, Παρίσι, 1992.
• Reinhardt Carmen
& Rogoff Kenneth, Cette fois, c’est différent. Huit siècles de folie
financière
, Pearson, Παρίσι, 2010.
• Reinhardt Carmen
M. & M. Belen Sbrancia, «The Liquidation of Government Debt», Economic
Policy
30, ν. 82, . 2015, σσ. 291-333.
• Reinhardt Carmen
& Trebesch Christoph, The Pitfalls of External Dependence : Greece,
1829-2015, BPEA Conference Draft, September 10-11, 2015.
• Sack, Alexander
Nahum, Les effets des transformations des États sur leurs dettes publiques et
autres obligations financières, Recueil Sirey, Παρίσι, 1927.
• Tsoucalas
Constantin, La Grèce de l’indépendance aux colonels, Maspéro, Παρίσι, 1970.
Ευχαριστίες
Ο συγγραφέας ευχαριστεί θερμά τους Olivier Delorme, Pierre
Gotiniaux, Γιάννη Θανασέκο, Jean-Marie Harribey, Δάφνη Κιούση, Θάνο Κονταργύρη, Damien Millet, Νίκο Παντελάκη, Claude Quémar, Patrick Saurin και Ελένη Τσέκερη, για την ανάγνωση του δοκιμίου και τις χρήσιμες παρατηρήσεις τους.
Ο συγγραφέας φέρει ακέραια την
ευθύνη για τυχόν λάθη που περιέχονται στο συγκεκριμένο άρθρο.
Μετάφραση:
Πάνος Αγγελόπουλος
1. Για την ανάλυση των χρεών
αυτών και την κριτική της συμφωνίας του 1878, βλ. το 1ο μέρος αυτής της σειράς
άρθρων, http://cadtm.org/La-Grece-independante-est-nee-avec
4. Σχετικά με τον ιμπεριαλισμό,
βλ. ενδεικτικά, μεταξύ των κλασικών έργων : Rudolf Hilferding, La capital
financier (1910), Rosa Luxemburg  L’accumulation capitaliste (1913),
Vladimir Lénine L’impérialisme, stade suprême du capitalisme (1916), Nicolas
Boukharine, L’Économie mondiale et l’impérialisme (1915), Ernest Mandel, Le
troisième âge du capitaliste (1972), Samir Amin, Le développement inégal
(1973).
5. Βλ. Carmen M. Reinhart & Christoph Trebesch : The Pitfalls of External
Dependence : Greece, 1829-2015, σ. 24. Η Ελλάδα έλαβε 1,3 εκατ. λίρες τα έτη 1824-1825 και το
1878 δέχτηκε να αποπληρώσει 1,2 εκατ. λίρες συν τους τόκους.
6. Βλ. Louise Abellard, «L’Empire Ottoman face à une “troïka”
franco-anglo-allemande : retour sur une relation de dépendance par
l’endettement», δημοσιεύτηκε στις 17 Οκτωβρίου 2013 : http://cadtm.org/L-Empire-Ottoman-face-a-une-troika
9. Βλ. Marichal Carlos, A Century of Debt Crises in Latin America, Prince¬ton
University Press, 1989, σ. 283, κεφάλαιο 6.
10. Βλ. Carmen M. Reinhart & Christoph Trebesch : The Pitfalls of External
Dependence : Greece, 1829-2015, σ. 25.
11. Βλ. Edouard Driault & Michel Lhéritier, Histoire diplomatique de la Grèce
de 1821 à nos jours, Presses universitaires de France, 1926, 5 τ. Η αναφορά στο 56% βρίσκεται στον τόμο 4, σ. 296. Η περιγραφή της κατάστασης από
τους Driault και Lhéritier παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Προβολή Εγγράφου:
http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/9/b/3/metadata-01-0000787.tkl&do=112683_04.pdf&lang=el&pageno=1&pagestart=1&width=460.08%20pts&height=699.6%20pts&maxpage=604
12. Ό. π., τόμος 4, σ. 301.
13. Πρόκειται για την καλά
στοιχειοθετημένη θέση των Edouard Driault και Michel Lhéritier, ό. π., τ. 4, σ.
385 κ. εξ. Οι συγγραφείς παραθέτουν μια λεπτομερή περιγραφή της γέννησης και
της κατάληξης αυτής της σύγκρουσης. Βλ. ό. π., κεφάλαιο VII.
14. Βλ. το κείμενο του συμφώνου
ειρήνης και το πλήθος των στοιχείων που παταθέουν στο παράρτημα (στα γαλλ.) : http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k5613297n/f1.image
15. Το ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείο Αξιοποίησης
Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου) συστάθηκε κατόπιν σχετικής απαίτησης της
Τρόικας μετά το 2010 για να φέρει εις πέρας τις προβλεπόμενες από τα μνημόνια
διωτικοποιήσεις. Τα έσοδα του χρησιμοποιούνται εξολοκλήρου για την αποπληρωμή
του χρέους.
16. Οικονομική Συμφωνία με την
Ελλάδα, εργασίες της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικών, επιφορτισμένης με την
προετοιμασία του σχεδίου / Γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 1898, σ. 33 (Arrangement
financier avec la Grèce, travaux de la Commission internationale chargée de la
préparation du projet / Ministère des affaires étrangères – Paris, 1898).
17. Από τα τέλη της δεκαετίας του
1890 έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία αποτελεί τη βασική χώρα
απορρόφησης των ελληνικών εξαγωγών.
18. Βλ. Carmen M. Reinhart & Christoph Trebesch : The Pitfalls of External
Dependence : Greece, 1829-2015, σ. 15.
19. Ό. π., πίνακας 9, σ. 14.
20.
Eugène-Melchior de Vogüé, « Livres Jaunes », στην εφημερίδα Le Figaro, 2 Μαίου 1898.
21. Σύμφωνα με τους Driault και
Lhéritier, οι οποίοι παραπέμπουν σε τεκμηριωμένες εργασίες, οι ελληνικοί τίτλοι
χρέους που εκδόθηκαν στη Γαλλία, αγοράστηκαν σεδόν αποκλειστικά από Έλληνες που
κατοικούσαν στη Γαλλία και όχι από Γάλλους. Βλ. Edouard Driault & Michel Lhéritier, Histoire
diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, Presses universitaires de France,
1926, τ. 4, σ. 304, υποσημείωση 1.
22. Τα αποσπάσματα που
παραθέτουμε εντός παρενθέσεων προέρχονται από το βιβλίο του Κωνσταντίνου
Τσουκαλά, La Grèce de l’indépendance aux colonels, Maspéro, Paris, 1970.
23. Στο παρόν άρθρο, δεν μπορούμε
να προβούμε σε μια εκτενή κριτική ανάλυση των χρεών για τα οποία οι συμμαχικές
δυνάμεις απαίτησαν εξόφληση από την Ελλάδα μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακόμα
κι αν θεωρούμε ότι ένα σημαντικό μέρος τους είναι παράνομο. Για μια εισαγωγή στο εν λόγω ζήτημα, βλ. Nikos Pantelakis, «Crédits et rapports franco-helléniques 1917-1928»,
Actes du colloque tenu en novembre 1989 à Thessalonique, Institut d’histoire
des conflits contemporains, Παρίσι, 1992.
24. Το Gold Standard ή étalon-or,
στα γαλλικά, είναι ένα σύστημα διεθνώς συναλλαγών του οποίου η βασική μονάδα
μέτρησης αντιστοιχεί σε ένα καθορισμένο βάρος χρυσού. Οι υποστηρικτές του εν
λόγω συστήματος διατείνονται ότι μπορεί να αντιστέκεται καλύτερα στην εξάπλωση
των πιστώσεων και του χρέους. Σε αντίθεση με ένα παραστατικό χρήμα, ένα κράτος
δεν μπορεί να εκδόσει εθνικό νόμισμα με τρόπο αυθαίρετο αν το νόμισμα
καθορίζεται στη βάση της τιμής του χρυσού. Από το 1929 και την έναρξη της
Παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, τα βρετανικά αποθέματα χρυσού καταρρέουν σε
βαθμό που το παθητικό της Τράπεζας της Αγγλίας υπερβαίνει τα αποθεματικά της.
Έτσι, το Σεπτέμβριο του 1931, αποφασίζει να αναστείλει την εξωτερική
μετατρεψιμότητα της αγγλικής λίρας και να την αφήσει να διακυμαίνεται ελεύθερα.
Λίγο καιρό αργότερα, η Γερμανία, η Αυστρία και η Νορβηγία ακολούθησαν το
παράδειγμά της. οι ΗΠΑ εξήλθαν του εν λόγω συστήματος το 1933. 

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO41 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Δημοφιλή