Οικονομία
Τεράστια επιτυχία της Κύπρου και του Ελληνισμού – EXXONMOBIL με QATAR PETROLEUM θέλoυν το τεμάχιο «10»
Γράφει: Πέτρος Θεοχαρίδης
Λευκωσία: O Υπουργός Ενέργειας Γιώργος Λακοτρύπης ενημέρωσε το Υπουργικό Συμβούλιο για τον γεμάτο πολύ μεγάλης σημασίας εκπλήξεις κατάλογο των εταιρειών που διεκδικούν τεμάχια στην Κυπριακή ΑΟΖ στο πλαίσιο του Γ’ Γύρου Αδειοδοτήσεων.
Το τεμάχιο 10 διεκδικούν
1. EXXONMOBIL – QATAR PETROLEUM
2. ENI-TOTAL
3. STATOIL
Το τεμάχιο 8 διεκδικεί
1. ΕΝΙ
2. CAIRN-DELEK-AVNER
Το τεμάχιο 6 διεκδικεί
1. ΕΝΙ-ΤΟΤΑL
Τα οκτώ ονόματα των εταιρειών που υπέβαλαν ενδιαφέρον είναι:
1. EXXONMOBIL (ΗΠΑ)
2. QATAR PETROLEUM (ΚΑΤΑΡ)
3. STATOIL (ΝΟΡΒΗΓΙΑ)
4. ENI (ΙΤΑΛΙΑ)
5. TOTAL (ΓΑΛΛΙΑ)
6. CAIRN (ΒΡΕΤΑΝΙΑ – Σκωτία)
7. DELEK (ΙΣΡΑΗΛ)
8. AVNER (ΙΣΡΑΗΛ)
Ο Αναπληρωτής Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Βίκτωρας Παπαδόπουλος μιλώντας στους δημοσιογράφους μετά το πέρας του Υπουργικού Συμβουλίου και ερωτηθείς τι σημαίνει για τον τόπο μας το ενδιαφέρον για την κυπριακή ΑΟΖ από μεγάλες εταιρείες, ανέφερε «σημαίνει πολλά από όλες τις απόψεις.
Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα του».
Σε παρατήρηση δημοσιογράφου ότι σημαίνει πολλά και σε πολιτικό επίπεδο, ο κ. Παπαδόπουλος απάντησε «προφανώς».
Οι εκπλήξεις είναι πολύ πιο μεγάλες, δεδομένου ότι η μία από τις έξι αιτήσεις που υποβλήθηκαν για τα τρία τεμάχια (6 ,8 και 10) αποτελεί κοινοπραξία των κολοσσών EXXONMOBIL και QATAR PETROLEUM.
Δεύτερη έκπληξη αποτελεί η συμμετοχή για πρώτη φορά στην διεκδίκηση τεμαχίων της Κυπριακής ΑΟΖ του Νορβηγικού κρατικού κολοσσού STATOIL που επίσης διεκδικεί το τεμάχιο «10».
Πολύ προσεκτικοί και διακριτικοί ήταν οι εκπρόσωποι της Νορβηγικής STATOIL κατά την προσέλευση τους στο Υπουργείο Ενέργειας την περασμένη Παρασκευή, ώστε να μην είναι εκτεθειμένο κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι ο κολοσσός υπέβαλε αίτηση για τον Γ΄ Γύρο Αδειοδοτήσεων.
Όπως από το Σάββατο είχε αποκαλύψει ο «Φ» και επιβεβαιώνεται με βάση την ενημέρωση του Υπουργού Ενέργειας προς το Υπουργικό, είναι η διεκδίκηση του «10» από κοινοπραξία των ΕΝΙ και TOTAL.
Πρόκειται για την πρώτη φορά παγκόσμια στην ιστορία δεκαετιών των δύο ευρωπαϊκών ενεργειακών κολοσσών με σημαντικό κρατικό εκτόπισμα, που ενώνουν δυνάμεις για να διεκδικήσουν δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης πιθανών κοιτασμάτων. Η κοινοπραξία της Ιταλικής ΕΝΙ με την Γαλλική TOTAL, διεκδικεί και το Τεμάχιο 6 της Κυπριακής ΑΟΖ, γεγονός που έχει πολυδιάστατη πολιτική, γεωπολιτική αλλά και γεωλογική και ουσιαστική ως προς την ανακάλυψη υδρογονανθράκων σημασία.
Το τεμάχιο «10» διεκδικεί και η κοινοπραξία της Σκωτσέζικης CAIRN με τις DELEK και AVNER.
Ζητούν το «10» και βλέπουν τερματικό LNG οι EXXONMOBIL – QATAR PETROLEUM
Η μεγαλύτερη έκπληξη του Γ΄ γύρου Αδειοδοτήσεων, είναι η παρουσία της κοινοπραξίας δύο γιγάντων, της αμερικανικής EXXONMOBIL, της μεγαλύτερης εταιρείας στον κόσμο στον τομέα έρευνας, εξόρυξής και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και της QATAR PETROLEUM, της μεγαλύτερης στον κόσμο εταιρείας υγροποίησης φυσικού αερίου.
Οι δύο εταιρείες μαμούθ, έχουν ξεκινήσει από το 2007 να ενώνουν δυνάμεις με κοινοπραξίες για πολύ μεγάλα έργα, με πρώτο το τερματικό υγροποίησης φυσικού αερίου στο Κατάρ, μέσω του οποίου εξασφαλίζεται το 13% περίπου του ΑΕΠ της πλούσιας χώρας του Αραβικού Κόλπου.
Η σύμπραξη των δύο εταιρειών – μαμούθ, είναι η τρίτη ιστορικά συμμαχία των δύο σε τέτοιο επίπεδο.
Συνεργάζονται στην ανάπτυξη τερματικών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στο Κατάρ με την κρατική εταιρεία του Κατάρ να έχει τον λόγο για την ανάπτυξη υποδομών και την εξασφάλιση του φυσικού αερίου και την δεύτερη να έχει τον κύριο λόγο στην μεταφορά, εμπορία και διαχείριση των διεθνών αγορών.
Η δεύτερη σύμπραξη των δύο έγινε πρόσφατα και αφορά την κοινή διεκδίκηση τεμαχίων της Μοζαμβίκης, όπου ανακαλύφθηκαν τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου την τελευταία πενταετία.
Η κοινοπραξία είχε επαφές κατά διαστήματα σε Τέξας και Λευκωσία και όχι μόνο με την κυβέρνηση ώστε να εξασφαλιστεί η υποβολή αίτησης. Ενδεικτικό του ενδιαφέροντος είναι το γεγονός ότι ο αντιπρόεδρος της EXXONMOBIL ήρθε τον τελευταίο μήνα στην Κύπρο δύο φορές, μία για να συναντηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Επανήλθε στην Κύπρο για δεύτερη φορά σε ένα μήνα την περασμένη Πέμπτη – μία μέρα πριν την λήξη της περιόδου υποβολής αιτήσεων του Γ΄ Γύρου – για υποβολή της αίτησης μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η EXXONMOBIL κυρίως, αλλά και η QATAR PETROLEUM ζήτησαν εξ αρχής μεγάλη εμπιστευτικότητα από την πλευρά μας, εξηγώντας ότι για το θέμα της εμπιστευτικότητας υπήρχε από πλευράς τους πολύ μεγάλη ευαισθησία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι για να αποφύγουν οποιοδήποτε κίνδυνο να γίνει γνωστή η πρότασή τους κατά την κατάθεση της αίτησης πριν την σημερινή μέρα, υψηλόβαθμα στελέχη της κοινοπραξίας ήρθαν στην Κύπρο την περασμένη Τετάρτη και κατέθεσαν την αίτηση μία μέρα πριν την λήξη της περιόδου.
Γι αυτό και δεν εμφανίστηκαν στο Υπουργείο Ενέργειας την περασμένη Παρασκευή, που έληξε η περίοδος υποβολής αιτήσεων, αφού την Παρασκευή εκεί θα ήταν ανταγωνιστές που κατέθεταν τις δικές τους προτάσεις αλλά και οι τηλεοπτικές κάμερες, φωτογράφοι, δημοσιογράφοι.
Παράλληλα, όσοι γνώριζαν την πρόθεση αλλά και την κατάθεση της αίτησης, σεβάστηκαν το αίτημα εμπιστευτικότητας μέχρι και την συνεδρία του Υπουργικού σήμερα, που ήταν και το αίτημα και η άτυπη συμφωνία με τον Υπουργό Εμπορίου και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι η ευαισθησία οφείλεται σε σειρά σοβαρών συνεργασιών που έχει η EXXONMOBIL με την Τουρκία και τουρκικές κρατικές και ιδιωτικές εταιρείες σε σημαντικών οικονομικών συμφερόντων έργα στην Τουρκία.
Μια από τις τελευταίες συμφωνίες μεταξύ Τουρκίας και EXXONMOBIL, έγινε από τον ίδιο τον Ερτογάν προ τριετίας, ως τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας και αφορά ανάπτυξη για αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου στο βόρειο ΙΡΑΚ, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση της Τουρκίας στις πηγές.
Αφενός ήθελαν να αποφύγουν τις ανοικτές πιέσεις για ανατροπή της απόφασής του αμερικανικού κολοσσού να μπει στην Κυπριακή ΑΟΖ αυτή την περίοδο και αφετέρου προφανώς ήθελαν χρόνο να ενημερώσουν και να «χειριστούν» τους τούρκους εταίρους τους οι ίδιοι πριν δημοσιοποιηθεί η διεκδίκηση του «10» από την κοινοπραξία αλλά όταν ήδη η αίτησή τους θα ήταν τετελεσμένο γεγονός.
Το γεγονός ότι η EXXONMOBIL στην Κύπρο κατεβαίνει σε κοινοπραξία με την κρατική QATAR PETROLEUM, δείχνει και ποιος είναι ο στόχος και οι προσδοκίες τους: Η ανακάλυψη κοιτάσματος ή κοιτασμάτων στο 10 που θα επιτρέπουν την δημιουργία τερματικού υγροποίησης. Αυτό επιβεβαιώνεται και με πληροφορίες του «Φ» μέσα από στοιχεία που παρουσίασε η ηγεσία του παγκόσμιου κολοσσού στις επαφές τους για το θέμα της υποβολής αίτησης για διεκδίκηση του 10. Να σημειωθεί ότι οι δύο εταιρείες που απαρτίζουν την κοινοπραξία έχουν εμπειρία 40 χρόνων στην υγροποίηση και την εμπορία υγροποιημένου φυσικού αερίου. Είναι ουσιαστικά η πρώτη παρουσία του υπ αρ. 1 παγκόσμιου κολοσσού του τομέα στην Ανατολική Μεσόγειο και γίνεται μέσω Κύπρου.
Επίσης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα αναμένεται η επόμενη μέρα της αποκάλυψης του ότι η ΕΧΧΟΝΜΟΒΙL μαζί με την QATAR PETROLEUM θέλουν να μπουν στην Κυπριακή ΑΟΖ δεδομένων της έντονης προσπάθειας της Τουρκίας που προηγήθηκε για να αποτρέψει την συμμετοχή μεγάλων εταιρειών με τις οποίες έχει κοινά οικονομικά συμφέροντα.
Η έκπληξη της αίτησης από την Νορβηγική STATOIL
Το παράδειγμα της κρατικής Νορβηγικής εταιρείας – κολοσσού στον τομέα της ενέργειας και των υδρογονανθράκων, της STATOIL, αλλά και του πολύκροτού «Νορβηγικού μοντέλου» αποτελεί παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχημένης ανάπτυξης για το οποίο έγινε πολύς λόγος και στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Και ως προς το θεσμικό πλαίσιο ανάπτυξης της Εταιρείας Υδρογονανθράκων Κύπρου στο πρότυπο STATOIL και ως προς το μοντέλο διαχείρισης των εσόδων από τους υδρογονάθρακες.
Η STATOIL είναι εδώ και είναι επίσης πολύ θετική έκπληξη.
Ο Νορβηγικός κρατικός κολοσσός διαχειρίζεται σύμερα μεταξύ πολλών άλλων 14 κοιτάσματα στην Νορβηγεία και την Βόρεια Θάλασσα όπως και κοιτάσματα σε 27 χώρες παγκόσμια, ενώ διαθέτει δικό της τερματικό υγροποίησης. Η κίνηση της STATOIL για διεκδίκηση τεμαχίου στην Κυπριακή ΑΟΖ έχει και πολύ μεγάλη πολιτική σημασία. Αφενός είναι γνωστό ότι ο Νορβηγός εκπρόσωπος του ΟΗΕ στην Κύπρο, δεν είναι υπέρ της προώθησης της διαδικασίας αξιοποίησης του πλούτου της Κυπριακής ΑΟΖ πριν την λύση, ενώ ο κ. Εσπεν Μπάρθ Αϊντα έχει σημαντικές προσβάσεις και επιρροή στην κυβέρνηση της χώρας του. Που επίσης διατηρεί αποστάσεις σε σχέση με την κατηγορηματική υποστήριξη των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεδομένων των διαπραγματεύσεων.
Ακόμα περισσότερο, πριν ακριβώς δύο μήνες, η STATOIL υπέβαλε αίτηση στην Τουρκική κυβέρνηση, διεκδικώντας τα δικαιώματα για δύο ερευνητικά τεμάχια της Τουρκίας στην Θράκη, που βρίσκονταν σε διαγωνιστική διαδικασία. Επίσης η STATOIL έχει και άλλα σημαντικά – αν και φθίνοντα – συμφέροντα στην Τουρκία, όπως συμμετοχή σε αγωγούς.
Προφανώς για τους ίδιους λόγους που σχετίζονται με ενδεχόμενες πολιτικές αντιδράσεις και η STATOIL ζήτησε και διατήρησε ψηλή εμπιστευτικότητα στην υποβολή της δικής της αίτησης, που επίσης έγινε σεβαστή.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η αίτησή της την Παρασκευή, υποβλήθηκε από δύο στελέχη της που ήρθαν για τον σκοπό αυτό από την Νορβηγία, όσο το δυνατό πιο διακριτικά – ούτε στα κιβώτια των φακέλων ούτε πουθενά αλλού δεν αναγραφόταν το όνομα του αιτητή ή άλλο στοιχείο- ώστε να μην γίνει γνωστή η συμμετοχή της πριν την επίσημη ανακοίνωση. Αυτό δείχνει ότι αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην Κυπριακή ΑΟΖ που υπερβαίνει πολιτικών και κάποιων άλλων οικονομικών συμφερόντων.
Η STATOIL προφανώς ήρθε διεκδικώντας το «10» στην Κύπρο έχοντας υπόψη μια ευρύτερη παρουσία και συμφέροντα στην περιοχή, αφού είναι ένας από τους κύριους ενδιαφερόμενους και για τεμάχια του γειτονικού Λιβάνου, για τα οποία όμως οι διαδικασίες καθυστερούν εδώ και δέκα χρόνια και είναι άγνωστο πότε θα προχωρήσουν.
Και η κοινοπραξία των κολοσσών ΕΝΙ-ΤΟΤΑΛ
Ξεχωριστή σημασία έχει και η συμμετοχή των ΤΟΤΑΛ και ΕΝΙ που ήρθαν και όχι μόνο έμειναν αλλά τώρα διεκδικούν τα 10 και 6 σε κοινοπραξία – έκπληξη.
Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία η κατάληξη σε απόφαση των δύο ευρωπαϊκών κολοσσών να συνεργαστούν στην Κυπριακή ΑΟΖ, οφείλεται σε τρείς κύριους παράγοντες πέραν του δεδομένου, ότι είναι κύριοι παίκτες στην Κυπριακή ΑΟΖ και κατέχουν την μεγαλύτερη γνώση της γεωλογίας της περιοχής.
Ο πρώτος κύριος παράγοντας, είναι το γεγονός ότι οι δύο κολοσσοί ανέμεναν ότι έχουν να ανταγωνιστούν στο 10 πολύ μεγάλους αντιπάλους, οπότε αναζητούν υπεροχή με την συνένωση δυνάμεων.
Ο δεύτερος λόγος, είναι επίσης το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Υπουργός Ενέργειας, είχαν υποδείξει από καιρό ότι είναι ιδιαίτερα επιθυμητοί οι δύο κολοσσοί στην Κύπρο, ωστόσο επειδή κατέχουν ήδη κάποια τεμάχια, το να τους δοθούν και κάποια άλλα, θα δημιουργούσε μια αισθητή εξάρτηση της ΑΟΖ από τις εταιρείες αυτές.
Οπότε, εμμέσως πλην σαφώς τους υποδείχθηκε ότι θα ήταν καλύτερα να έρθουν στον Γ΄ Γύρο με δυνατούς εταίρους, ώστε να διαφοροποιηθεί και να ενισχυθεί η κυπριακή ΑΟΖ.
Αυτοί βρήκαν την λύση που ήταν και οι έκπληξη – συνεργάστηκαν μεταξύ τους.
Έτσι – και αυτός είναι ο τρίτος παράγοντας – απέφυγαν να «μπάσουν» στα μυστικά της κυπριακής ΑΟΖ αλλά και στα συμφέροντα που δημιουργούνται άλλες – τρίτες – εταιρείες, διατηρώντας σημαντική θέση.
Λόγω και του ιδιαίτερα ψηλού εκτοπίσματος των κοινοπραξιών που διεκδικούν τα τεμάχια 6, 8 και 10, οι πιθανότητες κατάληξης σε υπογραφές συμφωνιών και για τα τρία τεμάχια είναι πολύ ψηλές. Αυτό σημαίνει ότι πέραν των τεμαχίων 2, 3, 9 και 11 που βρίσκονται στο στάδιο της έρευνας και των ερευνητικών γεωτρήσεων, στο ίδιο στάδιο προστίθενται σύντομα και τα 6, 8 και 10 δηλαδή θα έχουμε συνολικά επτά τεμάχια από τα οποία αναμένονται εξελίξεις, ενώ αναμένεται και η οριστικοποίηση του σχεδίου ανάπτυξης του «Αφροδίτη».
Η προσοχή δεν μπορεί παρά να στραφεί και στην κοινοπραξία ΕΝΙ – TOTAL για την διεκδίκηση του «6».
Δηλαδή οι ΤΟΤΑΛ και ΕΝΙ αποφάσισαν να σμίξουν δυνάμεις και τεχνοκρατικά και να μοιραστούν το ρίσκο οικονομικά αλλά και να δημιουργήσουν ένα ισχυρό πολιτικό πεδίο γύρω από το 6, ώστε να ανταπεξέλθουν στις τουρκικές αντιδράσεις.
Ευχάριστος πονοκέφαλος για τον Γ. Λακοτρύπη
Η ικανοποίση από το επίπεδο και τον χαρακτήρα του ενδιαφέροντος στην κυβέρνηση και ιδιαίτερα τον Υπουργό Ενέργειας Γιώργο Λακοτρύπη είναι εμφανής και κρύβει πολιτικό και τεχνοκρατικό προγραμματισμό που εξελίσσεται εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον.
Πρώτον η κυβέρνηση τόλμησε και προκήρυξε τον Γ΄ Γύρο, εν μέσω αντιδράσεων εκ των έσω αλλά και κυρίως εκ των έξω λόγω της κρισημότητας των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό.
Δεύτερο όλες οι προσπάθειες με ταξίδια στη Νέα Υόρκη και δύο τουλάχιστον φορές στο Τέξας, σε διάφορες περιπτώσεις στο Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έδωσαν το επιθυμητό αποτέλεσμα ως προς την ποιότητα και το μέγεθος των υποψηφίων.
Ένα ήταν το πολιτικό εκτόπισμα της ΑΟΖ.
Δεύτερο και ίσως ιστορικά πολύ πιο σημαντικό, είναι ότι εξασφαλίστηκε η διεκδίκηση των τεμαχίων από εταιρείες με πολύ ψηλή ικανότητα και τεχνολογική και οικονομική όπως και εμπειρία, που δεν θα «αφήσουν την δουλειά στη μέση». Δηλαδή θα κάνουν τις καλύτερες έρευνες και ακόμα περισσότερο, αν βρούμε κοιτάσματα, θα τα εκμεταλλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο και το συντομότερο.
Το πολύ ψηλό επίπεδο διεκδίκησης στον Γ Γύρο, έχει δημιουργήσει ήδη και ένα ευχάριστο πονοκέφαλο που θα πρέπει να διαχειριστεί με μαεστρία ο κ. Λακοτρύπης και η κυβέρνηση τους αμέσως επόμενους μήνες.
Έχουμε τρία τεμάχια και τουλάχιστον τέσσερεις ισχυρούς διεκδικητές, ενώ δεν θέλουμε να χάσουμε με τίποτα – κυρίως για πολιτικούς λόγους – κανένα από αυτούς.
Οπότε είναι φανερό ότι θα χρειαστούν χειρισμοί.
Οικονομική «ένεση» από τα μπόνους των προσφορών
Ως προς το τεμάχιο «10», αναμένεται ότι θα είναι ψηλό και το μπόνους υπογραφής που προσφέρουν οι τέσσερεις μνηστήρες.
Αυτός που θα επιλεγεί θα πρέπει να το καταβάλει άμεσα μετά τις υπογραφές που αναμένονται τον Ιανουάριο και είναι σίγουρο ότι θα ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ λόγω του ανταγωνισμού.
Κάποια ποσά θα εισπραχθούν και ως μπόνους για τα τεμάχια 6 και 8, ωστόσο είναι φανερό ότι δεν θα είναι σημαντικά.
Επίσης, ο ψηλός ανταγωνισμός για το «10» σημαίνει και αυξημένα συγκριτικά ψηλά έσοδα, από τυχόν ανακαλύψεις υδρογονανθράκων.
Και αυτό γιατί ένα σημαντικό μέρος της βαθμολογίας που θα κρίνει τον νικητή, προέρχεται από το ποσοστό που θα ανήκει στην Δημοκρατία από το κοίτασμα και τις εισπράξεις στον διαμοιρασμό.
Φιλελεύθερος
Οικονομία
Η Ινδία στρέφεται σε Κατάρ και Κόλπο για την ενεργειακή της μετάβαση – Στόχος κεφάλαια για διυλιστήρια και ασφάλεια εφοδιασμού
Το Νέο Δελχί αναζητά συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων του Κόλπου σε ενεργειακές υποδομές – Στο επίκεντρο το Κατάρ, η Saudi Arabia και τα ΗΑΕ
Η Ινδία επιταχύνει την προσπάθειά της να προσελκύσει κεφάλαια από το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου για τη χρηματοδότηση της μεγάλης αναβάθμισης του ενεργειακού της τομέα, με βασικό στόχο την επέκταση της διυλιστικής ικανότητας και τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Gulf Times, οι ινδικές αρχές επιδιώκουν μεγαλύτερη συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων της Μέσης Ανατολής σε έργα του downstream τομέα, δηλαδή σε διύλιση, επεξεργασία και υποδομές που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ενεργειακής αλυσίδας.
Η κίνηση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του Νέου Δελχί να αυξήσει τη συνολική εθνική διυλιστική ικανότητα από περίπου 5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε περισσότερα από 6,2 εκατομμύρια βαρέλια, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση καυσίμων.
Ενδιαφέρον από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ
Ο Ινδός υπουργός Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου Hardeep Singh Puri είχε δηλώσει ήδη τον προηγούμενο μήνα ότι μεγάλοι ενεργειακοί παραγωγοί της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν εκφράσει ισχυρό ενδιαφέρον για επενδύσεις στον ινδικό τομέα διύλισης.
Η σημασία αυτών των κεφαλαίων είναι διπλή.
Από τη μία πλευρά, η Ινδία αποκτά πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για έργα πολύ μεγάλης κλίμακας.
Από την άλλη, οι χώρες του Κόλπου αποκτούν άμεση συμμετοχή σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ενέργειας στον κόσμο.
Το Κατάρ μπαίνει βαθύτερα στην εξίσωση
Παράλληλα με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, το Νέο Δελχί διευρύνει την οικονομική και ενεργειακή προσέγγισή του με το Κατάρ.
Τον Απρίλιο του 2026, κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στη Ντόχα, ο Hardeep Singh Puri συναντήθηκε με τον υπουργό Επικρατείας για Ενεργειακές Υποθέσεις και διευθύνοντα σύμβουλο της QatarEnergy, Saad Sherida al-Kaabi.
Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στις στρατηγικές ενεργειακές σχέσεις, στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην ασφάλεια των θαλάσσιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και στη διατήρηση της απρόσκοπτης θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας σε περιόδους περιφερειακών κρίσεων.
Από τις αγορές LNG στις κοινές επενδύσεις
Η σχέση Ινδίας–Κατάρ στηριζόταν παραδοσιακά στις μακροχρόνιες συμφωνίες για προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Αυτή η σχέση, όμως, φαίνεται ότι διευρύνεται.
Ο διμερής διάλογος μετατοπίζεται σταδιακά από μια απλή σχέση αγοραστή–προμηθευτή προς ένα μοντέλο αμοιβαίας συμμετοχής σε ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της Petronet LNG με την QatarEnergy για προμήθεια 7,5 εκατομμυρίων τόνων LNG ετησίως, στο πλαίσιο μακροχρόνιας συνεργασίας που παραμένει βασικός πυλώνας των ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών.
Το Νέο Δελχί επιδιώκει πλέον το επόμενο βήμα: όχι μόνο να αγοράζει καταριανό αέριο, αλλά να προσελκύσει καταριανά κεφάλαια σε ινδικά διυλιστήρια, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές.
Ο ρόλος της Qatar Investment Authority
Η παρουσία του Κατάρ στην ινδική ενεργειακή αγορά δεν ξεκινά τώρα.
Η Qatar Investment Authority (QIA) έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε ινδικές εταιρείες ενέργειας και κοινής ωφέλειας.
Τον Φεβρουάριο του 2020 απέκτησε ποσοστό 25,1% στην Adani Electricity Mumbai Limited έναντι περίπου 450 εκατ. δολαρίων.
Τον Αύγουστο του 2023 προχώρησε σε νέα επένδυση, αποκτώντας 2,68% της Adani Green Energy Limited έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι το καταριανό κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει ήδη αποκτήσει επιχειρησιακή παρουσία σε κρίσιμα τμήματα της ινδικής ενεργειακής αγοράς.
Τον Απρίλιο του 2026, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Κατάρ και πρόεδρος της QIA, Sheikh Bandar bin Mohammed bin Saoud al-Thani, είχε συνάντηση με τον εκτελεστικό διευθυντή της Adani Green Energy, Sagar Adani, με αντικείμενο τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και τις επενδυτικές προοπτικές.
Θεσμική θωράκιση των επενδύσεων
Ινδία και Κατάρ έχουν ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς που διευκολύνουν πιο οργανωμένες επενδυτικές ροές.
Η Joint Task Force on Investment έχει συσταθεί για να εξετάζει επενδυτικές ευκαιρίες σε υποδομές, τεχνολογία και ενέργεια.
Η πρώτη συνεδρίαση της κοινής ομάδας πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί τον Ιούνιο του 2024.
Παράλληλα, οι δύο χώρες διαθέτουν εδώ και χρόνια φορολογικό πλαίσιο μέσω της συμφωνίας αποφυγής διπλής φορολογίας, στοιχείο που μειώνει τα εμπόδια για διασυνοριακές επενδύσεις.
Εμπόριο άνω των 13 δισ. δολαρίων
Η οικονομική σχέση είναι ήδη σημαντική.
Το διμερές εμπόριο είχε φτάσει περίπου τα 13,46 δισ. δολάρια το 2023, με την Ινδία να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Κατάρ.
Οι καταριανές εξαγωγές προς την Ινδία περιλαμβάνουν κυρίως LNG, LPG, χημικά, πετροχημικά, πλαστικά και αλουμίνιο.
Αντίστοιχα, η Ινδία εξάγει προς το Κατάρ δημητριακά, προϊόντα χαλκού, σίδηρο και χάλυβα, λαχανικά, μπαχαρικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, δομικά υλικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
Γιατί η Ινδία χρειάζεται τον Κόλπο
Το πραγματικό βάθος της στρατηγικής φαίνεται από τις προβλέψεις για τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση της Ινδίας.
Η χώρα αναμένεται να ευθύνεται για περίπου το 25% της αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.
Αυτό σημαίνει ότι το Νέο Δελχί δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Χρειάζεται κεφάλαια, υποδομές, πρόσβαση σε παραγωγούς και μακροχρόνιες στρατηγικές συμμαχίες.
Οι χώρες του Κόλπου διαθέτουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: τεράστια επενδυτικά αποθέματα, ενεργειακή ισχύ και μακρά εμπειρία στην πετρελαϊκή και αεριοπαραγωγική αλυσίδα.
Μια νέα ενεργειακή γεωοικονομία
Η κίνηση της Ινδίας δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τα συμβατικά καύσιμα.
Αντιθέτως, για μια οικονομία του μεγέθους και της ταχύτητας ανάπτυξης της Ινδίας, η μετάβαση απαιτεί ταυτόχρονα περισσότερη διύλιση, περισσότερες υποδομές, σταθερές προμήθειες LNG και μεγαλύτερη διαφοροποίηση των επενδυτικών πηγών.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Κατάρ και ο ευρύτερος Κόλπος μετατρέπονται όχι μόνο σε προμηθευτές ενέργειας, αλλά και σε μετόχους της ίδιας της ενεργειακής ανάπτυξης της Ινδίας.
Και αυτό δημιουργεί μια βαθύτερη στρατηγική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο Νέο Δελχί και τις μοναρχίες του Κόλπου, με επιπτώσεις που ξεπερνούν την ενέργεια και αγγίζουν πλέον την οικονομία, τη ναυσιπλοΐα και τη γεωπολιτική της ευρύτερης περιοχής.
Οικονομία
Ινδικός κολοσσός επενδύει 18 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ – Ο Τραμπ ανακοίνωσε το μεγαλύτερο χαλυβουργείο στην αμερικανική ιστορία
Μία από τις μεγαλύτερες ινδικές βιομηχανικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζοντας σχέδιο του ομίλου Essar για επενδύσεις συνολικού ύψους 18 δισ. δολαρίων, με επίκεντρο την κατασκευή γιγαντιαίου χαλυβουργείου στην Αϊόβα.
Το νέο εργοστάσιο, προϋπολογισμού περίπου 15 δισ. δολαρίων, θα αναπτυχθεί από την Mesabi Metallics, αμερικανική θυγατρική του ινδικού ομίλου Essar, και σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο φιλοδοξεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο συγκρότημα παραγωγής χάλυβα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ανακοίνωση έγινε στον Λευκό Οίκο, παρουσία στελεχών της οικογένειας Ruia, που ελέγχει τον όμιλο Essar.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε το έργο «το μεγαλύτερο εργοστάσιο χάλυβα στην αμερικανική ιστορία», υποστηρίζοντας ότι θα αποτελέσει ακόμη ένα δείγμα επιστροφής της βαριάς βιομηχανίας στις ΗΠΑ.
Παραγωγή έως 10 εκατ. τόνους χάλυβα τον χρόνο
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει το 2030.
Το συγκρότημα προβλέπεται αρχικά να παράγει περίπου 7,5 εκατομμύρια τόνους χάλυβα ετησίως, με τελικό στόχο δυναμικότητας που θα φθάνει τα 10 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το σχέδιο βασίζεται στη δημιουργία μιας σχεδόν πλήρως καθετοποιημένης αμερικανικής αλυσίδας παραγωγής.
Το σιδηρομετάλλευμα θα προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της Mesabi Metallics στη Μινεσότα και θα μεταφέρεται στην Αϊόβα για την παραγωγή χάλυβα, ενισχύοντας τη σύνδεση εξόρυξης, επεξεργασίας και τελικής βιομηχανικής παραγωγής εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Mesabi έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια στις δραστηριότητές της στη Μινεσότα.
Χιλιάδες θέσεις εργασίας
Το έργο αναμένεται να δημιουργήσει τουλάχιστον 1.750 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ κατά τη διάρκεια της κατασκευής υπολογίζεται ότι θα υποστηριχθούν έως και 6.000 θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν κατά την ανακοίνωση, η συνολική οικονομική επίδραση του έργου μπορεί να φτάσει περίπου τα 95 δισ. δολάρια κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του.
Τραμπ: Οι δασμοί φέρνουν τα εργοστάσια πίσω στις ΗΠΑ
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε άμεσα την επένδυση με την εμπορική πολιτική της κυβέρνησής του και ειδικότερα με τους υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα.
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τις επενδύσεις αυτές ως απόδειξη ότι οι εμπορικοί φραγμοί ωθούν ξένες εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγική δραστηριότητα στο αμερικανικό έδαφος.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η αμερικανική χαλυβουργία «επιστρέφει δυναμικά», αποδίδοντας σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης στην πολιτική προστασίας της εγχώριας παραγωγής.
Η ανακοίνωση πραγματοποιείται παράλληλα με ευρύτερες αμερικανικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας υπερπαραγωγής χάλυβα, με την Ουάσιγκτον να πιέζει και άλλες χώρες να υιοθετήσουν αυστηρότερα εμπορικά μέτρα απέναντι σε παραγωγούς με μεγάλη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Κρίσιμος ο χάλυβας για άμυνα και βιομηχανία
Η επένδυση έχει ευρύτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο χάλυβας αποτελεί βασικό υλικό για μια σειρά κρίσιμων τομέων της αμερικανικής οικονομίας και εθνικής ασφάλειας.
Η παραγωγή του νέου εργοστασίου προορίζεται μεταξύ άλλων να καλύψει ανάγκες:
- της αμυντικής βιομηχανίας,
- της ναυπηγικής,
- της αυτοκινητοβιομηχανίας,
- του ενεργειακού τομέα,
- των κατασκευών και μεγάλων υποδομών,
- καθώς και της βιομηχανίας μηχανημάτων και οικιακού εξοπλισμού.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Mesabi Metallics, Joe Broking, χαρακτήρισε το σχέδιο σημαντικό βήμα για τον αμερικανικής παραγωγής χάλυβα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη εγχώριας τροφοδοσίας στρατηγικών βιομηχανιών.
Η Essar και η διεθνής επέκταση
Ο όμιλος Essar ιδρύθηκε στην Ινδία το 1969 από τους αδελφούς Shashi και Ravi Ruia και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς βιομηχανικούς ομίλους της χώρας, με δραστηριότητες στους τομείς της ενέργειας, των μετάλλων, των εξορύξεων, της τεχνολογίας και των υποδομών.
Ο όμιλος έχει αναπτύξει μεγάλα βιομηχανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ινδία, ενώ έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και εκτός χώρας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Mesabi Metallics έχει παρουσία στη Μινεσότα από το 2007 και ελέγχει σημαντικά αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος.
Το σχέδιο των 18 δισ. δολαρίων σηματοδοτεί πλέον μία σαφή αναβάθμιση της παρουσίας του ινδικού ομίλου στις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται και στη γενικότερη αμερικανική προσπάθεια επαναφοράς κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων στο εσωτερικό της χώρας.
Και πολιτική διάσταση ενόψει ενδιάμεσων εκλογών
Η επιλογή της Αϊόβα έχει και πολιτική βαρύτητα, καθώς η ανακοίνωση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Στην παρουσίαση συμμετείχαν στελέχη των Ρεπουμπλικανών από την Αϊόβα, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι σχεδιάζει να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση στην Πολιτεία.
Το Reuters σημειώνει ότι η κυβέρνηση προβάλλει το έργο ως σημαντική επιτυχία της βιομηχανικής της πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία και η εγχώρια παραγωγή βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Το μέγεθος πάντως της σχεδιαζόμενης επένδυσης υπερβαίνει την άμεση πολιτική συγκυρία: εφόσον το έργο υλοποιηθεί στον προβλεπόμενο χρόνο και στην ανακοινωθείσα κλίμακα, η Essar και η Mesabi Metallics θα αποκτήσουν κομβικό ρόλο στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα χάλυβα, από την εξόρυξη του μεταλλεύματος μέχρι την τελική παραγωγή.
Αναλύσεις
CPEC 2.0 and Pakistan’s Digital Dependency on China
The second phase of the China-Pakistan Economic Corridor is no longer just an infrastructure story. As Chinese technology becomes embedded in Pakistan’s telecom, AI, surveillance and cloud ecosystems, CPEC 2.0 is emerging as a test case for a wider geopolitical question: can a state modernise digitally without surrendering strategic control over its data and technological architecture?
The China-Pakistan Economic Corridor entered a new stage in 2025. Known as CPEC 2.0, the second phase represents a significant departure from the original model, which was dominated by roads, energy projects, ports and other large-scale physical infrastructure.
The new agenda places greater emphasis on industrial development, agriculture and digital integration. Of these three pillars, the digital component may prove the most strategically consequential.
Pakistan’s planned transformation now extends into artificial intelligence, cloud services, data centres, 5G connectivity, smart-energy systems, agricultural technologies and urban surveillance networks. This evolution offers Islamabad access to technologies that would otherwise require major domestic investment and years of development.
But it also raises a more difficult question: who will ultimately control the technological architecture on which Pakistan’s digital economy depends?
China’s wider Digital Silk Road strategy has long focused not only on exporting hardware but also on expanding Chinese technological standards, platforms and infrastructure abroad. Under this model, physical connectivity — fibre-optic cables, satellite links, servers, data centres and telecom equipment — becomes inseparable from questions of data governance, software ecosystems and long-term strategic influence.
For Pakistan, this creates both opportunity and risk.
Chinese technology companies, particularly Huawei, have become increasingly involved in Pakistan’s telecommunications, cloud-computing, smart-city and artificial-intelligence sectors. Training programmes have also been established for Pakistani students and young professionals in areas such as AI, cybersecurity and cloud technology.
On the surface, such initiatives strengthen Pakistan’s human capital and accelerate digital readiness. Yet critics argue that they can also create a form of technological lock-in.
If engineers, government agencies and private companies are trained primarily on proprietary Chinese systems, future switching costs rise considerably. Once a country’s databases, cloud infrastructure, telecom equipment and cybersecurity architecture are built around one technological ecosystem, diversification becomes both expensive and operationally difficult.
The result could be a progressively deeper dependence on Chinese platforms, expertise and technical standards.
The question of digital sovereignty
This dependence becomes especially sensitive when technology moves from the commercial sector into critical national infrastructure.
As Pakistan develops national databases, cybersecurity systems and digital-governance platforms in close cooperation with Chinese institutions and companies, it may also be adopting, implicitly or explicitly, Chinese technical norms and data-management standards.
That matters because technological sovereignty is not simply about owning computers, servers or fibre-optic cables. It is also about maintaining control over software, code, access permissions, encryption standards, data storage and the ability to replace one supplier with another.
A country that cannot easily alter its technological architecture without external assistance may possess digital infrastructure without enjoying full digital autonomy.
This is where the debate over what some analysts describe as “digital colonialism” begins.
The term is controversial, but it captures a real strategic concern: that dependency on a foreign technology provider can eventually influence policy choices, procurement decisions, data access and national security.
In Pakistan’s case, the concern is amplified by the scale of Chinese involvement.
Western pressure could expose Pakistan’s vulnerabilities
Heavy integration into Chinese technology supply chains could also complicate Pakistan’s relationship with Western markets.
The United States and several allied governments have tightened restrictions on Chinese technology companies over concerns related to cybersecurity, data protection and national security.
If further sanctions or export controls are imposed on components, software or services linked to Chinese digital platforms, Pakistani companies deeply integrated into those ecosystems could face indirect consequences.
This could affect everything from software compatibility and equipment upgrades to access to international cloud platforms, financial systems and Western technology partnerships.
The deeper Pakistan becomes embedded in one technological sphere, the greater the potential cost of geopolitical fragmentation between China and the West.
Surveillance and the legal vacuum
The most sensitive dimension of Pakistan’s digital transformation concerns surveillance.
Pakistan still lacks a fully developed and comprehensive framework for personal-data protection. At the same time, large-scale surveillance systems are expanding through projects such as Safe City, which combine cameras, monitoring systems, databases and digital policing technologies.
Human-rights organisations have warned that sophisticated surveillance tools operating without strong institutional safeguards can facilitate privacy violations, censorship and political monitoring.
This concern is particularly serious because Pakistan has already faced international criticism regarding internet restrictions, censorship and state surveillance.
The country’s evolving digital-control architecture has at times been described as a “Great Digital Firewall of Pakistan”, reflecting the increasing technological capacity to filter communications, monitor users and restrict online activity.
Research by Amnesty International has also highlighted the international nature of Pakistan’s surveillance ecosystem, which includes technology originating not only from China but also from companies based in Europe, the United Arab Emirates and North America.
Therefore, the problem cannot be reduced simply to Chinese involvement.
However, China remains central to the wider debate because of the scale and strategic depth of its technological partnership with Islamabad.
Modernisation without ownership
Pakistan faces a genuine structural problem.
Its limited fiscal capacity, recurring economic crises and shortage of domestic capital make it extremely difficult to finance next-generation infrastructure independently.
CPEC 2.0 therefore offers something highly attractive: rapid access to digital systems, capital, expertise and technology.
But speed can carry strategic costs.
Importing ready-made digital infrastructure is easier than building a domestic technological base. Yet over time, excessive dependence on imported systems can weaken incentives to develop indigenous alternatives.
If Pakistan’s most important AI platforms, data centres, telecom systems, cybersecurity architecture and surveillance technologies remain dependent on foreign vendors, the country may modernise without becoming technologically independent.
In that scenario, Pakistan would possess advanced infrastructure but remain dependent on external suppliers for upgrades, maintenance, security patches, technical standards and specialised expertise.
From physical infrastructure to data dependence
The first phase of CPEC was largely about physical assets: highways, energy plants, logistics corridors and connectivity.
CPEC 2.0 introduces something much more intangible — and potentially more consequential.
Data itself becomes a strategic resource.
Historically, colonial powers extracted raw materials and economic resources from territories under their control. Critics of modern technological dependency argue that data, algorithms and digital infrastructure can now create comparable asymmetries of power.
Pakistan is not a colony of China, and describing the relationship literally in colonial terms would oversimplify a complex strategic partnership.
Yet the analogy highlights an important concern.
If one side provides subsidised or preferential access to digital infrastructure while also supplying the software, technical standards, hardware and institutional architecture governing that infrastructure, dependence can become structural rather than temporary.
The key question is therefore not whether Pakistan should cooperate with China.
It is whether Pakistan can cooperate while preserving the ability to control, modify and ultimately replace the systems it adopts.
Pakistan needs safeguards
To protect its long-term strategic autonomy, Islamabad would need to accompany Chinese investment with stronger domestic safeguards.
That would include strict data-localisation rules, robust personal-data legislation, domestic access to source code where national-security systems are concerned, diversified suppliers and serious investment in indigenous research and development.
Pakistan would also need to avoid building critical infrastructure around a single technological ecosystem.
The objective should be interoperability rather than dependence.
CPEC 2.0 could undoubtedly accelerate Pakistan’s digital transformation. But technological progress should not be measured solely by how quickly infrastructure is deployed.
The more important question is who controls the system once it is built.
If Pakistan’s data, AI infrastructure and surveillance networks become inseparable from Chinese technological architecture, the country may find that the short-term benefits of rapid modernisation come with a long-term strategic price.
That would not necessarily amount to colonialism in the traditional sense.
But it could create something increasingly important in the 21st century: technological path dependence powerful enough to constrain national sovereignty.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

.jpg)
.jpg)