Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι «γκρίζες ζώνες» του νέου αγωγού αερίου Turkish Stream

Δημοσιεύτηκε στις

Αθανασόπουλος Αλ. Άγγελος
Το μεγαλεπήβολο σχέδιο και η ελληνική περιπλοκή μετά τα σχέδια Λαφαζάνη
   Οι «γκρίζες ζώνες» του νέου αγωγού αερίου Turkish Stream
Βλαντίμιρ Πούτιν και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συμφώνησαν στις 10 Οκτωβρίου ότι οι δύο πρώτες γραμμές του αγωγού θα καταλήγουν στην τουρκική Ανατολική Θράκη
Στις 10 Οκτωβρίου στην Κωνσταντινούπολη, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Ενεργειακού Φόρουμ, οι υπουργοί Ενέργειας της Ρωσίας και της Τουρκίας, Αλεξάντερ Νόβακ καιΜπεράτ Αλμπαϊράκ, υπέγραψαν τη συμφωνία για την έναρξη της κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Turkish Stream. Πρόκειται για τον αγωγό που θα συνδέει τις δύο χώρες υποθαλασσίως μέσω της Μαύρης Θάλασσας και αντικαθιστά τον εγκαταλειφθέντα, λόγω των σφοδρών αντιδράσεων Ευρωπαίων και Αμερικανών, South Stream.
Ως γνωστόν, από την έναρξη της υπόθεσης του Turkish Stream, έχει χυθεί πολύ μελάνι για το ενδεχόμενο αυτός να περάσει από την Ελλάδα και στη συνέχεια να φθάσει στην Ιταλία, ακολουθώντας τα… χνάρια του πολυδιαφημισμένου ITGI (Interconnector Turkey-Greece-Italy). Ωστόσο, οι συνθήκες, οικονομικές και γεωπολιτικές, δεν επιτρέπουν υπερφιλόδοξες προβλέψεις. Αλλωστε, η ρωσοτουρκική συμφωνία της 10ης Οκτωβρίου, την οποία επικύρωσαν με τη συνάντησή τους οι Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Βλαντίμιρ Πούτιν, αναφέρεται στην παρούσα φάση μόνο στις δύο πρώτες γραμμές του αγωγού που θα καταλήγουν στην τουρκική Ανατολική Θράκη.

Το μεγαλεπήβολο αρχικό σχέδιο της Gazprom κάνει λόγο για έναν αγωγό-μεγαθήριο, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει έως και 63 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, λειτουργώντας ως «παρακαμπτήρια οδός» στην Ουκρανία, που σήμερα αποτελεί τη βασική οδό μεταφοράς ρωσικού αερίου στη Δυτική Ευρώπη. Η κατασκευή του Turkish Stream συνδέεται και με την κατασκευή του αγωγού Nord Stream II, ο οποίος θα μπορεί να τροφοδοτεί τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη αγορά αερίου για τη Gazprom, από τη Βαλτική. Οι δύο νέοι αγωγοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κυκλωτικά της ουκρανικής οδού, μοιάζοντας με μια «γεωγραφική δαγκάνα».

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αγωγού έχουν σημασία. Οπως ανακοίνωσε η South Stream Transport BV, η θυγατρική της Gazprom που εδρεύει στην Ολλανδία και έχει αναλάβει την υλοποίηση του έργου, ο νέος αγωγός θα αποτελείται από δύο γραμμές, χωρητικότητας 15,75 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων έκαστη (άρα, συνολικά 31,5 δισ. κυβικά μέτρα), οι οποίες θα εκκινούν από το ρωσικό λιμάνι της Ανάπα και θα καταλήγουν στο Κιγικιόι της τουρκικής Ανατολικής Θράκης. Από εκεί θα πορευθούν, υπογείως, μέχρι τα Υψαλα στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Σημειώνεται ότι ο αγωγός θα διασχίζει μια υποθαλάσσια απόσταση περίπου 900 χιλιομέτρων στον βυθό της Μαύρης Θάλασσας. Οι σωλήνες, που σε σχέση με άλλους υποθαλάσσιους αγωγούς θα έχουν μικρότερη διάμετρο και παχύτερο περίβλημα ώστε να μπορούν να αντέξουν την πίεση του νερού ακόμη και σε βάθος 2.200 μέτρων (την κατασκευή πραγματοποιεί η ιταλική Eni), είχαν ήδη παραγγελθεί για τον South Stream αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν. Παρέμειναν αποθηκευμένες στο βουλγαρικό λιμάνι της Βάρνας.   

Με την κατασκευή των δύο γραμμών, η Gazprom θα μπορέσει να διασφαλίσει την τροφοδοσία μίας εκ των μεγαλύτερων αγορών της, από τη στιγμή μάλιστα που ο άλλος υποθαλάσσιος ρωσοτουρκικός αγωγός, Blue Stream, δεν επαρκούσε εδώ και καιρό για να καλύψει την αυξανόμενη «ενεργειακή δίψα» της τουρκικής οικονομίας. Από εκεί και πέρα, αρχίζουν οι «γκρίζες περιοχές». Σύμφωνα με τον Τζον Ρόμπερτς, έναν από τους κορυφαίους αναλυτές επί ενεργειακών θεμάτων διεθνώς και στέλεχος της γνωστής δεξαμενής σκέψης Atlantic Council που μίλησε στο «Βήμα», «αυτό που είναι προς το παρόν βέβαιο είναι ότι ο Turkish Stream θα συνδεθεί με τον Διαβαλκανικό Αγωγό (Trans Balkan Pipeline) σε κάποιο σημείο της διαδρομής του μεταξύ Κιγικιόι και Υψάλων. Με τον τρόπο αυτόν θα καταστεί τεχνικά εφικτή η τροφοδοσία με αέριο της Βουλγαρίας από την Τουρκία. Θα προβλεφθεί φυσικά και ανάστροφη ροή».

Το αν θα κατασκευαστεί όμως το υπόλοιπο τμήμα του αγωγού, δηλαδή άλλες δύο γραμμές που θα μεταφέρουν επιπλέον αέριο 31,5 δισ. κυβικών μέτρων ώστε η συνολική δυναμικότητα να φθάσει στο δυσθεώρητο ύψος των 63 δισ. κυβικών μέτρων, καθώς και η ανάπτυξη υποδομής που θα μεταφέρει το επιπλέον αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά συνιστούν ερωτήματα με αβέβαιες απαντήσεις. «Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει σύνδεση με το σύστημα Snam στην Ιταλία και ότι πρέπει να αναβιώσει το σχέδιο Poseidon» τονίζει ο κ. Ρόμπερτς. Το σχέδιο αυτό αφορά το υποθαλάσσιο σκέλος του ITGI που θα συνέδεε την Ηγουμενίτσα με το Οτράντο, το οποίο είχε αναλάβει η ιταλική Edison.
ΣΤΟΙΧΕΙΑΠρόκειται για τον αγωγό που θα συνδέει τις δύο χώρες υποθαλασσίως μέσω της Μαύρης Θάλασσας και αντικαθιστά τον εγκαταλειφθέντα, λόγω των σφοδρών αντιδράσεων Ευρωπαίων και Αμερικανών, South Stream.

Το αρχικό σχέδιο της Gazprom προέβλεπε έναν αγωγό-μεγαθήριο, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει έως και 63 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, λειτουργώντας ως «παρακαμπτήρια οδός» στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με τον Τζον Ρόμπερτς, έναν από τους κορυφαίους αναλυτές επί ενεργειακών θεμάτων διεθνώς και στέλεχος της γνωστής δεξαμενής σκέψης Atlantic Council που μίλησε στο «Βήμα», «αυτό που είναι προς το παρόν βέβαιο είναι ότι ο Turkish Stream θα συνδεθεί με τον Διαβαλκανικό Αγωγό (Trans Balkan Pipeline) σε κάποιο σημείο της διαδρομής του μεταξύ Κιγικιόι και Υψάλων.

Η Gazprom, η SOCAR και η Edison
Οι συζητήσεις με Ρωσία και Ιταλία υπό τη σκιά των ΗΠΑ

Κατά τη διάρκεια της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ο Παναγιώτης Λαφαζάνηςείχε υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με τον ρώσο ομόλογό του Αλεξάντρ Νόβακ για την κατασκευή του ελληνικού τμήματος του αγωγού. Ηταν η περίοδος που πολλοί στην κυβέρνηση ήλπιζαν ότι μέσω αυτού του σχεδίου η χώρα θα ελάμβανε και ρωσικό δάνειο. Το ελληνικό τμήμα του αγωγού αφορά τη διαδρομή Κομοτηνή – Ηγουμενίτσα και τα δικαιώματά του ανήκουν στον υπό ιδιωτικοποίηση ΔΕΣΦΑ. Τώρα που πλέον η δεύτερη κυβέρνηση Τσίπρα ετοιμάζεται να ολοκληρώσει την πώληση του ΔΕΣΦΑ στην κρατική εταιρεία αερίου του Αζερμπαϊτζάν SOCAR, καθίσταται σαφές ότι η κατάσταση περιπλέκεται. Για ποιον λόγο η SOCAR, η οποία ξεκάθαρα προωθεί τον Διαδριατικό Αγωγό (Trans Adriatic Pipeline) που θα μεταφέρει αζερικό αέριο, να κινηθεί υπέρ της κατασκευής ενός ανταγωνιστικού αγωγού;


Το ζήτημα είναι φυσικά και οικονομικό. Με τις διεθνείς τιμές αερίου σε χαμηλά επίπεδα, απαιτούνται σημαντικές αγορές απορρόφησης του αερίου για να είναι βιώσιμα τόσο κοστοβόρα projects. Ωστόσο η ρωσική πλευρά (και όχι μόνο) επιδιώκει να διατηρεί ζεστό το ενδιαφέρον και ο κ. Νόβακ έκανε σχετική συζήτηση επί του ζητήματος με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Πάνο Σκουρλέτη στο περιθώριο της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο. Οι Ιταλοί της Edison, οι οποίοι επιδιώκουν δυναμική επιστροφή και σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες θέλουν να επιστρατεύσουν ως επικεφαλής του σχετικού κονσόρτιουμ τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας Ρομάνο Πρόντι, ενδιαφέρονται ενεργά, ενώ άλλες πηγές μιλούν και για ενδιαφέρον γαλλικών εταιρειών (EDF, ENGIE). Θα φθάνουν όμως τα κεφάλαια αυτών των εταιρειών ή θα χρειαστεί και η χρηματοδότηση της Gazprom που, όπως σημειώνει ο κ. Ρόμπερτς, «δεν έχει τη ρευστότητα;».    

Υπάρχει τέλος το ενδεχόμενο η Gazprom να επιδιώξει, ως τρίτο μέρος, πρόσβαση στον ΤΑΡ. «Οι ΗΠΑ δεν είναι σε θέση, ούτε νομικά ούτε πολιτικά, να το σταματήσουν» εκτιμά ο κ. Ρόμπερτς. Η πρόσβαση τρίτων μερών στον ΤΑΡ θα μπορούσε να γίνει σε περίπτωση που ο αγωγός αυξήσει τη χωρητικότητά του πέραν των 10 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων που είναι σήμερα (και η οποία θα καλυφθεί από αζερικό αέριο προερχόμενο από το κοίτασμα Σαχ Ντενίζ). Από τη στιγμή που επιπλέον αζερικό αέριο δεν φαίνεται να εντάσσεται στην τροφοδοσία της Ευρώπης πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2020, η Gazprom θα μπορούσε να ζητήσει την πρόσβαση αυτή, με το ρωσικό αέριο να φθάνει στον ΤΑΡ από τον Turkish Stream. Ακόμη κι έτσι όμως, θα χρειαστεί να βρεθεί κάποιος για να χρηματοδοτήσει το έργο Poseidon. «Δεν βλέπω κάποιον πρόθυμο, εκτός κι αν υπάρξει ραγδαία αύξηση των διεθνών τιμών αερίου» καταλήγει ο κ. Ρόμπερτς.
BHMA

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις37 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή2 ώρες πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή