Ακολουθήστε μας

Διεθνή

“Το πόκερ της 2ης αξιολόγησης”

Δημοσιεύτηκε στις

του
Σταύρου Λυγερού

Ο
δρόµος της επιστροφής της τρόικας στην Αθήνα για διαπραγµατεύσεις, οι οποίες θα
καταλήξουν σε επώδυνο για την ελληνική πλευρά συµβιβασµό, άνοιξε µετά τη
συνάντηση δανειστών και Τσακαλώτου στις Βρυξέλλες. Αποµένουν, όµως, ορισµένα
αγκάθια από την πλευρά του ∆ΝΤ, τα οποία εµποδίζουν να ανάψει το πράσινο φως
για να γεφυρωθούν οι εναποµείνασες διαφορές που θα επιτρέψουν το κλείσιµο της
δεύτερης αξιολόγησης.

Η
συνάντηση της Παρασκευής στις Βρυξέλλες είχε εξαρχής στόχο να υπάρξει μία
προκαταρκτική συμφωνία-πλαίσιο ανάμεσα στους δανειστές και στην ελληνική
κυβέρνηση και –σύμφωνα με ελληνική κυβερνητική πηγή– ο στόχος αυτός επετεύχθη.
Αυτό προκύπτει και από την ανακοίνωση του Ντάισελμπλουμ ότι πραγματοποιήθηκε «σημαντική πρόοδος» και «είµαστε κοντά στο κοινό έδαφος για να
επιστρέψει η αποστολή στην Αθήνα την επόµενη εβδοµάδα. Θα εξετάσουµε την
περαιτέρω πρόοδο της δεύτερης αξιολόγησης στο επόµενο Eurogroup
». 
Κυβερνητικές
πηγές, ωστόσο, έσπευσαν αργά την Παρασκευή το βράδυ να υπογραµµίσουν ότι «έγινε πρόοδος. Ωστόσο, όσο παραµένουν
παράλογες απαιτήσεις από πλευράς ∆ΝΤ δυσκολεύονται οι προϋποθέσεις για συνέχεια
της διαπραγµάτευσης σε επίπεδο τεχνικών κλιµακίων
».
Μπορεί
ο πρωθυπουργός να χαρακτήρισε την Παρασκευή στη Βουλή «θέατρο του παραλόγου» τις απαιτήσεις των δανειστών, αλλά την
κυβερνητική γραμμή είχε συνοψίσει η ρήση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών: «καλύτερα μία χειρότερη λύση τώρα παρά μία
καλύτερη σε πέντε μήνες
». Όπως μας είπε κυβερνητικός παράγοντας, κακώς ο
Χουλιαράκης μίλησε κατ’ αυτό τον τρόπο, αλλά είναι αληθές ότι ο Τσακαλώτος πήγε
την Παρασκευή στις Βρυξέλλες για να διαπραγματευθεί με την εντολή να κάνει ό,τι
χρειάζεται για να έλθει το Κουαρτέτο στην Αθήνα.
Στόχος
της κυβέρνησης είναι να κλείσει η αξιολόγηση στις 20 Φεβρουαρίου. Κατά την ίδια
πηγή, η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει όσο το δυνατόν αυτά που την πιέζουν να
δώσει και κυρίως να εξασφαλίσει αφενός ότι δεν θα τεθούν στην πορεία άλλα
ζητήματα, αφετέρου ότι θα ανοίξει ο δρόμος για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο
πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Η
ειδική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Παρασκευής ήταν το
αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του Ντάισλεμπλουμ και πυρετωδών διαβουλεύσεων
αφενός μεταξύ της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ, αφετέρου μεταξύ της Ευρωζώνης και της
Αθήνας. Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, ο παράγοντας που εργάστηκε περισσότερο για
να βρεθεί ένας συμβιβασμός είναι ο πρόεδρος της Κομισιόν και οι συνεργάτες του.
Κατά
την ίδια πηγή, ο Γιούνκερ είχε εξασφαλίσει από τον Τσίπρα τη διαβεβαίωση ότι
είναι έτοιμος να κάνει τις αναγκαίες υποχωρήσεις, ώστε να βρεθούν αμέσως κοινοί
τόποι με το Κουαρτέτο στα όσα προβλέπονται από το 3ο Μνημόνιο για να
κλείσει η 2η αξιολόγηση (εργασιακά, ενεργειακά, κόκκινα δάνεια κλπ).
Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η Αθήνα είχε εγκαίρως στείλει το μήνυμα και στην
Κομισιόν και στο Eurogroup
ότι η διαβεβαίωση αυτή ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει μία συμφωνία-πακέτο,
η οποία πολιτικά να κλείνει τη 2η αξιολόγηση και να ανοίγει τον
δρόμο για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Τούτων
δοθέντων, την τελευταία εβδομάδα το κέντρο βάρους των ζυμώσεων είχε μετατοπισθεί
στο μέτωπο Ευρωζώνη-ΔΝΤ. Οι διατυπώσεις στις εκθέσεις του Ταμείου έδειξαν από
νωρίς πως το παζάρι σ’ αυτό το μέτωπο θα ήταν σκληρό. Δεν είναι τυχαίο ότι όχι
μόνο οι Τσακαλώτος και Στουρνάρας, αλλά και εμπλεκόμενοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι
(Ντάισελμπλουμ και Ρέγκλινγκ) άσκησαν έντονη κριτική στις εκθέσεις, αν και ο
καθένας εστίασε την κριτική του, σύμφωνα με τα συμφέροντά του.
Πιεζόμενη
και από το ευρωιερατείο, η Λαγκάρντ προσπάθησε παρασκηνιακά να επιτύχει ένα
συμβιβασμό, που θα επιτρέψει την παραμονή στο ελληνικό πρόγραμμα. Όπως, όμως,
φάνηκε καθαρά στη συνεδρίαση του Συμβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου, έχει εκδηλωθεί
από εκπροσώπους των υπολοίπων χωρών ένα ισχυρό ρεύμα αντίδρασης στην προσπάθεια
των Ευρωπαίων να καθοδηγήσουν το ΔΝΤ σύμφωνα με τις δικές τους σκοπιμότητες. Αντιμέτωπο
με αντίρροπες πιέσεις και για να μη διαρρηχθεί η ενότητά του, το ΔΝΤ έχει
υιοθετήσει μία βαθύτατα αντιφατική γραμμή:
·        
Πρώτον, ομολογεί ότι το ελληνικό χρέος είναι
εξαιρετικά μη βιώσιμο και απαιτεί την άμεση και γενναία ελάφρυνσή του.
·        
Δεύτερον, παραδέχεται ότι ακόμα και εάν η Ελλάδα
εφαρμόσει στο ακέραιο όλες τις μεταρρυθμίσεις η ελληνική οικονομία δεν
πρόκειται να ορθοποδήσει χωρίς γενναία ελάφρυνση του χρέους.
·        
Τρίτον, θεωρεί υπερβολικό και μη ρεαλιστικό τον
στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για χρόνια. Ρεαλιστικό στόχο θεωρεί
το 1,5%.
·        
Τέταρτον, αναγνωρίζει ότι ακόμα και εάν
συμφωνηθεί και παραχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% για μία δεκαετία μετά το
2018, όπως ζητάει ο Σόιμπλε, το χρέος θα παραμείνει μη βιώσιμο και η ελληνική
οικονομία δεν θα ορθοποδήσει.
Κατόπιν
όλων αυτών και με δεδομένες τις καταστατικές αρχές του, θα περίμενε κανείς πως
το Ταμείο θα έθετε ξεκάθαρα ως όρους για να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα
αυτά που το ίδιο διακηρύσσει ως αναγκαία: μαζί με τις διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις την άμεση και γενναία ελάφρυνση του χρέους, καθώς και τη μείωση
του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Αντί
γι’ αυτό, όμως, το ΔΝΤ απαιτεί την από τώρα νομοθέτηση της μείωσης του
αφορολόγητου και των συντάξεων, ώστε να εξοικονομηθούν 4,2-4,5 δισ. τη διετία
2019-2020. Το επιχείρημά του είναι ότι μόνο έτσι θα βγουν οι αριθμοί. Και
μάλιστα, όταν το ίδιο αναφέρει ρητά ότι η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει άλλη
λιτότητα. Πρόκειται για μία ακόμα κραυγαλέα αντίφαση, η οποία έχει αποκλειστικό
σκοπό να βρεθεί ένας συμβιβασμός με την Ευρωζώνη, η οποία έχει καταντήσει να
σέρνεται πίσω από τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες των Μέρκελ και Σόιμπλε.
Υπενθυμίζουμε
πως ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών έχει δηλώσει εκβιαστικά ότι χωρίς τη
συμμετοχή του Ταμείου δεν υπάρχει 3ο Μνημόνιο και ως εκ τούτου η
χρηματοδότηση θα πρέπει να επανεγκριθεί από τη γερμανική Βουλή. Φρόντισε,
μάλιστα, να προειδοποιήσει πως η επανέγκριση θα είναι πολύ αμφίβολη και κατ’
επέκτασιν να επαναφέρει την απειλή του Grexit, το οποίο άρχισε και πάλι να γίνεται
αντικείμενο συζήτησης.
Απαντώντας
σε σχετική ερώτηση αριστερού βουλευτή, όμως, η αρμόδια νομική υπηρεσία της
γερμανικής Βουλής διέψευσε τον Σόιμπλε. Επιβεβαιώθηκε για μία ακόμα φορά αυτό
που είναι εδώ και καιρό προφανές: το ελληνικό πρόβλημα τείνει να καταστεί
κεντρικό ζήτημα της γερμανικής προεκλογικής αντιπαράθεσης. Για την ακρίβεια, η
καγκελάριος και ο υπουργός της αρχίζουν να το χρησιμοποιούν σαν προεκλογικό
όπλο εναντίον των Σοσιαλδημοκρατών του Σουλτς, στο πλαίσιο ενός μικροκομματικού
παιχνιδιού στην πλάτη της Ελλάδας.
Μετά από πολλά μεταξύ τους παζάρια την
τελευταία εβδομάδα, η Ευρωζώνη και το Ταμείο κατέληξαν σε μία κοινή πρόταση
προς την Αθήνα, η οποία έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη συνάντηση της περασμένης
Παρασκευής. Σ’ αυτή τη συνάντηση συμμετείχαν από πλευράς των δανειστών ο
πρόεδρος του Eurogroup
Ντάισελμπλουμ, ο πρόεδρος του Euroworking Group
Βίζερ, τα στελέχη της Κομισιόν Μπούτι και Κοστέλο, ο επικεφαλής του ΕΜΣ
(Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) Ρένγκλινγκ, το μέλος της διοίκησης της ΕΚΤ
(Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) Κερέ και από το ΔΝΤ οι Τόμσεν και Βελκουλέσκου.
Από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν οι Τσακαλώτος και Χουλιαράκης.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες
μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η εν λόγω πρόταση προβλέπει:
·        
Πρώτον, την επίτευξη συμφωνίας για τα ζητήματα
που εξαρχής συμπεριλαμβάνονταν στην ατζέντα της 2ης αξιολόγησης και
εκκρεμούν.
·        
Δεύτερον, τη νομοθέτηση μέτρων ύψους 1% του ΑΕΠ
(περίπου 1,7 δισ.), κυρίως μέσω της μείωσης του αφορολόγητου με ρήτρα ακύρωσης.
Εάν, δηλαδή, επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος το αφορολόγητο
δεν θα μειωθεί. Η Αθήνα θεωρεί πως το ποσό αυτό καλύπτεται με δυνάμει μείωση
του αφορολόγητου στα 7.200 ευρώ και με κατάργηση όλων σχεδόν των φοροαπαλλαγών,
ενώ οι δανειστές ζητούν μεγαλύτερη μείωση. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κόκκινη
γραμμή της κυβέρνησης είναι αφορολόγητο στις 6.000 ευρώ.
·        
Τρίτον, την επέκταση του “κόφτη” για τη διετία
2019-20 με τη ρητή συμπερίληψη της μείωσης των συντάξεων, ώστε να εξοικονομηθεί
ακόμα ένα ποσό ύψους 1% του ΑΕΠ.
·        
Τέταρτον, τη δέσμευση της Ελλάδας ότι από το
2018 και για πέντε χρόνια θα παράγει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ (με
σημερινούς όρους πάνω από 6,5 δισ. ετησίως).
Πριν τη συνάντηση της Παρασκευής, ο
Ντάισελμπλουμ είχε δηλώσει πως το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους δεν θα ήταν
στην ατζέντα. Ας σημειωθεί ότι για να παρακαμφθεί το γερμανικό βέτο για το
ζήτημα του χρέους, η Κομισιόν είχε ρίξει στο τραπέζι τη φόρμουλα για σπάσιμο
της 2ης αξιολόγησης σε δύο φάσεις, όπως είχε συμβεί και με την 1η
αξιολόγηση. Σύμφωνα με αυτή, το ζήτημα του πρωτογενούς πλεονάσματος και των
απαιτήσεων του ΔΝΤ θα αφηνόταν να διευθετηθεί αμέσως μετά τις γερμανικές
εκλογές μαζί με την εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.
Αν κρίνουμε από τις πιο πρόσφατες
πληροφορίες η φόρμουλα αυτή έχει μπει τουλάχιστον προς το παρόν στην άκρη, αν
και μπορεί να επανέλθει με άλλη μορφή. Μπορεί να αγοράζει χρόνο, αλλά έχει δύο
κρίσιμα μειονεκτήματα: Πρώτον, δεν ικανοποιεί την προεκλογική ανάγκη των Μέρκελ
και Σόιμπλε για συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Δεύτερον, αφήνει
την Ελλάδα εκτός του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. Ο Ντράγκι έχει θέσει ως
όρο για τη συμμετοχή της Ελλάδας τουλάχιστον την περιγραφή των μεσοπρόθεσμων
μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους.
Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, για να
ρυμουλκήσει το Ταμείο να συμμετάσχει και χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα,
η Ευρωζώνη εμφανίσθηκε διατεθειμένη να του δώσει ισχυρές εγγυήσεις, αλλά η πρότασή
της δεν έγινε δεκτή. Έτσι –κατά την ίδια πηγή– οι Ευρωπαίοι έχουν ρίξει στο
τραπέζι την πρόταση το ΔΝΤ να συμμετέχει με μικρό ποσό και τμηματικά, δηλαδή να
δανείζει μόνο όταν κρίνει ότι η Ελλάδα έχει επιτύχει τον εκάστοτε δημοσιονομικό
στόχο.
Αν και στη συνάντηση της Παρασκευής
συμμετείχαν οι Τόμσεν και Βελκουλέσκου, κοινοτική πηγή ομολογεί ότι αυτή η
συμμετοχή δεν σημαίνει ότι το Ταμείο έχει αποφασίσει να συμμετάσχει στο
ελληνικό πρόγραμμα. Σημαίνει απλώς ότι το ΔΝΤ δεν έχει ακόμα αποφασίσει
σχετικά. Οι απαιτήσεις του που συμπεριελήφθησαν στην πρόταση του ευρωιερατείου
προς την Ελλάδα είναι τα ελάχιστα για να παραμείνει με το σημερινό καθεστώς του
τεχνικού συμβούλου στο τραπέζι.
Η ίδια κοινοτική πηγή προσέθεσε ότι
έτσι όπως έχουν τα πράγματα, η μόνη παραχώρηση που μπορεί να κάνει η Ευρωζώνη
προς το Ταμείο για το ελληνικό χρέος είναι μία γενική δέσμευση του Eurogroup ότι εάν χρειασθεί θα προχωρήσει σε
πρόσθετες ενέργειες. Αν κρίνουμε, όμως, από την τύχη που είχε η αντίστοιχη
δήλωση του Νοεμβρίου 2012, τέτοιου είδους δεσμεύσεις δεν είναι ισχυρές και το ΔΝΤ
το γνωρίζει άριστα. Αν, λοιπόν, ικανοποιηθεί θα το κάνει έχοντας επίγνωση ότι
αγοράζει πρόσχημα και όχι πραγματική δέσμευση.
Στην Ουάσιγκτον, άλλωστε, κυριαρχεί η
άποψη ότι ενώ οι Ευρωπαίοι επιζητούν επιμόνως τη συμμετοχή του Ταμείου στο
ελληνικό πρόγραμμα δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις συστάσεις του. Αυτός είναι ένας
πρόσθετος λόγος που ενισχύει τις αντιδράσεις στο Συμβούλιο του ΔΝΤ για τις
μεθοδεύσεις των Ευρωπαίων, οι οποίες έχουν σκοπό να το χρησιμοποιήσουν στα
πολιτικά παιχνίδια τους, γεγονός που πλήττει την όχι και τόσο καλή φήμη του
διεθνώς.
Αν και προς το παρόν έχουμε μόνο το
περίγραμμα μίας συμφωνίας, είναι σαφές πως το κλείσιμο της 2ης
αξιολόγησης θα είναι πικρό ποτήρι για τη συμπολίτευση. Η χθεσινή συνεδρίαση της
Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ με τη συμμετοχή του Τσίπρα είχε ως στόχο να
προετοιμάσει το έδαφος, ώστε στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες να αποτραπούν
διαρροές.
Αν και το κλίμα στην Κοινοβουλευτική
Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι βαρύ, το ενδεχόμενο να μην ψηφισθούν τα κρίσιμα
νομοσχέδια συγκεντρώνει αμελητέες πιθανότητες. Το Μαξίμου, μάλιστα, έχει ήδη
αρχίσει να κάνει ενέσεις αισιοδοξίας, πλασάροντας το αφήγημα ότι πρέπει η
κυβέρνηση να περάσει αλώβητη τον κάβο της 2ης αξιολόγησης, επειδή
μετά ο δρόμος θα είναι ανοικτός. Η δημοσκοπική άνοδος των Σοσιαλδημοκρατών του
Σουλτς τροφοδοτεί σενάρια για ανατροπές στην Ευρώπη που θα αλλάξουν τα πράγματα
και για την Ελλάδα.

Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, σχολίασε
με διαφορετικό τρόπο την εξέλιξη στο μέτωπο της αξιολόγησης: «δεν λέω είναι
βαρύ να ψηφίσουμε από τώρα τη μείωση του αφορολόγητου. Δεν καταλαβαίνουν στο
Μαξίμου, όμως, ότι τη μεγαλύτερη ζημιά θα μας την κάνει η μετατροπή της
ασφαλιστικής εισφοράς σε φόρο. Και αυτό είναι δικό μας επίτευγμα!»
δημοσιεύθηκε στο Πρώτο Θέμα 12-2-1017

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή