Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ενώνοντας τα κομμάτια του παζλ

Δημοσιεύτηκε στις

Σε συζητήσεις που είχα τις τελευταίες μέρες με γνωστούς μου, μου τέθηκε συχνά το ερώτημα αν η δολοφονία του Ιρανού υποστράτηγου Κασέμ Σουλεϊμανί σηματοδοτεί τον ερχομό ενός γενικότερου μεγάλου πολέμου στη Μέση Ανατολή, και γιατί κατά τη γνώμη μου προχώρησε τη δεδομένη χρονική στιγμή ο Τραμπ σε ένα τέτοιο χτύπημα το οποίο απειλεί να βάλει φωτιά στην ευρύτερη εύφλεκτη περιοχή.

Η πρώτη μου απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι πως οι άνθρωποι και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από αυτές τις ενέργειες είναι οι μεγαλύτεροι αριστοτέχνες όλων των εποχών στην απόκρυψη, την εξαπάτηση, την προπαγάνδα και την παραπλάνηση, καθώς και οι αδιαμφισβήτητοι παγκόσμιοι πρωταθλητές στη χειραγώγηση της διεθνούς κοινής γνώμης. Επομένως είναι αυτονόητο πως οποιαδήποτε προφανής ή απλοϊκή απάντηση μάς σερβίρεται μέσα από τα ΜΜΕ είναι εκ των πραγμάτων εσφαλμένη και παραπλανητική και αποσκοπεί στο να συσκοτίσει τα πράγματα και όχι βέβαια να τα αποσαφηνίσει. Γι’ αυτό, αν πραγματικά μας ενδιαφέρει η αλήθεια και όχι τα δημοσιογραφικά παραμύθια, ας ξεκινάμε πάντα με το να βάζουμε τα πράγματα σε μια λογική σειρά και να βλέπουμε πώς συνδέονται μεταξύ τους. 

Στη στρατηγική αρένα της Ανατολικής Μεσογείου δεν υπάρχει χώρος παρά για έναν μόνο γενικό κουμανταδόρο – και αυτός είναι το Ισραήλ. Άλλες μεγάλες δυνάμεις μπορεί κατά καιρούς να ασκούν επιρροή, να παρεμβαίνουν δυναμικά ή να έχουν συμφέροντα στην περιοχή αυτή, αλλά κάποτε θα φύγουν ή θα πάψουν να ενδιαφέρονται, ενώ αντιθέτως το Ισραήλ δεν σκοπεύει να φύγει ποτέ και ξέρει τη Μέση Ανατολή όπως κανείς άλλος αφού έχει στήσει εκεί το καλύτερο δίκτυο κατασκοπίας και πληροφοριών που λειτουργεί πολύ επιτυχημένα επί 71 χρόνια. Πολλοί έχουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι στη Μέση Ανατολή αυτός που κάνει παιχνίδι είναι οι Αμερικανοί, και ότι το Ισραήλ είναι απλώς ο τοποτηρητής τους – ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο! Η σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ είναι κάτι πολύ παραπάνω από συμμαχική. Οτιδήποτε πράττουν οι Αμερικανοί στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής τα τελευταία 50 χρόνια γίνεται για χάρη του Ισραήλ και για την κατοχύρωση της ασφάλειάς του. Το Ισραήλ, για παράδειγμα,  είναι αυτό που (μέσω του λόμπι του στην Ουάσινγκτον) άσκησε αφόρητη πίεση στον Ερντογάν επί μήνες να επιλέξει είτε τους πυραύλους S-400 είτε τα μαχητικά αεροσκάφη stealth F-35. Για την εξασφάλιση της Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής του Ισραήλ έναντι κάθε πιθανού αντιπάλου οι ΗΠΑ δεσμεύονται με νόμο από το 2008, κάτι που δεν έχουν διανοηθεί ποτέ να πράξουν για οποιαδήποτε άλλη χώρα του πλανήτη. Είναι χαρακτηριστικό πως το σύνολο της δωρεάν στρατιωτικής βοήθειας που παρέχουν ετησίως οι Αμερικανοί σε 70 ξένες χώρες ανέρχεται σε 5,5 δις δολάρια, και από αυτό το ποσό τα 3 δις δολάρια καταλήγουν στο Ισραήλ.

Εν ολίγοις, όποιος θίξει την ασφάλεια του Ισραήλ γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα έχει αυτομάτως να κάνει με τις ίδιες τις ΗΠΑ οι οποίες θα επέμβουν για να το βοηθήσουν χωρίς δεύτερη σκέψη. 

Ο τρόπος που δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ το 1948 και η συμπεριφορά που επέδειξε στη συνέχεια το έχουν μπλέξει σε έναν φαύλο κύκλο βίας από τον οποίο δεν δείχνει καμία διάθεση να βγει. Το αποτέλεσμα είναι να ζει διαρκώς με την αγωνία ότι υπάρχουν αδυσώπητοι εχθροί που θέλουν να το σβήσουν από τον χάρτη. Την περίοδο 1948-79 η μεγάλη «υπαρξιακή απειλή» για το Ισραήλ ήταν η Αίγυπτος, η οποία όμως μετά από τρεις χαμένους πολέμους και τη Συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ πραγματοποίησε φιλοδυτική στροφή και σήμερα είναι φίλη του Ισραήλ και σε παρακμή.

Μετά την Αίγυπτο τη σκυτάλη της μεγάλης «υπαρξιακής απειλής» για το Ισραήλ την περίοδο 1979-2003 πήρε το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Για να απαλλαγούν από αυτή την απειλή οι Ισραηλινοί δοκίμασαν για πρώτη φορά να βάλουν τους Αμερικανούς να «καθαρίσουν» για λογαριασμό τους, πράγμα που έγινε καταλήγοντας ουσιαστικά στη διάλυση και οριστική εξουδετέρωση του Ιράκ.

Μετά το 2003 τον ρόλο της «υπαρξιακής απειλής» για το Ισραήλ πήρε το σιιτικό Ιράν και τον διατηρεί έως σήμερα – αφού στο μεταξύ  η Συρία των φανατικά αντι-Ισραηλινών Άσαντ ήδη έχει καταστραφεί και θα χρειαστεί δεκαετίες για να συνέλθει. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, τάσσεται αναφανδόν υπέρ ενός προληπτικού στρατιωτικού πλήγματος κατά του Ιράν με το πρόσχημα ότι δήθεν η χώρα αυτή επιδιώκει κρυφά να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Το Ισραήλ ήδη κατέχει (τελείως παράνομα) πυρηνικά όπλα από τη δεκαετία του 1960 αλλά δεν επιτρέπει σε καμία άλλη χώρα της ευρύτερης γειτονιάς του να αναιρέσει το πυρηνικό του μονοπώλιο. Ο πραγματικός λόγος όμως που οι Ισραηλινοί φοβούνται τόσο το Ιράν και θέλουν να του κόψουν τα πόδια είναι επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει τη στρατηγική πρωτοκαθεδρία του Ισραήλ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή με την αλυσίδα στρατηγικών αναχωμάτων που έφτιαξε από τα δυτικά του σύνορα μέχρι τη Μεσόγειο.

Στόχος του Ισραήλ δεν είναι βέβαια να καταλάβει στρατιωτικά το Ιράν, ούτε μπορεί να υποδαυλίσει εμφύλιο πόλεμο στο εσωτερικό του για να το διαλύσει ολοσχερώς όπως έκανε με τη Συρία διότι η χώρα αυτή είναι ομοιογενής και συμπαγής σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ελπίζει όμως ότι με μερικά ισχυρά στρατιωτικά πλήγματα είναι δυνατόν να γκρεμιστεί το θεοκρατικό καθεστώς των αγιατολάχ και να επέλθει μόνιμη πολιτική αλλαγή στη χώρα αν αναλάβει τα ηνία μια διαφορετική κυβέρνηση που θα πραγματοποιήσει φιλοδυτική στροφή.

Είναι πασίγνωστο ότι το εβραϊκό λόμπι ελέγχει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σε πολύ μεγάλο βαθμό και ενεργεί πάντα με γνώμονα την ασφάλεια και την ευημερία του Ισραήλ. Αυτό δεν είναι αυτομάτως κατακριτέο. Οι Εβραίοι της Διασποράς είναι αξιέπαινοι που έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο και μακάρι να μπορούσαν και οι Έλληνες ομογενείς να έχουν στα χέρια τους παρόμοια ισχύ την οποία να αξιοποιούν υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Το εβραϊκό λόμπι έχει κάνει μακρά και συστηματική εκστρατεία προκειμένου να σύρει τις ΗΠΑ σε πόλεμο κατά του Ιράν. Κι αυτό όχι επειδή το Ισραήλ φοβάται τις διεθνείς αντιδράσεις αν αναλάβει μόνο του στρατιωτική δράση κατά του Ιράν (είναι σίγουρο ότι σύσσωμη η Δύση θα παρακολουθήσει απαθής ένα τέτοιο σενάριο, αν δεν το επικροτήσει κιόλας) αλλά επειδή οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις παρά την ισχύ τους δεν διαθέτουν σήμερα τα απαραίτητα μέσα για να καταστρέψουν μόνες τους το πυρηνικό πρόγραμμα αυτής της χώρας, ούτε να εξουδετερώσουν με ασφάλεια την αεράμυνά της. Οι αποστάσεις Ισραήλ-Ιράν είναι τεράστιες, τα μαχητικά αεροσκάφη της ισραηλινής αεροπορίας που είναι σε θέση να δράσουν τόσο μακριά είναι σχετικά λίγα (περίπου 125 F-15I και F-16I και ελάχιστα F-35I που έχουν παραληφθεί), και τα ειδικά όπλα που απαιτούνται για μία σειρά αεροπορικών προσβολών των υπόγειων εγκαταστάσεων του Ιράν (βόμβες βαθιάς διάτρησης των 15 τόνων) δεν υπάρχουν στο ισραηλινό οπλοστάσιο ούτε μπορούν να μεταφερθούν από τα μαχητικά του.

Η αλήθεια όμως είναι πως το Ιράν όχι μόνο δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα, αλλά και οι ίδιες οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν διαβεβαιώσει επανειλημμένα πως ουδέποτε είχε επιδιώξει να τα αποκτήσει. Επιπλέον, όλες οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του ελέγχονται ασφυκτικά από τη Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) που εδρεύει στη Βιέννη. Τόσο οι άλλες χώρες που συνυπέγραψαν τη συμφωνία έλεγχου του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν JCPOA (δηλαδή η Ρωσία, η Κίνα, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία) όσο και η ΙΑΕΑ, επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους ότι το Ιράν τηρεί απαρέγκλιτα τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και δεν δίνει καμία λαβή αμφισβήτησης. Ωστόσο ο Τραμπ είχε υποσχεθεί στο εβραϊκό λόμπι προτού ακόμη εκλεγεί πρόεδρος ότι θα απέσυρε την υπογραφή των ΗΠΑ από αυτή τη συμφωνία, και το έκανε.

Οι όροι που έχει θέσει τώρα ο Τραμπ στο Ιράν προκειμένου να αρθούν οι κυρώσεις που του έχουν επιβληθεί, είναι 12 συνολικά και διατυπωμένοι με ύφος τελεσιγράφου το οποίο καμία ανεξάρτητη και αξιοπρεπής χώρα δεν θα δεχόταν να συζητήσει. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι να μην αποκτήσει ποτέ το Ιράν πυρηνικό όπλο και να πάψει να αναμιγνύεται σε τρομοκρατική δράση. Πρόκειται όμως για εντελώς προσχηματικούς όρους που κινούνται στα όρια του παραλογισμού και επιχειρούν απλώς να συγκαλύψουν την ειλημμένη απόφαση του Ισραήλ να χτυπηθεί στρατιωτικά το Ιράν. 

Η κατηγορία ότι το Ιράν εμπλέκεται τάχα σε τρομοκρατική δράση, είναι εντελώς έωλη. Ως η μεγαλύτερη σιιτική δύναμη που είναι μέσα σε μια Μέση Ανατολή βαθειά διαιρεμένη ανάμεσα σε σουνίτες και σιίτες, το Ιράν είναι λογικό να υποστηρίζει τη σιιτική κυβέρνηση του Ιράκ, το φιλοϊρανικό αλαουιτικό καθεστώς Άσαντ στη Συρία, τη σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ στον Λίβανο και τους σιίτες αντάρτες Χούτι στην Υεμένη. Επομένως αυτό που απαιτούν οι Αμερικανοί από την Τεχεράνη είναι να εγκαταλείψει ουσιαστικά όλους αυτούς τους συμμάχους της και να συνθηκολογήσει απέναντι στους σουνίτες εχθρούς της. Φυσικά και ΔΕΝ πρόκειται να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο και είναι εντελώς παλαβό να ζητείται από μια αξιοπρεπή χώρα να παραδώσει τα κλειδιά της εθνικής της ασφάλειας.

Ο Τραμπ δεν μπορεί παρά να αντιλαμβάνεται ότι το Ιράν δεν αποτελεί κανενός είδους απειλή για τις ΗΠΑ, ούτε ο σιιτισμός γενικά στηρίζει τους σουνίτες τρομοκράτες τζιχαντιστές αλλά απεναντίας είναι θανάσιμος εχθρός τους. Αν η πρόθεση του Τραμπ να εξαλείψει από προσώπου γης το ISIS ήταν ειλικρινής, θα έπρεπε να θεωρούσε το Ιράν ως τον καλύτερο σύμμαχό του και όχι εχθρό του! Οποιοσδήποτε επισκεφθεί την Τεχεράνη θα δει γιγαντιαία πορτρέτα Ιρανών μαρτύρων που έπεσαν στον πόλεμο κατά του ISIS στη Συρία (και μερικές φορές και των μητέρων τους που κρατούν το Κοράνι) να κοσμούν τους τυφλούς πλαϊνούς τοίχους πολυκατοικιών και κυβερνητικών κτηρίων, και οι ντόπιοι να αναφέρονται σ’ αυτούς με το ίδιο δέος και σεβασμό όπως μιλάμε εμείς για τους αγίους της Ορθοδοξίας. 

Ο Τραμπ εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ το 2016 με σύνθημα το «Πρώτα η Αμερική!». Γι’ αυτό ψηφίστηκε από τον αμερικανικό λαό, για να κάνει τη μηχανή της αμερικανικής οικονομίας να πάρει και πάλι μπρος και για να βάλει τέλος στους ατέρμονους πολέμους που διεξάγουν επί δεκατίες οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις σε περιοχές όπου δεν διακυβεύεται κανένα κρίσιμο εθνικό συμφέρον παρά μόνο συμφέροντα του Ισραήλ. Στον πρώτο τομέα ο Τραμπ σημείωσε ανέλπιστη επιτυχία. Η ανεργία στις ΗΠΑ κινείται κάτω του 4% για δύο χρόνια, οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης συνεχίστηκαν για 11η κατά σειρά χρονιά, και οι αξίες των μετοχών στο αμερικανικό χρηματιστήριο έχουν εκτοξευτεί κυριολεκτικά. Χρειάζεται να ανατρέξει κανείς 50 χρόνια πίσω για να βρει ανάλογες επιδόσεις. Επομένως ο Τραμπ θα πρέπει να θεωρεί σίγουρη την επανεκλογή του τον Νοέμβριο του 2020, αρκεί να εκπληρώσει και τη δεύτερη δέσμευσή του, δηλαδή να μην μπλέξει την Αμερική σε άλλους πολέμους που δεν την αφορούν. 

Η επανεκλογή στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ είναι ένας στόχος τον οποίο ο Τραμπ ιεραρχεί ψηλότερα από οποιονδήποτε άλλον. Μπορεί να προβαίνει συχνά σε αλλοπρόσαλλες δηλώσεις αλλά έχει αποδείξει διαχρονικά ότι δεν είναι ανόητος και ότι λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του την άποψη παλαιών και έμπειρων στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος όπως ο γερουσιαστής Πάτρικ Μπιουκάναν. Αυτοί οι αφανείς αλλά μάλλον σοφοί σύμβουλοι έχουν ξεκαθαρίσει στον Τραμπ εδώ και πολύ καιρό πως το να συρθούν οι Αμερικανοί σε έναν πόλεμο κατά του Ιράν, τελείως παράλογο και αντίθετο με τα στρατηγικά συμφέροντά τους, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του Ισραήλ, θα ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να πράξει ο Τραμπ, και μάλιστα έναν χρόνο πριν από τη λήξη της πρώτης προεδρικής θητείας του, και είναι απολύτως βέβαιο ότι θα του στερήσει μια δεύτερη τετραετία.

Από τότε που εισήλθε στον Λευκό Οίκο ο Τραμπ προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Ξέρει πως το εβραϊκό λόμπι δεν πρόκειται να σταματήσει τον λυσσαλέο πόλεμο που κάνει εναντίον του αν αυτός δεν διατάξει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να πάνε σε κανονικό πόλεμο με το Ιράν, με στόχο την ανατροπή του θεοκρατικού αντι-ισραηλινού καθεστώτος της Τεχεράνης. Ο λυσσώδης αγώνας που κάνουν οι Δημοκρατικοί σε βάρος του Τραμπ δεν γίνεται βέβαια για χάρη του 77χρονου προεδρικού υποψηφίου Τζο Μπάιντεν.

Αρκεί να δει κανείς ποιοι είναι πίσω από τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια των ΗΠΑ (Τζεφ Ζούκερ στο CNN, Μπράιαν Ρόμπερτς στο NBC, Ρόμπερτ Άιγκερ στο ABC και Σάμνερ Ρέντστοουν στο CBS) που έχουν αναλάβει εργολαβικά τη σπίλωση του Τραμπ, ποιοι βουλευτές των Δημοκρατικών πρωτοστατούν στην προσπάθεια καθαίρεσής του (Άνταμ Σιφ, Τζέρολντ Νάντλερ και Έλιοτ Ένγκελ) και ποιοι ελέγχουν τον κινηματογράφο και ουσιαστικά την ψυχαγωγία στις ΗΠΑ (Σάρι Ρέντστοουν στην Paramaount, Ρόναλντ Μάγιερ στη Universal και Άλαν Μπρέιβερμαν στη Disney) για να αντιληφθεί πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά και αθώα όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

Ο Τραμπ πιέζεται και εκβιάζεται συστηματικά από το πανίσχυρο εβραϊκό λόμπι των ΗΠΑ το οποίο είναι οργισμένο απέναντί του επειδή ο Αμερικανός πρόεδρος πετάει τη μία μετά την άλλη τις καλύτερες αφορμές που θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ για να πάει σε πόλεμο με το Ιράν. Τον Ιούνιο του 2019 που οι Ιρανοί κατέρριψαν πανάκριβο αμερικανικό κατασκοπευτικό drone, ο Τραμπ ενώ έδωσε αρχικά εντολή για αμερικανική στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, άλλαξε γνώμη και έκανε πίσω την τελευταία στιγμή προκαλώντας έντονη δυσφορία στους Ισραηλινούς. Όταν οι Ιρανοί χτύπησαν τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας τον Σεπτέμβριο του 2019 και μάλιστα παραδέχτηκαν εμμέσως ότι το έκαναν, ο Τραμπ πάλι δεν προχώρησε σε μαζικά στρατιωτικά αντίποινα σε βάρος του Ιράν.

Το μείζον πρόβλημα για το λόμπι είναι πως ο Τραμπ αρνείται επίμονα να υπακούσει στις εντολές του, να βάλει δηλαδή τα αμερικανικά στρατεύματα να βγάλουν το ιρανικό φίδι από την τρύπα για λογαριασμό του. Έτσι, κάθε φορά που η πίεση που ασκείται εναντίον του αυξάνεται σε υπερβολικό βαθμό (όπως έγινε πρόσφατα με την παραπομπή του σε δίκη στη Γερουσία με το ερώτημα της καθαίρεσης από το προεδρικό αξίωμα) προσπαθεί με διάφορες κινήσεις εντυπωσιασμού να δείξει στους απανταχού Εβραίους ότι είναι στο πλευρό τους. Στα πλαίσια αυτών των χειρονομιών καλής θέλησης προς το εβραϊκό λόμπι, θα πρέπει να εντάξουμε ενέργειες όπως, για παράδειγμα, η μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, η απόσυρση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η υπογραφή προεδρικής απόφασης που προβλέπει ότι για να προσληφθεί κανείς σε ορισμένους κρατικούς οργανισμούς των ΗΠΑ πρέπει να δεσμεύεται γραπτώς ότι δεν θα μποϊκοτάρει ποτέ προϊόντα του Ισραήλ, και άλλες. Παρά τις χειρονομίες καλής θέλησης ωστόσο του Τραμπ, οι Ισραηλινοί και το εβραϊκό λόμπι της Αμερικής έχουν γίνει έξω φρενών μαζί του και προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον πετάξουν έξω από τον Λευκό Οίκο για να βάλουν στη θέση του ένα ευκολότερα διαχειρίσιμο ανδρείκελο. 

Προσωπικά, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτοί που παρακολουθούσαν στενά τον Ιρανό υποστράτηγο Κασέμ Σουλεϊμανί και ήξεραν όλες τις κινήσεις του ήταν οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι Ισραηλινοί. Μην ξεχνάμε ότι ο συγκεκριμένος Ιρανός αξιωματικός ήταν επικεφαλής της επίλεκτης Δύναμης Κουντς, δηλαδή της Δύναμης Ιερουσαλήμ των Φρουρών της Επανάστασης, που όπως λέει και το όνομά της σκοπό έχει να ελευθερώσει κάποτε την Ιερουσαλήμ (τον τρίτο ιερό τόπο των μουσουλμάνων μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα) από την ισραηλινή κατοχή. Θεωρώ σίγουρο πως οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν αυτές που έδωσαν την ακριβή θέση του Ιρανού αξιωματούχου στους Αμερικανούς ώστε να κάνει άλλος τη βρώμικη δουλειά – ως συνήθως. Η εποχή ωστόσο που ξεκινούσαν μεγάλοι πόλεμοι εξαιτίας μιας δολοφονίας (όπως έγινε το 1914 στην Ευρώπη) έχει περάσει, και δεν νομίζω πως είναι προς το συμφέρον του Ιράν να παρασυρθεί σε μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση που θα αποτελούσε «βούτυρο στο ψωμί» του Ισραήλ. Αντίποινα είναι πιθανό πως θα υπάρξουν, αλλά όχι σε τέτοια κλίμακα που να αναγκάσουν τους Αμερικανούς να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο την ένταση. Συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου που να δείχνει επικείμενη ανάληψη στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής. Όλα τα μέτρα που έχουν λάβει οι Αμερικανοί τις τελευταίες μέρες είναι καθαρά αμυντικά. 

Φυσικά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακόμα με απόλυτη βεβαιότητα αν η δολοφονία του Σουλεϊμανί αποτελεί ένα ακόμη βήμα διολίσθησης των ΗΠΑ προς τον πόλεμο με το Ιράν για χάρη του Ισραήλ. Δεν μπορούμε επίσης να γνωρίζουμε αν ο Τραμπ υπέκυψε τελικά στις αφόρητες πιέσεις του εβραϊκού λόμπι, ή απλώς έκανε άλλη μία κίνηση εκτόνωσης της πίεσης και προσπαθεί να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα. Η αίσθησή μου είναι ότι μάλλον πρόκειται για άλλον έναν ελιγμό διαφυγής του Τραμπ προκειμένου να κοπάσουν λίγο οι επιθέσεις του εβραϊκού λόμπι εναντίον του μέχρι να βγει η (θετική για αυτόν) ετυμηγορία της Γερουσίας στη δίκη του που ξεκινάει σε λίγες μέρες. Η δολοφονία Σουλεϊμανί θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως άλλη μια ύστατη κυνική προσπάθεια του Τραμπ να εξευμενίσει το εβραϊκό λόμπι και να το πείσει να πάψει επιτέλους τον ανελέητο επικοινωνιακό πόλεμο εναντίον του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Δημοκρατικοί που υποτίθεται ότι είναι αυτοί που ενορχηστρώνουν τον πόλεμο κατά του Τραμπ, χαιρέτισαν τη δολοφονία του Σουλεϊμανί και επαίνεσαν τον Τραμπ για την ενέργειά του. Είναι πλέον πασιφανές τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, και ποιος κινεί πραγματικά τα νήματα, εκτός αν κάποιος αρέσκεται να πιστεύει σε παραμύθια ή αδυνατεί να δει τι συμβαίνει γύρω του.

Stirlitz

GEOPOLITICO

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέσπασε τις δημόσιες δεσμεύσεις που επιδίωκε απέναντι στην Άγκυρα, ενώ η Ουάσιγκτον διατήρησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εφημερίδα εστιάζει επίσης στις αμερικανικές εξοπλιστικές συμφωνίες με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τον αιχμηρό χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τη δική της ερμηνεία για τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα παρουσιάζει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet, επιχειρώντας να αποδομήσει την εικόνα ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας που προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση.

Στο δημοσίευμα της 9ης Οκτωβρίου 2026, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι, παρά την υψηλού επιπέδου υποδοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και τη συμβολική σημασία της ομιλίας του στην Πνύκα, η Αθήνα δεν εξασφάλισε σαφή αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις διαφορές με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του τουρκικού Τύπου να αξιολογήσει τις συνέπειες του έκτου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου.

«Διπλωματική απογοήτευση» παρά την υποδοχή Ρούμπιο

Σύμφωνα με την Hürriyet, η Αθήνα επένδυσε σημαντικά στην επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας.

Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προσδοκώντας ότι ο Ρούμπιο θα υιοθετούσε δημόσια πιο συγκεκριμένες θέσεις.

Ωστόσο, κατά την τουρκική ερμηνεία, ο Αμερικανός υπουργός απέφυγε να μετατρέψει την επίσκεψή του σε μια αντιτουρκική διπλωματική παρέμβαση.

Η Hürriyet εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις και με τους δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η απουσία δημόσιας καταδίκης της Άγκυρας δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική πλευρά δεν πέτυχε τους στόχους της επίσκεψης.

F-35: Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η Άγκυρα

Το σημαντικότερο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.

Η Hürriyet αναδεικνύει τις δηλώσεις του Ρούμπιο σχετικά με την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να επιλυθεί το πρόβλημα που εμποδίζει τις παραδόσεις των αεροσκαφών.

Ο Αμερικανός υπουργός, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Τουρκία είχε ήδη καταβάλει χρήματα για ορισμένα από τα μαχητικά, επισημαίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να προχωρήσει η παράδοσή τους, εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό.

Η τουρκική εφημερίδα παρουσιάζει αυτή τη δήλωση ως θετικό μήνυμα προς την Άγκυρα.

Ωστόσο, υπάρχει μια καθοριστική παράμετρος: ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την παράδοση F-35 όσο παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα των ρωσικών συστημάτων S-400.

Όπως καταγράφει και η τουρκική έκδοση της Euronews, ο Αμερικανός υπουργός υπογράμμισε ότι η μεταφορά των αεροσκαφών δεν μπορεί να προχωρήσει πριν εκπληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Συνεπώς, η πραγματική αμερικανική θέση περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στοιχεία: πολιτική πρόθεση αναζήτησης λύσης και διατήρηση των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.

Η Hürriyet επιλέγει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο.

Οι S-400 εξακολουθούν να κρατούν την Τουρκία εκτός προγράμματος

Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία παραμένει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35.

Η Ουάσιγκτον είχε αποκλείσει την Άγκυρα από το πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η λειτουργία των S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.

Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχει μια διευθέτηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία που να επιτρέπει την άρση των περιορισμών.

Οι δηλώσεις Ρούμπιο δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά δεν αποκλείει μια μελλοντική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη προχωρήσει στην απόκτηση 20 F-35 και προγραμματίζει την ένταξή τους στην Πολεμική Αεροπορία τα επόμενα χρόνια.

Η πιθανή μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον περιφερειακό εξοπλιστικό σχεδιασμό. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει απόφαση παράδοσης των αεροσκαφών.

«Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε»

Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η αντιμετώπιση του αμυντικού πακέτου που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.

Η Hürriyet χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε», επιχειρώντας να παρουσιάσει την επίσκεψη Ρούμπιο ως μια επιτυχημένη εμπορική αποστολή για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά με περιορισμένα πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα συμφώνησε σε εξοπλιστικό σχεδιασμό ύψους έως 4 δισ. δολαρίων, ο οποίος περιλαμβάνει την προμήθεια προηγμένων πυρομαχικών και την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16.

Πηγές του ελληνικού υπουργείου Άμυνας ανέφεραν ότι το πακέτο περιλαμβάνει πυραύλους και βόμβες για τα F-16 Viper, τα F-35 και τα ελικόπτερα Black Hawk.

Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται ο σχεδιασμός αναβάθμισης άλλων 37 ελληνικών F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.

Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεών της σε προηγμένα οπλικά συστήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα όπλα που έχει ζητήσει η Αθήνα για τα F-35, τα οποία, σύμφωνα με την Hürriyet, δεν περιλαμβάνονται στο ανακοινωθέν πακέτο.

Ο Ρούμπιο είχε επιβεβαιώσει ότι αιτήματα για ορισμένα προηγμένα όπλα εξακολουθούν να εξετάζονται και ότι οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στην αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό σημαίνει ότι η εκκρεμότητα δεν συνιστά απαραίτητα οριστική απόρριψη των ελληνικών αιτημάτων.

Τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον

Η τουρκική παρουσίαση επικεντρώνεται κυρίως στα F-35 και στις εξοπλιστικές αγορές, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο άλλες πτυχές του Στρατηγικού Διαλόγου.

Κατά την επίσκεψη Ρούμπιο ανακοινώθηκε η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, με νέο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Παράλληλα, συζητήθηκαν η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές διασυνδέσεις και η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.

Ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα ισχυρό και υποδειγματικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις συνυπάρχουν με την αμερικανική επιδίωξη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία.

Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως δύο υποχρεωτικά αλληλοαποκλειόμενες επιλογές.

Το καλώδιο και η αμερικανική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο

Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ερμηνεία της Hürriyet είναι το Great Sea Interconnector.

Ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική στήριξη στις ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη αντιμετώπισης ευαίσθητων ζητημάτων μέσω της διπλωματίας.

Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε διαφορετικά από Αθήνα και Άγκυρα.

Η ελληνική πλευρά την αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση της αμερικανικής υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διακριτική διπλωματία και στην ανάγκη συνεννόησης με τρίτες χώρες.

Ωστόσο, ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε ότι η Τουρκία αποκτά δικαίωμα έγκρισης των εργασιών του καλωδίου, ούτε παρουσίασε συγκεκριμένο μηχανισμό που να επιλύει τα πρακτικά εμπόδια στην επανέναρξη των ερευνών.

Η αμερικανική στήριξη στο έργο παραμένει δεδομένη σε επίπεδο δημόσιας διπλωματικής τοποθέτησης, ενώ η επιχειρησιακή της εφαρμογή εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.

Η γεωπολιτική ανάγνωση της Hürriyet

Το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο μέρος του Τύπου της γειτονικής χώρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Hürriyet προβάλλει τρία βασικά επιχειρήματα: ότι ο Ρούμπιο δεν υιοθέτησε δημόσια τις ελληνικές θέσεις απέναντι στην Άγκυρα, ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής παράδοσης F-35 στην Τουρκία και ότι η Ελλάδα ανέλαβε μεγάλες εξοπλιστικές δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχες πολιτικές εγγυήσεις.

Αυτή είναι η ερμηνεία της τουρκικής εφημερίδας και όχι ένα συμπέρασμα που προκύπτει αυτομάτως από τις επίσημες δηλώσεις.

Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα προβάλλει ως αποτελέσματα της επίσκεψης τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας, τη στήριξη της ενεργειακής της στρατηγικής και την αναγνώριση της γεωπολιτικής της σημασίας από την Ουάσιγκτον.

Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επιμονή της Hürriyet να παρουσιάζει ως τουρκικό διπλωματικό κέρδος τη διατήρηση του ενδεχομένου μελλοντικής επιστροφής στα F-35, παρά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν αρθεί.

Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν έκλεισε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε επέλυσε τις διαφορές Ελλάδας–Τουρκίας. Ανέδειξε, όμως, την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις και με τους δύο συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Η διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ανάγνωσης έγκειται στο ποια στοιχεία της επίσκεψης επιλέγει να αναδείξει κάθε πλευρά.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Νικόδημου Καλλιντέρη

Η Τουρκία, ήδη από το 1986, είχε αναγνωρίσει ρητώς, με δική της κανονιστική πράξη (υπ’ αριθ. 86/11264 της 17ης Δεκεμβρίου 1986), την ελευθερία τρίτων κρατών να ποντίζουν υποβρύχια καλώδια ακόμη και εντός της τουρκικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στη Μαύρη Θάλασσα.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Όπως επεσήμανε χθες (8/10) ο Νομικός και Διεθνολόγος Θεόδωρος Κατσούρφος στη ραδιοφωνική εκπομπή του Λάμπρου Καλαρρύτη, το άρθρο 3 της εν λόγω κανονιστικής πράξης προβλέπει ότι «τα άλλα κράτη μπορούν να απολαύουν της ελευθερίας πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών στην εν λόγω Ζώνη».

Η τουρκική ρύθμιση του 1986 συμβαδίζει, στον βασικό πυρήνα της, με την ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 79 της UNCLOS και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τουρκική θέση ότι κάθε δραστηριότητα πόντισης καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας πρέπει να συντονίζεται προηγουμένως με την Άγκυρα.

Συνεπώς, ακόμη όμως και αν υποθέταμε, για τις ανάγκες του νομικού συλλογισμού, ότι η επίμαχη διαδρομή του GSI διέρχονταν από τουρκική υφαλοκρηπίδα, αυτό δεν θα σήμαινε αυτομάτως ότι η Τουρκία διαθέτει γενικό δικαίωμα απαγόρευσης της πόντισης του καλωδίου.

Η προγενέστερη τουρκική κανονιστική πράξη αποτελεί, επομένως, ένα σημαντικό τεκμήριο κρατικής πρακτικής, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί κατά την εξέταση της διεθνούς νομιμότητας των σημερινών τουρκικών αξιώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Τουρκικός συναγερμός για το καλώδιο! Η Milliyet βλέπει ελληνικό σχέδιο εμπλοκής της Γαλλίας σε κρίση με την Άγκυρα

Σενάρια ελληνικής διπλωματικής παγίδας με στόχο την πρόκληση κρίσης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας προβάλλει ο αρθρογράφος της Milliyet, Οζάι Σεντίρ, με αφορμή την επανεκκίνηση των εργασιών για το Great Sea Interconnector. Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει μια τουρκική στρατιωτική παρέμβαση εναντίον γαλλικών πλοίων, προκειμένου να μεταφέρει την αντιπαράθεση πρώτα στο Παρίσι και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, η Άγκυρα θέτει ζήτημα προηγούμενης διπλωματικής συνεννόησης με τη Γαλλία για τις έρευνες ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου, επιχειρώντας να παρακάμψει την Ελλάδα ως άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια αποκαλυπτική για τον τρόπο σκέψης της τουρκικής πλευράς ανάλυση δημοσιεύει την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 η εφημερίδα Milliyet, με την υπογραφή του γνωστού αρθρογράφου Οζάι Σεντίρ.

Στο άρθρο του, με τίτλο «Η διπλωματία του να χτυπάς τον αμπελουργό αντί να τρως τα σταφύλια» (Bağcıyı dövme, üzüm yeme diplomasisi), ο Σεντίρ περιγράφει μια σύνθετη γεωπολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα, την Άγκυρα και το Παρίσι, με επίκεντρο τις εργασίες πόντισης του υποθαλάσσιου ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι πίσω από τις κινήσεις της Αθήνας βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η αξιοποίηση της γαλλικής εμπλοκής στο Great Sea Interconnector ώστε ενδεχόμενη νέα τουρκική παρέμβαση να μετατραπεί σε κρίση όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με τη Γαλλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Η Ελλάδα θέλει το καλώδιο ή μια κρίση Τουρκίας–Γαλλίας;»

Ο Σεντίρ ξεκινά την ανάλυσή του παρουσιάζοντας τις τρεις πρωτεύουσες ως πρωταγωνιστές μιας μεγάλης παρτίδας διπλωματικού σκακιού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινήσεις γύρω από το καλώδιο δεν περιορίζονται στην ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, αλλά συνδέονται με έναν ευρύτερο σχεδιασμό μεταβολής των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η βασική του υπόθεση είναι ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει την εμπλοκή γαλλικών πλοίων σε περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει θαλάσσιες διεκδικήσεις, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για απευθείας αντιπαράθεση μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.

«Είναι προτεραιότητα για την Ελλάδα η τοποθέτηση καλωδίων ηλεκτρικής ενέργειας ή μήπως η πιθανότητα σοβαρής κρίσης μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας, και στη συνέχεια μεταξύ Βρυξελλών και Άγκυρας;», διερωτάται.

Και συνεχίζει, διατυπώνοντας μια ακόμη πιο χαρακτηριστική εκτίμηση:

«Για την Αθήνα, η ανάπτυξη της Γαλλίας εναντίον της Τουρκίας, μιας χώρας που δεν μπορεί να υπερνικήσει στρατιωτικά ή διπλωματικά, δεν είναι στην πραγματικότητα κακή ιδέα».

Πρόκειται για την πολιτική ερμηνεία του Τούρκου αρθρογράφου και όχι για τεκμηριωμένη αποκάλυψη συγκεκριμένου ελληνικού σχεδίου.

Ωστόσο, η αναφορά αυτή αποτυπώνει την ανησυχία ότι η αυξανόμενη γαλλική συμμετοχή στο έργο περιορίζει τις δυνατότητες της Άγκυρας να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά ως ελληνοτουρκική διαφορά.

Η αφορμή: Ερωτήσεις για τα γαλλικά πλοία και το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφετηρία της συλλογιστικής του Σεντίρ.

Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, Έλληνας δημοσιογράφος τού απηύθυνε σειρά ερωτήσεων σχετικά με τις απαιτήσεις της Τουρκίας για την πόντιση του καλωδίου.

Μία από αυτές αφορούσε το κατά πόσο θα ήταν αρκετή μια απευθείας επικοινωνία των γαλλικών εταιρειών Meridiam και Nexans με την Άγκυρα.

Άλλη ερώτηση αφορούσε το ενδεχόμενο η Τουρκία να στείλει πολεμικά πλοία για να εμποδίσει γαλλικά σκάφη που θα επιχειρούσαν στην περιοχή.

Σύμφωνα με τον Σεντίρ, οι συγκεκριμένες ερωτήσεις τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα ενδέχεται να εξετάζει μια στρατηγική κατά την οποία η Γαλλία θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας μελλοντικής κρίσης.

Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί την τουρκική παροιμία για τον αμπελουργό και τα σταφύλια, υπονοώντας ότι η ελληνική πλευρά ίσως ενδιαφέρεται περισσότερο για την πρόκληση διπλωματικού κόστους στην Τουρκία παρά για την ίδια την ολοκλήρωση του έργου.

Η συλλογιστική αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μετατρέπει μια συζήτηση για την ασφάλεια των εργασιών σε υπόθεση περί ευρύτερων ελληνικών προθέσεων.

Η τουρκική απαίτηση: Πρώτα συνεννόηση Άγκυρας–Παρισιού

Στη συνέχεια, ο Σεντίρ επιχειρεί να παρουσιάσει την τουρκική στάση ως συμβατή με το διεθνές δίκαιο.

Υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται γενικά στην ανάπτυξη υποθαλάσσιων καλωδίων και διεθνών υποδομών επικοινωνίας.

Κατά τον ίδιο, η Άγκυρα ζητεί προηγούμενη διπλωματική επικοινωνία όταν ξένα πλοία προγραμματίζουν έρευνες ή πόντιση καλωδίων σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.

Η τουρκική θέση είναι ότι η σχετική συνεννόηση πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ των κρατών των οποίων τη σημαία φέρουν τα ερευνητικά πλοία.

Στην περίπτωση του Great Sea Interconnector, ο Τούρκος αρθρογράφος επιμένει ότι ο αρμόδιος συνομιλητής της Άγκυρας πρέπει να είναι το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών.

«Τα κράτη συνάπτουν σχέσεις με άλλα κράτη, όχι με εταιρείες», υποστηρίζει.

Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η γαλλική εταιρεία που θα πραγματοποιήσει τις εργασίες οφείλει να απευθυνθεί στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο με τη σειρά του θα επικοινωνήσει με την τουρκική διπλωματία.

Ο Σεντίρ επιχειρεί μάλιστα να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί τις ιδιωτικές εταιρείες κατάλληλους συνομιλητές, επικαλούμενος την υπόθεση της γαλλικής Lafarge και τις παλαιότερες πληρωμές της προς το Ισλαμικό Κράτος στη Συρία.

Το επιχείρημά του είναι ότι οι εμπορικές δραστηριότητες των εταιρειών δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με την εξωτερική πολιτική των κρατών τους.

«Η Ελλάδα δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενη»

Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του άρθρου αφορά την προσπάθεια αποκλεισμού της Αθήνας από το διπλωματικό σκέλος των συνεννοήσεων.

Ο Σεντίρ υποστηρίζει ότι, εφόσον τα πλοία που θα πραγματοποιήσουν τις έρευνες φέρουν γαλλική σημαία, η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.

«Το θέμα αυτό θα συζητηθεί μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού. Η Ελλάδα δεν εμπλέκεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα», αναφέρει.

Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Ο Τούρκος αρθρογράφος αντιμετωπίζει τη σημαία του ερευνητικού πλοίου ως το κριτήριο που καθορίζει ποιο κράτος πρέπει να διαπραγματευτεί με την Τουρκία.

Ωστόσο, το Great Sea Interconnector αποτελεί έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ελλάδας με την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η διαδρομή του περνά από περιοχές όπου η Αθήνα υποστηρίζει ότι ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα.

Η εθνικότητα των εταιρειών και η σημαία των πλοίων δεν αναιρούν αυτομάτως τον ρόλο των παράκτιων κρατών ούτε καθορίζουν από μόνες τους ποιο κράτος έχει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα.

Επομένως, η θέση του Σεντίρ αποτελεί έκφραση της τουρκικής διπλωματικής προσέγγισης και όχι αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα του διεθνούς δικαίου.

Το προηγούμενο Blue-Raman και η Ιταλία

Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ο αρθρογράφος της Milliyet επικαλείται το έργο υποθαλάσσιων οπτικών ινών Blue-Raman.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ιταλία είχε προηγουμένως εξασφαλίσει συνεννόηση με την Τουρκία μέσω διπλωματικών διαύλων, επιτρέποντας την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.

Ο Σεντίρ τοποθετεί το συγκεκριμένο περιστατικό στο 2023, ενώ η αναφορά στο εξεταζόμενο στάδιο του έργου αφορά το 2024.

Πέρα από τη χρονολογική ανακρίβεια, το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι ο αρθρογράφος παρουσιάζει την υπόθεση ως προηγούμενο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του Great Sea Interconnector.

Δεν παραθέτει, όμως, επίσημα διπλωματικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ακριβή φύση της συνεννόησης Ιταλίας–Τουρκίας ή ότι είχε ζητηθεί και δοθεί άδεια για δραστηριότητες σε αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή.

Η διάκριση μεταξύ ενημέρωσης, τεχνικού συντονισμού και προηγούμενης έγκρισης είναι κρίσιμη, επειδή κάθε διαδικασία δημιουργεί διαφορετικές νομικές και πολιτικές συνέπειες.

Η πραγματική διαφορά: Ενημέρωση ή τουρκική άδεια;

Το βασικό σημείο αντιπαράθεσης αφορά την ερμηνεία του δικαιώματος πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων σε περιοχές εκτός των χωρικών υδάτων.

Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση των υποθαλάσσιων καλωδίων πραγματοποιείται σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν απαιτεί προηγούμενη τουρκική έγκριση για τις περιοχές στις οποίες η Άγκυρα προβάλλει μη αναγνωριζόμενες από την Αθήνα διεκδικήσεις.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, επιχειρεί να συνδέσει τις εργασίες με προηγούμενη διακρατική συνεννόηση.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της διάκρισης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο ανάμεσα στο δικαίωμα πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων και στις επιμέρους δραστηριότητες έρευνας, οι οποίες μπορεί να υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και τη θαλάσσια περιοχή.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει, στο άρθρο 79, το δικαίωμα όλων των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Δεν θεσπίζει γενικό δικαίωμα του παράκτιου κράτους να απαγορεύει την πόντιση κάθε καλωδίου που διέρχεται από την υφαλοκρηπίδα του.

Από την άλλη πλευρά, οι ειδικές τεχνικές και ερευνητικές δραστηριότητες πρέπει να εξετάζονται με βάση το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες.

Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις.

Η Γαλλία μπαίνει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης

Το δημοσίευμα της Milliyet έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Παρίσι αποκτά αυξημένο ρόλο στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector.

Η συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam, σε συνδυασμό με τον τεχνικό ρόλο της Nexans, προσδίδει στο έργο σημαντικό γαλλικό οικονομικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν είχαν συζητήσει τα επόμενα βήματα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Καθημερινής, οι δύο πλευρές επεξεργάζονται τρόπους επανεκκίνησης των εργασιών, ενώ η 26η Οκτωβρίου έχει αναφερθεί ως πιθανή ημερομηνία έναρξης νέων ερευνών ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου.

Η ημερομηνία αυτή αποτελεί στόχο σχεδιασμού και όχι οριστικά επιβεβαιωμένη ημερομηνία πραγματοποίησης των εργασιών.

Το γεγονός ότι γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα αποκτούν κεντρικό ρόλο στο έργο μεταβάλλει τη διπλωματική διάσταση μιας πιθανής τουρκικής παρέμβασης.

Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η παρεμπόδιση γαλλικού πλοίου θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από το Παρίσι, ακόμη και εάν η διαφορά αφορά πρωτίστως τις ελληνοτουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις.

Αυτό ακριβώς είναι το ενδεχόμενο που ο Σεντίρ παρουσιάζει ως πιθανό ελληνικό σχεδιασμό.

Αιχμές για τις ελληνικές διαπραγματεύσεις με Αίγυπτο, Λιβύη και Αλβανία

Στο τελευταίο μέρος του άρθρου του, ο Τούρκος δημοσιογράφος στρέφει τα πυρά του στην ελληνική διπλωματία.

Υποστηρίζει ότι η Άγκυρα παραμένει ανοικτή στον διάλογο με την Αθήνα για όλα τα διμερή ζητήματα.

Κατηγορεί, ωστόσο, την ελληνική πλευρά ότι επιδιώκει διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλβανία, αποφεύγοντας αντίστοιχες συνομιλίες με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση παραβλέπει ότι Ελλάδα και Τουρκία διατηρούν διαφορετικές θέσεις για το αντικείμενο των διμερών διαφορών.

Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά προς διευθέτηση την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ενώ η τουρκική πλευρά θέτει ένα ευρύτερο σύνολο ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων διεκδικήσεων που η Ελλάδα απορρίπτει.

Η διαφωνία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο στην πρόοδο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων.

Το γεωπολιτικό μήνυμα της Milliyet

Η ανάλυση του Οζάι Σεντίρ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει πώς ένα τμήμα του τουρκικού δημόσιου διαλόγου αντιλαμβάνεται τη νέα γαλλική εμπλοκή στο Great Sea Interconnector.

Στην πραγματικότητα, το άρθρο κινείται σε δύο παράλληλους άξονες.

Ο πρώτος είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Τουρκία ως χώρα που δεν αντιτίθεται στην ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, αλλά ζητεί διπλωματική συνεννόηση για την ασφάλεια των εργασιών.

Ο δεύτερος είναι η απόδοση στην Ελλάδα ενός υποτιθέμενου σχεδίου διεθνοποίησης της κρίσης, με στόχο να βρεθεί η Άγκυρα αντιμέτωπη με το Παρίσι και τις Βρυξέλλες.

Η τουρκική συλλογιστική αναδεικνύει τον φόβο ότι μια επόμενη κρίση στην περιοχή της Κάσου δεν θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες.

Αυτή τη φορά, η παρουσία γαλλικών πλοίων και γαλλικών επενδυτικών συμφερόντων θα μπορούσε να διευρύνει τον αριθμό των άμεσα ενδιαφερόμενων κρατών.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Τουρκία θα επιχειρήσει να παρέμβει στις έρευνες, αλλά και πώς θα αντιδράσει η Γαλλία σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η Αθήνα επιμένει ότι το έργο πρέπει να υλοποιηθεί χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να κατοχυρώσει ρόλο στις διαδικασίες που προηγούνται των εργασιών.

Το επόμενο κεφάλαιο της αντιπαράθεσης θα κριθεί στην πράξη, όταν επιχειρηθεί η επανέναρξη των ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO29 λεπτά πριν

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο...

GEOPOLITICO59 λεπτά πριν

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν

Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Τουρκικός συναγερμός για το καλώδιο! Η Milliyet βλέπει ελληνικό σχέδιο εμπλοκής της Γαλλίας σε κρίση με την Άγκυρα

Σενάρια ελληνικής διπλωματικής παγίδας με στόχο την πρόκληση κρίσης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας προβάλλει ο αρθρογράφος της Milliyet, Οζάι Σεντίρ,...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Μαυρίδης: Ο Ερντογάν προστάτης των φονιάδων «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων»

«Γνωρίζουμε ποιος στηρίζει και προωθεί τη Χαμάς και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα», ανέφερε με νόημα στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου ο Κύπριος...

Δημοφιλή