Ιστορία - Πολιτισμός
Από την Ορθοδοξία στο Σουφισμό: ο εξισλαμισμός της Μικράς Ασίας
Η Βυζαντινή Μικρά Ασία
Γεωγραφία
Η Μικρά Ασία υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους τόπους ανάπτυξης του ανθρωπίνου πολιτισμού ήδη από την αρχαιότητα. Η χερσόνησος αυτή έχει επιπλέον υψηλή στρατηγική σημασία, όμως πέρασμα από την Ευρώπη προς την Ασία (και αντιστρόφως) και έδρα ελέγχου του Ευξείνου Πόντου και της Ανατολικής Μεσογείου θάλασσας. Περιβρέχεται από τρεις πλευρές με θάλασσα (Εύξεινος Πόντος, Αιγαίο πέλαγος, Παμφύλιο και Κιλίκιο πελάγη) και χωρίζεται από τη λοιπή Ασία με την οροσειρά του Ταύρου και τα μεγάλα όρη της Αρμενίας, της Καρδουχίας (Κουρδιστάν) και της Υπερκαυκασίας.
Η Μικρά Ασία υπήρξε πολυάνθρωπη, με δεκάδες διαφορετικούς λαούς να κατοικούν σε αυτή και πολλούς ακόμη να έρχονται να την αποικήσουν ή να την κατακτήσουν. Υπήρξε το λίκνο πολλών πολιτισμών (Χετταίοι, Λυδοί, Φρύγες, Τρώες) και πεδίο δράσης λαμπρό για άλλους, εξωτερικούς αυτής. Από τους χαρακτηριστικότερους της τελευταίας κατηγορίας ήταν ο ελληνικός. Από νωρίς οι Έλληνες διέσχισαν το Αιγαίο και ίδρυσαν πόλεις στις δυτικές ακτές, και αργότερα και στις βόρειες και νότιες, με αποτέλεσμα τα παράλια να καταστούν ελληνικές χώρες. Μετά τις αλεξανδρινές κατακτήσεις και την παγίωση των ελληνιστικών βασιλείων ο Ελληνισμός εισχώρησε σε όλη τη Μικρά Ασία, αφομοιώνοντας πολλούς λαούς. Η εξελληνιστική διαδικασία συνεχίστηκε απρόσκοπτα τη ρωμαϊκή εποχή. Η Μικρά Ασία υπήρξε, τέλος, ο κορμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Από την αλεξανδρινή κατάκτηση (4ος αιώνας π.Χ.) μέχρι την έλευση των Τούρκων (11ος αιώνας μ.Χ.) μπορεί κανείς να χωρίσει τη Μικρά Ασία σε δύο πολιτιστικούς χώρους: ο πρώτος αποτελείται από τη δυτική ενδοχώρα μέχρι την Αλμυρά Έρημο και τα παράλια. Ο δεύτερος, από την κεντρική και ανατολική ενδοχώρα. Ειδοποιός διαφορά των δύο αυτών περιοχών είναι η επίδραση του Ελληνισμού. Στον πρώτο συναντούσε κανείς πολυαρίθμους εθνικά ελληνικούς ή ελληνοφώνους πληθυσμούς και τον ελληνορωμαϊκό (ευρωπαϊκό) τρόπο ζωής και κοινωνικής οργάνωσης. Στο δεύτερο αντίθετα οι ελληνικές εγκαταστάσεις και μεταναστεύσεις υπήρξαν σπάνιες και ο χαρακτήρας ήταν βαθιά ασιατικός. Ο ελληνικός πολιτισμός, η γλώσσα και ο τρόπος ζωής είχαν μικρή επίδραση. Στον πρώτο χώρο η οικονομία ήταν εν πολλοίς αστική, με κινητήρια δύναμη το εμπόριο και την ναυτιλία, ενώ στο εσωτερικό κυριαρχούσε η γεωργία.
Γενικά, η κεντρική και ανατολική Μικρά Ασία περιελάμβαναν τις αρχαίες χώρες της Γαλατίας, Μεγάλης Φρυγίας, Λυκαονίας, Καππαδοκίας (Μεγάλης και Ποντικής) και Μικρής Αρμενίας, που αντιστοιχούσαν στα βυζαντινά θέματα Ανατολικών, Βουκελλαρίων, Καππαδοκίας, Χαρσιανού, Κολωνείας, Λυκανδού, Σεβαστείας και Μεσοποταμίας.
Θρησκεία
Ο χριστιανισμός και ιδίως η Ορθοδοξία διαμορφώθηκε δογματικά και θεολογικά μέσα στο πλαίσιο της ελληνιστικής Ανατολής. Τα πρώτα και μεγαλύτερα κέντρα του δημιουργήθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία , ενώ Έλληνες Πατέρες επεξεργάστηκαν το περιεχόμενο της νέας θρησκείας σε συνδυασμό με την αρχαία φιλοσοφία. Παρότι αρκετοί από αυτούς τους ιεράρχες είτε προήλθαν είτε έδρασαν στην εσωτερική Μικρά Ασία, το πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής δεν ευνόησε την εξάπλωση του ελληνοπρεπούς χριστιανισμού. Η ελλιπώς εξελληνισμένη Εγγύς Ανατολή έγινε μήτρα αιρέσεων, και η μικρασιατική ενδοχώρα αποτέλεσε εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος για τέτοια φαινόμενα. Εκεί, στα όρια με τον περσικό και τον αραβικό-ισλαμικό κόσμο, από τις ασιατικές αντιλήψεις ξεπήδησαν τα δόγματα των Μαρκιωνιστών, των Καθαρών και άλλων μανιχαϊστικών, γνωστικών ομάδων, όπως και των Αρμενίων Μονοφυσιτών. Ήταν η ανατολική Μικρά Ασία που αγκάλιασε την Εικονομαχία. Εκεί άνθισε το εχθρικό, αιρετικό κράτος των Παυλικιανών τον 9ο αιώνα.
Παρά την κρατική αντίδραση, οι αιρέσεις άντεξαν. Η ανατολική Μικρά Ασία, λόγω της διαρκούς όσμωσης με τους ασιατικούς πολιτισμούς και ιδίως τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ, ανέπτυξε μία ξεχωριστή θρησκευτική συνείδηση. Όταν λοιπόν οι στρατιές των Σελτζούκων εισήγαγαν εκεί το Κοράνι, το έδαφος ήταν πρόσφορο για να γεννηθούν νέες, ιδιαίτερες, καινοφανείς θεάσεις του Ισλάμ.

Η έλευση του Ισλάμ και οι Αδελφότητες
Η τουρκομουσουλμανική κατάκτηση της Μικράς Ασίας ήταν μία αργή και επίπονη διαδικασία, ένεκα της βυζαντινής αντίστασης. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι κατ’ αρχάς εδραιώθηκαν στο εσωτερικό χώρο. Εκεί, οι προϋπάρχουσες πολιτιστικές ιδιομορφίες αναμείχθηκαν με το Ισλάμ και μέσω των προσηλυτισμών και του συγκρητισμού γεννήθηκαν νέα δόγματα και άνθισαν νέοι θεσμοί: οι μουσουλμανικές αδελφότητες.
Η κατάκτηση των Σελτζούκων
Η πορεία των Σελτζούκων Τούρκων είναι γνωστή. Ορμώμενοι από την κεντρική Ασία, κινήθηκαν προς τη Δύση μέσω Ιράν και Μικράς Ασίας. Υπέταξαν το παρηκμασμένο Χαλιφάτο και δημιούργησαν μία κραταιά μουσουλμανική αυτοκρατορία. Από το 1040 και ύστερα άρχισαν να περικόπτουν βυζαντινά εδάφη και να κάνουν καταστροφικές επιδρομές. Η βυζαντινή αντίδραση υπήρξε αποτυχημένη: το 1071 ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ υπέστη τραγική συντριβή στο Μαντζικέρτ. Τα επόμενα 10 χρόνια, σχεδόν ανεμπόδιστα οι Σελτζούκοι κυρίευσαν τη Μικρά Ασία, σπέρνοντας την καταστροφή. Στη Νίκαια ίδρυσαν το Σουλτανάτου του Ρουμ (της Ρωμανίας-Βυζαντίου), απειλώντας την αυτοκρατορία με αφανισμό. Το 1081 ανήλθε στο βυζαντινό θρόνο η δυναστεία των Κομνηνών, που ξεκίνησε την αντεπίθεση καρπός της οποίας ήταν η ανάκτηση της δυτικής και παράκτιας Μικράς Ασίας. Οι Τούρκοι όμως (Σελτζούκοι, Δανισμενδίδες, Τουρκομάνοι) εδραιώθηκαν αμετακίνητοι στο εσωτερικό. Μετά τη βυζαντινή ήττα στο Μυριοκέφαλο (1176) η τουρκική προέλαση άρχισε ξανά. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1204 από τους Σταυροφόρους, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας επωμίστηκε τη βυζαντινή άμυνα με επιτυχία. Η ανάκτηση όμως της Πόλης το 1261 μετέφερε το κέντρο ενδιαφέροντος στην Ευρώπη, η Μικρά Ασία παραμελήθηκε και σύντομα οι Τούρκοι έφθασαν στο Αιγαίο και την Προποντίδα. «Η πάσα Ανατολή» αιχμαλωτίστηκε.
Το νέο καθεστώς και οι εξισλαμισμοί
Η έλευση των Σελτζούκων έφερε τρόμο, εξανδραποδισμό και θάνατο. Μετά τη σταθεροποίηση όμως της νέας εξουσίας και της επιβολής της τάξης, φάνηκε ότι οι Τούρκοι είχαν διάθεση για ειρηνική διακυβέρνηση. Αντίθετα με τους Βυζαντινούς, οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν δογματικά θέματα, κάτι που εξίσωσε τους ελληνορθοδόξους με τους αποκλίνοντες. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η καταβολή του κεφαλικού φόρου, ο οποίος ήταν ελαφρύτερος από τη βυζαντινή φορολογία. Η ήπια οικονομική πολιτική και η θρησκευτική ευελιξία βοήθησε στον προσεταιρισμό μέρους του πληθυσμού και στην ανοχή των υπολοίπων. Υπονόμευσε δε τη βυζαντινή κυριαρχία, αφού οι χωρικοί συχνά προτιμούσαν τον ελαφρύτερο τουρκικό έλεγχο.
Όπως κάθε χώρα που βρέθηκε υπό το ξίφος και το σκήπτρο του Ισλάμ, έτσι και η Μικρά Ασία άρχισε να εξισλαμίζεται. Αυτό έγινε με διαφόρους τρόπους. Διαρκώς τουρκομανικές φυλές έρχονταν από την ανατολή και εγκαθίσταντο στη γη που παλαιά κατοικούσαν εξολοθρευμένοι ή εκδιωγμένοι χριστιανοί. Ο κυριότερος όμως παράγων ήταν οι προσηλυτισμοί των εντοπίων. Οι προύχοντες αλλαξοπιστούσαν για να κερδίσουν την εύνοια των νέων κυβερνητών, οι δε πτωχοί για να απαλλαγούν από τον κεφαλικό φόρο και να πάψουν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Όταν γίνονταν μικτοί γάμοι, τα παιδιά γίνονταν συνήθως μουσουλμάνοι. Συχνά πυκνά, ανάλογα με την ηγεμόνα, γίνονταν και βίαιοι εξισλαμισμοί, και έτσι πολλοί χριστιανοί υπέκυπταν για να μη χάσουν τη ζωή τους. Έτσι, με την πάροδο των αιώνων, η πλειονότητα του μικρασιατικού πληθυσμού απέβαλε τη χριστιανική πίστη για τη μουσουλμανική.
Οι μουσουλμανικές αδελφότητες και ο σουφισμός
Για τη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης των ανθρώπων, ο τρόπος λατρείας έχει πολύ σημαντική θέση, μαζί με τις βασικές αρχές και τα δόγματα της πίστης. Το αν η λατρεία είναι λιτή ή μεγαλοπρεπής, συμμετοχική ή απόμακρη, μυστηριακή ή πραγματιστική, έχει μεγάλη επίδραση στο αν θα ταυτιστεί ο πιστός.
Στο «ορθόδοξο» σουνιτικό Ισλάμ, η λατρεία είναι εξαιρετικά απλή. Δεν υπάρχουν μυστήρια ούτε θεσμοί θεοφόρου ιεροσύνης ή αγιότητας. Οι ακολουθίες στο τέμενος είναι τελετές προσευχής, όπου ο πιστός παθητικά προσκυνά στο άκουσμα του ιμάμη. Ένα τέτοιο περιβάλλον όμως φάνηκε πολύ φτωχό για πολλούς κατοίκους της Μικράς Ασίας, οι οποίοι είχαν συνηθίσει στη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια των χριστιανικών ακολουθιών, τη μελωδία των ψαλμών και τη ζέση του κηρύγματος, ενώ απέδιδαν μεγάλη τιμή στους αγίους, τους υπεράνθρωπα εγκρατείς ασκητές και τους αγγέλους, των οποίων τη μεσιτεία και βοήθεια ζητούσαν σε κάθε δύσκολη στιγμή.
Εκεί είναι που ήλθαν οι αδελφότητες (τουρκιστί tarikat), ομάδες πιστών, συσπειρωμένες γύρω από έναν «άγιο» διδάσκαλο (σεΐχης, δερβίσης κ.α.). Είχαν τελετές ζωηρές, με μουσική, χορό και τραγούδι. Η θρησκευτική εμπειρία ήταν βιωματική, οι διδάσκαλοι προσιτοί οδηγοί, κομμάτι του λαού. Κάθε αδελφότητα είχε διαφορετική φιλοσοφία και πίστη, όμως στην περίπτωση μας γενικά αντλούσαν τις βάσεις τους από το σουφισμό. Ο σουφισμός (στα περσικά tasawwuf, η διαδικασία να γίνει κανείς σοφός) ήταν ένα φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα το οποίο πίστευε ότι η απόλυτη αλήθεια του Θεού προσεγγίζεται από όλες τις μεταφυσικές παραδόσεις. Έτσι, επί της ισλαμικής βάσης αναμείχθηκαν ελληνιστικά, χριστιανικά και αρχαία ανατολικά στοιχεία, αντιλήψεις και διδάγματα. Στην περίπτωση της Μικράς Ασίας, σε αυτά προστέθηκαν και η αρχαία τουρκική ειδωλολατρία και η κουρδική αγγελολατρεία. Συχνά οι αδελφότητας αυτές δέχονταν σιτικά δόγματα, περί της νομιμότητας του γαμπρού του Μωάμεθ, Αλί, και όχι των σουνιτών χαλιφών στην ηγεσία του Ισλάμ (εξ ου και οι όροι Αλεβίτες και Αλαουίτες). Τέλος, στους πληθυσμούς οι οποίοι ήταν χριστιανικοί πριν τον εξισλαμισμό τους, διατηρήθηκε η απόδοση τιμής στους αγίους (Παναγία, Άγιος Γεώργιος κ.α.), που μέχρι σήμερα έχει εξέχουσα θέση στο λαϊκό Ισλάμ της Τουρκίας. Οι σούφι, υπό την καθοδήγηση ενός διδασκάλου οδηγούνται στην ενδοσκόπηση και στην άσκηση σκοπεύοντας στην αποβολή του εγωισμού, την κάθαρση και την ένωση με την αλήθεια και το θείο έρωτα. Εξαιρετικές είναι οι ομοιότητες με τον ορθόδοξο μοναχισμό-ασκητισμό. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, η αμεσότητα, η δογματική ελαστικότητα και ο συγκρητισμός, έκαναν τις αδελφότητες αγαπητές στις λαϊκές, αγροτικές μάζες της μικρασιατικής υπαίθρου, ιδίως στην ανατολή. Οι αδελφότητες βοήθησαν εξαιρετικά στο να επιταχυνθεί ο εξισλαμισμός των χριστιανικών λαών της περιοχής.
Οι αδελφότητες των Μεβλεβήδων και των Μπαμπάδων Δερβίσηδων
Η ύστερη μεσαιωνική Μικρά Ασία έγινε γενέτειρα πολλών σημαντικών αδελφοτήτων-«μοναστικών» ταγμάτων. Κορυφαίος σούφι υπήρξε ο Τζελαλεντίν Ρούμι, που έφθασε στο Ικόνιο στις αρχές του 14ου αιώνα από την κεντρική Ασία. Υπήρξε πολυγραφότατος, πολύγλωσσος και ελληνιστής, μέχρι σήμερα δεν αναγνωρίζεται από ακαδημαϊκούς και φιλολόγους ως ένας από τους καλύτερους ποιητές του ισλαμικού Μεσαίωνα, ακόμη και όλων των εποχών. Οι μαθητές του τον αποκαλούσαν mevlana, δάσκαλο. Έτσι, ο κύκλος των μαθητών που εξελίχθηκε σε αδελφότητα ονομάστηκαν Μεβλεβήδες δερβίσηδες, που είναι μέχρι σήμερα ονομαστοί για τον περιστρεφόμενο χορό τους, μέσω του οποίου προσδοκούν να φθάσουν σε έκσταση και δι’ αυτής σε θέωση. Η τελετή αυτή μαρτυρεί επιδράσεις προχριστιανικές και δη αρχαιοελληνικές, διονυσιακών χορών οι οποίοι κατά πως μαρτυρείται μέχρι και το Μεσαίωνα επιβίωναν στη μικρασιατική ύπαιθρο, προς μεγάλη δυσφορία της Εκκλησίας. Οι Μεβλεβήδες είχαν υψηλή απήχηση στα αστικά στρώματα και τους μορφωμένους. Ο συνδυασμός της ανθρωπιστικής τους φιλοσοφίας μαζί με τις εξαιρετικές ικανότητες του Ρούμι εξηγούν εύκολα την εξέλιξη αυτή.
Λόγω της ανθρωπιστικής, αντιαυταρχικής και κοινωνικά ευαίσθητης διδασκαλίας τους, οι δερβίσηδες ήταν βασικό στήριγμα του πτωχού και καταπιεσμένου λαού, ενάντια στον κατεστημένο σουνιτικό κλήρο (ουλεμάδες) και τους φεουδάρχες. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια, καθ’ όλη την τουρκική ιστορία, οι αδελφότητες είτε οργάνωσαν είτε υποστήριξαν λαϊκές επαναστάσεις. Μία από τις πρώτες ήταν αυτή του διδασκάλου Μπαμπά Ισαάκ, ο οποίος το 1239-1240 ξεσήκωσε την Καππαδοκία ενάντια στο σουλτανάτο των Σελτζούκων Τούρκων. Οι τουρκομανικές φυλές που τον ακολούθησαν ηττήθηκαν από Φράγκους μισθοφόρους μετά από σκληρό και αιματηρό πόλεμο, όμως η εξάντληση σε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό που προξένησαν στους Σελτζούκους συνέβαλε στην ήττα των τελευταίων όταν προσπάθησαν να αποκρούσουν την εισβολή των Μογγόλων (1243). Μετά το 1243 το σουλτανάτο άρχισε να διαλύεται, και οι ανήσυχοι και ετερόδοξοι Τουρκομάνοι θα παρέμεναν αγκάθι στα πλευρά της κεντρικής εξουσίας.
Η αδελφότητα των Μπεκτασήδων Δερβίσηδων
Πολλές ήταν οι μουσουλμανικές αδελφότητες της Μικράς Ασίας. Οι πολιτικά δραστήριοι Αχήδες, οι κοινωνικά ανήσυχοι και φιλοτάραχοι Μπαμπάδες Τουρκομάνοι που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι ωρυόμενοι Ρουφάι, οι γυμνοί και περιφερόμενοι Καλαντάρι και οι αυτοεξευτελιζόμενοι Μαλαμάτι (που θυμίζουν τους καθ’ ημάς «δια Χριστόν σαλούς») ήταν μερικές μόνο από αυτές. Η κυριότερη όμως, της οποίας το όνομα κατέληξε να θεωρείται συνώνυμο του όλου Αλεβισμού, ήταν οι Μπεκτασήδες δερβίσηδες. Το όνομα τους πήραν από τον Πέρση σούφι Χατζή Μπεκτάς Βελή (1209-1271). Στην πνευματικότητα των tarikat τον εισήγαγε ο Μπαμπά Ισαάκ στου οποίου το τάγμα ανήκε αρχικά. Η διδασκαλία του Μπεκτάς ήταν τυπική για αδελφότητα σούφι: κήρυττε την αγάπη, την αποβολή της ιδιοτελείας και των ελαττωμάτων χάριν της θέωσης, και τον πανθεϊσμό. Οι Μπεκτασήδες ανέπτυξαν μεγάλο και πολυσχιδές φιλανθρωπικό έργο προς όλους όσους είχαν ανάγκη, ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή καταγωγής. Γρήγορα η αδελφότητα έγινε η πιο λαοφιλής στον τουρκικό κόσμο. Το μήνυμα και το έργο της άγγιζε ιδιαίτερα τους ταπεινούς, τους απλοϊκά αλλά βαθιά θρησκευομένους αγρότες και ανθρώπους της υπαίθρου. Ο Μπεκτάς είχε άψογες σχέσεις με το χριστιανικό κλήρο, ενώ στα μοναστήρια των δερβίσηδων (τεκέδες) γίνονταν δεκτοί και χριστιανοί. Να σημειωθεί πως τον ίδιο αιώνα έζησε και έδρασε ο περίφημος για την ευστροφία και το χιούμορ του Νασρεντίν Χότζας, ο Αίσωπος των μουσουλμάνων.
Επίλογος
Η δράση των μουσουλμανικών αδελφοτήτων στη Μικρά Ασία υπήρξε καταλυτική για τον τελικό εξισλαμισμό της πλειοψηφίας των κατοίκων της, που οδήγησε στην κατάρρευση της χριστιανικής βυζαντινής κοινωνικής πραγματικότητας και την ανάδυση μίας νέας τουρκομουσουλμανικής. Με την πλουραλιστική, ανεκτική και κοινωνική ευαίσθητη διδασκαλία τους οι δερβίσηδες προσεταιρίστηκαν σημαντικά λαϊκά στρώματα, τόσο αστικά (Μεβλεβήδες) όσο και αγροτικά (Μπεκτασήδες). Οι διδασκαλίες όμως του Αλεβισμού-Μπεκτασισμού δεν ήταν συμβατές με το «ορθόδοξο» σουνιτικό Ισλάμ, το πλειοψηφικό και κατεστημένο δόγμα. Αυτό θα μπορούσε να δράσει (και εν μέρει έδρασε) αποσταθεροποιητικό για την κυριαρχία μιας νέας δυναστείας φανατικά σουνιτών με κοσμοκρατορικές ορέξεις. Η δυναστεία αυτή ήταν οι Οθωμανοί Τούρκοι.
Μάριος Νοβακόπουλος, φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
GEOPOLITICO
Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς
Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.
Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.
Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη
Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.
Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.
Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό
Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.
Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.
Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.
Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.
Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.
Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.
Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.
Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.
Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.
Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.
Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή
Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.
Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.
Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης
Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.
Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.
Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.
Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;
Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.
Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση
Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.
Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.
Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
