Ιστορία - Πολιτισμός
«Ρουμ Μιλέτ»: Σύντομη αναφορά στην ιστορία των Ορθοδόξων κοινοτήτων υπό την Οθωμανική κυριαρχία (1453-1821)
Κείμενο: Steven Runciman*
Η απώλεια της ελευθερίας είναι η σκληρότερη μοίρα για ένα λαό. Για τους Έλληνες, η ‘Aλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ήταν μια τραγωδία χωρίς προηγούμενο, που σημάδεψε το τέλος του Βυζαντίου, της χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής, και την αρχή της σκλαβιάς. Όπως αποδεικνύει εκ των υστέρων η ιστορία, το Βυζάντιο ήταν καταδικασμένο, βαρύτατα άρρωστο για να μπορέσει να αναρρώσει. Ακόμη και αν οι ηρωικοί υπερασπιστές της πόλης είχαν κατορθώσει το 1453 να αναγκάσουν τους Τούρκους να άρουν την πολιορκία, θα επιτύγχαναν μόνο μια μικρή ανάπαυλα. Οι Τούρκοι σύντομα θα επιχειρούσαν μια ακόμη έφοδο. ‘Aραγε η χαριστική βολή την οποία κατέφεραν εναντίον του Βυζαντίου αποτελούσε όντως μια τόσο μεγάλη καταστροφή; Ο ελληνικός κόσμος ήταν ήδη διασπασμένος· και οι Έλληνες που ζούσαν υπό ξένη κυριαρχία, τουρκική η ιταλική, ήταν περισσότεροι από αυτούς που ζούσαν ελεύθεροι. Μήπως ήταν καλύτερα να υποταχθούν σε μια δύναμη που θα τους επανένωνε, ακόμη και υπό συνθήκες σκλαβιάς; Ποια ήταν η εναλλακτική λύση;
Υπήρχαν κάποιοι στο Βυζάντιο που έλπιζαν ότι οι Δυτικές Δυνάμεις θα μπορούσαν να επέμβουν για να σώσουν τη χριστιανική Αυτοκρατορία. Οι Δυτικοί όμως θα ήθελαν να συνεργαστούν; Και αν ναι, θα ήταν αποτελεσματικοί; Οι ονομαζόμενες Σταυροφορίες της Νικοπόλεως και της Βάρνας είχαν καταδείξει ότι τα στρατεύματα τους δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τον ικανότατο και εκσυγχρονισμένο τουρκικό στρατό. Επιπλέον, η δυτική βοήθεια θα ερχόταν μόνο αν η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης υποτασσόταν στην εξουσία της Εκκλησίας της Ρώμης. Μερικοί αξιωματούχοι θεωρούσαν ότι άξιζε να πληρωθεί ένα τέτοιο τίμημα· και αρκετοί διανοούμενοι πίστευαν ότι ο βυζαντινός πολιτισμός θα έπρεπε να συγχωνευθεί με τον δυτικό. Αλλά ο μέσος Βυζαντινός, με ζωντανές τις αναμνήσεις του 1204, δεν θα ανεχόταν ποτέ κάτι τέτοιο.
Αν το Βυζάντιο έμελλε να χαθεί, ας χανόταν με την Ορθοδοξία του αλώβητη (1). Πολλοί είχαν συνειδητοποιήσει ότι η Αυτοκρατορία τους ήταν καταδικασμένη, αλλά, θεοσεβούμενοι καθώς ήταν, αντιμετώπιζαν αυτή την προοπτική ως τιμωρία για τα αμαρτήματα και τις αποστασίες τους. Επιπλέον, ήταν ένας αιώνας χιλιαστικών ιδεών. Η επερχόμενη καταστροφή ήταν η αρχή της βασιλείας του Αντίχριστου, που την ακολουθούσε ο Αρμαγεδών και το τέλος του κόσμου. Αυτό το τελευταίο γεγονός, κατά γενική πεποίθηση, θα συνέβαινε επτά χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία του, την οποία οι σ οφοί τοποθετούσαν στο 5508 π.Χ. Ίσως είχαν δίκιο. Η απλή αριθμητική δείχνει ότι σύμφωνα μ’ αυτούς τους υπολογισμούς ο κόσμος τελείωνε το 1492, τη χρονιά που ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική (2). Υπήρχαν ελάχιστοι Βυζαντινοί, όπως ο ιστορικός Κριτόβουλος, που πίστευαν ότι η μόνη λύση για τον ελληνικό λαό ήταν να αποδεχθεί την εξουσία του Σουλτάνου (3).

Ωστόσο, την κρίσιμη στιγμή οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης, ό,τι και να σκεφτόταν ο καθένας τους, ενώθηκαν σαν ένας άνθρωπος σε μια γενναία, απελπισμένη προσπάθεια να διαφυλάξουν την ελευθερία τους. Πολέμησαν μάταια. Περί τα τέλη Μαΐου του 1453 η πόλη βρισκόταν στα χέρια του κατακτητή σουλτάνου, του Μεχμέτ Β’. Ο Μεχμέτ Β’ ήταν ένας αξιόλογος νέος άνδρας- πολύ ικανός, διορατικός για την ηλικία του, μυστικοπαθής και πονηρός· στηριζόταν στις δικές του δυνάμεις, δεν εμπιστευόταν κανέναν και ήταν ανελέητος όταν το αποφάσιζε.
Ταυτόχρονα όμως εκτιμούσε την πνευματική καλλιέργεια, αγαπούσε τη φιλοσοφία και τις τέχνες και ενδιαφερόταν πραγματικά για τη γενική ευημερία των υπηκόων του. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας άγριος ανατολίτης τύραννος, άλλα μάλλον να συγκρίνεται με τους Ιταλούς πρίγκιπες της εποχής του ή με μονάρχες όπως ο Ερρίκος Η’ της Αγγλίας. Δεν έτρεφε εχθρικά αισθήματα προς τους Έλληνες. Είχε μεγαλώσει σε μια περίοδο κατά την οποία η Κωνσταντινούπολη, αν και παρακμασμένη πολιτικά, παρέμενε ακόμη ένα αναγνωρισμένο πολιτιστικό κέντρο. Είναι μάλλον βέβαιο ότι μιλούσε και διάβαζε ελληνικά· και η ελληνική φιλοσοφία τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Κατακτώντας τη Βασιλεύουσα, άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως διάδοχο των αυτοκρατόρων. Εξουδετέρωσε, βέβαια, χωρίς οίκτο κάθε εξέχοντα λαϊκό, αλλά εφεξής ήταν έτοιμος να προσφέρει στους Έλληνες υπηκόους του μια, κατοχυρωμένη νομικά, θέση στο νέο κράτος (4).
Ήταν ωστόσο αναγκαίο να οργανώσει τις χριστιανικές κοινότητες στο πλαίσιο των οθωμανικών κτήσεων. Στο παρελθόν, όταν οι χριστιανικές πόλεις κυριεύονταν και οι λαϊκοί αξιωματούχοι αποπέμπονταν, ο χριστιανικός πληθυσμός απέμενε ακέφαλος, με μόνη εξαίρεση τον τοπικό επίσκοπο. Αυτός διοριζόταν από τις αρχές της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες φρόντιζαν με κάθε τρόπο να παραμείνει στη θέση του· οι Τούρκοι πολλές φορές δεν του επέτρεπαν καν να μεταβεί στην επισκοπή του. Αν το κατόρθωνε, δεν διέθετε επίσημη ιδιότητα υπό την οποία θα μπορούσε να συναντά τον Τούρκο κυβερνήτη και να συναλλάσσεται μαζί του. Τώρα όλα αυτά θα μπορούσαν να διευθετηθούν. Στην Ανατολή η εθνική ταυτότητα εθεωρείτο συνήθως συνώνυμη της θρησκείας. Οι χριστιανοί, ανάλογα με τις διάφορες αιρέσεις τους, μαζί με τους Ιουδαίους και τους οπαδούς του Ζωροάστρησχημάτιζαν αυτοδιοικούμενες κοινότητες μέσα στο κράτος, σύμφωνα με το σύστημα των μουσουλμάνων χαλίφηδων, οι οποίοι ακολουθούσαν την οργάνωση που είχαν υιοθετήσει πρώτοι οι Πέρσες βασιλείς.
Κάθε κοινότητα είχε τον δικό της θρησκευτικό ηγέτη, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης και την τακτική πληρωμή των φόρων και φρόντιζε να μην εμφανίζονται φαινόμενα απειθαρχίας προς τους κυβερνώντες. Ο Μεχμέτ Β’ επεξέτεινε αυτό το σύστημα σε όλη την Αυτοκρατορία. Επικεφαλής των ορθόδοξων κοινοτήτων στην οθωμανική επικράτεια ήταν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Αυτός θα αποτελούσε την κεφαλή του Ρουμ Μιλετί, του Ορθόδοξου Έθνους (5).

Ωστόσο, πατριάρχης δεν υπήρχε εκείνη την εποχή στην Κωνσταντινούπολη. Ο τελευταίος πατριάρχης, ο Γρηγόριος Μάμμας, είχε ευνοήσει την ένωση με τη Ρώμη και είχε δημιουργήσει τόσες αντιπάθειες, ώστε το 1451 διέφυγε στην Ιταλία -μια κίνηση που ερμηνεύθηκε ως παραίτηση. Ο Σουλτάνος πήρε τις απαραίτητες πληροφορίες και αποφάσισε ότι ο καλύτερος γι’ αυτή τη θέση ήταν ο Γεώργιος Σχολάριος, ένας κορυφαίος μελετητής του Αριστοτέλη. Είχε παρευρεθεί στην Ενωτική Σύνοδο της Φλωρεντίας και εκεί είχε υποστηρίξει την ένωση με τη Ρώμη, αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη: αποσύρθηκε σε μοναστήρι υπό το όνομα Γεννάδιος και έγινε ηγέτης των ανθενωτικών.
Ήταν ωστόσο δύσκολο να εντοπιστεί. Τέλος, αποκαλύφθηκε ότι είχε συλληφθεί αμέσως μετά την ‘Aλωση της πόλης και είχε πουληθεί σε έναν πλούσιο Τούρκο από την Αδριανούπολη, ο οποίος, αμήχανος απέναντι σε έναν τόσο μορφωμένο σκλάβο, τον αντιμετώπιζε σαν φίλο. Ο Γεννάδιος ανέκτησε την ελευθερία του και οδηγήθηκε μπροστά στον Σουλτάνο. Πριν όμως αποδεχθεί το Πατριαρχείο, επεξεργάστηκε μαζί με τον Σουλτάνο τις συνθήκες υπό τις οποίες επρόκειτο να διακυβερνηθεί η Εκκλησία και όλο το ορθόδοξο μιλέτι (6).
Σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν μεταξύ τους, ο Πατριάρχης από κοινού με την Ιερά Σύνοδο είχε απόλυτο έλεγχο όλου του εκκλησιαστικού οικοδομήματος. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Πατριάρχης ποτέ δεν ήταν κάτι παραπάνω από πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, η οποία τον εξέλεγε επισήμως και μπορούσε με ομόφωνη ψήφο να τον εκθρονίσει, αν αποδεικνυόταν ανίκανος για το αξίωμά του ή είχε εκλεγεί αντικανονικά. Στην πράξη, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο Αυτοκράτορας είχε την εξουσία -την οποία και ασκούσε – να διορίζει τον υποψήφιο για το Πατριαρχείο και μπορούσε να πιέσει για την εκθρόνισή του· και η Σύνοδος σπανίως τολμούσε να παραβεί τις επιθυμίες του ηγεμόνα. Ο Σουλτάνος ασφαλώς θα ήθελε να ασκεί ανάλογη επιρροή, σε περίπτωση που επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Κανένας επίσκοπος δεν μπορούσε να διοριστεί ή να αποπεμφθεί παρά μόνο με την άδεια του Πατριάρχη και της Συνόδου· αλλά οι επισκοπικοί διορισμοί έπρεπε να επικυρώνονται από τον Σουλτάνο, όπως κατά το παρελθόν από τον Αυτοκράτορα. Μόνο τα πατριαρχικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία επί των επισκόπων.
Οι αρχές δεν μπορούσαν να συλλάβουν κανέναν επίσκοπο χωρίς την έγκριση του Πατριαρχείου. Όλα αυτά συνέβαιναν σύμφωνα με την παράδοση. Το καινούριο ήταν πως ο Πατριάρχης αποτελούσε τον αρχηγό του ορθόδοξου λαού. Ήταν ο εθνάρχης, η κεφαλή του μιλετιού. Αν ο λαός δεν πειθαρχούσε και δεν πλήρωνε τους φόρους του, ο Πατριάρχης ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος. Και αυτοί οι φόροι ήταν επαχθείς, επειδή θεωρητικά οι μη μουσουλμάνοι έπρεπε να πληρώσουν για να εξαιρεθούν -στην πραγματικότητα να αποκλεισθούν- από τη στρατολόγηση στις δυνάμεις του Σουλτάνου. Οι φόροι συγκεντρώνονταν από τον επικεφαλής της κοινότητας λαϊκό· καθήκον της Εκκλησίας ήταν να τον επιτιμήσει αν δεν ανταποκρινόταν εγκαίρως και πλήρως στο καθήκον του αυτό. Στη σχέση ανάμεσα στο λαό και τον κλήρο εδημιουργούντο συχνά τριβές, κυρίως επειδή οι κληρικοί ήταν απαλλαγμένοι από την υποχρέωση να πληρώνουν φόρους. Στην πραγματικότητα όμως ο κλήρος δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένος από αυτή την υποχρέωση. Συχνά υποδεικνυόταν στους ιερείς ότι θα μπορούσαν να προσφέρουν οικειοθελώς ένα ποσό για το ταμείο του Σουλτάνου -και δεν ήταν φρόνιμο να αγνοήσει κανείς μια τέτοια υπόδειξη.
Ταυτόχρονα ο Πατριάρχης μπορούσε να επιβάλλει στο ποίμνιό του όσους φόρους επιθυμούσε· και χρειάζονταν τεράστια χρηματικά ποσά, για να μπορέσει η διοίκηση να λειτουργεί ομαλά. Τα πατριαρχικά δικαστήρια επί αιώνες απασχολούνταν με υποθέσεις που είχαν σχέση με τη θρησκεία -όχι μόνο με ζητήματα αιρέσεων ή εκκλησιαστικής πειθαρχίας αλλά και γάμων ή διαζυγίων, κηδεμονιών ανηλίκων, διαθηκών και διαδοχής,- τις οποίες αντιμετώπιζαν σύμφωνα με το βυζαντινό κανονικό δίκαιο, που απέρρεε από τους θρησκευτικούς κανόνες. Τώρα όμως έπρεπε να αναλάβουν και τις αστικές υποθέσεις των μελών του μιλετιού, εφαρμόζοντας τους ρωμαιοβυζαντινούς νομικούς κώδικες και ανατρέχοντας σε ένα όλο και αυξανόμενο σώμα εθιμικού δικαίου. Οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να κάνουν έφεση σε τουρκικό δικαστήριο ή να ζητήσουν η υπόθεση να εκδικασθεί πρωτοβάθμια ενώπιον τούρκικου δικαστηρίου· αλλά καθώς τέτοια δικαστήρια λειτουργούσαν με αργούς ρυθμούς, ήταν ακριβά, συχνά διεφθαρμένα, και δίκαζαν σύμφωνα με το Κοράνι, κανένας Έλληνας δεν εμφανιζόταν ενώπιον τους, εκτός και αν είχε ισχυρούς Τούρκους φίλους.
Τα πατριαρχικά δικαστήρια θεωρούνταν σε σημαντικό βαθμό αδιάφθορα. Πάντως, ποινικές και αστικές υποθέσεις με διαδίκους Έλληνα και Τούρκο εκδικάζονταν από τα τουρκικά δικαστήρια (7). Αμφίβολο είναι αν αυτή η ρύθμιση έγινε ποτέ γραπτός νόμος. Καθώς συμφωνούσε σε γενικές γραμμές με τον παραδοσιακό θεσμό του μιλέτ, που λειτουργούσε στο πλαίσιο του μουσουλμανικού κράτους, ίσως δεν είχε θεωρηθεί απαραίτητο να καταγραφεί. Οι ιστορικές ενδείξεις φανερώνουν ότι είχε γίνει αποδεκτή, ενώ τα διασωθέντα ως τις μέρες μας μπεράτια -που κάθε επίσκοπος έπαιρνε από τον Σουλτάνο κατά την εκλογή του, και τα οποία καθόριζαν τα προνόμια και τα καθήκοντα του- αποτελούν μια ακόμη πρόσθετη μαρτυρία. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο Σουλτάνος υπέγραψε δύο συγκεκριμένα έγγραφα. Το πρώτο ήταν ένα φιρμάνι που αφορούσε τον Γεννάδιο και εγγυόταν στον Πατριάρχη το «απαραβίαστο, το αφορολόγητο και το αμετακίνητο», του εξασφάλιζε ότι δεν θα καθαιρεθεί παρά μόνο με την ομόφωνη απόφαση της Συνόδου, και του έδινε το δικαίωμα μεταβίβασης αυτών των προνομίων στους διαδόχους του.
Στο φιρμάνι ενδέχεται επίσης να αναφερόταν και το ειδικό δικαίωμα του Πατριάρχη να ιππεύει, μόνος μεταξύ των χριστιανών, άλογο. Οι ομόθρησκοί του μπορούσαν να χρησιμοποιούν μόνο γαϊδούρια ή, στην καλύτερη περίπτωση, μουλάρια. Το άλλο έγγραφο αποτελούσε γραπτή υπόσχεση ότι οι εκκλησιαστικές συνήθειες οι σχετικές με τους γάμους και τις κηδείες θα επικυρώνονταν νόμιμα, ότι η εορτή του Πάσχα θα αναγνωριζόταν επίσημα, ότι οι χριστιανοί θα απολάμβαναν ελευθερία κινήσεων κατά τη διάρκεια του τριήμερου εορτασμού του Πάσχα, και ότι δεν θα μεταβάλλονταν σε τζαμιά άλλες εκκλησίες. Δυστυχώς, εβδομήντα περίπου χρόνια αργότερα, όταν το έγγραφο αναζητήθηκε για να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να ανασταλεί η μετατροπή μιας εκκλησίας σε τζαμί, διαπιστώθηκε ότι είχε καταστραφεί σε μια πυρκαγιά του Πατριαρχείου (8).
Η τακτοποίηση του θεσμικού πλαισίου επέτρεπε πλέον στον Γεννάδιο να αποδεχθεί το αξίωμα του Πατριάρχη. Πιθανότατα εξελέγη από τους ιεράρχες εκείνους οι οποίοι συναποτελούσαν την Ιερά Σύνοδο. Στη συνέχεια, στις 6 Ιανουαρίου 14 54 έγινε δεκτός σε ακρόαση από τον Σουλτάνο, ο οποίος του ενεχείρισε τα διακριτικά του αξιώματος του, τα άμφια, την ποιμαντορική ράβδο και το εγκόλπιο. Ο γνήσιος σταυρός είχε χαθεί ή, το πιθανότερο, είχε υπεξαιρεθεί από τον πρώην πατριάρχη Γρηγόριο Μάμμα, όταν ο τελευταίος είχε καταφύγει στην Ιταλία. Έτσι, ο ίδιος ο Μεχμέτ Β’ πρόσφερε στον Γεννάδιο έναν επάργυρο σταυρό. Χειροτονώντας τον, μάλιστα, πρόφερε λέξεις παρεμφερείς με αυτές που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αυτοκράτορες: «Ἔσο Πατριάρχης, τύχῃ ἀγαθῇ. Ἔσο βέβαιος γιά τή φιλία μας. Ἄς ἀπολαύσεις ὅλα τά προνόμια τῶν προκατόχων σου πατριαρχῶν ». Ένα προνόμιο δεν μπορούσε ωστόσο να απολαύσει ο Γεννάδιος: δεν θα μπορούσε να χειροτονηθεί στη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, γιατί ο ναός είχε μετατραπεί σε τζαμί. Οδηγήθηκε λοιπόν στους Αγίους Αποστόλους, τη δεύτερη σε μέγεθος εκκλησία της πόλης, όπου ευλογήθηκε από τον μητροπολίτη Ηρακλείας -ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, έκανε τη χειροτονία- και τέλος ενθρονίστηκε. Εμφανίστηκε έφιππος σε ένα λευκό άλογο που του δώρισε ο Σουλτάνος και έκανε το γύρο της πόλης. Επιστρέφοντας, εγκατέστησε το σπίτι και τα γραφεία του στα οικοδομήματα που εφάπτονταν της εκκλησίας, φέρνοντας μαζί του ένα πλούσιο δώρο από χρυσάφι, προσφορά του Σουλτάνου (9).
Γενικά, και αφού η φρίκη της λεηλασίας της πόλης κόπασε, η συμπεριφορά που αντιμετώπισαν οι Έλληνες δεν ήταν τόσο άσχημη όσο αναμενόταν. Ο Κατακτητής έδειχνε πρόθυμος να τους δει ικανοποιημένους και ευημερούντες και να επιδείξει σεβασμό προς την Εκκλησία τους. Αποφασισμένος να αναζωογονήσει την Κωνσταντινούπολη, μετακίνησε στην πόλη, γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, πληθυσμούς από άλλες περιοχές της επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων και πολλών Ελλήνων της Ανατολής. Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις που γίνονται δια της βίας δεν είναι ποτέ ευχάριστες- πολλοί από τους Έλληνες αυτούς ωστόσο προέρχονταν από περιοχές όπου οι Τούρκοι υπερείχαν μόνο αριθμητικά, αλλά έτρεφαν εχθρικά αισθήματα απέναντι τους. Η μετοίκησή τους στην Πόλη δεν τους ήταν δυσάρεστη, γιατί τους δινόταν η ευκαιρία να εγκατασταθούν σχετικά άνετα, να συνεχίσουν τις ενασχολήσεις τους με κάποια ασφάλεια και να εκκλησιάζονται απρόσκοπτα. Ακόμη και στις επαρχίες οι Έλληνες απολάμβαναν τώρα μεγαλύτερη ασφάλεια· και σε περιοχές όπως η Ελλάδα, όπου οι Τούρκοι αποτελούσαν μια ισχνή μειοψηφία, υπήρχε μεγαλύτερη άνεση απ’ ό,τι κατά τους προηγούμενους, ταραγμένους αιώνες. Επιπλέον, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούσε να επεκτείνεται, ο ελληνικός κόσμος γρήγορα θα ενωνόταν, εκτός από τα νησιά του Ιονίου, την Κύπρο και την Κρήτη, όπου κυρίαρχοι ήταν ακόμη οι Ενετοί· σύντομα, βέβαια, οι Τούρκοι θα καταλάμβαναν την Κύπρο και την Κρήτη, απαλλάσσοντας έτσι τους Έλληνες από τη μισητή κυριαρχία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (10).
Η κατάσταση θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερη, ωστόσο οι δυσκολίες ήταν πολλές. Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αποδεχθούν το γεγονός ότι τώρα ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ένα χαρακτηριστικό ένδυμα, και οι λαϊκοί δεν επιτρεπόταν να τρέφουν γενειάδες. Σε περίπτωση αντιδικίας με τους Τούρκους είχαν ελάχιστες πιθανότητες να δικαιωθούν. Ακόμη και ένα ευνοϊκό γι’ αυτούς σουλτανικό διάταγμα μπορούσε να ακυρωθεί από τα μουσουλμανικά δικαστήρια ως αντιτιθέμενο στο νόμο του Κορανίου. Παρ ‘ όλα αυτά, η καλή διάθεση του Σουλτάνου μετρούσε ακόμη. Ο Κατακτητής, αφού κατόρθωσε να εξουδετερώσει τους ηγέτες των Ελλήνων, έγινε μεγαλόθυμος απέναντί τους. Αλλά ο γιος και κληρονόμος του Βαγιαζήτ Α’ είχε ανδρωθεί σε μια περίοδο κατά την οποία το βυζαντινό πνευματικό μεγαλείο είχε αρχίσει πια να βουλιάζει στη λήθη. Ο ίδιος δεν ήταν διανοούμενος και έβλεπε τους Έλληνες σαν υποτελείς τους οποίους δεν άξιζε να σέβεται.
Ο γιος του Σελήμ Α’ απεχθανόταν τους χριστιανούς τόσο, που άρχισε να σκέφτεται σοβαρά να τους αναγκάσει να αλλαξοπιστήσουν και να προσχωρήσουν συνολικά στο μωαμεθανισμό. Όταν του υπέδειξαν πως κάτι τέτοιο ήταν πρακτικά αδύνατο, απαίτησε να παραδώσουν τουλάχιστον όλες τις εκκλησίες τους στους Τούρκους. Τρομοκρατημένος ο Μεγάλος Βεζύρης προειδοποίησε τον Πατριάρχη, ο όποιος, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, κατόρθωσε να παρουσιάσει δύο ογδοντάχρονους γενιτσάρους, οι οποίοι ορκίστηκαν στο Κοράνι ότι είχαν δει με τα μάτια τους τον Κατακτητή να δέχεται τα κλειδιά διαφόρων συνοικιών της κατακτημένης πόλης, υποσχόμενος στους χριστιανούς ότι ως αντάλλαγμα θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις εκκλησίες τους. Ο Σελήμ υποχώρησε. Ο μεγάλος σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή, όπως τον αποκαλούν οι Τούρκοι, Νομοθέτης (πέθανε το 1566) ήταν ένας δίκαιος και ευσυνείδητος ηγέτης, που σεβόταν τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αλλά μετά το θάνατό του άρχισε η σήψη (11).
Ελάχιστοι από τους σουλτάνους που τον διαδέχθηκαν διέθεταν πραγματικές ικανότητες. Αρκετοί διακεκριμένοι βεζίρηδες, βέβαια, όπως οι προερχόμενοι από την οικογένεια Κιοπρουλού (Κöprülϋ), αντιμετώπισαν με ακλόνητη εντιμότητα τις μειονότητες. Συνήθως όμως κανείς δεν επενέβαινε, αν οι τοπικοί κυβερνήτες ή άλλοι αξιωματούχοι ασκούσαν καταπίεση. Ανώτεροι αξιωματούχοι, αλλά και σουλτάνοι ακόμη, συνέχιζαν να μετατρέπουν εκκλησίες σε τζαμιά, με αποτέλεσμα μία μόνο εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Μαρία των Μογγόλων, να παραμείνει ως τις μέρες μας χριστιανική. Η εκκλησία διασώθηκε, επειδή ο Μεχμέτ ο Κατακτητής είχε υπογράψει ο ίδιος ένα φιρμάνι, με το οποίο εγγυόταν τη διατήρησή της, ανταμείβοντας έτσι τον ευνοούμενό του αρχιτέκτονα που την είχε κατασκευάσει (12).
Ο Γεννάδιος είχε επίγνωση των δυσκολιών. Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, την οποία ο Σουλτάνος τού είχε παραχωρήσει, ήταν πολύ φτωχή, και η επιδιόρθωσή της θα κόστιζε ακριβά. Επιπλέον, βρισκόταν σε μια περιοχή που είχε εποικιστεί από Τούρκους, οι οποίοι δεν ανέχονταν την ύπαρξή της. Μέσα σε ένα χρόνο την επέστρεψε στον Σουλτάνο, ο οποίος την κατεδάφισε και στη θέση της έκτισε ένα τζαμί. Ο Γεννάδιος τότε μετακόμισε στον μοναστηριακό ναό της Παμμακαρίστου. Οι καλόγριες μεταφέρθηκαν σε διπλανά κτίρια, και ο Πατριάρχης εγκατέστησε στη μονή την κατοικία και τα γραφεία του. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Β’ συνήθιζε να τον επισκέπτεται εκεί για να συζητήσει μαζί του θεολογικά ζητήματα, προσέχοντας να μην μπαίνει ποτέ στην εκκλησία, από φόβο μήπως αργότερα οι Τούρκοι χρησιμοποιήσουν ως πρόσχημα την είσοδό του σ’ αυτήν και την αποσπάσουν από τους χριστιανούς: πράγμα που, παρά την προνοητικότητα του, ήταν αυτό ακριβώς που έκανε ο σουλτάνος Μουράτ Γ’ στα 1586.
Το Πατριαρχείο υποχρεώθηκε τότε να δανειστεί τη μικρή εκκλησία του ‘Aγιου Δημητρίου Καναβού από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, μέχρις ότου, στις αρχές του επόμενου αιώνα, του επιτραπεί να κτίσει τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, καθώς και γραφεία, στη συνοικία του Φαναριού, όπου τότε κατοικούσαν αποκλειστικά Έλληνες. Όπως και όλες οι εκκλησίες που κτίστηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ως τον 19ο αιώνα, ο ‘Aγιος Γεώργιος δεν επιτρεπόταν να έχει τρούλο ορατό απέξω (13). Δύο ήταν τα βαρύτατα φορτία που οι χριστιανοί έπρεπε να αντέξουν. Το πρώτο ήταν η πρακτική που οι Τούρκοι ονόμαζαν ντεβσιρμέ και οι Έλληνες παιδομάζωμα, και η οποία επέτρεπε στους Τούρκους να παίρνουν ένα παιδί από κάθε χριστιανική οικογένεια και να το αναθρέφουν σαν μουσουλμάνο, ώστε να υπηρετήσει ως γενίτσαρος είτε στις ένοπλες δυνάμεις είτε στη γραμματεία του Σουλτάνου είτε ως αρχιτεχνίτης, ανάλογα με τις ικανότητες του· και φυσικά, αποσπούσαν από τις οικογένειες εκείνο το παιδί που είχε τις λαμπρότερες προοπτικές. Μερικές φορές ο γενίτσαρος θυμόταν τη χριστιανική του οικογένεια και μπορούσε, αν δινόταν η ευκαιρία, να τη βοηθήσει με διάφορους τρόπους.
Ο επιφανής βεζίρης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, ο Μεχμέτ Σοκουλλού ( S ö k ü l ϋ), Σέρβος και χριστιανός την καταγωγή, είχε πάρει στο σπίτι του τους χριστιανούς ανιψιούς του, και μερικές φορές έφθανε να τους συνοδεύει στις χριστιανικές λειτουργίες. Aλλά τέτοιες περιπτώσεις ήταν σπάνιες (14). Το δεύτερο φορτίο αφορούσε την εκπαίδευση. Οι τουρκικές αρχές δεν ευνοούσαν την ύπαρξη χριστιανικών σχολείων. Δεν αναμειγνύονταν, βέβαια, στις υποθέσεις της Πατριαρχικής Ακαδημίας της Κωνσταντινούπολης, η οποία ήταν περίφημη την εποχή των Παλαιολόγων, και έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας, συνεχώς ανανεούμενη και βελτιούμενη από προοδευτικούς πατριάρχες. Αλλά προσπάθειες δημιουργίας σχολείων ή ακαδημιών στις επαρχίες σπανίως επιτύγχαναν. Στην Ανατολή οι τοπικές αρχές έκλειναν τέτοια ιδρύματα σχεδόν αμέσως. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες, όπου οι αξιωματούχοι ήταν, σε γενικές γραμμές, πιο ανεκτικοί, συνήθως διατηρούνταν έως ότου κάποιος καχύποπτος τοπικός άρχων εκτόξευε εναντίον τους την κατηγορία ότι υποθάλπουν ανατρεπτικές ενέργειες. Μια εξαίρετη ακαδημία ιδρύθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη του 16ου αιώνα, αλλά έκλεισε γύρω στα 1615 για να επανιδρυθεί το 1717 περίπου. Επιβίωσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μολονότι η αξιοπιστία και η φήμη της κατέπιπταν σταδιακά.
Βραχύβιες ακαδημίες είδαν επίσης το φως στη Θεσσαλονίκη, την ‘Aρτα, το Ναύπλιο, τα Ιωάννινα και σε μερικά νησιά. Μια ακαδημία που ιδρύθηκε στο τέλος του 17ου αιώνα είχε μεγάλο κύρος. Έξι πατριάρχες που χειρίστηκαν τις τύχες της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον 18ο αιώνα σπούδασαν εκεί. Ως τα τέλη του 17ου αιώνα μπορούσε κανείς να λάβει καλή θεολογική εκπαίδευση στο ‘Aγιον Όρος. Αλλά στη συνέχεια οι μοναχοί έγιναν σκοταδιστές. Όταν το 1753 ο πατριάρχης Κύριλλος Ε’ προσπάθησε να ιδρύσει μιαν ακαδημία στον ‘Aθω, ο καθηγητής στον οποίο είχε αναθέσει αυτό το καθήκον, ο Ευγένιος Βούλγαρης, τόσο πολύ τρόμαξε τους καλόγερους με τις νεωτεριστικές προτιμήσεις του στη γερμανική φιλοσοφία, ώστε αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή εγκαταλείποντας τις μονές και σώζοντας, από καθαρή τύχη, τη ζωή του. Στα Ιόνια νησιά, υπό την ενετική κυριαρχία, υπήρχαν μερικά καλά σχολεία στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Όμως τα παιδιά που προέρχονταν από τις τουρκικές επαρχίες δεν είχαν εύκολη πρόσβαση στα σχολεία αυτά (15).
Η Βενετία προσφερόταν περισσότερο για ανώτερες σπουδές. Αρκούσε μια σχέση με ένα μέλος της ελληνικής παροικίας, πρόθυμο να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, για να μπορέσει ένας νέος να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας, ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης εκείνη την εποχή, όπου μάλιστα κανείς δεν θα επιχειρούσε να τον προσηλυτίσει στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η ελληνική ιεραρχία ήταν πρόθυμη να πληρώσει για τις σπουδές μερικών αγοριών κατώτερης καταγωγής. Μετά το 1577 για τους νεαρούς Έλληνες υπήρχε επίσης το Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης, το οποίο διατηρούσαν Ιησουίτες μοναχοί και παρείχε αρίστη εκπαίδευση. Ωστόσο, οι νεαροί σπουδαστές δέχονταν μεγάλη πίεση για να αλλαξοπιστήσουν και να προσχωρήσουν στη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Ευρύτερες δυνατότητες επιλογής είχαν οι Έλληνες σπουδαστές μετά τις αρχές του 18ου αιώνα, όταν οι ελληνικής καταγωγής πρίγκιπες της Βλαχίας και της Μολδαβίας ίδρυσαν ακαδημίες στο Βουκουρέστι και το Ιάσιο. Οι ακαδημίες αυτές παρείχαν υψηλό επίπεδο σπουδών αλλά πολλοί ευσεβείς Έλληνες τις θεωρούσαν ιδιαίτερα νεωτεριστικές (16).
Ίσως η Εκκλησία θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα για την εκπαίδευση. Αλλά η διατήρηση σχολείων είναι πολυδάπανη υπόθεση, ιδιαίτερα όταν πρέπει να δωροδοκούνται οι αρχές. Η έλλειψη χρημάτων επρόκειτο να αποτελέσει το κύριο πρόβλημα της Εκκλησίας· και θα επιδεινωνόταν από το πάθος των Ελλήνων για την πολιτική, το οποίο τώρα πια μπορούσε να βρει διέξοδο μόνο στο χώρο της Εκκλησίας. Οι νέες ευθύνες του Πατριαρχείου συνεπάγονταν μια διευρυμένη γραμματεία τόσο ανοικτή, ώστε να συμπεριλαμβάνει νομικούς και οικονομικούς παράγοντες -και όλοι αυτοί απαιτούσαν καλούς μισθούς. Σύντομα, οι λαϊκοί ανώτεροι αξιωματούχοι, ο πρωτέκδικος, ήτοι ο πρόεδρος του δικαστικού σώματος, ο μέγας λογοθέτης, υπεύθυνος για τα αρχεία, και ο μέγας αγορητής, επίσημος εκπρόσωπος της Εκκλησίας, μια θέση που δημιουργήθηκε αργότερα, είχαν θέση και στην Ιερά Σύνοδο. Επιφανείς λαϊκοί συνδέονταν με την επισκοπή, μηχανορραφώντας για να διασφαλίσουν τις θέσεις τους, που συνεπάγονταν κύρος αλλά και εξουσία, και συχνά αποτελούσαν μια ευκαιρία προσωπικού πλουτισμού. Η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε υπαγάγει τα ανατολικά πατριαρχεία, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ, καθώς και τις αυτόνομες αρχιεπισκοπές της Κύπρου και του Σινά, υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου· τις σχέσεις τους με την κεντρική κυβέρνηση χειριζόταν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, γιατί βρισκόταν στην πρωτεύουσα.
Όλα αυτά συντελούσαν στην αύξηση των ευθυνών και των εξόδων του. Το Πατριαρχείο και πολλές από τις επισκοπές και τα μοναστήρια λάμβαναν μεγάλες δωρεές, τις οποίες ο Πατριάρχης μπορούσε να φορολογήσει κατά βούληση. Υπήρχε ωστόσο κάποιο όριο στα ποσά που μπορούσε να πληρώσει ένας πιστός. Και οι τουρκικές αρχές ζητούσαν όλο και περισσότερα υπό τη μορφή χρηματισμού (17). Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στους ίδιους τους πατριάρχες. Ο Γεννάδιος φαίνεται ότι αποσύρθηκε το 1465. Ο διάδοχος του Μάρκος Ξυλοκαραβάς παρέμεινε στο θρόνο για λίγους μήνες, πριν υποσκελιστεί από έναν φιλόδοξο ανώτερο κληρικό, τον Συμεών της Τραπεζούντος, ο οποίος συγκέντρωσε 2.000 χρυσά και τα προσέφερε στους υπουργούς του Σουλτάνου ως αντάλλαγμα, για να διατάξουν την Ιερά Σύνοδο να καθαιρέσει τον Μάρκο και να εκλέξει αυτόν στη θέση του. Η χριστιανή μητριά του Σουλτάνου, η πριγκίπισσα της Σερβίας Μάρα, την οποία εκείνος σεβόταν υπερβολικά, το έμαθε και παρενέβη για να ακυρωθεί η συναλλαγή. Η ίδια, ωστόσο, φρονίμως ποιούσα, είχε φέρει μαζί της και 2.000 χρυσά. Μολονότι δόθηκαν εγγυήσεις ότι οι επιθυμίες της θα γίνονταν σεβαστές, από την εποχή εκείνη και στο εξής κάθε μελλοντικός πατριάρχης έπρεπε να προσφέρει ένα χρηματικό ποσό, γνωστό ως πεσκές, ή δώρο, για να εξασφαλίσει την επικύρωση της υποψηφιότητας του από τον Σουλτάνο. Ο Συμεών κατόρθωσε να εξασφαλίσει το θρόνο λίγα χρόνια αργότερα, αλλά σύντομα υποσκελίσθηκε από έναν Σέρβο ιεράρχη, τον Ραφαήλ, που προσφέρθηκε να καταβάλλει επιπλέον στην Υψηλή Πύλη 2.000 χρυσά το χρόνο (18).
Περί τα μέσα του 17ου αιώνα το πεσκές έφτανε συνήθως τα 3.000 χρυσά και η ετήσια εισφορά άλλα τόσα περίπου. Εκείνη την εποχή ο πατριάρχης έπρεπε να πληρώνει επίσης μερικούς «οικειοθελείς» φόρους, το ύψος των οποίων εποίκιλλε κατά περίπτωση· επιπλέον, έπρεπε να προσφέρει το αρνίσιο κρέας που κατανάλωνε η φρουρά του παλατιού, την οποία αποτελούσαν άνδρες με αδηφάγες ορέξεις (19).Σουλεϊμάν ο «Μεγαλοπρεπής»Ο Σουλτάνος, λοιπόν, είχε συμφέρον να ορίζει νέους πατριάρχες ή να ξαναδιορίζει εκθρονισμένους πατριάρχες όσο συχνότερα μπορούσε. Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ήταν ο μόνος που δεν ενέκρινε κάτι τέτοιο. Χάρη σ’ αυτόν ο πατριάρχης Ιερεμίας Α’ απήλαυσε μιαν αδιάσπαστη θητεία είκοσι ενός χρόνων -η μακρότερη στην πατριαρχική ιστορία. Για έναν αιώνα, μεταξύ 1495 και 1595, ανέβηκαν στο θρόνο δεκαεννέα πατριάρχες. Από το 1595 ως το 1695 συνέβησαν εξήντα μία αλλαγές στο θρόνο, μολονότι χειροτονήθηκαν μόνο τριάντα ένας πατριάρχες -κι αυτό γιατί πολλοί ξαναδιορίζονταν μετά την εκθρόνιση τους. Μερικές πατριαρχικές θητείες ήταν σύντομες. Ο Ματθαίος Β’ πατριάρχευσε για είκοσι μέρες το 1595, αργότερα, μεταξύ 1598 και 1602, για τέσσερα χρόνια, και το 1603 για δεκαεπτά ημέρες. Ο Κύριλλος Α’ ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο επτά φορές. Ο διάδοχος του Κύριλλος Β’ πατριάρχευσε αρχικά μόνο για μία εβδομάδα και αργότερα για δώδεκα μήνες. Η κατάσταση έφθασε στο απόγειό της το 1726, όταν ο Κάλλιστος Γ’ πλήρωσε 5.600 χρυσά για την εκλογή του και πέθανε από τη χαρά του, από συγκοπή καρδιάς, την επόμενη μέρα. Μετά από αυτό, οι ίδιοι οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι τα πράγματα είχαν φθάσει στο απροχώρητο. Το πεσκές και η ετήσια εισφορά καθορίστηκαν επακριβώς. Στον αιώνα μεταξύ 1695 και 1795 υπήρξαν μόνο τριάντα μία πατριαρχικές θητείες και είκοσι τρεις πατριάρχες. Μετά το 1765 απαγορεύθηκε στους πατριάρχες να πληρώνουν το πεσκές από τα έσοδα της Εκκλησίας. Έπρεπε να ανασύρουν το ποσό από τις δικές τους τσέπες (20). Αυτό το μέτρο αποδείχθηκε σωτήριο, γιατί τα χρέη του Πατριαρχείου ανέβαιναν σταθερά. Γύρω στα 1730 είχε εκτιμηθεί ότι έφταναν τα 100.769 πιάστρα, ενώ τα ετήσια έσοδα σπανίως επαρκούσαν για την πληρωμή των συνηθισμένων εξόδων.
Λίγο πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, τα χρέη λέγεται ότι έφθαναν τα 1.500.000 πιάστρα (21). Ήταν ευχής έργο που η Εκκλησία διέθετε πλούσιους φίλους, πρόθυμους να τη βοηθήσουν. Οι κυβερνήτες των ευημερούντων πριγκιπάτων της Βλαχίας και της Μολδαβίας είχαν υποταχθεί οικειοθελώς στον Σουλτάνο, και έτσι τους είχε παραχωρηθεί το προνόμιο να διατηρούν τους θρόνους τους υπό την οθωμανική κυριαρχία. Ήταν πρόθυμοι να βοηθούν κάθε τόσο το Πατριαρχείο, για να αντιμετωπίζει τα οικονομικά του προβλήματα. Ακόμη βορειότερα υπήρχε και ο Τσάρος της Μοσχοβίας. Καθώς ο ίδιος, μετά την πτώση του Βυζαντίου, θεωρούσε τον εαυτό του κεφαλή της Ορθόδοξης Χριστιανικής Κοινότητας, είχε καθήκον να ενδιαφέρεται για το συμφέρον της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Αλλά η γενναιοδωρία αυτών των ηγεμόνων, μολονότι ήταν μεγάλη κατά καιρούς, παρέμενε σπασμωδική. Το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα η Μοσχοβία δεν ήταν σε θέση να στέλνει βοήθεια. Χρειάζονταν προστάτες πιο κοντινοί (22).
Ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα της οθωμανικής κατάκτησης ήταν η αναγέννηση της ελληνικής εμπορικής ζωής. Οι Ιταλοί, που είχαν κυριαρχήσει στο εμπόριο της Ανατολής κατά τον όψιμο Μεσαίωνα, έχασαν τα προνόμιά τους, και οι αποικίες τους έφθιναν. Ελάχιστοι Τούρκοι είχαν κάποια προτίμηση ή ικανότητα για το εμπόριο- έτσι, το εμπόριο στις τεράστιες και εκτεταμένες οθωμανικές κτήσεις περιήλθε στα χέρια των υποτελών λαών, στους Εβραίους, στους Αρμένιους και κυρίως στους Έλληνες. Μην μπορώντας να απολαύσουν την αγαπημένη τους ενασχόληση, την πολιτική, παρά μόνο στους κόλπους της Εκκλησίας, οι πιο δραστήριοι Έλληνες ανέλαβαν το εμπόριο και τις τραπεζικές εργασίες, κι έτσι έγιναν απαραίτητοι στους ισχυρούς Τούρκους που δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με τέτοια ζητήματα. ‘Aλλοι Έλληνες ασχολήθηκαν με την ιατρική, μια και υπήρχαν ελάχιστοι Τούρκοι που διέθεταν σχετικές γνώσεις. Το γεγονός αυτό τους άνοιξε μια δίοδο προς τα τουρκικά σπίτια.
Σύντομα αναδύθηκε μια πλούσια τάξη Ελλήνων. Η διακριτικότητα, βέβαια, ήταν απαραίτητη. Ένας χριστιανός που επιδείκνυε τον πλούτο του κινδύνευε να τον δει να κατάσχεται εξαιτίας κάποιας κατασκευασμένης κατηγορίας για προδοσία ή άλλο πταίσμα και, ίσως, να χάσει και τη ζωή του. Αυτή ήταν η μοίρα του πρώτου Έλληνα εκατομμυριούχου της σκλαβιάς, του Μιχαήλ Καντακουζηνού, τον οποίο οι Τούρκοι αποκαλούσαν Σαϊτάνογλου, γιο του Διαβόλου. Στα μέσα του 16ου αιώνα είχε αποκτήσει το μονοπώλιο του εμπορίου γούνας από τη Ρωσία. Ζούσε στην Αγχίαλο, στη Μαύρη Θάλασσα, σε μια πόλη που ήταν ολότελα σχεδόν ελληνική, και όπου ο πλούτος του δεν μπορούσε να προσελκύσει τον τουρκικό φθόνο. Μπορούσε να παντρευτεί την κόρη του Πρίγκιπα της Βλαχίας· και ασκούσε τέτοια επιρροή στην Εκκλησία, ώστε κατόρθωσε να εκθρονίσει έναν άξιο πατριάρχη επειδή απεφάνθη ότι ένα συνοικέσιο στο οποίο απέβλεπε η οικογένειά του απαγορευόταν από το κανονικό δίκαιο. Για να κερδίσει την εύνοια του Σουλτάνου, κατασκεύασε με δικά του έξοδα εξήντα γαλέρες γιο το οθωμανικό ναυτικό. Παρ ‘ όλα αυτά, ο Σουλτάνος τον καταδίκασε σε θάνατο το 1578, δημεύοντας και πουλώντας την περιουσία του. Το μεγαλύτερο μέρος της θαυμάσιας βιβλιοθήκης του αγοράστηκε από μοναστήρια του Αγίου Όρους (23).
Ο λίγο νεότερος του Ιωάννης Καρατζάς έκανε τεράστια περιουσία ως προμηθευτής του οθωμανικού στρατού, μια θέση που μεταβίβασε στο γαμπρό του Σκαρλάτο, τον επονομαζόμενο Μπεγλίτση, ο οποίος απέκτησε περιουσία ακόμη μεγαλύτερη και από αυτήν του Σαϊτάνογλου. Όταν δολοφονήθηκε από έναν φανατικό γενίτσαρο το 1630, το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του το κληρονόμησε η νεότερη κόρη του Ρωξάνδρα, χήρα του ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας. Υπήρχαν τώρα πια αρκετές δυναστείες Ελλήνων εμπόρων και τραπεζιτών, που είχαν ως βάση τη συνοικία του Φαναρίου στην Κωνσταντινούπολη, αλλά επιδίωκαν να επενδύσουν τα χρήματα τους στη Βλαχία και τη Μολδαβία, στις μόνες οθωμανικές κτήσεις όπου χριστιανοί λαϊκοί μπορούσαν να έχουν έγγειο ιδιοκτησία. Εκεί τελούσαν γάμους με την τοπική αριστοκρατία και με την ηγεμονική οικογένεια της Βεσσαραβίας, ενώ διατηρούσαν τους οικονομικούς δεσμούς τους με την Κωνσταντινούπολη (24).
Το Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη
Στα μέσα του 17ου αιώνα ένας νεαρός Χιώτης που είχε σπουδάσει ιατρική στην Πάδουα, ο Παναγιώτης Νικούσιος Μαμωνάς, ο επονομαζόμενος «Πράσινο Άλογο» -από την παροιμία ότι όσο δύσκολα μπορείς να βρεις ένα πράσινο άλογο άλλο τόσο κι έναν σοφό άνθρωπο από τη Χίο- προσελήφθη από τον αλβανικής καταγωγής μεγάλο βεζίρη Αχμέτ Κιοπρουλού ως οικογενειακός του γιατρός. Η μεγάλη του γλωσσομάθεια και οι ικανότητές του εντυπωσίασαν τόσο τον Κιοπρουλού, ώστε το 1669 δημιούργησε γι’ αυτόν το αξίωμα του Μεγάλου Δραγουμάνου της Υψηλής Πύλης, δηλαδή τη θέση του αρχιμεταφραστή και υπεύθυνου της γραμματείας του Υπουργείου Εξωτερικών. Μ’ αυτή την ιδιότητα ο Μαμωνάς επιτρεπόταν να τρέφει γενειάδα, να ιππεύει άλογο και να φέρει ένα καπέλο με γούνα. Τόσο καλά έφερε σε πέρας τα καθήκοντά του ο Μαμωνάς, ώστε όταν πέθανε, το 1673, ο Κιοπρουλού προσέλαβε έναν άλλο Έλληνα στην ίδια θέση (25). Επρόκειτο για τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, γιο της κληρονόμου του Μπεγλίτση Ρωξάνδρας και του δευτέρου συζύγου της -ενός Χιώτη που ισχυριζόταν ότι είναι απόγονος της ελληνοενετικής οικογένειας των Μαύρων ή Μόρο (στην οποία ανήκε ο γνωστός μας Οθέλλος ο Μαυριτανός) και της ελληνογενοβέζικης οικογένειας των Κορντάτο, και του οποίου η μητέρα ανήκε σε έναν κλάδο της παλιάς ρωμαϊκής οικογένειας των Μάξιμων. Ο Αλέξανδρος σπούδασε αρχικά στο Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης, χωρίς ωστόσο να προσηλυτιστεί στον καθολικισμό, στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας, από το όποιο αποπέμφθηκε για επαναστατική συμπεριφορά, και τέλος στην Μπολόνια, από όπου πήρε το διδακτορικό του με μια αξιοσημείωτη διατριβή πάνω στην κυκλοφορία του αίματος. Σε ηλικία 24 ετών διορίστηκε μέγας αγορητής της Μεγάλης Εκκλησίας και διευθυντής της Πατριαρχικής Ακαδημίας, ενώ συνέχιζε να εξασκεί την ιατρική, συμπεριλαμβανομένου μάλιστα μεταξύ των πελατών του και του Σουλτάνου. Ήταν 31 ετών όταν έγινε Μέγας Δραγουμάνος. Διατήρησε το αξίωμα ως το 1698, με εξαίρεση μερικούς μήνες το 1684, όταν φυλακίστηκε άδικα, εξιλαστήριο θύμα της τουρκικής ήττας προ των πυλών της Βιέννης. Το 1698 δημιουργήθηκε γι’ αυτόν ένα ακόμη ανώτερο αξίωμα: διορίστηκε «Εξ Απορρήτων», Φύλακας των Μυστικών και αρχιγραμματέας του Σουλτάνου, με τους τίτλους του Πρίγκιπα και της Εκλαμπρότατης Υψηλότητας. Πέθανε σε ώρα υπηρεσίας το 1709 (26).
Κανείς άλλος Έλληνας δεν κατέκτησε τόσο υψηλή θέση στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Ωστόσο, πολλοί έγιναν υπάλληλοι της οθωμανικής κυβέρνησης, προς μεγάλο τους όφελος· χρησιμοποιούσαν μάλιστα τις θέσεις τους για να βοηθούν και τους Έλληνες συμπατριώτες τους. Όταν η γηγενής δυναστεία της Βεσσαραβίας έσβησε στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, ο Σουλτάνος διόρισε Έλληνες από το Φανάρι ως πρίγκιπες της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Όπως ακριβώς συνέβαινε και με το Πατριαρχείο, οι υποψήφιοι αυτών των θέσεων έπρεπε να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό για να εξασφαλίσουν το διορισμό τους, καθώς επίσης και επαχθή ετήσια εισφορά· και γι’ αυτό ακριβώς οι Τούρκοι προέβαιναν σε συχνές αλλαγές. Καμιά πριγκιπική θητεία δεν επιτρεπόταν να διαρκεί επί πολύ. Όσο κι αν ήταν πλούσιες σε φυσικούς πόρους οι Ηγεμονίες, ελάχιστοι πρίγκιπες επέστρεφαν στην Κωνσταντινούπολη πλουσιότεροι μετά την εμπειρία τους εκεί. Πάντως, πολλοί διεκδικούσαν το αξίωμα. Συνεπαγόταν κύρος και έναν πριγκιπικό τίτλο για την οικογένεια, καθώς και μια σύντομη περίοδο εξουσίας. Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι πρίγκιπες, στην προσπάθεια τους να αποζημιωθούν, ασχολήθηκαν θερμά με τα καθήκοντα τους, αν και μερικοί, όπως ο Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος, ο εγγονός του Εξ Απορρήτων, ήταν φωτισμένοι κυβερνήτες. Αυτός συγκεκριμένα μεταρρύθμισε τη φορολογία, για να την κάνει δικαιότερη, και σχεδίαζε να απελευθερώσει τους δουλοπάροικους. Αλλά οι πρίγκιπες έκαναν πολλά και για τον Ελληνισμό. Οι ακαδημίες που ίδρυσαν στο Βουκουρέστι και το Ιάσιο έγιναν κέντρα κλασικών σπουδών, όπου οι Έλληνες έρχονταν και πάλι σε επαφή με την πνευματική τους κληρονομιά (27).
Οι Φαναριώτες ήταν επίσης γενναιόδωροι προς την Εκκλησία. Αλλά εκεί η επιρροή τους δεν ήταν τόσο ευνοϊκή. Ως αντάλλαγμα της γενναιοδωρίας τους απαιτούσαν για τους συγγενείς τους τα κορυφαία λαϊκά αξιώματα της πατριαρχικής οργανωτικής δομής και συμμετοχή στην επιλογή του Πατριάρχη. Ευνοούσαν τη σύγχρονη εκπαίδευση και επιθυμούσαν να εκσυγχρονίσουν την Εκκλησία. Αλλά η Εκκλησία δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί τα οφέλη του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Από τις τάξεις της εξακολουθούσαν βέβαια να βγαίνουν μορφωμένοι κληρικοί, αλλά το επίπεδο έπεφτε σταδιακά. Ως τα μέσα του 17ου αιώνα τα μοναστήρια του ‘Aθω εξακολουθούσαν να εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες τους. Περί τα τέλη όμως του αιώνα τα βιβλία συνήθως έμεναν αδιάβαστα. Επιπλέον, το Πατριαρχείο, αντιμετωπίζοντας πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, δεν μπορούσε πια να επιβλέπει ικανοποιητικά τις επαρχίες. Είχε χάσει την επαφή με τους εκεί πιστούς. Κι αυτό έγινε ολοφάνερο όταν, κατά τον 18 ο αιώνα, το δημοφιλές κίνημα του εθνικισμού άρχισε να προσελκύει τους Έλληνες, ιδίως μέσα στην ίδια την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή που οι μοναχοί στην Ελλάδα απέρριπταν τις προσπάθειες του Πατριαρχείου να βελτιώσει τη μόρφωσή τους, υποστήριζαν επαναστατικά κινήματα, ακόμη και τη ληστεία, παροτρυνόμενοι από αντικληρικαλιστές Έλληνες, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, οι οποίοι ζούσαν ασφαλείς στο Παρίσι (28).
Το κίνημα για την ελληνική ανεξαρτησία δημιούργησε τρομερά προβλήματα στο Πατριαρχείο. Κάθε πατριάρχης έπρεπε κατά τη χειροτονία του να ορκιστεί πίστη στον Σουλτάνο και να εγγυηθεί ότι το ποίμνιό του θα ήταν αφοσιωμένο στην οθωμανική κυβέρνηση. Μπορούσε να σπάσει τον βαρύ αυτόν όρκο; Επιπλέον, ζώντας στο κέντρο των γεγονότων, στην Κωνσταντινούπολη, ήξερε πως, μολονότι η οθωμανική διοίκηση βυθιζόταν στο χάος, ο οθωμανικός στρατός παρέμενε τρομερός. Κάθε πρόσφατη χριστιανική εξέγερση στην Πελοπόννησο, την Κύπρο, τις Ηγεμονίες είχε κατασταλεί βάναυσα. Μπορούσε να ενθαρρύνει το ποίμνιό του να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα; Δεν θα ήταν καλύτερο να ακολουθήσουν τη συμβουλή των άλλων Φαναριωτών; Έλπιζαν να συνεχίσουν να εργάζονται διεισδύοντας όλο και βαθύτερα στην παραπαίουσα οθωμανική γραφειοκρατία, έτσι ώστε, όταν καταρρεύσει, να μπορέσουν να την αναλάβουν οι ίδιοι. Αλλά μια τέτοια στάση δεν ταίριαζε στους ανυπόμονους νεαρούς εθνικιστές, ακόμη κι αν αυτοί προέρχονταν από τους Φαναριώτες και την ιεραρχία. Όταν το 1821 υψώθηκε η σημαία της Επανάστασης -στις ηγεμονίες από έναν νεαρό Φαναριώτη και στην Πελοπόννησο από έναν αρχιεπίσκοπο- οι φόβοι του Πατριάρχη, του Γρηγορίου Ε’, δικαιώθηκαν. Αλλά δεν μπορούσε να καταγγείλει και να αποκηρύξει τους επαναστάτες, όπως απαιτούσαν οι Τούρκοι αφέντες του. Πλήρωσε γι’ αυτό με τη ζωή του (29).

Δεν είναι εφικτό σε ένα σύντομο άρθρο να δώσει κανείς περισσότερα από ένα περίγραμμα της ιστορίας του Ρουμ Μιλετί. Αλλά προσπάθησα να δείξω ότι οι Έλληνες αυτής της σκοτεινής περιόδου της Τουρκοκρατίας αξίζουν μια καλύτερη μεταχείριση από αυτήν που οι περισσότεροι ιστορικοί τους επιφυλάσσουν. Παρά τις δυσκολίες, παρά την ανάξια συμπεριφορά πολλών από αυτούς, κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον Ελληνισμό ζωντανό. Αυτό οφείλεται βασικά στον μεγάλο πατριάρχη Γεννάδιο και εν μέρει, πράγματι, στον σουλτάνο Μεχμέτ τον Κατακτητή, που δεν θέλησε να δει τον ελληνικό πολιτισμό να αφανίζεται. Οι επόμενοι σουλτάνοι ήταν λιγότερο πεφωτισμένοι· και πρέπει να επισημανθεί ότι μερικοί από τους επόμενους πατριάρχες ήταν ακατάλληλοι γι’ αυτό το καθήκον. Πρέπει να αναγνωριστεί επίσης και ο ρόλος των Φαναριωτών, που τόσο έχουν κακολογηθεί. Αυτοί έδωσαν το ερέθισμα για μία αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18ο αιώνα, συμβάλλοντας πολύ περισσότερο σ’ αυτήν από ό,τι ο υπερτιμημένος αντικληρικαλιστής Κοραής. Η ιστορία της Τουρκοκρατίας έχει να επιδείξει ελάχιστους περιφανείς ήρωες · πρόκειται όμως για μια ηρωική ιστορία καθ’ εαυτήν. Είναι η ιστορία ενός καταπιεσμένου λαού που αρνήθηκε να απωλέσει την ταυτότητά του και να ξεχάσει τις υψηλές του παραδόσεις. Και ήταν, υπεράνω όλων, η Εκκλησία εκείνη που κράτησε αναμμένη τη φλόγα.
Σημειώσεις
1. Joseph Gill, The Council of Florence (Cambridge Univ. Press, 1959), σσ. 349-352, 366-368; Steven Runciman, The Great Church in Captivity: A Study of the Patriarchate of Constantinople from the Eve of the Turkish Conquest to the Greek War of Independence ( Λονδίνο, Cambridge Univ. Press 1968), σσ. 109-111· Joan M. Η ussey, The Orthodox Church in the Byzantin Empire ( Οξφόρδη : Claredon Ρ ress, 1986), σσ. 283-286.
2. Ihor Sevcenco, «Intellectual Repercussions of the Council of Florence», Church History 24 (1955) 291-323, ιδίως σσ. 296-300.
3. Αυτό το θέμα αποτελεί τη βάση όλου του έργου του Κριτοβούλου : Η istory of Mehmed the Conqueror, μετάφραση στά αγγλικά Charles T. Riggs ( Ρ rinceton : Princeton Univ.Press 1954).
4. Franz Carl Heinrich Babinger, Mehmed der Eroberer und seine Zeit ( Μόναχο : F. Bruckmann, 1953), σσ. 265-269, 449-453· Steven Runciman, The Fall of Constantinople 1453 (Cambridge: Cambridge Univ. Press, 1963), σσ. 55-56, 149-152,186-187.
5. Runciman, Great Church, σ. 167-168.
6. Κριτόβουλος, σ. 94-95· Historia Politica et Patriarchica Constantinopoleos ( Βόννη 1849), σσ. 78-80.
7. Runciman, Great Church, σσ. 170-172, σημειώσεις. Βλ. επίσης τα στοιχεία πού δημοσιεύονται στο Τ heodore H. Papadopoulos, Studies and Documents Relating to the History of the Greek Church and People under Turkish Domination ( Βρυξέλλες 1952).
8. Runciman, The Great Church , σ. 170-172.
9. Η istoria Politica et Patriarchica, σσ. 27-28, 80-82· Runciman, The Great Church, σσ. 169-170.
10. Βλ. Ν icolae Iorga, Byzance apr è s Byzance : Continuation de l ‘ histoire de la vie Byzantine, (Βουκουρέστι: Ι nstitut d ‘ Etudes Byzantines, 1935), σσ. 45-56, για μια γενική σύνοψη.
11. Runciman, The Great Church, σ. 186-191, βλ. και σημειώσεις.
12. Η ιστορία της διάσωσης της Παναγίας των Μογγόλων παραδίδεται από τον Demetrie Cantemir, The History of the Growth and Decay of the Ottoman Empire, μετάφραση στα αγγλικά Ν. Τ indal ( Λονδίνο 1734-1735), σ. 105.
13. Runciman, The Great Church, σ. 186-191· Μανουήλ Ιωάννης Γεδεών, Πατριαρχικοί πίνακες: Ειδήσεις ιστορικαί βιογραφικ a ί περί των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, a πό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου μέχρις Ιωακείμ Ζ’ του από Θεσσ /νίκης, 36-1884 (Κωνσταντινούπολη 1890), σ. 530.
14. Stephan Gerlach, Stephan Gerlachs dess aeltern Tage – buch ( Φραγκφούρτη 1674), σ. 88. O Gerlach ήταν ο λουθηρανός ιερέας του πρέσβη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, και είχε πολλούς φίλους προερχόμενους από το χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
15. Runciman, The Great Church, σ. 208-225.
16. Για την ελληνική παροικία στη Βενετία και την πρόσβαση της στην εκπαίδευση, βλ. Deno Geanakopoulos, Greek Scholars in Venice (Cambridge: Harvard Univ. Press 1962), ειδικά στα κεφάλαια 4-6. Για το Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, βλ. Martin Juge, Theologia dogmatica Christianorum Orientalium ab Ecclesia Catholica dissidentium, τόμοι Ι – ν ( Παρίσι : Letouzey et Ane, 1926-1935), τόμ. Ι, σ. 522-524. Για τις ακαδημίες στις ηγεμονίες, βλ. παρακάτω, αρ. 27.
17. Papadopoulos, σ. 48-50, 86-89· Iorga, σ. 72-77.
18. Historia Pοlitica et Patriarchica , σ. 39-44,102-115.
19. Για μία πλήρη ενημέρωση σχετικά με τους πατριαρχικούς πόρους, βλ. Dictionnaire de Th é ologie catholique , λήμμα « Constantinople ( Eglise de )»· Runciman, The Great Church, σ. 200-202, βλ. και σημειώσεις.
20. « Constantinople ( Eglise de )», όπου παρατίθεται κατάλογος με τις πατριαρχικές θητείες · Runciman, The Great Church, σ. 200-202.
21. Ρ apadopoulos, σ. 132,160. Το ποσό του πατριαρχικού χρέους το 1821 αναφέρεται στο Μ axime Raybaud, Μ émoires sur la Grèce, pour servir à l’histoire de la guerre de l’ indépendence, accompagnés de plans topographiques ( Παρίσι 1824), με ιστορική εισαγωγή του Α. Rabb é, σ. 80.
22. Runciman, The Great Church, σ. 195-196, 322-332.
23. Για τον Σαϊτάνογλου, βλ. Iorga, σ. 114-121. Ο πρέσβης Gerlach τ o ν γνώριζε καλά και τ o ν θεωρούσε νόθο γι o του ‘Aγγλου πρέσβη ( Gerlach, σ. 55, 60, 223-225)· Μ. Crucius, Τ urcograeciae, libri octo (Β asle 1584), σ. 509, αναφέρει την πώληση των βιβλίων του, σύμφωνα με μαρτυρία του Gerlach.
24. Runciman, The Great Church , σ. 363-366.
25. O .π., σ. 364, βλ. και σημειώσεις.
26. Δεν υπάρχει ικανοποιητική αναφορά στα καθήκοντα του Εξ Απορρήτων. Η πληρέστερη στο Α lexandre A. C. Strourdza, L ‘ Europe orientale et le r ô le historique de Maurocordato, 1660-1830; Avec un appendice contenant des actes et documents historiques et diplomatiques in é dits (Παρίσι: Ρ lon -Ν ourrit, 1913), σ. 25-91, βασισμένη σε έναν τεράστιο αριθμό στοιχείων, δημοσιευμένων ή ανέκδοτων, αλλά κάπως απρόσεκτα συνταγμένων. Βλ. επίσης Runciman, The Great Church, σ. 366-369, και σημειώσεις.
27. Runciman, The Great Church, σ. 371-376.
28. Ο. π., σ. 392-393.
29. Την πιο ζωντανή περιγραφή του Πατριαρχείου κατά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης δίνει ο ‘Aγγλος ιερέας Robert Walsh, Residence at Constantinople during a Period Including the Commencement, Progress, and Termination of the Greek and Turkish Revolutions , τόμοι Ι – ΙΙ ( Λονδίνο 1836), τόμ. Ι, σσ. 299-333. Καταθέτει μαρτυρία για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη.
Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://ru.wikipedia.org/wiki* Από το βιβλίο, «Η βυζαντινή παράδοση μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1994, σελ. 15-33
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
GEOPOLITICO
Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς
Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.
Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.
Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη
Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.
Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.
Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό
Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.
Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.
Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.
Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.
Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.
Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.
Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.
Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.
Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.
Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.
Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή
Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.
Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.
Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης
Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.
Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.
Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.
Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;
Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.
Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση
Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.
Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.
Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.
GEOPOLITICO
Παρακμή
Η επιστροφή των οστών του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, το ζήτημα των ελληνικών θρησκευτικών κειμηλίων που εξακολουθούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία και η πρόσφατη πυρκαγιά στον Έβρο συνθέτουν το σκηνικό μιας αιχμηρής παρέμβασης για τη διαχείριση της εθνικής κληρονομιάς και την προστασία της Θράκης. Η Μαρία Γιαλαμά ασκεί σκληρή κριτική στην ελληνική πολιτεία, θέτοντας παράλληλα το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας των Πομάκων και της προστασίας των Αλεβιτών Μπεκτασήδων. Μια παρέμβαση που συνδέει την ιστορική μνήμη με τις σύγχρονες προκλήσεις, αλλά και με αναπάντητα ερωτήματα για τις προτεραιότητες του ελληνικού κράτους.
Της Μαρίας Γιαλαμά | Ελεύθερη Ώρα
Ο Ελληνικός λαός,στις 3/10/2026, με έκπληξη είδε να υπογράφεται από την Ελληνίδα υπουργό πολιτισμού και τον Βούλγαρο ομόλογό της,τη παρουσία του πρωθυπουργού, συμφωνία παραδόσεως στην γείτονα χώρα, των οστών του Τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας. Αυτά ευρέθησαν το 1965 κατά τις ανασκαφές του καθηγητού Ν.Μουτσοπούλου,στην βασιλική του Αγίου Αχιλλείου της μικρής Πρέσπας. Ως <αντάλλαγμα>της προσφοράς του σημαντικού για τον Βουλγαρικό λαό σκελετού του Σαμουήλ,εδόθησαν στην Ελλάδα,48 από τα θρησκευτικά και όχι μόνο κειμήλια,που έκλεψαν οι Βούλγαροι από τέσσερις μονές της Δράμας και των Σερρών. Τα περισσότερα καταγεγραμμένα κλοπιμαία, προήρχοντο από την Ι.Μ Εικοσιφοινίσσης. Συμφώνως με μαρτυρίες,εδώ και αρκετά χρόνια,εζητείτο η επιστροφή των κλοπιμαίων,τόσο από τις Ιερές Μονές,όσο και από τις μητροπόλεις στις οποίες ανήκουν αυτές. Ομολογουμένως,τις τρείς χρονικές περιόδους του Α βαλκανικού πολέμου,του Β και του συμμοριτοπολέμου,οι Βούλγαροι ελεηλάτησαν μονές και εκκλησίες,κατέστρεψαν σχολεία και με ιδιαιτέρα αγριότητα,δολοφονούσαν τους αντιστεκομένους στις βίαιες πρακτικές τους Έλληνες.
Με αυτόν τον βίαιο τρόπο,απέσπασαν πολλά μεγάλης θρησκευτικής και ιστορικής αξίας έργα τέχνης, κειμήλια,μεταφέροντάς τα στην Βουλγαρία. Η συνθήκη του Νεϊγύ του 1919,υποχρέωνε την Βουλγαρία πλήν των άλλων,να επιστρέψει και τα κλοπιμαία. Δυστυχώς όμως οι σημερινοί Ευρωπαίοι εταίροι μας,δεν συνεμορφώθησαν,θεωρώντας την συνθήκη,καταστροφική για την Βουλγαρία. Εφρόντισαν όμως,ενημερωθέντες για την με επιστημονική τεκμηρίωση διαπίστωση, ότι τα ευρεθέντα οστά ανήκαν στον Τσάρο Σαμουήλ, να αιτούνται από το 1970 την απόδοσή τους.. Ο Σαμουήλ,φέρεται να απέθανε μετά την μάχη στο Κλειδί στις 6/10/1014. Οι διαρκείς προσπάθειες του Βασιλείου Β του γνωστού ως Βουλγαροκτόνου,κατέστησαν την Βουλγαρία, μέρος του Βυζαντίου.
Συγχρόνως με το διαρκές αίτημα των Βουλγάρων,υπήρχε και το από Ελληνικής πλευράς αίτημα της επιστροφής των πολλών κλοπιμαίων θρησκευτικών και όχι μόνον θησαυρών.
Η Ελληνική κυβέρνηση,εξέτασε προφανώς το αίτημα των Βουλγάρων και απεφάσισε να τους τα επιστρέψει,έστω και αν κάποιες πληροφορίες θέλουν να τα εζήτησε και η Αρμενία,ισχυριζομένη ότι η μητέρα του ήτο αρμενικής καταγωγής. Το αξιοπερίεργο είναι,όχι ότι εδόθησαν τα οστά στους Βουλγάρους,που γι αυτούς είναι σημαντικότατα,όπως ανέφερε και ο πρώην πρωθυπουργός Α.Σαμαράς,<ότι ο Σαμουήλ για τους Βουλγάρους,είναι κάτι σαν τον Μέγα Αλέξανδρο για τους Έλληνες>,αλλά ότι δεν επεστράφησαν όλοι οι κλεμμένοι Ελληνικοί θησαυροί. Παρελήφθησαν από το Ελληνικό υπουργείο πολιτισμού,μόνο 48 εκ των χιλίων και πλέον καταγεγραμμένων κλοπιμαίων. Προφανώς για άλλη μία φορά,η πατρίδα μας,εβρέθη με ήσσονα διεκδικητική διάθεση να απεμπολεί ουσιαστικώς την κληρονομιά της.
Με δεδομένη την παρακμιακή διαχείριση του διαχρονικού αμυθήτου πλούτου της πολιτιστικής κληρονομιάς και τον τρόπο που τον διαχειρίζεται η νύν κυβέρνηση,οι σκέψεις για την μή διαπραγματευτική προσπάθεια,υπερέχουν.
Κοινώς,εχαρίσθησαν στους απογόνους των <κλεφτών>, αυτά που αιτούντο,χωρίς να παραδώσουν όλα τα κλοπιμαία,ως όφειλαν.
Η παρακμή της χώρας και οι διάφορες εκφάνσεις της
Στις 5/10/2026,στον κεντρικό Έβρο,στα ορεινά του δήμου Σουφλίου και στην περιοχή της Ρούσσας,και των γύρω οικισμών των Πομάκων,ξέσπασε πυρκαγιά που δημοσιογραφικές πληροφορίες την θέλουν να έρχεται από την Βουλγαρία,από την ιδιαιτέρως αραιοκατοικημένη περιοχή της Β.Θράκης .Η φωτιά εξαπλώθηκε σε μεγάλη έκταση και οι Ελληνικές δυνάμεις της πυροσβεστικής δεν κατάφεραν να την ελέγξουν άμεσα,έστω και αν υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση. Καθοριστικό ρόλο για την επέκταση της, έπαιξε η ολιγωρία της κινητοποιήσεως των γειτόνων και τα πτωχά κατασβεστικά μέσα που διέθεσαν.
Η φωτιά εξεδηλώθη σε αραιοκατοικημένη περιοχή στην γείτονα,στην δε Ελληνική περιοχή υπήρξε υφέρπουσα,λόγω του ότι και εκεί τα δάση παραμένουν ακαθάριστα από το συγκεντρωθέν σε μεγάλες ποσότητες πούσι,που καίγεται εύκολα,αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει βούληση να καθαρισθεί.
Εντυπωσιάζει ο χρόνος εκδηλώσεως της φωτιάς.
Συμφώνως με την ανακοίνωση του αντιπεριφερειάρχου Έβρου,η ενοικίαση των τριών πυροσβεστικών αεροσκαφών,που εστάθμευαν στον αερολιμένα ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ της Αλεξανδρουπόλεως,έληξε την 2α Οκτωβρίου.
Λαμβανομένου υπ΄όψιν,ότι η φωτιά ήτο έρπουσα,υπάρχουν υπόνοιες,για εμπρισμό εκούσιο λαθρομεταναστών.
Η υπόνοια αυτή και μόνον,οδηγεί σε συνθετότερες σκέψεις,δεδομένου ότι,προσφάτως στην Ρούσα,με την πρέπουσα δημοσιότητα,έγινε η εκδήλωση της αναγνωρίσεως ως θρησκευτικής μειονότητος αυτοδιοικουμένης,των Αλεβιτών Μπεκτασήδων,από την πολιτεία ,που το προξενείο της Κομοτηνής με τον σκοτεινό του διαχρονικά ρόλο,δεν το επιθυμούσε καθόλου. Οι κάτοικοι του ορεινού όγκου του Σουφλίου,Πομάκοι στην πλειοψηφία τους με ίδιο γλωσσικό ιδίωμα με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και βαθύτατη εθνική συνείδηση επιθυμούσαν για χρόνια την αναγνώριση αυτή.Η ύπαρξη του μοναστηριού- τεκέ του Σείντ Αλή Σουλτάν ,από το 1400 μχ,αποτελεί τον ευκτήριο οίκο τους και εκεί προσεύχονται μαζί άνδρες και γυναίκες. Οι ίδιοι,αν και ανήκοντες στην ευρύτερη μουσουλμανική μειονότητα,τρώνε χοιρινό και πίνουν κρασί ,ούζο και τσίπουρο,ενώ απαγορεύεται η πολυγαμία.
Υπαρχούσης της διαχρονικής ασφυκτικής πιέσεως από το Τουρκικό προξενείο,για έλεγχο των Ελλήνων της θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητος,καλό είναι να ελέγξει η κυβέρνηση,μήπως η εκδήλωση της φωτιάς στην συγκεκριμένη περιοχή ήτο εσκεμμένη τιμωρητική αντίδραση. Άλλωστε σε μία ευνομουμένη πολιτεία, υπάρχοντος του προκλητικού κλίματος από την Τουρκία και των ευκαιριών που δίδει στους πολίτες της ,μέσω τραπεζικών δανείων,εξαγοράς κτημάτων στον Έβρο,καλό είναι να προλαμβάνονται επιδιώξεις του είδους .
Διαρκές το αίτημα των Πομάκων της Θράκης για διδασκαλία της Ελληνικής και Πομακικής γλώσσης,αντί της Τουρκικής
Στα πλαίσια της επιβαλλομένης εγρηγόρσεως,το αίτημα των Ελλήνων Πομάκων ,να πάψουν να διδάσκονται υποχρεωτικώς την Τουρκική γλώσσα και να διδάσκονται ως Έλληνες μόνον την Ελληνική και την Πομακική,οφείλει να το ασπασθεί η κυβέρνηση.
Άλλως η ρήση του του Ο.Ελύτη: ήλθαν ντυμένοι φίλοι,αμέτρητες φορές οι εχθροί μου,το παμπάλαιο χώμα πατώντας,και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με την φτέρνα τους..
θα επιβεβαιωθεί από ανικάνους να εκτιμήσουν και να κυβερνήσουν τον ευλογημένο αυτό τόπο.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
