Ιστορία - Πολιτισμός
Καππαδόκες, Αρμένιοι και Έλληνες στην ανατολική Βυζαντινή Μικρά Ασία: μια εθνολογική προσέγγιση

Κατά τον 4ο αι. π.Χ., πριν τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Μικρά Ασία ήταν μία πολυφυλετική περιοχή κατοικημένη από αρκετούς λαούς με διαφορετική καταγωγή. Η Ιωνία, η Αιολίδα, η Δωρίδα, η Τρωάδα και οι ακτές της Παμφυλίας και της Κιλικίας είχαν ελληνικό πληθυσμό. Οι Καππαδόκες της καθαυτό Καππαδοκίας και του δυτικού Πόντου μιλούσαν διάφορες «υβριδικές» φρυγικές, ιρανικές, λουβικές, χουρριτικές-ουραρτικές και παλαιοκαυκάσιες διαλέκτους, όπως και οι γειτονικοί τους Αρμένιοι, αλλά ο μικτός ιρανοφρυγικός χαρακτήρας με ένα προβάδισμα του φρυγικού στοιχείου, έτεινε να επικρατήσει και στους δύο αναφερόμενους λαούς.
Έως τον 11ο αι., η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της Μικράς Ασίας μιλούσε την ελληνική γλώσσα ενώ οι περισσότεροι ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και θεωρούσαν εαυτούς Έλληνες. Ωστόσο η ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα, κυρίως η καθαυτό Καππαδοκία, η Ισαυρία και η εσωτερική Τραχεία Κιλικία, εξελληνίσθηκαν μόνο μερικώς κατά την Υστερορωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, σε αυτή την περιοχή η ελληνική γλώσσα ήταν πιθανώς η πιο διαδεδομένη, αλλά συνυπήρχε με άλλες. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι πως μόνο ένα μέρος του πληθυσμού της είχε ελληνική συνείδηση και ακολουθούσε την ορθόδοξη πίστη. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες και πολλοί ακολουθούσαν αιρετικά δόγματα βασιζόμενα στον Μοντανισμό, στον Μανιχαϊσμό, στον Μεσσαλιανισμό, στον Καθαριανισμό και αργότερα στον Παυλικιανισμό και άλλες παρεμφερείς διδασκαλίες. Επιπρόσθετα, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες των 8ου-11ου μΧ εγκατέστησαν στην ίδια περιοχή πολυάριθμους αρμενικούς πληθυσμούς, καθώς και συριακούς (αραμαϊκούς), κοπτικούς (Αιγυπτίους χριστιανούς), κουρδικούς, αραβικούς κ.ά., οι οποίοι δεν ήταν ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι.
Παρά τη συντριπτική βυζαντινή στρατιωτική υπερίσχυση επί των Παυλικιανών οι οποίοι είχαν συνταράξει με τη δράση τους την ανατολική Μικρά Ασία, φαίνεται πως μεγάλα τμήματα της Καππαδοκίας, Λυκαονίας, Ισαυρίας και Κιλικίας συνέχισαν να κατοικούνται από αιρετικούς ή κρυπτοαιρετικούς πληθυσμούς έως την τουρκική εισβολή του 11ου αι. Τον 11ο αι., οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να επιβάλουν σε αυτούς το ορθόδοξο δόγμα της συνόδου της Χαλκηδόνος, προκαλώντας τη μήνη τους και ωθώντας τους στη συνεργασία με τους Σελτζούκους.
Η γλωσσολογία μας παρέχει σημαντικά στοιχεία σχετικά με την πυκνότητα των αναφερόμενων μη-ελληνικών (και κυρίως μη-ορθοδόξων) πληθυσμών στην ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα. Η αρμενική γλώσσα ομιλείτο ευρέως στην περιοχή, παράλληλα με την επικρατούσα ελληνική. Στα βυζαντινά εδάφη ανατολικά του ποταμού Ευφράτη (τα οποία δεν ανήκουν γεωγραφικά στη Μικρά Ασία) επικρατούσε η αρμενική, η κουρδική και η λαζική γλώσσα, των οποίων οι φορείς ήταν γηγενείς. Εντούτοις, οι μελετητές αποδίδουν συχνά τη χρήση της αρμενικής γλώσσας στην Καππαδοκία και σε άλλες περιοχές δυτικά του Ευφράτη, στις προαναφερόμενες μετεγκαταστάσεις Αρμενίων των 8ου-11ου αι. Παρότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις ήταν πράγματι πυκνές και ενίσχυσαν σημαντικά την αρμενική παρουσία στην ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα, θεωρούμε ότι η «αρμενική» γλώσσα η οποία ομιλείτο εκεί, είχε ως φορείς τους γηγενείς Καππαδόκες (αντίθετα, οι αρμενόφωνοι της Κιλικίας και του Πόντου ήταν επήλυδες, ξενόφερτοι δηλαδή, από την Αρμενία).
Μερικές φρυγικές φυλές, χρησιμοποιώντας τη Φρυγία σαν ορμητήριο, κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Καππαδοκίας εμφυτεύοντας σε αυτήν τη φρυγική γλώσσα τους. Ανάμεσα τους βρίσκονταν και οι Μούσκοι (Mushki) των Ασσυριακών πηγών. Οι Πρωτο-Αρμένιοι ήταν άλλος φρυγικός κλάδος ο οποίος εγκαταστάθηκε πέρα από την Καππαδοκία, στα ανατολικά του Ευφράτη, και αποτέλεσε τη βάση του σύγχρονου αρμενικού έθνους. Οι Πέρσες και οι άλλοι Ιρανοί αποκαλούσαν «Αρμίνα» την Αρμενία και τους Αρμένιους, το οποίο όνομα θεωρείται ότι ανήκε στους εισβάλλοντες Φρύγες (μερικοί μελετητές θεωρούν ότι οι εν λόγω Φρύγες ήταν οι Μούσκοι). Ωστόσο οι σύγχρονοι Αρμένιοι χρησιμοποιούν το εθνωνύμιο «Χαγέρ» (Hayer) του προαρμενικού πληθυσμού, δηλαδή των Ουραρντού και Χουρριτών κατοίκων της χώρας Άζζι-Χαγιάσα (Azzi-Hayassa) των χιττιτικών αρχείων. Το σύγχρονο εθνωνύμιο τους υποδεικνύει ότι ο προφρυγικός πληθυσμός διατήρησε σημαντικό ρόλο στο νέο έθνος που δημιουργήθηκε και δεν υποτάχθηκε στους νεοφερμένους Φρύγες αλλά πιθανώς ενώθηκε μαζί τους μετά από συμβιβασμό.
Παρότι οι παλαϊκές, χιττιτικές, ουραρτικές και χουρριτικές διάλεκτοι των προ-φρυγικών γηγενών της Καππαδοκίας και της Αρμενίας επιβίωσαν για αρκετούς αιώνες, η νεοφερμένη φρυγική επικράτησε στις δύο χώρες – δείγμα της ζωτικότητας των μάλλον ολιγάριθμων Φρυγών. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η στενή συγγένεια των γλωσσών των καθαυτό Φρυγών (της Μεγάλης Φρυγίας), των Καππαδόκων και των Αρμενίων της Ρωμαϊκής Περιόδου. Ωστόσο, στις χώρες των δύο τελευταίων ένα ισχυρό ιρανικό στοιχείο είχε παρεισφρύσει λίγο μετά τους Φρύγες και κατά τη διάρκεια της αχαιμενιδικής κυριαρχίας, λόγω της εγκατάστασης πολλών Σκυθών, Σακών, Περσών, Μήδων, Ματιηνών, Σαγαρτίων και άλλων Ιρανών. Το ιρανικό στοιχείο αναμείχθηκε με το φρυγικό, με αποτέλεσμα οι ιστορικοί Καππαδόκες και Αρμένιοι να αποκτήσουν έναν μικτό ιρανοφρυγικό χαρακτήρα στη γλώσσα και τον πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως λόγω της έντονης αρχαίας ιρανικής παρουσίας στην Αρμενία, οι παλαιότεροι εθνολόγοι των 19ου-20ου αιώνων είχαν θεωρήσει τους αρχαίους Αρμενίους ως Ιρανούς, πριν εξακριβωθεί τελικά ότι επρόκειτο για φρυγικό λαό ο οποίος δέχθηκε ισχυρή ιρανική επίδραση. Ωστόσο η φρυγική προέλευση των πρωτο-Αρμενίων δεν είναι σήμερα γενικά αποδεκτή από τους επιστημονικούς κύκλους, αντίθετα υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις. Μερικοί συνεχίζουν να τους θεωρούν πρωτο-Ιρανούς ενώ πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για ιδιαίτερο Ινδοευρωπαϊκό κλάδο.
Ομοίως οι Καππαδόκες έχουν θεωρηθεί Ιρανοί από μερικούς μελετητές, ενώ και το τοπωνύμιο «Καππαδοκία» θεωρείται ιρανικό. Λόγω της ιρανικής επίδρασης, η καππαδοκική και η αρμενική γλώσσα διαχωριστήκαν σε σημαντικό βαθμό από τη «γνήσια» φρυγική της Φρυγίας, Πισιδίας και Λυκαονίας. Εντούτοις διατήρησαν τη στενή σχέση μεταξύ τους αποτελώντας ενδεχομένως απλές διαλέκτους μιας κοινής καππαδοκικής-αρμενικής γλώσσας. Η βάση της τελευταίας ήταν η αρχαία φρυγική αλλά τα ιρανικά στοιχεία ήταν πολλά, κυρίως στο λεξιλόγιο.
Η ελληνική γλωσσική και πολιτισμική επιρροή έφθασε στην Καππαδοκία και την Αρμενία κυρίως με τον εκχριστιανισμό των λαών τους (πρώτοι μεταχριστιανικοί αιώνες). Η Καππαδοκία είχε δεχθεί έντονη ελληνική επίδραση νωρίτερα, κατά την Ελληνιστική Περίοδο, αλλά ο εξελληνισμός της υπήρξε επιφανειακός και αφορούσε κυρίως ένα μέρος της αριστοκρατίας της. Ωστόσο, είχε προετοιμασθεί το πρόσφορο έδαφος για τον εξελληνισμό πολλών Καππαδόκων κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους και κατά τη Βυζαντινή Περίοδο. Από την άλλη πλευρά, πολλοί Καππαδόκες διατήρησαν τη μητρική τους γλώσσα παρότι εκχριστιανίσθηκαν, πιθανώς επηρεαζόμενοι από τους Αρμένιους συγγενείς τους. Οι Αρμένιοι εκχριστιανίσθηκαν χωρίς να εξελληνισθούν ποτέ. Μάλιστα η απόρριψη της συνόδου του 453 μΧ από την αρμενική εκκλησία, μπορεί να θεωρηθεί κάλλιστα ως εθνική εκδήλωση της αρμενικής εθνικής ταυτότητας έναντι της Ελληνικής Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Επίσης η αίρεση του Παυλικιανισμού στηρίχθηκε κυρίως σε Αρμένιους, Καππαδόκες και Αραμαίους (Σύριους) πιστούς. Με την πάροδο των αιώνων, το εθνωνύμιο «Καππαδόκης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον ελληνόφωνο ορθόδοξο χριστιανό της Καππαδοκίας και όχι τον κάτοικο της χώρας που μιλούσε την ιθαγενή γλώσσα, δείγμα ότι οι περισσότεροι Καππαδόκες είχαν εξελληνισθεί και ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα, τουλάχιστον επιφανειακά. Αυτό συνέβη όχι τόσο με τη δημογραφική αύξηση των τελευταίων, αλλά λόγω της μείωσης του άλλου εθνικού στοιχείου της Καππαδοκίας το οποίο υπέστη μεγάλες απώλειες από τους γνωστούς εκτοπισμούς και εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Βυζαντινού Στρατού σε βάρος διαφόρων αιρετικών, κυρίως των Παυλικιανών. Η παρουσία τους στην Καππαδοκία συνιστούσε απειλή για την αυτοκρατορία επειδή δεν δίσταζαν να έλθουν σε συνεννόηση με τους μουσουλμάνους της άλλης πλευράς των συνόρων.
Ωστόσο, οι μη-ελληνόφωνοι Καππαδόκες παρέμεναν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της περιοχής και έπρεπε να επιλέξουν νέα εθνική ταυτότητα, αφού όπως είδαμε η καππαδοκική ταυτότητα δεν υπήρχε πλέον με την αρχαία της έννοια. Έτσι, άρχισαν να ταυτίζονται με τους Αρμένιους με τους οποίους όπως είδαμε μιλούσαν μια συγγενική γλώσσα. Αυτή η ταύτιση επιτάθηκε με την εγκατάσταση κατά τη Βυζαντινή περίοδο πολυάριθμων Αρμένιων στη χώρα τους. Με αυτόν τον τρόπο, έως τη Μεσοβυζαντινή Περίοδο ο αρχαίος καππαδοκικός πληθυσμός διαχωρίστηκε σε «Έλληνες» οι οποίοι ακολουθούσαν κυρίως το ορθόδοξο δόγμα της Κωνσταντινούπολης, και σε «Αρμένιους» οι οποίοι είχαν τάσεις θρησκευτικής, πολιτισμικής και πολιτικής ανεξαρτησίας από την Κωνσταντινούπολη. Μπορεί να εκτιμηθεί ότι οι πρώτοι πλειοψηφούσαν σχεδόν σε όλα τα αστικά κέντρα (Καισάρεια, Σεβάστεια, Ευχαϊτα, Αμάσεια, Κολωνεία, Ναζιανζος, Νυσσα, Σεβαστόπολις κ.ά.) ενώ οι δεύτεροι πλειοψηφούσαν στην ανατολική καππαδοκική ενδοχώρα, από τα συγκεκριμένα κέντρα έως τον Ευφρατη. Αυτός ο διαχωρισμός των πληθυσμών της περιοχής συνεχίσθηκε και κατά την Τουρκοκρατία. Παρότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξισλαμίσθηκε, η ελληνική ορθόδοξη κοινότητα της Καππαδοκίας παρέμεινε σημαντική αριθμητικά και συμπαγής έως τις αρχές του 20ου αι., παρότι πολλά μέλη της μιλούσαν πλέον την τουρκική γλώσσα. Παράλληλα η Καππαδοκία διατηρούσε έως την ίδια εποχή σημαντική αρμενική κοινότητα, η οποία ενισχυόταν με αφίξεις από τη μητροπολιτική Αρμενία και την Κιλικία, και είναι ελκυστικό να υποθέσουμε ότι αρκετοί από τους «Αρμένιους» της κατάγονταν από όσους αρχαίους Καππαδόκες δεν υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα.
Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της Καππαδοκίας διατήρησαν με πείσμα την εθνική ταυτότητά τους και τη χριστιανική θρησκεία τους, παρότι η χώρα υπήρξε η πρώτη μικρασιατική περιοχή που βρέθηκε υπό τουρκική κυριαρχία. Σε αυτό το επίτευγμα βοηθήθηκαν από τα ακόλουθα πλεονεκτήματα. Πρώτον, η ταχεία τουρκική κατάκτηση της Καππαδοκίας εξασφάλισε τη σχετική ηρεμία της.
Δεύτερον, οι Σελτζούκοι και οι Καραμάνιοι (Κούρδοι της Καππαδοκίας) σουλτάνοι ήταν γενικά ανεκτικοί με τους τοπικούς χριστιανούς. Τρίτον, οι άγριες τουρκομανικές φυλές χρησιμοποιούσαν την περιοχή συνήθως μόνο για τη διάβαση τους προς τη δυτική Μικρά Ασία, η οποία ήταν πλουσιότερη από την ανατολική και υπέφερε περισσότερο από τις επιδρομές τους οι οποίες απέβλεπαν στην αρπαγή αγαθών και ανθρώπων. Ωστόσο, οι Καππαδόκες χριστιανοί έγιναν στόχος διωγμών του ύστερου σουλτανικού καθεστώτος και των Νεοτούρκων, υφιστάμενοι σφαγές, εξοντωτικούς εκτοπισμούς και άλλες αγριότητες.
Το 1923, οι επιζώντες Έλληνες της Καππαδοκίας κατέφυγαν στο Ελληνικό Κράτος κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία, ενώ λίγοι από τους Αρμενίους της Καππαδοκίας είχαν προλάβει να διασωθούν από τη Γενοκτονία του λαού τους, βρίσκοντας καταφύγιο στη ρωσική επικράτεια. Κατέφυγαν κυρίως στην Αρμενία του Καυκάσου (σύγχρονη Αρμενία).
Τέλος, όσον αφορά τους μη-ελληνικούς και μη-αρμενικούς πληθυσμούς της ανατολικής Μικράς Ασίας, θα επισημάνουμε την επιβίωση έως τη Μεσοβυζαντινή περίοδο λουβιόφωνων στην Ισαυρία και την ορεινή Κιλικία (οι οποίοι τελικά εξελληνίσθηκαν) και την επιβίωση έως σήμερα καρθβελικών/παλαιοκαυκάσιων (κυρίως Λαζών) στον ανατολικό Πόντο.
Αρκετοί από τους κατοίκους της ανατολικής μικρασιατικής ενδοχώρας είχαν τάσεις ανεξάρτητης πορείας από το Βυζάντιο, οφειλόμενες στις εθνολογικές και θρησκευτικές καταβολές τους.
Όταν η Αυτοκρατορία παρήκμασε και τους υπέβαλε σε υπέρμετρη φορολόγηση προκειμένου να καλύψει τις πιεστικές ανάγκες της, θεώρησαν πως δεν υπήρχε τίποτα που να τους κρατάει συνδεδεμένους με αυτήν. Είναι γνωστό ότι τον 11ο αιώνα πολλοί είδαν τους Σελτζούκους ως ελευθερωτές. Ο προσεταιρισμός των αναφερόμενων πληθυσμών και η κατάληψη των ανατολικών μικρασιατικών υψιπέδων αποτέλεσε το αποφασιστικό έρεισμα των Τούρκων για τη σταδιακή κατάκτηση όλης της Μικράς Ασίας.
Με την κατάκτηση της ορεινής, απρόσιτης και γεωφυσικά προστατευμένης ανατολικής μικρασιατικής ενδοχώρας, οι Τούρκοι απέκτησαν ένα φυσικό οχυρό και ορμητήριο από το οποίο μπορούσαν να σαρώνουν με επιδρομές τη δυτική και τη βόρεια Μικρά Ασία και την πεδινή Κιλικία, να ερημώνουν αυτές τις περιοχές και να τις εποικίζουν βαθμιαία με Τουρκομάνους. Η κατάκτηση της περιοχής αυτής το 1071 μ.Χ. από τους Σελτζούκους, μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ, σε συνδυασμό με τους πολλούς εσωτερικούς παράγοντες παρακμής της Αυτοκρατορίας, οδήγησε στη σταδιακή απώλεια της Μικράς Ασίας και εντέλει όλων των βυζαντινών εδαφών.
*O Περικλής Δεληγιάννης είναι πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ, γεννήθηκε και κατοικεί στην Αθήνα και ασχολείται συστηματικά με την ιστορική έρευνα και συγγραφή. Έχει δημοσιεύσει αρκετές ιστορικές μελέτες, ένα ιστορικό μυθιστόρημα και αρκετές δεκάδες άρθρα σε περιοδικές εκδόσεις ιστορικού περιεχομένου (ιστορία εικονογραφημένη, ιστορικά θέματα κ.α.).
Πηγή: Αρμενικά, Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2015, τεύχος 87
Περικλής Δεληγιάννης
Ελεύθερος Αρθρογράφος
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
GEOPOLITICO
Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς
Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.
Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.
Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη
Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.
Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.
Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό
Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.
Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.
Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.
Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.
Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.
Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.
Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.
Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.
Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.
Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.
Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή
Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.
Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.
Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης
Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.
Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.
Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.
Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;
Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.
Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση
Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.
Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.
Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
