Αναλύσεις
Τα 5 θανάσιμα αμαρτήματα της ΝΔ που υποθηκεύουν Ιόνιο και Αιγαίο
Σταύρος Καλεντερίδης – διεθνολόγος
stavros.kal@gmail.com
Οι προθέσεις της νέας κυβέρνησης ΝΔ άρχισαν να διαφαίνονται από τις πρώτες κιόλας μέρες, όταν τον Ιούλιο του ’19 ο νέος ΥΠΕΞ, μην μπορώντας να συγκρατηθεί κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον για την επίδοση διαπιστευτηρίων, έσπευσε να κάνει σαφείς αναφορές για «συνεκμετάλλευση» του εθνικού μας πλούτου με τους Τούρκους.
Το πλέον αξιοσημείωτο είναι πως έκτοτε, όλες οι πράξεις της κυβέρνησης, όπως εν τέλει αποδεικνύεται, αποτέλεσαν φωτογραφικού τύπου παραχωρήσεις, οι οποίες ταυτίζονταν και νομιμοποιούσαν τα παράλογα και επιθετικά αιτήματα της Τουρκίας. Το συμπέρασμα αυτό είναι αδιαμφισβήτητα συγκλονιστικό και ξεγυμνώνει το πολιτικό μας σύστημα, ως βαθιά ανθελληνικό και επικίνδυνο.
Με άλλα λόγια, η ελληνική κυβέρνηση, ως δούρειος ίππος, έπαιξε βήμα-βήμα το παιχνίδι της Άγκυρας εντός της χώρας μας, παραχωρώντας το ένα εθνικό δικαίωμα μετά το άλλο.
Ας εξετάσουμε τα σταδιακά βήματα νομιμοποίησης των τουρκικών θέσεων:
- Ιταλία
Στις 9/6/20 υπεγράφη η Συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία. Επρόκειτο αδιαμφισβήτητα για την πρώτη κατά σειρά μειοδοτική πολιτική επί εθνικών θεμάτων της νέας κυβέρνησης. Ενισχύοντας επί της ουσίας τις πάγιες τουρκικές θέσεις, η χώρα μας για πρώτη φορά στην ιστορία της αποδέχθηκε μειωμένη επήρεια ΑΟΖ στα Ελληνικά νησιά (Διαπόντιοι νήσοι και Στροφάδες), κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και του εθνικού μας συμφέροντος.
Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση αναγνώρισε «ειδικά συμφέροντα» στους Ιταλούς ψαράδες, εντός της Ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης. Πρόκειται για παραχώρηση εντός της σκληρής Ελληνικής κυριαρχίας, μιας και τα χωρικά ύδατα αποτελούν εθνικό έδαφος. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της δουλείας που υπογράψαμε, είναι σαν να παραχωρούσαμε το δικαίωμα στους Ιταλούς αγρότες να μαζεύουν τις ελιές από το κέντρο της Αθήνας. Και αυτό βέβαια, δεσμεύοντας γενιές ολόκληρες Ελλήνων, άνευ παραμικρής δημοκρατικής νομιμοποίησης από τους πολίτες.
Πρόκειται λοιπόν περί εκχώρησης και απώλειας εθνικής κυριαρχίας, με οικειοθελή παράδοση των δικαιωμάτων τα οποία εξασφαλίζει στην Ελλάδα το διεθνές δίκαιο.
Κυρίως όμως, πρόκειται για ένα μοντέλο συμφωνίας, όπως επιβεβαίωσε και ο πρωθυπουργός στο συνέδριο των Δελφών, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο για τη συμφωνία με την Τουρκία. Τι σημαίνει αυτό; Φωτογραφική αναγνώριση των «ειδικών προνομίων» που μπορεί να παραχωρήσει η ΝΔ στους τούρκους ψαράδες στο Αιγαίο, κάτι το οποίο αποτελεί διαχρονική θέση και απαίτηση της Τουρκίας.
- Αίγυπτος
Στις 6/8/20 υπεγράφη η Συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Και σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση συντάχθηκε πλήρως με την ιμπεριαλιστική τουρκική γραμμή για το Αιγαίο. Αρχικά, με την ταυτόχρονη απόδοση μερικής επήρειας ΑΟΖ στο μεγαλύτερό μας νησί, την Κρήτη, και μηδενικής επήρειας στη Χρυσή και το Κουφονήσι, η Ελλάδα γκρίζαρε de facto τις θάλασσες ανατολικά της Ρόδου. Η μειωμένη επήρεια της Κρήτης, της Ρόδου και των λοιπών νησιών, συντάσσεται με την τουρκική θέση της «αναλογικότητας», εγκαταλείποντας την αρχή της μέσης γραμμής για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Η μέση γραμμή αποτελούσε διαχρονική θέση, αλλά και ιστορική κόκκινη γραμμή της Ελλάδας, την οποία υποστήριξαν όλες οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, η μηδενική επήρεια στο Κουφονήσι των 5,5 τ.μ., φωτογραφίζει το Καστελόριζο των 12 τ.μ., παραδίδοντάς το, βορά στα σαγόνια του αδηφάγου τουρκικού επεκτατισμού.
Η Ελληνική περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, εγκαταλείφθηκε, είτε σε διμερή οριοθέτηση Τουρκίας – Αιγύπτου, είτε στις μονομερείς κινήσεις της Τουρκίας, όπως απέδειξε de facto η εισβολή και ανενόχλητη επέλαση του Oruc Reis στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, για έναν μήνα.
Συγκεφαλαιώνοντας, μέσω της συμφωνίας με την Αίγυπτο και σε συνέχεια της Ελληνο-Ιταλικής συμφωνίας, η Ελλάδα 1) ενίσχυσε περαιτέρω την αδιανόητη και παράλογη τουρκική θέση περί μηδαμινής και περιορισμένης επήρειας ΑΟΖ των Ελληνικών νησιών, και 2) έκλεισε το μάτι σε μια διμερή οριοθέτηση με την Τουρκία βάσει της αρχής της «ευθυδικίας» και της «αναλογικότητας» που επιθυμούν οι Τούρκοι, και όχι βάσει της μέσης γραμμής, που αποτελούσε εθνική μας θέση μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, η παράνομη, βάσει του διεθνούς δικαίου, τμηματική οριοθέτηση με την Αίγυπτο, ανοίγει το έδαφος για τμηματικές υποχωρήσεις στην Τουρκία, στις λεγόμενες «αμφισβητούμενες» περιοχές.
- Γαλλία
Στις 20/7/20 η ελληνική κυβέρνηση, κατόπιν υποδείξεως της Γερμανίας, «τορπίλισε» την προσφερόμενη αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία, η οποία όπως απεδείχθη, περιλάμβανε και σαφή ρήτρα «αμυντικής» συνδρομής. Για την αυτοκτονική αυτή απόφαση, η κυβέρνηση υποστήριξε ψευδείς και στρεψόδικες οικονομικές δικαιολογίες, οι οποίες κατέρρευσαν άμεσα. Όλα αυτά συνέβησαν εν μέσω ελληνοτουρκικής κρίσης και καθώς η πατρίδα μας αντιμετώπιζε θανάσιμη εθνική απειλή από την Τουρκία.
Όμως και αυτή η πράξη του δράματος, συντάσσεται και εξυπηρετεί την τουρκική ατζέντα, μιας και η Άγκυρα επιδιώκει την στρατιωτική απομόνωση της Ελλάδας και την περιφερειακή περιθωριοποίηση και υποβάθμισή της, στρατηγικά και αμυντικά.
- Νομιμοποίηση γκρίζων ζωνών
Στις 26/8/20 ο πρωθυπουργός προανήγγειλε νομοσχέδιο με το οποίο η χώρα μας θα επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη, αποκλειστικά προς δυσμάς, από τα 6 στα 12 μίλια, αναγνωρίζοντας πλήρως τη θέση των τούρκων επιτελών, περί «ιδιαιτερότητας» Αιγαίου, ειδικών συνθηκών και γκρίζων ζωνών. Οι υπεκφυγές και οι θολές απαντήσεις του πρωθυπουργού σε σχετική ερώτηση στη ΔΕΘ, επιβεβαιώνουν τα χειρότερα σενάρια για την πατρίδα μας. Είχε προηγηθεί νωρίτερα άρθρο του σε διεθνή ειδησεογραφικά μέσα, στο οποίο ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην ελληνική ΑΟΖ ως «περιοχή της Αν. Μεσογείου στην οποία τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία διεκδικούν δικαιώματα και η οποία δεν έχει ακόμη οριοθετηθεί». Εν αντιθέσει με αυτά που υποστηρίζει ή νομίζει ο πρωθυπουργός, με βάση το διεθνές δίκαιο, στην εν λόγω περιοχή κυριαρχικά δικαιώματα έχει μόνο η Ελλάδα και τα διαθέτει ipso facto.
Δυστυχώς με τα ανωτέρω, ο πρωθυπουργός αποδέχθηκε για ακόμα μια φορά την τουρκική επιχειρηματολογία, υπονομεύοντας παράλληλα τις εθνικές μας θέσεις.
- Βερολίνο
Στις 13/7/20 στο Βερολίνο, υπήρξε, κατ’ ομολογία του πρωθυπουργού, μυστική «έγγραφη συμφωνία» μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Εκεί η Ελλάδα φαίνεται πως έσπασε ένα ακόμα ταμπού, υπογράφοντας μερική αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών, και της έως τώρα επίσημης θέσης του ΥΠΕΞ.
Πρόκειται για μία κίνηση που θυμίζει έντονα την απόσυρση της μεραρχίας από τη Μεγαλόνησο το ’67, λίγα χρόνια πριν τον Αττίλα.
Όπως φοβόντουσαν όλοι, στο Βερολίνο, η κυβέρνηση έκατσε σε στημένο γερμανικό τραπέζι, δεσμευόμενη μέχρι και να απέχει από έρευνες νοτίως της Κρήτης, εξυπηρετώντας πλήρως τις γερμανικές και τουρκικές βλέψεις για την περιοχή. Ακόμα και αν η εν λόγω γραπτή συμφωνία καταπατήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι συνειδητοποίησαν πως η ηττοπαθής Αθήνα θα ενέδιδε σε περαιτέρω διεκδικήσεις, παραμένει ωστόσο ένα επίσημο έγγραφο το οποίο αποδυναμώνει την πολιτική και διπλωματική ισχύ της Ελλάδας. Τέλος, μας αποδυναμώνει και νομικά, μιας και θα προστεθεί και αυτή στον περίφημο φάκελο, τον οποίο θα ανοίξουν οι δικαστές του μέλλοντος για να τελεσιδικήσουν, σε περίπτωση διαιτησίας ή διεθνούς δικαστηρίου.
Τα ανωτέρω 5 θανάσιμα αμαρτήματα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, κατατείνουν εν συνόλω στην ισχυροποίηση των τουρκικών επιχειρημάτων έναντι της πατρίδας μας. Ταυτόχρονα, ανοίγουν την όρεξη και προκαλούν νέο κύκλο διεκδικήσεων της τουρκικής επιθετικότητας, μιας και η Άγκυρα συνειδητοποιεί πως λαμβάνει αμαχητί ό,τι απαιτήσει από την Αθήνα. Οι καταστροφικές αποφάσεις, συμφωνίες και πράξεις, παρουσιάστηκαν δε ως ιστορικές νίκες, από ένα κυριολεκτικά εξαγορασμένο δημοσιογραφικό κύκλωμα, το οποίο έλαβε τα χρήματα των φορολογουμένων για την καμπάνια ενημέρωσης για την υγειονομική κρίση, και τα μετέτρεψε σε ξέπλυμα και επικοινωνιακές «πλάτες» στις αντεθνικές πολιτικές της κυβέρνησης που μίκρυναν την Ελλάδα.
Οι ευθύνες για το «μασάζ» και την πλύση εγκεφάλου, υπέρ της παράδοσης άνευ όρων που επιχειρείται και καλλιεργείται στους πολίτες, είναι μεγάλες και διαμοιράζονται στην πολιτική, δημοσιογραφική και ακαδημαϊκή ελίτ της χώρας μας.
Χρέος και ευθύνη της υγιούς και πατριωτικής κοινωνίας είναι η οργάνωση για αντίσταση και ανάσχεση των ολέθριων κυβερνητικών μεθοδεύσεων.
GEOPOLITICO
Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει
Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό ζητούμενο: μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, θεσμούς που προστατεύουν τα εθνικά θέματα από την κομματική εκμετάλλευση και σοβαρή προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στον αιώνα, κατά τον οποίο διανύουμε, τον 21ο, στεκόμαστε μπροστά σε μία πολιτική διελκυστίνδα ανάμεσα σε έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μία υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων που αναπόφευκτα οργανώνεται σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση. Σ’ αυτή τη συγκυρία, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν τείνει να διαλύεται σε υπερεθνικά μορφώματα αλλά βρίσκεται αντιμέτωπο με τον νέο ιστορικό του ρόλο. Στην ιστορική πορεία που διένυσε το έθνος, σταθμοί του οποίου ήταν το αστικό έθνος του 19ου αιώνα και εκδοχές του κομμουνιστικού εθνικισμού του 20ου αιώνα, τώρα καλείται να εξασφαλίσει μία θέση σε μία πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία∙ αίτημα που όλο και πιο στενά συναρθρώνεται με το αίτημα της στοιχειώδους διαβίωσης του πληθυσμού.
Τα σοβαρά πολιτικά ερωτήματα, στα οποία κάθε έθνος καλείται να απαντήσει είναι ο προσδιορισμός των προϋποθέσεων για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής και ο τρόπος, με τον οποίο είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει, στο πλαίσιο του δυνατού, οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες αλλαγές στην πολιτική συγκυρία.
Το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και η συνακόλουθη πολιτική επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοοικονομικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων δεν έχουν καθόλου ξεπεραστεί πρακτικά ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Η άποψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου και της ηθικής θα μπορούσαν αφεαυτού τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές οντότητες είναι ολότελα εσφαλμένη και δεν διαθέτει κανένα πολιτικό ή ιστορικό έρεισμα. Μάλιστα, η ίδια η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει το αντίθετο: η ίδια η πολιτική συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων (ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών) μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδεικνύει ότι καθόλου δεν θεωρούν πως η συγχώνευση των οικονομιών θα καταλύσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει οριστικά τους εθνικούς ανταγωνισμούς [21].
Το έθνος λοιπόν, όχι απλώς δεν έχει ξεπεραστεί αλλά θα κληθεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα των νέων καιρών υπό τη μορφή του κυρίαρχου κράτους. Η κρατική οργάνωση αποτελεί, και στο μέλλον θα ενταθεί η λειτουργία του αυτή, το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών εν όψει της διαρκούς πολιτικής αβεβαιότητας που θα επιφέρει η επίκληση των αρχών της «οικουμενικής ηθικής» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Το έθνος μόνο ως κράτος, δηλαδή ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί να επιτελέσει τις παρακάτω τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες του:
ως μικρό ή μεγάλο έθνος να αντισταθεί στις ερμηνείες οικουμενικών αρχών, τις οποίες θεωρεί προκάλυμμα για επεκτατικές ορέξεις ξένων ισχυρών εθνών
ως μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και το σύνολο της διεθνούς κοινότητας
ως μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα ισχυρό έθνος εφόσον και τα δύο αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος [22]
Καταλήγοντας στα καθ’ ημάς, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει πρωτίστως το έλλειμα μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, οι βασικές αιτίες του οποίου εντοπίζονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και την εμπλοκή σε ανεδαφικά ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος απέτυχε να θωρακίσει το πολιτικό σύστημα θεσμικά ώστε τα εθνικά θέματα να μην υπόκεινται στην αήθη κομματική εκμετάλλευση και το εθνικό μας κράτος, εξαρχής ακρωτηριασμένο εδαφικά σε σχέση με το σύνολο του έθνους, προσπάθησε να αναπληρώσει την ιστορική, θεσμική και πολιτική του καχεξία με αυτάρεσκους μύθους.
Κάθε ουσιαστική στρατηγική συζήτηση οφείλει να παραμερίσει οποιουδήποτε είδους ιδεολογήματα και να μην υιοθετεί άκριτα συνθήματα∙ για παράδειγμα, να μην ταυτίζει τη «Δύση» με την «τεχνική» και τη «λατρεία της ύλης», στην οποία αντιπαρατίθεται το «πνεύμα» και «η ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής». Ούτε και θα πρέπει να ταυτίζει τη Δύση με όλες εκείνες τις αξίες, με τις οποίες η ίδια θέλει αυτάρεσκα να ταυτίζεται: τον «ορθολογισμό», τον «διάλογο», τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Η Ελλάδα θα όφειλε να παραδειγματιστεί από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, την Αγγλία ή τις ΗΠΑ, όπου όλα τα σενάρια του πολέμου, ακόμα και τα πιο απίθανα, τίθενται στο τραπέζι των συζητήσεων και αποτελούν αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης και στάθμισης [23].
Η εποχή μας λοιπόν είναι μία εποχή εθνικής μοναξιάς, κατά την οποία οι ιδεολογικές μάσκες των «φίλων» και «συμμάχων» έχουν πέσει και έχουν αποκαλυφθεί οι πραγματικοί εχθροί πίσω από κίβδηλες «υπερεθνικές» διακηρύξεις. Καθώς κάθε φορά πεθαίνει ΜΙΑ μεμονωμένη ουτοπία και όχι Η Ουτοπία [24], είναι πια ώριμο αίτημα η διατύπωση του δικού μας οράματος για τη σύγχρονη ηθική ουτοπία: μία ισχυρή, κυρίαρχη και δημοκρατική πατρίδα.
Σημειώσεις και παραπομπές
[21] Παναγιώτης Κονδύλης, «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 151 – 179.
[22] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 39 – 48.
[23] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ιδεολογίες και ελληνική εθνική στρατηγική», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 181 – 187.
[24] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τι ήταν ο κομμουνισμός;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σελ. 149.
Βιβλιογραφία
Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 1998.
Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2007.
Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Πολιτική. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004.
Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Αθήνα: Στιγμή, 2012.
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011.
Zygmunt Bauman, Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα, Αθήνα: Έρασμος, 1998.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή
Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.
Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :
α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και
β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.
Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.
Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.
Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].
Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.
Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].
Σημειώσεις και παραπομπές
[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.
[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.
[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.
[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.
GEOPOLITICO
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ
Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.
Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.
«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.
Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.
Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.
Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.
Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.
Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.
«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.
Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.
Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.
Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.
Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.
Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.
Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.
«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.
Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»
Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.
Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.
Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.
Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.
Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.
Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής
Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.
Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.
Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.
Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.
Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.
Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.
Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.
Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.
Το μήνυμα της παρέμβασης
Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.
Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.
Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.
Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.
Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας