Ιστορία - Πολιτισμός
Κροκόδειλος Κλαδάς: Ο εκ Χιμάρας οπλαρχηγός-πρότυπο για τους επαναστάτες του 1821
Ο Κλαδάς διοικητής της Μάνης – Οι αγώνες του εναντίον των Οθωμανών – Η φυγή του στη Δύση – Η δράση του στη Β. Ήπειρο – Το τέλος του ηρωικού επαναστάτη
Με έναν ηρωικό οπλαρχηγό, ηγέτη του πρώτου επαναστατικού κινήματος εναντίον των Οθωμανών μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), τον Κροκόνδυλο ή Κροκόδειλο Κλαδά, θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας άρθρο.
Ο επαναστάτης με το περίεργο όνομα!
Ο Κροκόδειλος Κλαδάς γεννήθηκε το 1425. Καταγόταν από τη Χιμάρα (<αρχ. Χίμαιρα) (και Χειμάρρα <χείμαρρος) της Βορείου Ηπείρου. Ο πατέρας του, όπως και άλλοι με τις γειτονικές από τη Χιμάρα περιοχές, εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο και μπήκε στην υπηρεσία των Παλαιολόγων.
Για το ονοματεπώνυμο του Κροκόδειλου Κλαδά υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία στο ” Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων” του αείμνηστου Δικαίου Βαγιακάκου (1917-2016). Το επώνυμό του προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κλάδος=κλαδί, κλωνάρι (ήδη στον Ηρόδοτο υπάρχει η λέξη με αυτήν τη σημασία). Η μεταφορική σημασία της λέξης, αυτόνομο τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, απαντά στον Εμπεδοκλή.
Για το όνομα Κροκόδειλος γράφει ο Δικαίος Βαγιακάκος:<<Εκ του ουσ. κροκόδειλος… Το όνομα εχρησιμοποιήθη και ως βαπτιστικόν και ως επώνυμον υπό διάφορους τύπους, ως Κορκόδειλος, Κροκόντειλος. Ενδιαφέροντα περί του ζώου γράφει ο Ηρόδοτος, ο οποίος αναφέρει ότι εις την Αίγυπτον καλείται Χάμψα(han-emsah), κροκόδειλον δε τον ονόμασαν οι Ίωνες, οι οποίοι ενόμισαν ότι είναι το ίδιον είδος ζώου με τας σαύρας τας οποίας εκείνοι είχον εις τους τοίχους των. Ως προς την σημασίαν του ονόματος ο Αχμέτ εις το Ονειροκριτικόν του παρατηρεί ότι αρχικώς το επώνυμο εδόθη εις φονέα και απονενοημένον άνθρωπο: ” Κροκόδειλος πειρατήν ή φονέα ή ουδέν ήττον απονενοημένον άνθρωπον σημαίνει.”
Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Δικαίος Βαγιακάκος, μανιάτης στην καταγωγή, κάνει ειδική μνεία στον Κροκόδειλο Κλαδά, με μια σύντομη βιογραφία του, κάτι μάλλον σπάνιο για το ” Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων”.
Να σημειώσουμε επίσης ότι το όνομα απαντά σε διάφορες πηγές και με τους τύπους Κορκόντυλος, Κορκόδειλος και Ακροκόνδυλος. Σημειώνουμε εδώ, χωρίς να σχετίζεται αυτό απαραίτητα με τον Κλαδά, ότι η λέξη κόνδυλος στα αρχαία ελληνικά αλλά και αργότερα, στο έπος του Διγενή Ακρίτα, έιχε και την σημασία ”πυγμή”.
Η ζωή και η δράση του Κροκόδειλου Κλαδά
Όπως αναφέραμε, πατέρας του Κροκόδειλου ήταν ο Θεόδωρος Κλαδάς, βορειοηπειρώτης στην καταγωγή. Μπήκε στην υπηρεσία των Παλαιολόγων του Δεσποτάτου του Μορέως και λόγω των ικανοτήτων και του συνετού χαρακτήρα του, διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής της Μάνης. Ήταν μάλιστα ο τελευταίος Βυζαντινός στρατιωτικός διοικητής της περιοχής. Όταν πέθανε ο Θεόδωρος Κλαδάς (άγνωστο πότε ακριβώς, πάντως πριν το 1460), οι κάτοικοι εξέλεξαν διοικητή τους το γιο του Θεόδωρου, Κροκόδειλο Κλαδά. Αυτός έκανε αρχηγείο του το φρούριο του Αγίου Γεωργίου των Βαρδουνίων στη Λακωνία.
Την περίοδο 1458-1460, όταν άρχισε η οθωμανική εισβολή στην Πελοπόννησο, ο Κλαδάς πολέμησε ηρωικά στο πλευρό των Παλαιολόγων, αλλά τελικά αναγκάστηκε να υποταχθεί στον σουλτάνο Μωάμεθ Β (τον Πορθητή) παίρνοντας ως αντάλλαγμα από αυτόν εκτάσεις γης στη Λακωνία (πεδιάδα Έλους) και τη Μεσσηνία.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Βυζαντινός χρονογράφος Γεώργιος Σφραντζής:…ταύτα ιδών (δηλαδή τις κατακτήσεις του Μωάμεθ) ο Κροκόντυλος ή μάλλον ειπείν Κροκόδειλος (Κλαδάς) οικειότερον, προσεκύνησεν και αυτός τον αμιράν (αμιράς=τίτλος που δινόταν σε μουσουλμάνους ηγεμόνες και φύλαρχους), το δε κάστρον του Αγίου Γεωργίου και τους δύο υιούς αυτού δέδωκεν αυτώ…>>
Ο δε William Miller στο έργο του ”Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα” γράφει: ” Ο Κλαδάς ήταν από τους τελευταίους Πελοποννήσιους πολεμιστές που είχαν υποταχτεί στον Μωάμεθ Β την εποχή της κατάκτησης και που ο κατακτητής θεωρώντας τον φρόνιμο του είχε παραχωρήσει την πλούσια πεδιάδα του Έλους, κοντά στη Σπάρτη, ως στρατιωτικό τιμάριο. Το Έλος, σύμφωνα με μία θεωρία, έδωσε στα αρχαία χρόνια στους Είλωτες το όνομά τους αλλά ο Κλαδάς έιχε περισσότερο σπαρτιατικό παρά ειλωτικό χαρακτήρα.”
Κατά τη διάρκεια του Α Τουρκοβενετικού πολέμου (1463-1479) και με την άφιξη του Βενετού πολέμαρχου Bertoldo d’ Este, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των βενετικών πολεμικών επιχειρήσεων στον ελλαδικό χώρο ο Κλαδάς μπήκε ως επικεφαλής <<στρατιωτών>> (stradioti) υπό την προστασία της βενετικής σημαίας, ξεσηκώνοντας όσους <<Έλληνες της ανυπόταχτης Μάνης είχαν υποταχτεί στον κατακτητή>> (Αλέξης Γ. Κ. Σαββίδης, ”Η Βαλκανική Αντίδραση”)
Οι Ενετοί χάρη στη μεγάλη του επιρροή και αξία, τον διόρισαν αρχηγό των Ελλήνων αρματολών (beis in cernide, che in lingua nostra e ditto capo di stratiotti) και φαίνεται ότι κατόρθωσε να ανακαταλάβει τα πατρογονικά τιμάρια στη Βορδόνια. Παρά τις επιτυχίες αυτές όμως του Κλαδά και των Βενετών, οι Οθωμανοί το 1474-1475 κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου εκτός από ορισμένα φρούρια.
Για τις υπηρεσίες του αυτές ο Κλαδάς τιμήθηκε από τον προνοητή (proveditore) του βενετικού στόλου Ιερώνυμο Κονταρίνι με το παράσημο του Λέοντα του Αγίου Μάρκου και με χρυσοκέντητο μανδύα (Σεπτέμβριος 1479), ενώ του παραχωρήθηκαν νέα κτήματα γης στην Κορώνη.
Όμως μετά την εγκατάλειψη της πολιορκίας της Ναυπάκτου από τους Οθωμανούς, ο βενετοτουρκικός πόλεμος τερματίστηκε και οι Βενετοί υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης με όχι ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τους ίδιους. Με αυτήν αναγκάζονταν να παραχωρήσουν τις περιοχές της Μάνης στον Μωάμεθ Β και ταυτόχρονα πίεζαν τον Κλαδά να παραιτηθεί (1479/1480). Ο Κλαδάς, χολωμένος από την στάση των Βενετών, έφυγε από την Κορώνη και πήγε στη Μάνη (9 Οκτωβρίου 1480) επικεφαλής σωμάτων ”stradioti”.
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα ”συγκέντρωσε 16.000 επικηρυγμένους κλέφτες και άλλους αντάρτες, πήγε στη Μέσα Μάνη και τους κάλεσε όλους σε επανάσταση” (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1914). Τις πληροφορίες που παραθέτει ο Κ. Σάθας (1842-1914) τις έλαβε από τον απόγονο του Κ. Κλαδά Ιωάννη Γεωργίου Κλαδά που ζούσε στην Κεφαλλονιά και ο οποίος τις είχε αντιγράψει από χειρόγραφο που σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο:”Storia della Guerra dei Veneziani 1478-1482. Ms. Mus. Britan Additional αρ.8586”
Να σημειώσουμε ότι η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Κ. Σάθα έγινε το 1869 όταν ο μεγάλος ιστοριοδίφης ήταν μόλις 27 ετών(!!!)
Ο Κλαδάς πολύ σύντομα υπέταξε τους Οθωμανούς τουρμάρχες (διοικητές ιππικών σωμάτων, η λέξη είναι βυζαντινή, τουρμάρχης< τούρμα<λατιν. turma) και σουμπασήδες (τοπικούς άρχοντες με διοικητική και αστυνομική δικαιοδοσία) των χωριών Μεγάλου και Μάνης, κυρίευσε το φρούριο και τον πύργο του Τριγοφίλου και του Οίτυλου και φυλάκισε τους φύλαρχους και τους φρούραρχους. Ύστερα κατέλαβε τα στενά περάσματα (κλεισούρες) των βουνών Μάνη και Μεγάλου και στη συνέχεια εκστράτευσε και κατέκτησε τα φρούρια και τους πύργους της Καστανιάς, της Λεφτίνης, της Ανδρούσας, του Βάσκου, της Πιάγας και το χωριό Παπαφίγγο.
Όταν έμαθαν τις εξελίξεις ο φρούραρχος της Κορώνης Νικολό Νοβαγέρ και ο αρμοστής Νικολό Κονταρίνι ταράχτηκαν και συνέλαβαν αμέσως τη σύζυγο, τα παιδιά και δύο αδέλφια του Κλαδά που βρίσκονταν στην Κορώνη.
Δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να ενοχοποιηθεί η Βενετία για την επανάσταση στον “Βραχίονα της Μάνης” (Brazzo di Maina) κ.ά. Γι’ αυτό διακήρυξαν δημόσια προς όλους τους αρματολούς και άλλους, να μην πάνε στη Μέσα Μάνη, απειλώντας τους ότι θα χάσουν τη ζωή και την περιουσία τους, ενώ συγχρόνως αποκήρυξαν και όλους τους αντάρτες, στέλνοντας κι έναν πολίτη με ανοιχτά γράμματα προς όλους τους Μανιάτες, όπου διακηρυσσόταν ότι ο Κλάδας δεν πήρε τα όπλα με τη συναίνεση των Ενετών και ότι δεν πρέπει να του ορκιστούν πίστη, αλλά να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στον σαντζάκμπεη της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, έγραψαν στον Σουλεϊμάν σαντζάκμπεη του Μοριά γνωστοποιώντας το πώς ακριβώς έγιναν τα γεγονότα. Έγραψαν επίσης και στον Νικολό Κόκκο, απεσταλμένο της Βενετίας στον Μωάμεθ και στον βάιλο (πρεσβευτή) στην Κωνσταντινούπολη, Βαπτιστή Γκέτι, να σπεύσουν να δηλώσουν την ειλικρίνεια τους, αναγγέλλοντας συγχρόνως ότι συνέλαβαν την οικογένεια του Κλαδά.
Στο μεταξύ, ο Κλαδάς ο οποίος απέφευγε να αποκόψει τον εαυτό του από την Βενετία, εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον Λέοντα του Αγίου Μάρκου ως επίσημο έμβλημα του. Το κίνημά του, είχε απήχηση και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το Ναύπλιο ξεκίνησαν για να τον ενισχύσουν οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Μπούας και Μέξας Μποζίνης (Μποζίκης), με σώματα μάχιμα ιππέων. Ο Μπούας πήγε αρχικά στο Άργος, όπου βρήκε 30 Τούρκους. Κατακρεούργησε τους τρεις, ενώ τους υπόλοιπους τους αιχμαλώτισε. Στη συνέχεια πήγε στη Μάνη όπου οι δυνάμεις του ενώθηκαν με εκείνες του Κλαδά.
Σε άρθρο του Θ. Κατριβάνου στο “Περιοδικό του Συλλόγου Λεονταριτών Αρκαδίας”, τ. 6, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1981, διαβάζουμε: “Ο Κορκόδειλος Κλαδάς στα ενετικά αρχεία φέρεται ο CAPO DI STRADIOTI δηλ. ο αρχηγός των στρατιωτών… Ο Κλαδάς… περιορίζει τους Τούρκους εις τα φρούρια Λεονταρίου, Ανδρώσας, Καρυταίνης και Μυστρά.
Ο Κλαδάς με ορμητήριο τα κάστρα της Καστανιάς και του Χελμού, πάνω από το σημερινό Σκορτσινού, αποκόπτει την επικοινωνία της Λακωνικής με την υπόλοιπη Πελοπόννησο”.
Οι Βενετοί οι οποίοι είχαν χαρακτηρίσει τον Κλαδά “hominis perfidissimi et scandalossimi ac perturbatoris in Brachio Mane” (“άνθρωπο απιστότατο και σκανδαλοδέστατο, καθώς και ανατροπέα του Βραχίονα της Μάνης”), τον επικήρυξαν ζωντανό ή νεκρό με απόφαση του Συμβουλίου της Γαληνοτάτης και με ψήφους 79 έναντι 57, με αμοιβή 10.000 υπέρπυρων (χρυσά βυζαντινά νομίσματα).
Οι Βενετοί φέρθηκαν με αυτό τον άθλιο τρόπο στον Κλαδά παραβιάζοντας όλες τις μεταξύ τους συμφωνίες και προβάλλοντας με θράσος τη δικαιολογία ότι τα εδάφη της Μάνης, πριν τον πόλεμο με την οθωμανική αυτοκρατορία (1463 – 1479), δεν ήταν βενετικά, αλλά βυζαντινή επικράτεια και εφόσον το Βυζάντιο είχε γίνει οθωμανική επικράτεια και τα εδάφη αυτά, η Μάνη δηλαδή, θα έπρεπε δικαιωματικά να αποδοθούν στο νόμιμο επικυρίαρχο τους, δηλαδή τους Οθωμανούς!
Ο Κλαδάς δεν δέχτηκε καμία απολύτως συνεννόηση.
Ο Μωάμεθ Β’ αποφάσισε να στείλει εναντίον του ισχυρά στρατεύματα. Έτσι, ο σαντζάκμπεης της Ρούμελης Αλί Μπούμιτο (Μπούμικο), εισέβαλαν στη Μάνη στις αρχές του 1481.
Όμως υπέστησαν συντριπτική ήττα από τις δυνάμεις του Κλαδά στα κλειστά περάσματα (κλεισούρες), της οροσειράς του Οιτύλου. Επτακόσιοι άνδρες τους σκοτώθηκαν και οι οθωμανικές δυνάμεις, υποχώρησαν στη Σπάρτη στις 19 Ιανουαρίου 1481.
Ο Αλί Μπουμίτο αντικαταστάθηκε ως μπεηλέρμπεης Ρούμελης από τον ικανότερο στα πολεμικά ζητήματα Αχμέτ πασά, ο οποίος με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη στην οποία υπήρχαν και 1.500 γενίτσαροι, εισέβαλε και πάλι στη Μάνη (Φεβρουάριος – Απρίλιος 1481), έχοντας χωρίσει στον Μυστρά τον στρατό του σε δύο τμήματα: το πρώτο κατευθύνθηκε στην Καλαμάτα, για να φράξει τον δρόμο εξόδου για τους Μανιάτες, ενώ το δεύτερο έφτασε στο Γύθειο και κατέλαβε το στρατηγικό πέρασμα Μαυροβουνίου – Πασ(σ)αβά. Ο Κλαδάς με τους άνδρες του κλείστηκε στο φρούριο της ορεινής περιοχής Καστανιάς και η θέση του δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο, με την αποχώρηση του οπλαρχηγού Θεόδωρου Μπούα με τους άνδρες του.
Στις αρχές Απριλίου 1481, ο Κλαδάς βρέθηκε σε δυσχερέστατη θέση. Εκτός από τους Οθωμανούς στην ξηρά, που είχαν ενισχυθεί 2.000 αζάπηδες και 1.000 αρκασίδες, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τον στόλο τους που από τη Χαλκίδα προσέγγιζε το λιμάνι του Βασιλοπόταμου.
Όμως τη νύχτα της 6ης Απριλίου 1481, βρέθηκαν στο ακρωτήριο του Αγίου Αγγέλου της Μάνης τρεις γαλέρες του Φερδινάρδου Β’, βασιλιά της Ν(ε)άπολης, Σικελίας και Αραγώνας, που πήγαιναν στη Ρόδο και τον Ελλήσποντο για να μάθουν αν ο Μωάμεθ Β’ ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της ιταλικής πόλης.
Μέσα σ’ αυτές τις γαλέρες, υπήρχε και κάποιος Giangho (Giangho da Venezia), αδελφικός φίλος του Κλαδά στον οποίο διαμήνυσε ότι μπορεί να του προσφέρει κάθε βοήθεια στο όνομα του βασιλιά Φερδινάρδου, πηγαίνοντάς τον όπου αυτός ήθελε. Κι ενώ ο σαντζάκμπεης Αχμέτ είχε στρατοπεδεύσει πάνω στο όρος της Καστανιάς, ο Κλαδάς που είχε καταφύγει στο ίδιο μέρος, με μια ηρωική επίθεση εξόδου, αφού σκότωσε κι αιχμαλώτισε πολλούς εχθρούς, στις 13 Απριλίου 1481 με 50 άνδρες του, πήγαν στο Πόρτο Κάγιο όπου επιβιβάστηκαν στις γαλέρες του Φερδινάρδου.
Ο Κλαδάς στην Ήπειρο
Στη Νεάπολη, τον Κλαδά υποδέχτηκε με τιμές ο βασιλιάς Φερδινάρδος που ήταν μεγάλος θαυμαστής του.
Την ίδια εποχή, βρισκόταν στη Νεάπολη πρεσβεία Ηπειρωτών για να προτρέψει τον Ιωάννη, γιο του Γεώργιου Καστριώτη, να βοηθήσει την πατρίδα του.
Ο Ιωάννης, υπηρετούσε μαζί με άλλους ευγενείς στο στρατόπεδο του δούκα της Καλαβρίας.
Ο Φερδινάρδος, αποφάσισε να στείλει τον Κλαδά μαζί με τον Καστριώτη στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές.
Ο Καστριώτης αποβιβάστηκε στην περιοχή γύρω από το Δυρράχιο. Οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό, ως ηγεμόνα. Ωστόσο οι Οθωμανοί, κινήθηκαν με μεγάλες δυνάμεις εναντίον του.
Ο Κλαδάς με τον Καστριώτη επέστρεψαν στην Νεάπολη.
Με την πολύτιμη βοήθειά τους, ο δούκας της Καλαβρίας ανακατέλαβε το Οτράντο (τον αρχαίο Υδρούντα) από τους Οθωμανούς. Να σημειώσουμε ότι οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει το Οτράντο μετά από σύντομη πολιορκία στις 11 Αυγούστου 1480. 12.000 κάτοικοι της πόλης και των γύρων περιοχών σκοτώθηκαν και άλλες 5.000 αιχμαλωτίστηκαν. Ο επίσκοπος Στέφανο Πεντινέλι και ο διοικητής της φρουράς της πόλης κόμης Φραντσέσκο Ζούρλο, πριονίστηκαν (!) ζωντανοί.
Στο τέλος έμειναν 813 άνδρες. Ο επικεφαλής των Οθωμανών Γκεντίκ Αχμέτ πασάς τους οδήγησε στον Λόφο της Μινέρβας όπου τους έθεσε το δίλημμα να ασπαστούν το Ισλάμ ή να θανατωθούν όλοι.
Οι γενναίοι Χριστιανοί, με επικεφαλής τους τον Αντόνιο Πριμάλντο, απάντησαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ο αδίστακτος Γκεντίκ Αχμέτ πασάς διέταξε να αποκεφαλιστούν όλοι επιτόπου. Οι 813 αυτοί μάρτυρες της χριστιανικής πίστης αγιοποιήθηκαν από τον πάπα Φραγκίσκο Α’ στις 12 Μαΐου του 2013. Το Βατικανό τους είχε «μακαρίσει» ήδη από το 1771.
Μετά την απελευθέρωση του Οτράντο, που είχε πολύ μεγάλη σημασία καθώς θα μπορούσε ν’ αποτελέσει προγεφύρωμα των Οθωμανών στην Ιταλία και ορμητήριο για την κατάκτηση και άλλων ευρωπαϊκών περιοχών, ο Φερδινάρδος αντάμειψε γενναία τον Κλαδά. Με βασιλικό διάταγμα της 12ης Ιουλίου 1481, του απένειμε τον τίτλο του «Μεγαλοπρεπή» (Magnifico) , του χορήγησε ετήσια σύνταξη από 300 καρολικά δουκάτα και παράγγειλε στον γιο του δούκα της Καλαβρίας να συνεχίσει, και μετά τον θάνατό του, να δίνει τα χρήματα αυτά στον Κλαδά.
Στη συνέχεια, ο Κλαδάς με τον Καστριώτη, με 4 γαλέρες του Φερδινάρδου, αποβιβάστηκαν στην Ήπειρο καταστρέφοντας καθετί τουρκικό που έβρισκαν στον δρόμο τους. Έτσι έφτασαν στην Αυλώνα και στη συνέχεια στα βουνά της Χιμάρας. Μόλις έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή, οι Χριστιανοί κάτοικοι 50 χωριών πήραν τα όπλα και έδιωξαν τους Τούρκους.
Στη συνέχεια χτύπησαν με τις γαλέρες το ομώνυμο φρούριο στη Χιμάρα: «castello chiamato Cimera, principal fortezza di duella privincia” («φρούριο ονομαζόμενο Χιμάρα, οχυρό πρωταρχικής σημασίας για τη γύρω περιοχή»). Τρεις χιλιάδες Οθωμανοί έσπευσαν σε βοήθεια του σούμπαση (διοικητή) του φρουρίου. Ωστόσο οι κάτοικοι και οι οπλίτες από τις γαλέρες τους περικύκλωσαν. Σκότωσαν και αιχμαλώτισαν περίπου 1.000. Οι υπόλοιποι έφυγαν κατατρομαγμένοι.
Ο Οθωμανός σούμπασης, στις 31 Αυγούστου 1481 έφτασε με μια βάρκα στην Κέρκυρα. Ο ΚΛαδάς κατέλαβε αμέσως το φρούριο, όπως και το φρούριο του Παπάλου, στο όνομα του βασιλιά Φερδινάρδου.
Το ηρωικό τέλος του Κλαδά
Το 1489 – 1490 ξέσπασε νέος τουρκοβενετικός πόλεμος, κατά τον οποίο ο Κλαδάς αφού κατόρθωσε να συγκροτήσει σώμα 14.000 ανδρών στη Μάνη, ξεκίνησε νέο εθνοαπελευθερωτικό αγώνα. Ο Φερδινάρδος, αφού ήρθε σε συνεννόηση με το νέο σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’, εγκατέλειψε τις κτήσεις του στην Ήπειρο. Παράλληλα σταμάτησε την παροχή οποιασδήποτε βοήθειας στον Κλαδά, ο οποίος οργάνωσε αντάρτικα σώματα στον Ταΰγετο που τρομοκρατούσαν τις τουρκικές φρουρές και δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα. Σε μια αψιμαχία όμως στη Βέργα, ο Κλαδάς αιχμαλωτίστηκε (1460). Υπέστη μαρτυρικό θάνατο με αποτρόπαια βασανιστήρια, γδάρσιμο και διαμελισμό του σώματός του. Το δέρμα του, το γέμισαν με άχυρο οι Οθωμανοί και το έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη, στον σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’ για να βεβαιωθεί ότι ο μεγαλύτερος εχθρός των Οθωμανών είναι νεκρός…
Πρόκειται για μία γνωστή πρακτική των Οθωμανών, καθώς ο εκάστοτε Σουλτάνος λάμβανε ως αποδείξεις για τις επιτυχίες των διαφόρων πασάδων, φορτία με παστωμένα αυτιά των θυμάτων τους…
Επίλογος
Ο Κορκόδειλος Κλαδάς είναι αναμφίβολα μια ηρωική μορφή που έδρασε στα δύσκολα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η κατάσταση τότε ήταν απολύτως συγκεχυμένη. Όπως γράφει ο Θ. Κατριβάνος στο «Περιοδικό του Λεονταρίου», Τούρκοι σπαχήδες, ορθόδοξοι Χριστιανοί στο θρήσκευμα, πολεμούσαν στο πλευρό των Οθωμανών με τη σημαία του Αγίου Γεωργίου εναντίον των Ελλήνων. Το άσβεστο θρησκευτικό μίσος μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών υπήρχε παντού.
Από την άλλη, οι Βενετοί, όμως πολύ εύστοχα γράφει ο W. Miller: «… ανακάλυψαν από τότε, πως ένας δραστήριος αρχηγός ατάκτων αν και χρήσιμος σε μέρες πολέμου γίνεται επικίνδυνος σε μέρες ειρήνης».
«Ο ηρωισμός του (Κλαδά), η ευψυχία του, η συνεχής επαναστατική του δράση τον καθιστούν χωρίς αμφιβολία μιαν από τις προδρομικές μορφές του Αγώνα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και συνειδητή εθνικοαπελευθερωτική προσπάθεια» (ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ).
Ωστόσο, πολλοί νεότεροι, κυρίως, ιστορικοί τον θεωρούν πρώιμο ήρωα του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και πρότυπο πολλών αρματολών αλλά και ηρώων του 1821.
Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά τον κορυφαίο Έλληνα γλωσσολόγο κύριο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, για τις πολύτιμες υποδείξεις του στο θέμα της ετυμολογίας του ονόματος του Κορκόδειλου Κλαδά.
Πηγές:
Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» – Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 1995,
ΑΛΕΞΗΣ Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ, «ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ 14Ο ΚΑΙ 15Ο ΑΙΩΝΕΣ», εκδ. ΗΡΟΔΟΤΟΣ 1991.
WILLIAM MILLER, «Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1204-1566», Α’ ΕΚΔΟΣΗ 1908, Β’ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ»,1990.
www.himara.gr
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
