Διεθνή
Η ισραηλινή επιδρομή στο Εντεμπε
Το καλοκαίρι του 1976 εκτυλίχθηκε ένα δραματικό γεγονός, το οποίο μεταξύ άλλων θα προκαλέσει ποικίλες διεθνείς αντιδράσεις και συζητήσεις.
Του Διονύση Χορχούλη
Ολα ξεκίνησαν στις 27 Ιουνίου, λίγο πριν από τις 12 το μεσημέρι. Η πτήση της Air France AF 139 που εκτελούσε το δρομολόγιο από το Τελ Αβίβ στο Παρίσι, με ενδιάμεση στάση την Αθήνα, έπεσε θύμα αεροπειρατείας λίγο μετά την αναχώρηση του αεροσκάφους από το αεροδρόμιο του Ελληνικού.
Εκμεταλλευόμενοι τα κενά ασφαλείας που χαρακτήριζαν τα ελληνικά αεροδρόμια ήδη από την περίοδο της δικτατορίας, τέσσερις αεροπειρατές κράτησαν ομήρους 246 επιβάτες και το δωδεκαμελές πλήρωμα. Δύο αεροπειρατές ήταν Δυτικογερμανοί, μέλη της ακροαριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης «Επαναστατικοί Πυρήνες» (Revolutionäre Zellen) και άλλοι δύο ήταν Παλαιστίνιοι, μέλη του PFLP-EO, ενός παρακλαδιού της ριζοσπαστικής οργάνωσης «Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης» (PFLP). Μετά μια ενδιάμεση στάση στη Βεγγάζη της Λιβύης για ανεφοδιασμό (όπου απελευθερώθηκε μια νεαρή όμηρος που προσποιήθηκε αποβολή), οι αεροπειρατές εξέτρεψαν το αεροσκάφος στο αεροδρόμιο Εντεμπε της πρωτεύουσας της Ουγκάντας, Καμπάλα. Τη χώρα κυβερνούσε ο διαβόητος για τη βαναυσότητά του δικτάτορας Ιντι Αμίν Νταντά. Οι όμηροι μεταφέρθηκαν σε έναν παλαιό τερματικό σταθμό του αεροδρομίου. Εκεί, ενώθηκαν με τους αεροπειρατές άλλοι έξι Αραβες ομοϊδεάτες τους.
Η πρώτη φάση της αντιπαράθεσης
Στις 29 Ιουνίου, οι αεροπειρατές δημοσιοποίησαν τις απαιτήσεις τους: αφενός, λύτρα ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων για την επιστροφή του αεροσκάφους· αφετέρου, δόθηκε διορία μέχρι την 1η Ιουλίου στο Ισραήλ, στη Δυτική Γερμανία, στη Γαλλία, την Ελβετία και στην Κένυα να απελευθερώσουν 53 άτομα που κρατούνταν ως τρομοκράτες. Εάν οι απαιτήσεις τους δεν πραγματοποιούνταν μέχρι τις 2 το μεσημέρι της 1ης Ιουλίου 1976, οι αεροπειρατές απειλούσαν να σκοτώσουν όλους τους ομήρους. Με τον χρόνο να εξαντλείται και με ελάχιστες ελκυστικές επιλογές στο τραπέζι, το Ισραήλ, λίγο πριν λήξει η προθεσμία, αντέστρεψε τη μέχρι τότε πάγια πολιτική του περί μη διαπραγματεύσεων με αεροπειρατές (και γενικότερα με τρομοκράτες) και ξεκίνησε συνομιλίες. Ετσι, αρχικά οι αεροπειρατές απελευθέρωσαν σε δύο φάσεις 148 ομήρους, κρατώντας όμως 97: το δωδεκαμελές γαλλικό πλήρωμα, καθώς και όσους ήταν Ισραηλινοί υπήκοοι, ή υπήκοοι άλλων κρατών εβραϊκού θρησκεύματος. Το τελεσίγραφο παρατάθηκε κατά ένα εικοσιτετράωρο (ώς το μεσημέρι της 4ης Ιουλίου 1976). Αυτή η εξέλιξη υπήρξε μια σημαντική επιτυχία της ισραηλινής διαπραγμάτευσης: κατέστησε δυνατή την ολοκλήρωση του σχεδιασμού και της προετοιμασίας της ριψοκίνδυνης καταδρομικής επιχείρησης, την υλοποίηση της οποίας τελικά διέταξε η ισραηλινή κυβέρνηση.
Για σχεδόν μία βδομάδα, ο πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν και ο υπουργός Αμυνας Σιμόν Πέρες είχαν διαφωνήσει για το αν το Ισραήλ έπρεπε να ενδώσει στις απαιτήσεις των αεροπειρατών (όπως πρέσβευε ο Ράμπιν), ή όχι, ώστε να μην ενθαρρυνθούν περισσότερες αεροπειρατείες στο μέλλον. Η στρατιωτική επιχείρηση απελευθέρωσης των ομήρων έλαβε την ονομασία «Αστροπελέκι».
Ανεφοδιασμός στην Κένυα

Από την αρχή της κρίσης, η Μοσάντ, η ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών, είχε αναλάβει αμέσως δράση για τη συλλογή απαραίτητων πληροφοριών, ενώ και οι Ισραηλινοί επιτελείς εξέταζαν διάφορα σενάρια μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Επιλέχθηκε τελικά η λύση της αερομεταφοράς καταδρομέων και προσγείωσής τους στο ίδιο το Εντεμπε, ώστε να απελευθερώσουν τους ομήρους και μαζί τους να αναχωρήσουν για το Ισραήλ. Ενα βασικό πρόβλημα ήταν ότι οι Ισραηλινοί δεν είχαν την υλικοτεχνική δυνατότητα να ανεφοδιάσουν εν πτήσει μεταγωγικά αεροσκάφη, που μάλιστα θα επιχειρούσαν τόσο μακριά από τον ισραηλινό εναέριο χώρο. Ετσι, η επιδρομή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς τη βοήθεια ενός τουλάχιστον κράτους της Ανατολικής Αφρικής. Τελικά, η ισραηλινή κυβέρνηση εξασφάλισε άδεια από την Κένυα (που διατηρούσε ανταγωνιστικές σχέσεις με την Ουγκάντα και το καθεστώς της), ώστε τα ισραηλινά αεροσκάφη να διασχίσουν τον εναέριο χώρο της και έπειτα να προσγειωθούν και να ανεφοδιαστούν στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι.
Η καταδρομική επιχείρηση ξεκίνησε νωρίς το απόγευμα της 3ης Ιουλίου 1976 όταν απογειώθηκαν από το Ισραήλ τέσσερα μεταγωγικά αεροσκάφη C-130. Αυτά μετέφεραν περί τους εκατό Ισραηλινούς καταδρομείς, μια μαύρη Μερσέντες και αρκετά τζιπ, καθώς και ιατρικό προσωπικό και ιατροφαρμακευτικό υλικό. Τα ισραηλινά αεροσκάφη διήνυσαν με μυστικότητα πάνω από 4.000 χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στην Ουγκάντα για την επιχείρηση διάσωσης. Πέταξαν νοτιοανατολικά κατά μήκος της διεθνούς διαδρομής πτήσεων πάνω από την Ερυθρά Θάλασσα σε πολύ χαμηλό ύψος ώστε να αποφύγουν την ανίχνευση από τα ραντάρ της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και του Σουδάν. Κοντά στη νότια έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας, στράφηκαν προς Νότο και πέρασαν από την Ερυθραία, την Αιθιοπία και την Κένυα και έφτασαν πάνω από τη λίμνη Βικτώρια, στις βόρειες όχθες της οποίας βρίσκεται το Εντεμπε. Τα C-130 ακολούθησαν δύο Boeing 707 που είχαν ενταχθεί στην ισραηλινή αεροπορία: το ένα αποτελούσε το κέντρο διοίκησης και ελέγχου και υπερίπτατο του Εντεμπε κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, ενώ το άλλο είχε μετατραπεί σε κινητό νοσοκομείο και προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι εν αναμονή περίθαλψης τυχόν τραυματιών.
Σε λίγα λεπτά είχαν τελειώσει όλα

Περί τις 11 τη νύχτα, και δίχως βέβαια να έχουν λάβει κάποια άδεια από τις αρχές της Ουγκάντας, τα ισραηλινά C-130 προσγειώθηκαν στο Εντεμπε με ανοιχτές τις μπουκαπόρτες. Αμέσως ξεφόρτωσαν τη μαύρη Μερσέντες και ορισμένα τζιπ ως δήθεν αυτοκίνητα συνοδείας της, παραπλανώντας εν μέρει τους ντόπιους φρουρούς, που νόμισαν ότι η αυτοκινητοπομπή μετέφερε τον δικτάτορα και τη φρουρά του. Αμεσα οι Ισραηλινοί καταδρομείς κατευθύνθηκαν στο παλιό κτίριο του αεροδρομίου, όπου οι αεροπειρατές κρατούσαν τους ομήρους. Ακολούθησε ανταλλαγή πυρών με τους αεροπειρατές, που είχαν τη βοήθεια της φρουράς του αεροδρομίου.
Μέσα σε μερικά λεπτά η επιχείρηση είχε αίσια έκβαση για την ισραηλινή πλευρά. Σκοτώθηκαν επτά από τους δέκα τρομοκράτες (μεταξύ των οποίων οι τέσσερις αεροπειρατές) και μόνο τρεις όμηροι (επίσης, άλλη μία όμηρος κατέληξε σε τοπικό νοσοκομείο, όπου είχε μεταφερθεί λόγω προβλημάτων υγείας ήδη πριν από την ισραηλινή επιχείρηση). Νεκρός έπεσε και ο αντισυνταγματάρχης Γιονατάν Νετανιάχου, που ήταν επικεφαλής των ισραηλινών δυνάμεων εφόδου, αλλά αυτή ήταν η μόνη απώλεια των ισραηλινών δυνάμεων. Δεκάδες στρατιώτες της Ουγκάντας έχασαν τη ζωή τους ή τραυματίστηκαν, ενώ το κτίριο του αεροδρομίου υπέστη ζημιές. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί περαιτέρω η ασφαλής επιστροφή τους, οι Ισραηλινοί καταδρομείς κατέστρεψαν οκτώ μαχητικά MiG-17 και MiG-21 της Ουγκάντας, τα οποία ήταν σταθμευμένα στο αεροδρόμιο. Μετά μια στάση ανεφοδιασμού στο Ναϊρόμπι της Κένυας, η αποστολή διάσωσης και οι όμηροι επέστρεψαν με ασφάλεια στο Ισραήλ, όπου έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό.
Αποτίμηση και επιπτώσεις εντός και εκτός Ισραήλ

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συνήλθε στις 9 Ιουλίου 1976, προκειμένου να συζητηθεί η καταγγελία του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας που κατηγορούσε το Ισραήλ ότι είχε προβεί σε μια «επιθετική πράξη» εναντίον της Ουγκάντας. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι οι ενέργειές του βασίζονταν στο δικαίωμα της αυτοάμυνας, το οποίο, ισχυρίστηκε, περιελάμβανε και «το δικαίωμα ενός κράτους να αναλάβει στρατιωτική δράση [στο εξωτερικό] για την προστασία των υπηκόων του που βρίσκονταν σε θανάσιμο κίνδυνο», αν οι τοπικές αρχές ήταν «ανίκανες ή απρόθυμες να τους προστατεύσουν». Παρότι, σε γενικές γραμμές, η διεθνής κοινότητα καταδίκασε και τότε σαφώς την αεροπειρατεία και γενικότερα την τρομοκρατία ως πρακτική, ωστόσο και η θέση του Ισραήλ περί «αυτοάμυνας» που μπορούσε να περιλαμβάνει την παραβίαση της κυριαρχίας ενός άλλου μακρινού κράτους, βρήκε μάλλον μικρή αποδοχή. Η πλειοψηφία των κρατών θεώρησε την επιχείρηση «παράνομη» από πλευράς διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, ο ΟΗΕ δεν κατέστη δυνατό να λάβει κάποια απόφαση ή να υιοθετήσει κάποιο ψήφισμα.
Σε πρακτικό επίπεδο, η επιτυχημένη επιδρομή στο Εντεμπε ενίσχυσε ακόμα περισσότερο το κύρος και τη φήμη των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και ανύψωσε το ηθικό του ισραηλινού λαού, που, λόγω της δύσκολης επικράτησης του Ισραήλ στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973, δεν ήταν υψηλό. Μέχρι σήμερα, η επιδρομή στο Εντεμπε παραμένει το σημαντικότερο περιστατικό στη μεταπολεμική περίοδο χρήσης βίας εκ μέρους ενός κράτους για τη διάσωση υπηκόων του που έχουν δεχθεί (ή απειλούνται από) επίθεση στο εξωτερικό, και μάλιστα που κρατούνται όμηροι. Τις τελευταίες δεκαετίες έλαβαν χώρα αρκετές περιπτώσεις επιχειρήσεων εκκένωσης ξένων υπηκόων από εμπόλεμες ζώνες, που όμως δεν είχαν απαχθεί ούτε αποτελούσαν άμεσο στόχο. Μόνο η αποτυχημένη αιγυπτιακή αποστολή διάσωσης στο αεροδρόμιο της Λάρνακας το 1978 και η (ακόμα πιο αποτυχημένη) αμερικανική απόπειρα διάσωσης των Αμερικανών ομήρων στην πρεσβεία στην Τεχεράνη το 1980 παρουσίασαν ομοιότητες –όχι βέβαια ως προς τα αποτελέσματα– με την επιδρομή στο Εντεμπε.

Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι στην επιχείρηση είχαν ανάμειξη τρεις εν ενεργεία ή μελλοντικοί Ισραηλινοί πρωθυπουργοί. Ο Γιτζάκ Ράμπιν ήταν ο τότε πρωθυπουργός που απρόθυμα έδωσε τη διαταγή για την επιχείρηση μετά τις πιέσεις του τότε υπουργού Αμυνας και μελλοντικού πρωθυπουργού Σιμόν Πέρες. Ο τότε συνταγματάρχης Εχούντ Μπάρακ, επίσης μελλοντικός πρωθυπουργός, μετέβη στην Κένυα και είχε κρίσιμες επαφές με τους Κενυάτες ιθύνοντες, ενώ συνέβαλε στην προετοιμασία της προσγείωσης των ισραηλινών αεροσκαφών στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι. Τέλος, ακόμα και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου συσχετίστηκε έμμεσα με την επιδρομή στο Εντεμπε, χάρη στη θυσία του αδελφού του Γιονατάν, που ανακηρύχθηκε ήρωας στο Ισραήλ.
* Ο δρ Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
ΠΗΓΗ: kathimerini.gr
Διεθνή
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ
GEOPOLITICO
Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
του Αρντασές Γιαγουπιάν
Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.
Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.
Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.
Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.
Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.
Διεθνή
Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.
Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.
Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας