Διεθνή
Επιβαλλόμενη αντίδραση στην αντικυπριακή πολιτική της Βρετανίας: Να πληρώσει τα χρέη της στην Κυπριακή Δημοκρατία
Με αφορμή τις νέες αντικυπριακές ενέργειες των Βρετανών στην πρόσφατη έκδοση ψηφίσματος και προεδρικής δήλωσης του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Αμμόχωστο, επανέρχεται στην επικαιρότητα το θέμα των λεγόμενων κυριαρχικών δικαιωμάτων των Βρετανών στην Κύπρο. Επειδή συνήθως οι Βρετανοί οχυρώνονται πίσω από τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η Συνθήκη προβλέπει μια σειρά συμβατικές υποχρεώσεις των Βρετανών απέναντι στην Κύπρο.
Θα πρέπει να το τονίσουμε. Ασφαλώς από άποψη προτεραιοτήτων είναι σαφές ότι αυτό που πρώτιστα θα πρέπει να ενδιαφέρει είναι ο τερματισμός της τουρκικής κατοχής και η αποκατάσταση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Αυτή όμως η προτεραιότητα δεν πρέπει να μας εμποδίζει από το να επισημαίνουμε και να ενεργούμε ως προς τα εξής, αφού μάλιστα έχουμε την έγερση της βρετανικής πλευράς θρασύτατων αξιώσεων που στοχεύουν στην ακύρωση των πιο στοιχειωδών χαρακτηριστικών κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
1. Η Βρετανία κατά σαφή παραβίαση των υποχρεώσεών της δυνάμει της συνθήκης εγγυήσεως και συμμαχίας αρνήθηκε να παρεμποδίσει την τουρκική εισβολή του 1974. Στη συνέχεια αρνείται συστηματικά μέχρι σήμερα να ενεργήσει για την ανατροπή της τουρκικής κατοχής σε βάρος της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας της Κύπρου. Τέλος, παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την ανατροπή της παράνομης ανακήρυξης «ανεξάρτητου κράτους» στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Άρα ως προς τα πιο πάνω θα πρέπει συνεχώς και αδιαλείπτως να καλούμε τη Βρετανία να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις τις οποίες ολοφάνερα έχει παραβιάσει και εξακολουθεί να το πράττει μέχρι σήμερα.
2. Ορισμένες πράξεις και ενέργειες των Βρετανών στην Κύπρο εκφεύγουν των ορίων των «στρατιωτικών απαιτήσεων και αναγκών ασφάλειας» των Βάσεων, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Αυτή η πρόνοια δεν παρέχει την ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη εξουσία των Αρχών των Βάσεων στο να αποστέλλουν π.χ. ή να διακόπτουν την κυκλοφορία και διακίνηση των Κυπρίων πολιτών μέσα στα όρια των Βρετανικών Βάσεων. Κατά την άσκηση αυτών των εξουσιών ή δικαιωμάτων τους οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες υποχρεώσεις που έχουν επί του προκειμένου αναλάβει αλλά και τις συναφείς γενικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Τέτοιες είναι η πλήρης συνεργασία με την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, η μη δημιουργία ουσιαστικών συνοριακών φραγμών μεταξύ των Βάσεων και της Κυπριακής Δημοκρατίας και η καλή τη πίστει ερμηνεία του κειμένου της Συνθήκης έτσι που να μην οδηγούνται σε παράλογα αποτελέσματα.
3. Πέραν των συνθηκών εγγυήσεως και συμμαχίας καθώς και της συνθήκης εγκαθίδρυσης, υπάρχει μια σημαντική ανεξάρτητη συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Αγγλίας η οποία συνοδεύει τα άλλα έγγραφα και συνθήκες που ρυθμίζουν το καθεστώς της Κύπρου και η οποία προβλέπει την καταβολή χρηματικών ποσών προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα ποσά αυτά εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες.
– Εκείνα που καθορίζονται ρητά στη συμφωνία και αφορούν ποσά που καλύπτουν κυρίως την πρώτη πενταετία μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα ειδικά καθορισμένα ποσά για ορισμένους σκοπούς. Αυτά έχουν πληρωθεί.
– Εκείνα τα ποσά που θα έπρεπε να καταβάλλονταν ανά πενταετία. Μετά το 1965. Η Βρετανική Κυβέρνηση αρνείται συστηματικά, παρά τα επανειλημμένα διαβήματα των Κυπριακών Κυβερνήσεων, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά.
Η άρνηση της Βρετανίας να εκπληρώσει αυτή τη ρητή νομική της υποχρέωση καταβάλλοντας ανά πενταετία οικονομική βοήθεια προς την Κυπριακή Δημοκρατία για κάθε πενταετία μετά το 1965 συνιστά παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης για την οποία η Κυπριακή Κυβέρνηση οφείλει πλέον να κινηθεί με όλα τα προσφερόμενα νομικά μέσα.
Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι το ποσό που κατεβλήθη για την πενταετία 1960-’65 ανήλθε στα 12 εκατομμύρια λίρες. Συνεπώς είναι φανερό ότι τα ποσά που οφείλονται από τους Άγγλους για τη χρονική περίοδο από το 1965 μέχρι σήμερα ανέρχονται σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια λίρες.
Η Κυβέρνηση κατέχει τις γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας πάνω στο θέμα της νομικής δυνατότητας διεκδίκησης των πιο πάνω ποσών. Ήρθε η ώρα η Κυβέρνηση να αξιοποιήσει αυτές τις γνωμοδοτήσεις που είναι απόλυτα θετικές ως προς το βασικό και δικαιολογημένο της διεκδίκησης από τους Βρετανούς καταβολής προς την Κυπριακή Δημοκρατία αυτών των ποσών.
Βεβαίως πέραν των πιο πάνω αναφερθέντων υπάρχουν κι οι επανειλημμένες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που ρητά θεωρούν τα δικαιώματα πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων σε πρώην αποικίες ως κατάλοιπα αποικισμού (Vestiges of colonialism) και συνεπώς παράνομα.
Η δε απόφαση «καταπέλτης» του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην προσφυγή του Μαυρικίου μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί ως οδηγός.
Σε μια από τις πολλές συζητήσεις που υπήρξαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων για το θέμα των υποχρεώσεων των Βρετανών έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, το υπουργείο Εξωτερικών στις 23 Μαΐου του 2005 κατέθεσε το πιο κάτω αρκούντως αποκαλυπτικό έγγραφο για το θέμα των οικονομικών υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου που παραμένουν μέχρι σήμερα ανεκπλήρωτες.
Η τεκμηρίωση των βρετανικών οφειλών
«Σε απάντηση της επιστολής σας με ημερομηνία 20 Μαΐου 2005, η οποία αναφέρεται σε ερωτήσεις οι οποίες προκύπτουν από τη συζήτηση του θέματος σε κοινή συνεδρία των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εξωτερικών και Νομικών, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στις 7 Μαρτίου 2005, θα ήθελα να σας αναφέρω τα ακόλουθα:
1. Για το ζήτημα (α) των οικονομικών υποχρεώσεων της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Κυπριακή Δημοκρατία, οι σχετικές πρόνοιες αποτελούν καθ’ όλα (τύποις και ουσία) διεθνή συμφωνία· ο τύπος της συμφωνίας αυτής είναι η «ανταλλαγή επιστολών», και αποτελούν το Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Συμφωνία αυτή προβλέπει την καταβολή, εν είδει δωρεάς, από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Κυπριακή Δημοκρατία, ενός ποσού 12 εκατομμυρίων λιρών Κύπρου, για την πρώτη πενταετία ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, η συμφωνία αυτή επιβάλλει την υποχρέωση διεξαγωγής διαβουλεύσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου πριν τη λήξη των πρώτων (κάθε) πέντε ετών, για την αναθεώρηση του ύψους της δωρεάς για την (κάθε) επόμενη πενταετία, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλους τους σχετικούς παράγοντες. Σημειώνεται ότι, από τη γραμματική ερμηνεία, μάλιστα, της υποπαραγράφου (c) του Appendix R, προκύπτει ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου προϋποτίθενται (θεωρούνται δεδομένες) με τρόπο ώστε οι διαβουλεύσεις να είχαν σκοπό μόνο τον καθορισμό του ύψους της δωρεάς για την (κάθε) επόμενη πενταετία.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ικανοποίησε τις οικονομικές υποχρεώσεις της αυτές για τα πρώτα πέντε χρόνια της εγκαθίδρυσης του κυπριακού κράτους.
Πριν τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, και στην απαίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για έναρξη διαβουλεύσεων για καθορισμό του ποσού για τη δεύτερη πενταετία, η Βρετανική Κυβέρνηση βρήκε την ευκαιρία να επικαλεστεί, ως πρόφαση, την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο και προέβαλλε ως όρο την απαίτηση ότι η οικονομική βοήθειά της πρέπει να αξιοποιείται προς όφελος και για λογαριασμό ολοκλήρου του λαού της Κύπρου (δηλαδή Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι, όμως, είχαν, στο μεταξύ, αποχωρήσει από την Εκτελεστική και τη Νομοθετική Εξουσία).
Έτσι οι προβλεπόμενες διαβουλεύσεις δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αργότερα, το θέμα τέθηκε σε υψηλότατο επίπεδο στην Κυπριακή Κυβέρνηση· υποβλήθηκε σχετική πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο με τις αποφάσεις του 9014 και 9310 της 4ης Σεπτεμβρίου και της 29ης Δεκεμβρίου 1969, αντιστοίχως, εξουσιοδότησε τον υπουργό Εξωτερικών να εγείρει το ζήτημα της οικονομικής βοηθείας για τη δεύτερη πενταετία, στους Βρετανούς.
Σε κάποιο στάδιο ζητήθηκαν οι απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρεί, με επιστολή του της 6ης Οκτωβρίου 1972 και με άλλη της 23ης Αυγούστου 1979, ότι, από νομικής απόψεως, η υποχρέωση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αδιαμφισβήτητη και ότι το μόνο που απέμενε ήταν ο καθορισμός της έκτασης-ύψους της βοήθειας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (c) των σχετικών επιστολών.
Έτσι η Κυπριακή Κυβέρνηση επανήλθε, πλείστες τόσες φορές, μέχρι το 1974, στο ζήτημα της διεξαγωγής διαβουλεύσεων για τον καθορισμό του ποσού για τις επόμενες πενταετίες, εγείροντας το ζήτημα αυτό σχεδόν σε κάθε συνάντηση με Βρετανούς διπλωμάτες και αξιωματούχους.
Παρόλες τις υποσχέσεις, και μολονότι το ζήτημα εγείρετο σχεδόν σε κάθε συνάντηση με Βρετανούς διπλωμάτες και αξιωματούχους και παρόλο ότι, ακόμα, στάληκε πραγματική σωρεία (μερικών αυστηρών) επιστολών για το ζήτημα προς τη Βρετανική Υπάτη Αρμοστεία στην Κύπρο, εντούτοις δεν δόθηκε καμία απάντηση, μέχρι και τις 18 Ιανουαρίου 1978 (μάλιστα οι Βρετανοί κατέφευγαν σε μη σοβαρές προφάσεις, μία από τις οποίες ήταν ότι έχουν καταλήξει στην απόφαση για εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεών τους και παραμένει μόνο να κάνουν τους σχετικούς μαθηματικούς υπολογισμούς).
Οι θέσεις του Λονδίνου
Οι επίσημες θέσεις της Βρετανικής Κυβέρνησης καταγράφονται σε Aide Memoire, το οποίο επιδόθηκε στον Ύπατο Αρμοστή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο, στις 12 Φεβρουαρίου 1981, ότι η Βρετανική Κυβέρνηση:
(α) θεωρεί ότι με το προταθέν δάνειο εκπληρώνει τις οικονομικές υποχρεώσεις της από το Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης μέχρι και τη σύναψη του δανείου·
(β) εύχεται να προσδιοριστούν σύντομα έργα, για τη χρήση του δανείου αυτού, αλλά και τα έργα αυτά να είναι προς όφελος και των δύο κοινοτήτων της νήσου·
(γ) έχει ήδη συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη της νήσου μέσω του Προγράμματος Τεχνικής Συνεργασίας και μέσω του Γραφείου του Υπάτου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο, και μέσω προγραμμάτων ανακούφισης προσφύγων στην Κύπρο (σύνολο 2,5 εκατ. λιρών Αγγλίας) και μέσω συνεισφοράς αλλά και στελεχών στην UNFICYP (άλλα 75 εκατ. λιρών Αγγλίας από της εγκαθίδρυσής της, τον Μάρτιο του 1964, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων καταναλώθηκε στην Κύπρο ως ξένο συνάλλαγμα) – (παραβλέποντας, ασφαλώς, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτά τα λεφτά λήφθηκε από τους Βρετανούς στρατιώτες-μέλη της UNFICYP)·
(δ) με αυτή καθ’ εαυτή την παρουσία των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, η τελευταία ωφελείται με την εισροή ξένου συναλλάγματος στο νησί (άλλα περίπου 40 εκατ. λιρών Αγγλίας, κάθε χρόνο)· και, ακόμα,
(ε) θεωρεί ότι η ενεργός υποστήριξη της Βρετανικής Κυβέρνησης προς τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για επίτευξη λύσης στο κυπριακό πρόβλημα, μέσω των διακοινοτικών συνομιλιών, αποτελεί έναν επιπρόσθετο τρόπο συμβολής στο γενικό καλό της Κύπρου· και τέλος,
(στ) είναι πρόθυμη να συζητήσει τα αναφερθέντα στοιχεία και να δώσει επιπρόσθετες διευκρινίσεις.
Χρωστούσαν 83 εκατ. λίρες για τρεις πενταετίες
Η Κυπριακή Κυβέρνηση, παρόλα αυτά, επέμεινε στις δικές της θέσεις σε συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών με τον Βρετανό Ύπατο Αρμοστή, στις 11 Ιουλίου 1980. Ο πρώτος επέδωσε στον δεύτερο Aide Memoire με τους υπολογισμούς της Κυπριακής Κυβέρνησης για τις οικονομικές υποχρεώσεις της Βρετανικής Κυβέρνησης από το Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Το ύψος των υποχρεώσεων αυτών, για τις 3 πενταετίες από το 1965 μέχρι το 1980, ανερχόταν σε 82.920.000,00 λίρες επιπλέον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις οικονομικές ανάγκες της Κύπρου, για την περίοδο μετά την εισβολή («…taking all factors into account, including the financial requirements of the Government of the Republic…»), τότε υπολογίζεται επιπρόσθετη (πέραν των 82.920.000,00 λιρών) υποχρέωση για χορηγία ύψους, περίπου, 100 εκατ. λιρών. Μάλιστα σε Παράρτημα του Aide Memoire αυτού παρουσιάζεται ο τρόπος υπολογισμού, από το υπουργείο Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, των ποσών αυτών.
Αλλά και στη συνέχεια, το ζήτημα τέθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Ιακώβου, προς την υφυπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, βαρώνη Janet Young, σε συνάντησή τους στην Κύπρο, στις 21 Οκτωβρίου 1983· αμφότερες οι πλευρές επανέλαβαν τις αναφερθείσες αμετακίνητες θέσεις τους. Αυτή υπήρξε η τελευταία φορά κατά την οποία ηγέρθη το ζήτημα αυτό σε Βρετανούς αξιωματούχους ή διπλωμάτες.
Για το ζήτημα (β) των διευκολύνσεων τις οποίες απολαύουν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας
Πέραν, όμως, και ανεξαρτήτως των οικονομικών υποχρεώσεων, οι οποίες προκύπτουν από το Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, η Κυπριακή Κυβέρνηση ήγειρε το ζήτημα της έναρξης διαβουλεύσεων για τον καθορισμό των χρηματικών αντιτίμων για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις, τις οποίες απολαύουν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα συνακόλουθα διαφυγόντα κέρδη της τελευταίας, λόγω της παροχής των διευκολύνσεων αυτών.
Οι διευκολύνσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν, π.χ., τη χρήση των κυπριακών λιμένων, του κυπριακού εναέριου χώρου, τη χρήση συχνοτήτων, των οδικών δικτύων, του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, των επικοινωνιών, των τηλεοπτικών, των ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπηρεσιών, ενοίκιο για χρήση των κρατικών γαιών στις περιοχές διακατοχής, φορολογικές ατέλειες, απώλεια τελωνειακών προσόδων κ.τ.λ.
Είχε ζητηθεί μάλιστα κατ’ επανάληψη από το υπουργείο Εξωτερικών, από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τα άλλα υπουργεία του κράτους κατάλογος των παρεχομένων διευκολύνσεων αυτών, καθώς και εκτίμηση του ύψους της σχετικής αποζημίωσης (σημειώνεται ότι στα αρχεία των άλλων υπουργείων, του Εξωτερικών συμπεριλαμβανομένου, υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι κατάλογοι και εκτιμήσεις ποσών από διάφορες παρεχόμενες υπηρεσίες προς τις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο).
Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι έχει αναφερθεί και ο ισχυρισμός ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν από το Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνδέονται με τις παρεχόμενες διευκολύνσεις, τις οποίες απολαύουν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Ότι, δηλαδή, η οικονομική βοήθεια του Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης προβλέπεται λόγω των, επίσης, προβλεπομένων διευκολύνσεων και υπηρεσιών. Η ερμηνεία αυτή είναι, κατά τη γνώμη μας, λανθασμένη, και, οπωσδήποτε, αντίθετη με ρητές πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η δική μας νομική ερμηνεία της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ότι εφαρμόζονται οι ρητές (επεξηγηματικές) πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης.
Η διεκδίκηση των οφειλών πρέπει να είναι το πρώτο βήμα
Σε συνάντηση του γενικού διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών, Χριστόδουλου Βενιαμίν, με τον Ύπατο Αρμοστή, Stephen Olver, στις 31 Αυγούστου 1973, ο πρώτος επέδωσε στον δεύτερο non-paper με τις απαιτήσεις–χρηματικές αποζημιώσεις για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις τις οποίες απήλαυαν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την περίοδο 1η Απριλίου 1965-31 Μαρτίου 1972, το οποίο αριθμούσε αποζημιώσεις ύψους 64.260.000,00 λιρών και το οποίο προϋπολόγιζε ότι για κάθε νέο έτος, από την 1η Απριλίου 1972 και μετά, οι απαιτήσεις αυτές θα έφταναν το ύψος των 9.643.000,00 λιρών.
Η απάντηση των Βρετανών στο non-paper αυτό δόθηκε σε συνάντηση του γενικού διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών με τον Ύπατο Αρμοστή, στις 4 Ιανουαρίου 1974· ότι η Βρετανική Κυβέρνηση συνεχίζει να τιμά τις υποχρεώσεις της από τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, ότι παρ’ όλα αυτά δεν θεωρούσε ότι τα παρουσιασθέντα ποσά και απαιτήσεις ήταν νομικώς βάσιμα· και ότι ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει στη διεξαγωγή διαβουλεύσεων για τον καθορισμό του ύψους της δωρεάς για τις προβλεπόμενες από την υποπαράγραφο (c) του Appendix R οικονομικές υποχρεώσεις της, προϋποτιθεμένου ότι αμφότερες οι κοινότητες της Κύπρου θα λάμβαναν μέρος στις σχετικές διαβουλεύσεις και ότι και οι δύο θα ευεργετούνταν από τα ποσά αυτά.
Έτσι το ζήτημα παραπέμφθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο με την απόφασή του με αρ. 13.025 της 24ης Ιανουαρίου 1974 αποφάσισε ότι:
(α) η αποδοχή εκ μέρους των Βρετανών διεξαγωγής διαβουλεύσεων για τον καθορισμό του ύψους της δωρεάς για τις προβλεπόμενες από το Appendix R οικονομικές υποχρεώσεις τους, ως απάντηση στις χρηματικές απαιτήσεις για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις, τις οποίες απολαύουν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελούσε πονηρό ελιγμό και ότι σκοπός τους ήταν να μην καταβάλουν ποτέ οποιοδήποτε ποσό· και,
(β) πιο σημαντικό από το προηγούμενο, ότι ακόμα και αν διεξαχθούν διαβουλεύσεις για το Appendix R, εντούτοις, δεν εγκαταλείπονται οι οικονομικές απαιτήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις τις οποίες απολαύουν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτός εάν η τελευταία θεωρήσει σημαντικό το ύψος της δωρεάς για το πρώτο.
Για το ζήτημα (γ) του υπολογισμού του ύψους των υποχρεώσεων της Βρετανικής Κυβέρνησης για την περίοδο 1965-2005 ο τρόπος υπολογισμού των αξιώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το αναφερθέν σχετικό σημείωμα του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο αποτελούσε το Παράρτημα του Aide Memoire, το οποίο επιδόθηκε στους Βρετανούς στις 11 Ιουλίου 1980, λαμβάνει υπ’ όψιν ως βάση υπολογισμού τουλάχιστον τη χορηγία της περιόδου 1960-65, (σημειώνοντας, παρόλα αυτά, ότι αυτός ο τρόπος δεν συνάδει με τις πρόνοιες «…taking all factors into account…»).
Στη συνέχεια, το ποσό αυτό (12 εκατ. λίρες) αναπροσαρμόζεται αναλόγως των τιμαριθμικών αυξομειώσεων. Ετσι, υπολογίστηκε ότι για τις 3 πενταετίες από το 1964 μέχρι το 1980 το ποσό αυτό ήταν 82.920.000 λίρες.
Για τον καθορισμό του ύψους της βοήθειας, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν όλοι οι σχετικοί παράγοντες («…taking all factors into account, including the financial requirements of the Government of the Republic…»). Έτσι ας πούμε, για την περίοδο μετά την εισβολή, οι οικονομικές ανάγκες της Κύπρου υπήρξαν πολύ αυξημένες. Απόδειξη τούτου υπήρξε η υψηλότατη φορολογία, την οποία είχε επιβάλει το κυπριακό κράτος την περίοδο μετά την εισβολή, αλλά και ο μεγάλος δανεισμός τον οποίο υποχρεώθηκε να συνάψει για κάλυψη των μεγάλων χρηματοδοτικών αναγκών που προέκυψαν.
Το υπουργείο Οικονομικών, λοιπόν, καταλήγει ότι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις οικονομικές ανάγκες της Κύπρου για την περίοδο μετά την εισβολή, τότε πρέπει να δοθεί επιπρόσθετη (πέραν των 82.920.000 λιρών) χορηγία ύψους, περίπου, 100 εκατ. λιρών.
Παραλλήλως, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η χρονική αξία του χρήματος και ο ρυθμός πληθωρισμού για όλη τη χρονική περίοδο, από το 1965 μέχρι σήμερα. Και τα δύο αυτά ενσωματώνονται στο μέσο ονομαστικό επιτόκιο, το οποίο επικρατούσε σε κάθε έτος.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, και υπολογίζοντας ως μέσο ονομαστικό επιτόκιο το 8% για την περίοδο 1965-1995 και 6,95% για την περίοδο 1996 -2005, τότε, οι συνολικές σωρευτικές οικονομικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Κυπριακή Δημοκρατία, στα τέλη του 2004, ανέρχονται σε περίπου 550.000.000,00.
Επιπλέον, με συνυπολογισμό της οικονομικής αξίας των υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις, τις οποίες απολαύουν οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Κυπριακή Κυβέρνηση εκτίμησε το ποσό των υποχρεώσεων της Βρετανικής Κυβέρνησης στην Κύπρο, μέχρι και τις 12 Απριλίου 1980, σε περίπου 245.000.000 λίρες.
Άρα, η Βρετανική Κυβέρνηση οφείλει τα αναφερόμενα ποσά, αθροιστικώς (περίπου 1 δισ. λίρες).
Περαιτέρω, εννοείται ότι δεν συνυπολογίζονται οι συνολικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου από τη χρήση διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την περίοδο μεταξύ 1ης Απριλίου 1980 και 31ης Μαρτίου 2005, και θα ήταν χρήσιμο να γινόταν αντίστοιχη εκτίμηση, όπως έγινε για την περίοδο 1965-1980, και το ακριβές ποσό των οικονομικών υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Κυπριακή Δημοκρατία να προταθεί στο αναφερθέν συνολικό οφειλόμενο ποσό.
Την 31η Μαρτίου 2005, είχαν ολοκληρωθεί οκτώ πενταετίες, μετά την πρώτη, για τις οποίες η Βρετανική Κυβέρνηση δεν έχει καταβάλει τα οφειλόμενα από τις οικονομικές υποχρεώσεις της, από το Appendix R της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, προς την Κυπριακή Δημοκρατία».
Όταν η προπέτεια και η συνεχής προσπάθεια υπόσκαψης της κρατικής οντότητας της Κύπρου είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της βρετανικής συμπεριφοράς, το καθήκον μας δεν είναι ούτε η αβροφροσύνη ούτε η αιδήμων σιωπή. Λόγοι στοιχειώδους αυτοάμυνας επιβάλλουν την ανάλογη αντίδραση.
Η διεκδίκηση των οφειλομένων χρηματικών ποσών από τους Βρετανούς, με όλα τα προσφερόμενα νομικά μέτρα, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα. Καθώς το μέγιστο είναι η αμφισβήτηση της λεγόμενης κυριαρχίας των αποικιοκρατικών καταλοίπων των στρατιωτικών βάσεων.
* Πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Φιλελεύθερος
Διεθνή
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ
GEOPOLITICO
Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
του Αρντασές Γιαγουπιάν
Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.
Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.
Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.
Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.
Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.
Διεθνή
Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.
Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.
Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας