Διεθνή
Παντουρκισμός, μια παγκόσμια απειλή
Εικόνα 1: Το Κόκκινο Μήλο [Kızıl Elma, τουρκικά για “Red Apple”] Πηγή: memri
Ο Παν-Τουρκισμός ως ιδεολογία τον Οθωμανών και των σύγχρονων Τούρκων
Παν-Τουρκισμός [Pan–Turkism][1]
Συγγραφέας: Dr. Berna Pekesen[2]
Επιμέλεια – Απόδοση: Ιωάννης Γ. Βιδάκης[3]
Προοίμιο
Στο κείμενο αυτό η ιστορικός Dr. Berna Pekesen, παρουσιάζει και εξετάζει το κίνημα του Παν-Τουρκισμού [Pan-Turkism]. Στην ερευνητική βιβλιογραφία [research literature], ο «παν-τουρκισμός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πολιτική, πολιτιστική και εθνοτική ενότητα όλων των τουρκόφωνων πληθυσμών. Ο «τουρκισμός» άρχισε να χρησιμοποιείται με το πρόθεμα «παν-» (από την ελληνική λέξη πᾶν, pan = όλα). Ορισμένα βασικά σημεία του άρθρου είναι τα εξής:
- Η οθωμανική ελίτ του κράτους, η οποία εν μέρει αποτελούνταν από Χριστιανούς προσηλυτισμένους, αισθανόταν αφοσιωμένη σ΄ ένα μεγάλο οθωμανικό πολιτισμό, που ξεπερνούσε τις περιφερειακές και εθνοτικές διαφορές. Η σχέση μ΄ έναν «νομαδικό λαό» που τους απέδωσε ο Vámbéry θεωρήθηκε επομένως ως προσβολή. Στα μάτια τους, ο όρος «Τούρκος» αφορούσε μόνο τους κατώτερους λαούς, τους νομάδες και τους αγρότες.
- Ο Celâleddin θεώρησε προβληματική την αναπαραγωγή της τουρκικής γλώσσας με το αραβο-περσικό αλφάβητο. Απαιτούσε την κάθαρση της τουρκικής γλώσσας από ξένα στοιχεία και την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου. [Σημ. επιμ.: Ωστόσο κανείς δεν φαίνεται να ασχολήθηκε με το ζήτημα το πώς ένας υποτιθέμενος μεγάλος και αρχαίος πολιτισμός, όπως αυτός των πρώιμων Τούρκων, όπως ορισμένοι θεωρητικοί ισχυρίζονται, δεν είχε δικό του αλφάβητο …].
- Το “κόκκινο μήλο”, (“red apple”), θεωρήθηκε ως σύμβολο των φιλοδοξιών των παγκόσμιων δυνάμεων των (παν-) τουρκιστών. [Σημ. επιμ.: σε άρθρο της 20ής Ιανουαρίου 2021 με τίτλο: “The ‘Red Apple’ And The Plan Followed By Turkey; The Eurasian Dream of Erdoğan”, στο μέσο ενημέρωσης του Ιράν Διπλωματία, η Ιρανή Shohreh Poulab υποστήριξε ότι “η έννοια «Kızıl Elma», [τουρκικά για το “Red Apple “], στην τουρκική μυθολογία αντιπροσωπεύει τον τελικό στόχο της κυριαρχίας, είναι το σύμβολο του παν-τουρκικού κινήματος με κύριο στόχο την ένωση όλων των τουρκικών πληθυσμών για την απόκτηση της παγκόσμιας ανωτερότητας”, (βλ. https://www.memri.org/reports/iranian-expert-shohreh-poulab-erdo%C4%9Fans-red-apple-project-provides-new-version-geopolitical). Σύμφωνα με τις παραδόσεις του Ελληνικού λαού «Η Κόκκινη Μηλιά», είναι ο μυθικός τόπος προς τον οποίο θα εκδιωχθούν μελλοντικά οι Τούρκοι. Πρόσθετα από έρευνα και μελέτη τουρκικών αρχείων, βρέθηκε ότι την εποχή της άλωσης της Κωνσταντινούπολης οι Οθωμανοί χρησιμοποιούσαν την έκφραση «Κόκκινο Μήλο» για κάθε μεγάλη και ισχυρή πόλη, [(στόχος κατάληψης (;)], κι έτσι αποκαλούσαν και την Πόλη πριν την κυριεύσουν.
- Το επίκεντρο του παν-τουρκισμού μετατοπίστηκε μετά το 1907, από την Τσαρική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Περίληψη
Ο Παν-Τουρκισμός [Pan-Turkism], είναι η έννοια που αποδόθηκε στην ιδέα της ένωσης όλων των Τουρκόφωνων λαών του Καυκάσου, της περιοχής Βόλγα-Ουραλίων, της Κριμαίας, της Δυτικής και Κεντρικής Ασίας υπό την αιγίδα ενός μεγαλύτερου Τουρκικού κράτους. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Παν-Τουρκισμού, οι Τουρκικοί πληθυσμοί έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως συγγενικές γλώσσες, μια δήθεν κοινή καταγωγή και κοινή ιστορία και πολιτιστικές παραδόσεις. Ο Παν-Τουρκισμός εμπνεύστηκε από την γλωσσική, εθνογλωσσική και φυλετική έρευνα στις Ευρωπαϊκές Ανατολικές Σπουδές τον 19ο αιώνα. Τα «επιστημονικά» θεμέλια του Παν-Τουρκισμού, που απορρίπτονται σήμερα, επιστρέφουν στην «έρευνα για το Τουράν». Οι όροι Παν-Τουρκισμός και Τουρανισμός [Turanism] χρησιμοποιήθηκαν συχνά ως συνώνυμα στην αρχή, αν και η γεωγραφική εμβέλεια του τελευταίου ήταν μεγαλύτερη. Ο Παν-Τουρκισμός εμφανίστηκε μεταξύ των Τουρκικών πληθυσμών στην Ρωσική Αυτοκρατορία, ειδικά στην περιοχή Βόλγα-Ουραλίων, σε συνδυασμό με μια «εθνική αφύπνιση». Γύρω στο 1900, ο Παν-Τουρκισμός εξελίχθηκε επίσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ΄ ένα κίνημα πολιτικής ανεξαρτησίας.
Πίνακας Περιεχομένων
- Η επιρροή των Ευρωπαϊκών Ανατολικών Σπουδών
- Ρώσοι Μουσουλμάνοι και Παν-Τουρκισμός
- Παν-Τουρκιστικό κίνημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
- Παράρτημα
4.1. Πηγές
4.2. Βιβλιογραφία
4.3. Σημειώσεις

Χάρτης του παντουρκισμού. Πηγή: twitter
- Η επιρροή των Ευρωπαϊκών Ανατολικών Σπουδών [European Oriental Studies]
Ο όρος “Τουράν” [“Turan”] χρησιμοποιείται από τον 6ο αιώνα ως ένας προσδιορισμός του γεωγραφικού χώρου με την έννοια του “Τουρκεστάν”, [“Turkestan”], που σημαίνει “χώρα των Τούρκων”. Ο Barthélemy d’Herbelot (1625-1695) εισήγαγε τον όρο “Turan” στον Ευρωπαϊκό επιστημονικό λόγο στο έργο του «Bibliothèque orientale», που δημοσιεύτηκε το 1697, για να ορίσει τις ανατολικές και βόρειες περιοχές του ποταμού Amu-Darja. Ο ποταμός ξεκινά από τα σημερινά σύνορα μεταξύ Αφγανιστάν και Τατζικιστάν και εκβάλλει στην Θάλασσα της Αράλης [Aral Sea][4]. Τον 19ο αιώνα, η έννοια των όρων “Τουράν” και “Τουρανός” [“Turan” & “Turanian”], επεκτάθηκε και εξετάστηκαν μαζί, από γλωσσικές και εθνολογικές προοπτικές. Ο Φινλανδός φιλόλογος και εθνολόγος Matthias Alexander Castrén (1813-1852), ο οποίος ασχολήθηκε με τις Ουραλικές, Αλταϊκές και Παλαιο-Σιβηρικές γλώσσες, θεώρησε μια γλωσσική, πολιτιστική και φυλετική ενότητα των λεγόμενων Ουραλο-Αλταϊκών λαών. Ο Γερμανός ανατολιστής [Orientalist] Friedrich Max Müller (1823-1900) με τη σειρά του εισήγαγε τον όρο “Τουρανοί” [“Turanians”], ως μια νέα κατηγορία για τους μη Ινδο-Γερμανικούς και μη-Σημιτικούς λαούς της Ευρώπης και της Ασίας[5].
▲1 Ο Ούγγρος Τουρκολολόγος Armin Vámbéry (Hermann Wamberger, 1832-1913) θεωρείται ο «πρωτοπόρος» του Παν-Τουρκιστικού και Τουρανιστικού ρεύματος[6]. Ο γλωσσολόγος, εθνολόγος και γνωστός Τουρκόφιλος [Turkophile], πραγματοποίησε εκτεταμένα ταξίδια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Ρωσία, την Κεντρική Ασία και την Περσία και εξέφρασε δημόσια τις παρατηρήσεις του σε πολλές διαλέξεις και βιβλία. Αναζήτησε γλωσσικές και εθνογλωσσικές συνδέσεις μεταξύ της Ουγγρικής και των λεγόμενων Αλταϊκών γλωσσών (ή Ανατολικο-Τουρκικών Ιδιωματισμών – East Turkic idioms). Έγινε ο σημαντικότερος εκφραστής της παρωχημένης πλέον θεωρίας περί Ουραλ-Αλταϊκών [Ural-Altaic], σύμφωνα με την οποία η Ουγγρική γλώσσα ανήκει στην ομάδα γλωσσών Αλταϊκή, (Altaic, «Τουρκο-Ταταρική», “Turko-Tataric”). Σύμφωνα με τον Vámbéry, οι πρόγονοι των Ούγγρων καταγόταν από την Κεντρική Ασία και είχαν σχέση με τους Τούρκους. Στον πρόλογό του στο «Reise in Mittelasien», (1873), ο Vámbéry έγραψε ότι στόχος του ήταν να διερευνήσει τα κοινά σημεία μεταξύ Ούγγρων, Φινλανδών και Τατάρων[7].
▲2 Ο Vámbéry, που αργότερα αναφέρθηκε ως “συνήγορος της Ανατολής”, [“advocate of the East”], επίσης έδωσε αξία στον όρο “Τούρκος”[8]. Όπως γράφει ο Vámbéry, οι μορφωμένοι Τούρκοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Οθωμανούς, αισθάνονταν “εντελώς προσβεβλημένοι” όταν προσπαθούσε να τους διαφωτίσει για την “τουρκική” τους προέλευση, κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, την δεκαετία του 1880. Η Οθωμανική ελίτ του κράτους, η οποία εν μέρει αποτελούνταν από Χριστιανούς προσηλυτισμένους, αισθανόταν αφοσιωμένη σ΄ ένα μεγάλο Οθωμανικό πολιτισμό, που ξεπερνούσε τις περιφερειακές και εθνοτικές διαφορές. Η σχέση μ΄ έναν «νομαδικό λαό» που τους απέδωσε ο Vámbéry θεωρήθηκε επομένως ως προσβολή. Στα μάτια τους, ο όρος «Τούρκος» αφορούσε μόνο τους κατώτερους λαούς, τους νομάδες και τους αγρότες[9]. Ο Vámbéry απέδωσε αυτήν την αντίληψη στο γεγονός ότι το Ισλάμ είχε προκαλέσει, όπως πουθενά αλλού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια «αποεθνικοποίηση» και ότι ο “σημερινός Οθωμανός” ήταν ένα άτομο “στις φλέβες του οποίου ρέει ένα εξαφανιστικά μικρό μέρος τουρκικού αίματος (και) του οποίου η φυσικότητα δεν έχει το παραμικρό ίχνος του τυπικού Τούρκου”[10].
▲3 Η έρευνα του Vámbéry για το “Turan” και το “Ural-Altai” ήταν στην παράδοση του 19ου αιώνα, της έρευνας από την Δυτική Ευρώπη, για την Ουγγαρία και για την Ανατολή. Μετά την αρχική αντίθεση, οι απόψεις του συνάντησαν ευρεία αποδοχή μεταξύ της Οθωμανικής κρατικής ελίτ και της διανόησης. Πιθανότατα αυτό οφείλεται στην ανάδειξη του Vámbéry στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ότι ο «Παν-Τουρκισμός», ο οποίος στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα άρχισε αρχικά να εκφράζεται πολιτιστικά και στη συνέχεια στο τέλος του αιώνα και πολιτικά, συχνά αναφερόταν ως «Τουρανισμός». Στην πραγματικότητα, και οι δύο όροι χρησιμοποιήθηκαν συχνά ως συνώνυμα, τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στη σύγχρονη Ευρωπαϊκή διπλωματία καθώς και στην Ρωσική Αυτοκρατορία[11]. Ωστόσο, το γεωγραφικό εύρος του Τουρανισμού ήταν μεγαλύτερο από αυτό του Παν-Τουρκισμού. Ενώ ο τελευταίος στόχευε στην ενότητα όλων των Τουρκικών πληθυσμών, ο Τουρανισμός, ο οποίος μερικές φορές επίσης ταυτολογικά αναφέρεται ως Παν-Τουρανισμός, υποθέτει την ενότητα των Τούρκων, Μογγόλων και Φινο-Ουγγρικών λαών. Τους απέδωσε το κοινό αρχικό σπίτι “Turan”, μια μυστικιστικά δοξασμένη περιοχή στη στέπα της Κεντρικής Ασίας[12].
▲4 Άλλοι ερευνητές στο πλαίσιο των Δυτικο-Ευρωπαϊκών Ανατολικών Σπουδών, που άρχισαν να θεσμοθετούνται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, παρείχαν επίσης έμπνευση για την ιδέα του Παν-Τουρκισμού. Ενώ ο Γάλλος Ανατολιστής [Orientalist] Joseph de Guignes (1721-1800), ήδη το 1756 έβαλε τους «βάρβαρους» λαούς των Ούννων, των Τούρκων και των Μογγόλων στην Ευρωπαϊκή ιστορική εικόνα[13], ο συμπατριώτης και συνάδελφός του Léon Cahun (1841-1900), περίπου έναν αιώνα αργότερα έγινε η σημαντικότερη πηγή έμπνευσης για τον Παν-Τουρκισμό, μαζί με τον Vámbéry. Το ρομαντικό έργο του Cahun «Εισαγωγή στην Ιστορία της Ασίας. Τούρκοι και Μογγόλοι από την κοιτίδα τους έως το 1405», [“Introduction à l‘Histoire de l‘Asie; Turcs et Mongols des origines à 1405“], που εμφανίστηκε το 1896, είχε μεγάλη επιρροή στην Γαλλόφωνη εκπαιδευμένη Οθωμανική τάξη[14]. Το βιβλίο θα μπορούσε να βρεθεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης και μεταφράστηκε στα Τουρκικά το 1899 από τον Necip Asım Yazıksız (1861-1935)[15]. Η μελέτη του Cahun ενέπνευσε, μεταξύ άλλων, τον Ziya Gökalp (1876-1924) – τον πιο διάσημο Παν-Τουρκιστή και σκεπτόμενο ηγέτη του Τουρκικού εθνικισμού – να κάνει την δική του έρευνα για την ιστορία των «Τούρκων» στην προ-Ισλαμική εποχή[16]. Ο Λεόν Καχούν [Léon Cahun] περιέγραψε τους Τούρκους ως ένα «κατακτητικό έθνος», το οποίο καυχιόταν για πολεμιστές ανώτερους από αυτούς των Αράβων και των Περσών. Δήλωσε ότι ήταν Τούρκοι, όχι μόνο τον Μογγόλο πολέμαρχο Τζένγκις Χαν (Genghis Khan, 1162-1227), αλλά και τους πρώτους κατοίκους της Ευρώπης. Εξέχοντες Ανατολιστές όπως ο Ρώσος δάσκαλος Wilhelm Radloff (1837‒1918)[17] και ο Vasilij Vladimirovič Bartol’d (1869‒1930)[18] παρείχαν επίσης σημαντικό έργο για την ιστορία και την γλωσσική ποικιλομορφία της Κεντρικής Ασίας και ενέπνευσαν μελλοντικούς Τουρκολόγους και ανθρωπολόγους. Ταυτόχρονα, φυσικές-επιστημονικές επιρροές είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές στη σύγχρονη γλωσσολογία και εθνογλωσσολογία: για παράδειγμα στην περίπτωση του Γερμανού φιλόλογου και Ινδο-Ευρωπαϊστή Αύγουστου Σλάιχερ [August Schleicher, 1821-1868]. Ακολουθώντας την επιταγή του Κάρολου Δαρβίνου για την «επιβίωση των ισχυρότερων», προέβλεψε την πτώση των κατώτερων γλωσσικών ομάδων υπέρ των ανώτερων Ινδο-Ευρωπαϊκών γλωσσών[19]. Στη συνέχεια, κορυφαίοι Τουρκολόγοι και Ανατολιστές προσπάθησαν να αποδείξουν ότι οι Τουρκικές γλώσσες είναι επίσης ικανές να επιβιώσουν και, επιπλέον, ότι ομιλούνται από φορείς γλωσσών που έχουν συμβάλει σημαντικά στον Δυτικό πολιτισμό.
▲5 Σε αυτό το πλαίσιο, τα έργα του Μουσταφά Σελαλεντίν Πασά [Mustafa Celâleddin Paşa], έχουν έναν ιδιαίτερο ρόλο. Ο Πολωνός μετανάστης, (γεννημένος ως Konstanty Polklozic Borzęcki, 1826-1876), ο οποίος εξισλαμίστηκε μετά την άφιξή του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1848, (όπου εντάχθηκε στην Οθωμανική δημόσια υπηρεσία), ήταν σημαντικός για την διάδοση της Τουρκικής ιδέας της ενότητας και του πολιτισμού των “Τούρκων”. Στο βιβλίο του «Les Turcs anciens et modernes», (1869), υποστήριξε ότι η Τουρκική γλώσσα ήταν μία από τις πρωτότυπες γλώσσες που είχε σημαντική επιρροή στα Λατινικά και τα Ελληνικά και ότι οι πηγές του Δυτικού πολιτισμού βρέθηκαν στο Τουρκικό παρελθόν. Ο Celâleddin θεώρησε προβληματική την αναπαραγωγή της Τουρκικής γλώσσας με το Αραβο-Περσικό αλφάβητο. Απαιτούσε τόσο την κάθαρση της Τουρκικής γλώσσας από ξένα στοιχεία όσο και την υιοθέτηση του Λατινικού αλφαβήτου[20]. Με αυτές τις θεωρίες και άλλες, ο Celâleddin Paşa έθεσε τα θεμέλια για το αναπτυσσόμενο Τουρκικό εθνικό κίνημα[21].
▲6 Με βάση αυτά τα έργα, η Οθωμανική διανόηση άρχισε να ασχολείται με το προ-Ισλαμικό παρελθόν των «Τούρκων»[22]. Ο Αχμέτ Βεφίκ Πασά [Ahmed Vefik Paşa, 1823-1891], Οθωμανός γραφειοκράτης και συγγραφέας, εξήγησε στους συμπατριώτες του, την αναγκαιότητα μιας πραγματικής εθνικής ιστορίας και ζήτησε την αποσύνδεση της αρχαίας Τουρκικής ιστορίας από την Οθωμανική ιστορία[23]. Ο σύγχρονος του Σουλεϊμάν Πασά [Süleyman Paşa, 1838-1892], επικεντρώθηκε στην προϊστορία των Οθωμανών[24] στο βιβλίο του «Tarih-i Alem»[25], [«Παγκόσμια Ιστορία», “World History”, 1876], το οποίο εξέφρασε τις ιδέες των Δυτικών Ανατολιτιστών. Σε μια εποχή που διδάσκονταν μόνο κλασικές πραγματείες της Οθωμανικής-Ισλαμικής ιστορίας στα Οθωμανικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο Σουλεϊμάν Πασά εισήγαγε για πρώτη φορά συλλογές που αφορούσαν την αρχαία Τουρκική ιστορία. Ο Şemseddin Sami (1850-1904), θεατρικός συγγραφέας, συγγραφέας και μεταφραστής, αφοσιώθηκε επίσης στην Τουρκική γλωσσολογία και το 1899 δημοσίευσε ένα Τουρκικό λεξικό [Kamus-i Türki][26], το οποίο θα γινόταν η βάση για την τυπική σύγχρονη Τουρκική γλώσσα για πολλά χρόνια[27].
▲7 Η ενασχόληση με την προέλευση των «Τούρκων» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συμβαδίζει με τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της περιόδου: μεταξύ των μορφωμένων τάξεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ενδιαφέρον αυξήθηκε για τον κοσμικό Ευρωπαϊκό πολιτισμό, τις Δυτικές πνευματικές τάσεις, την τεχνολογία και την επιστήμη. Ως αντίδραση στον Ευρωπαϊκό φιλελληνισμό, οι Οθωμανικοί των γραμμάτων (hommes de lettres), αφοσιώθηκαν ολοένα και περισσότερο στην ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας, της Ελληνικής αρχαιότητας και της Δυτικής λογοτεχνίας και ποίησης. Αυτές οι μελέτες αφορούσαν κυρίως στην έμφαση σε μια ισοδύναμη θέση με την Ευρώπη και την απόδειξη ότι οι Οθωμανοί και οι Τούρκοι ήταν επίσης μεταξύ των «παλαιότερων» λαών της ιστορίας.
▲8 Οι πρώτες πολιτισμικές παρορμήσεις για την αφύπνιση ενός γνήσια Τουρκικού εθνικού αισθήματος, το οποίο, πάλι, προέκυψε υπό την επιρροή του Ευρωπαϊκού πνευματικού κόσμου και αναφερόταν αποκλειστικά στους «Τούρκους» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρέμειναν ένα περιθωριακό φαινόμενο σε σύγκριση με την επίσημα προωθούμενη υπερεθνική έννοια του «Οθωμανισμού». Στην πραγματικότητα, οι πρώτες εξελίξεις συνάντησαν αντίσταση από την Ισλαμική Ορθοδοξία και την Υψηλή Πύλη [Sublime Porte]. Έτσι, ορισμένες εκδόσεις από τον κύκλο των Νέων Οθωμανών [Young Ottomans], απαγορεύτηκαν ως ανατρεπτικές, όπως τα ποιήματα του İbrahim Şinasi (1826-1871) από το έτος 1859, η γλωσσική έρευνα του Şemseddin Samis και το έργο «Vatan», [“Fatherland”, “Πατρίδα”], από τον Namık Kemal (1840‒1888), μετά την πρεμιέρα του το 1873[28].
▲9 Σε μια εποχή αναδυόμενων προσπαθειών ανεξαρτησίας των Χριστιανικών λαών, ο Οθωμανισμός ανακηρύχθηκε, ως ένα είδος αυτοκρατορικού πατριωτισμού, ως κρατική πολιτική, προκειμένου να προστατευθεί η πολυεθνική αυτοκρατορία από την αποδόμηση. Τα αυτοκρατορικά διατάγματα του 1839 και του 1856 και το Οθωμανικό Σύνταγμα που εγκρίθηκε το 1876, αποσκοπούσαν στην δημιουργία ενός σύγχρονου εδαφικού κράτους, το οποίο θα έδινε στους πολίτες του, ανεξαρτήτως προέλευσης, ισότητα ενώπιον του νόμου και εγγύηση της ελεύθερης άσκησης της θρησκείας. Οι μεταρρυθμίσεις αποσκοπούσαν κυρίως στην ενίσχυση της κρατικής εξουσίας, στην εξουδετέρωση των αποσχιστικών δυνάμεων στην Αυτοκρατορία και, επομένως, στην αντιμετώπιση των επεκτατικών προσπαθειών των Ευρωπαϊκών δυνάμεων. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για την Ρωσία, η οποία παρουσιάστηκε ως προστάτιδα του Ορθόδοξου πληθυσμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Οθωμανική ηγεσία δεν βρήκε σκόπιμο να προωθήσει τον εθνικισμό βασισμένο αποκλειστικά στην Τουρκική εθνότητα.
▲10 Αφού αποδείχθηκε αδύνατη η εξουδετέρωση των Χριστιανικών εθνικών κινημάτων, η κρατική πολιτική του παν-Ισλαμισμού αξιοποιήθηκε εναλλακτικά. Προκειμένου να συμβάλει στην δέσμευση των Μουσουλμανικών αυτοκρατορικών πληθυσμών, (Αλβανοί, Άραβες, Κούρδοι) – οι οποίοι επίσης βίωναν «εθνική αφύπνιση» – στην πολυεθνική αυτοκρατορία, έγιναν ισχυρότερες εκκλήσεις στον κοινό δεσμό της θρησκείας και στην Ισλαμική ιδέα της ενότητας [ittihad-i Islam]. Η εκδίωξη Μουσουλμάνων του Καυκάσου, που εισέρευσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μαζική κλίμακα μετά την κατάκτηση και την ειρήνευση του Άνω Καυκάσου από την Τσαρική Αυτοκρατορία, παρείχε επίσης νέα νομιμότητα[29] για την πολιτική του παν-Ισλαμισμού υπό τον Σουλτάνο Αμπντουλχαμίντ Β΄ [Abdülhamid II, 1842-1918]. Σε γενικές γραμμές, μπορεί να ειπωθεί ότι μέχρι το 1900 είχαν τεθεί οι ιδεολογικές βάσεις για ένα Παν-Τουρκιστικό κίνημα, αλλά ο εκτεταμένος πολιτικός και κοινωνικός αντίκτυπός του δεν εκτυλίχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το τέλος του αιώνα. Οι Ταταρο-Τούρκοι [Tatar-Turkish] πρόσφυγες από την Τσαρική Αυτοκρατορία διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την διαδικασία.

Russia’s Muslims could make up as much as 14% of the population – and many question the decision to attack Syria, Πηγή: bbc
- Ρώσοι Μουσουλμάνοι και Παν-Τουρκισμός
▲11 Οι Ρώσοι Μουσουλμάνοι είχαν ήδη αναπτύξει μια εθνική συνείδηση πριν από τους ομοπίστους τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, για βάσιμους λόγους. Με τη σειρά του, αυτό αποτέλεσε την πνευματική βάση για την ανάπτυξη του πολιτικού Παν-Τουρκισμού. Ενώ ο λόγος ύπαρξης της Οθωμανικής κρατικής ελίτ συνίστατο στην διασφάλιση της συνοχής της πολυεθνικής και δια-θρησκευτικής αυτοκρατορίας, με υπερεθνικές έννοιες ολοκλήρωσης, οι Ρώσοι Μουσουλμάνοι από την άλλη πλευρά, ανήκαν σε μια από τους πολυάριθμες ξένες εθνοτικές ομάδες πληθυσμού που στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα παρήγαγαν διαφορετικές ποικιλίες εθνικο-θρησκευτικού κινήματος μετεγκατάστασης.
▲12 Η «εθνική ιδέα» δεν εμφανίστηκε ταυτόχρονα μεταξύ των Ρώσων Μουσουλμάνων. Στην Τσαρική Αυτοκρατορία υπήρχαν διάφορες Μουσουλμανικές ομάδες πληθυσμών. Διέφεραν σημαντικά στην εθνοτική τους σύνθεση, στις πολιτιστικές και πολιτικές τους παραδόσεις καθώς και στους τρόπους ζωής και οικονομίας. Είχαν επίσης διαφορετικές εμπειρίες ξένης κυριαρχίας: ενώ οι εγκατεστημένοι στον Βόλγα ζούσαν ήδη στο Ρωσικό έδαφος από τον 16ο αιώνα, οι νομάδες μουσουλμάνοι της Κεντρικής Ασίας δεν πέρασαν υπό Ρωσική κυριαρχία μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα[30]. Αυτό που είχαν κοινό αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες ήταν η αφοσίωση στο Ισλάμ και, κατά κανόνα, η γλώσσα τους. Οι διάλεκτοι των Τουρκικών γλωσσών διέφεραν από περιοχή σε περιοχή, αλλά κυρίως στην φωνητική και το λεξιλόγιο και όχι στην τυπολογία. Συνεπώς, ήταν δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ομιλητών των περισσότερων Τουρκικών γλωσσών[31]. Στην απογραφή του 1897 διαπιστώθηκε ότι περίπου το 90% των Τουρκόφωνων κατοίκων της Τσαρικής Αυτοκρατορίας, (οι οποίοι με τη σειρά τους αποτελούσαν περίπου το 11% του συνολικού πληθυσμού), ήταν Μουσουλμάνοι[32]. Με άλλα λόγια, ακόμη και πριν από την «εθνική αφύπνιση», η πίστη στο Ισλάμ προσέφερε μια ευκαιρία ταυτοποίησης, ενώ η γλώσσα δεν έπαιζε παρά έναν δευτερεύοντα ρόλο. Ως εκ τούτου, για τους Ρώσους Μουσουλμάνους που κινητοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο, σύντομα προέκυψε το ερώτημα ποιος θα ήταν ο ρόλος του Ισλάμ στην οικοδόμηση της εθνικής τους ταυτότητας: ήταν η θρησκεία δευτερεύουσα σε σύγκριση με τη σύγχρονη ιδέα εθνικής καταγωγής και εθνικής αναφοράς ή ήταν μια πρωταρχική ιδεολογία «ολοκλήρωσης μέσω επικάλυψης άλλων ταυτοτήτων»;[33]
▲13 Η γένεση της εθνικής συνείδησης και η Παν-Τουρκιστική ιδέα, που βασίστηκαν στην ίδια δεξαμενή μύθων και συμβόλων, προωθήθηκαν από ορισμένες εσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις και συνθήκες. Η Ρωσική στόχευση για επέκταση, η αποστολή εκπολιτισμού, η πολιτική κατάκτησης και ειρήνευσης προς ξένες εθνοτικές ομάδες και θρησκείες διαδραμάτισαν ρόλο σ΄ αυτό. Παρόλα αυτά, η ιμπεριαλιστικά προσανατολισμένη Ρωσική πολιτική από τον 18ο αιώνα δεν ήταν συστηματικά αντι-Μουσουλμανική, αλλά αμφιταλαντευόταν μεταξύ του ρεαλισμού και της ανοικτής καταστολής με επιθετικές μορφές πολιτικής αφομοίωσης, (εκρωσισμός, εκχριστιανισμός). Αφενός, στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, η πολιτική αφομοίωσης μπόρεσε να καταπιέσει τους ισλαμικούς θεσμούς στην περιοχή Βόλγα-Ουράλια, καθώς θεωρήθηκαν ως πηγές μιας παραδοσιακής Μουσουλμανικής αντίστασης. Από την άλλη, αντανακλούσαν την προθυμία συνεργασίας με τις κοσμικές Μουσουλμανικές ελίτ[34]. Η εδαφικοποίηση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με την Δυτικο-Ευρωπαϊκή αντίληψη των εθνικών κρατών στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός τον 19ο αιώνα. Δεν ήταν μόνο μια αντίδραση, μεταξύ άλλων, στους αυτονομιστικούς εθνικισμούς – υποβάλλοντας τις «ξένες υπηκοότητες» σε άκαμπτες πιέσεις αφομοίωσης, τις προκάλεσε επίσης[35].
▲14 Η ανάπτυξη της εθνικής ιδέας μεταξύ των Ταρτάρων στην Αυτοκρατορία των Τσάρων συσχετίστηκε με το στάδιο της οικονομικής και κοινωνικο-πολιτιστικής ανάπτυξης των αντίστοιχων Μουσουλμανικών περιοχών εγκατάστασης εντός της Τσαρικής Αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, ήταν οι οικονομικά πιο ανεπτυγμένες περιοχές γύρω από το Καζάν στην Κριμαία και στο Αζερμπαϊτζάν στις οποίες εμφανίστηκε μια συγκεκριμένη «Ταταρική» ή «Τουρκική» εθνική συνείδηση τον 19ο αιώνα. Οι λαμπαδηδρόμοι του εθνικού κινήματος ήταν οι οικονομικές, (δηλαδή έμποροι και επιχειρηματίες) και οι πνευματικές ελίτ, επειδή επηρεάστηκαν άμεσα από την Ρωσική πολιτική αφομοίωσης. Για τις οικονομικές ελίτ, η εκρωσιστική πίεση ομογενοποίησης συνεπαγόταν σημαντικές οικονομικές απώλειες και διακρίσεις. Η ανάπτυξη και επέκταση των εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων των Τατάρων περιορίστηκε ή ακόμη και εμποδίστηκε από υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις και τα περιοριστικά μέτρα της Ρωσικής κυβέρνησης.
▲15 Η περιφερειακή πολιτιστική ζωή των Τατάρων δεχόταν πλήγματα επίσης, όλο και περισσότερο από την πίεση του εκρωσισμού. Ορισμένα Ισλαμικά σχολεία (medrese) έκλεισαν και η νέα κατασκευή σχολείων και τζαμιών υπόκειταν σε περιορισμούς. Στο Καζάν, η Ορθόδοξη Θεολογική Ακαδημία ξεκίνησε να προωθήσει τον εκχριστιανισμό των νεαρών Τατάρων ιδρύοντας τη Σχολή Il’minskij, [που έλαβε το όνομά της από τον Ρώσο Ανατολιστή Nikolai Ivanovič Il’minskij (1822-1891) το 1863][36]. Οι ελίτ των Ταρτάρων στο Καζάν αντιμετώπισαν τις προκλήσεις του εκσυγχρονισμού στην Ρωσική Αυτοκρατορία, κυρίως λόγω της στρατιωτικής μεταρρύθμισης του 1874[37], που έκανε για πρώτη φορά τη στρατιωτική θητεία υποχρεωτική για τους Μουσουλμάνους. Απάντησαν αρχικά μ΄ ένα κίνημα Ισλαμικής μεταρρύθμισης. από το πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε στο Καζάν το 1804, όπου εισήχθησαν Ανατολικές σπουδές και μαθήματα Ταταρικών και εκδόθηκαν Ταταρικά δημοσιεύματα στις τυπογραφικές τους δραστηριότητες. Οι Ταταρικές εκδόσεις, που άνθησαν τον 19ο αιώνα, είχαν εξαιρετική απήχηση ακόμη και πέρα από τα περιφερειακά σύνορα[38].
▲16 Και στο Αζερμπαϊτζάν, η εκβιομηχάνιση που ξεκίνησε από τα μέσα του 19ου αιώνα και οι διαδικασίες κοινωνικο-οικονομικού μετασχηματισμού που προκάλεσε, οδήγησαν στην εμφάνιση ενός επιχειρηματία-καπιταλιστή και μιας Μουσουλμανικής αστικής τάξης. Η πίεση της Ρωσικής ενσωμάτωσης και οι πρόσθετες κοινοτικές συγκρούσεις με τους Αρμένιους και τους Ευρωπαίους αποίκους ενθάρρυναν επίσης την επιστροφή στον δικό τους πολιτισμό. Όπως και οι Τάταροι στο Καζάν και την Κριμαία, οι Αζέροι αντέδρασαν στις κοινωνικές ανατροπές, αναδιαμορφώνοντας την κοινωνική, πολιτιστική και καθημερινή ζωή τους. Η εμφάνιση και η εξάπλωση της Μουσουλμανικής-Τουρκικής τυπογραφικής βιομηχανίας τον 19ο αιώνα προώθησε τη μετακίνηση ιδεών, όχι μόνο στις Μουσουλμανικές κοινότητες εντός της Τσαρικής Αυτοκρατορίας, αλλά και πέρα από τα σύνορά της. Ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε παραδοσιακά μια ισχυρή βαρυτική έλξη ως πνευματικό και πνευματικό κέντρο των Μουσουλμάνων, οι πολιτιστικοί και οικονομικοί δεσμοί έγιναν ακόμη πιο στενοί μετά τον Ρωσο-Οθωμανικό Πόλεμο του 1877/1878, ο οποίος πυροδότησε τη μαζική μετανάστευση των Ρώσων Μουσουλμάνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[39].
▲17 Το κίνημα ανανέωσης του Ισλάμ γνωστό ως “Jadidism”, το οποίο συνδύασε την αναμόρφωση της Ισλαμικής θρησκείας με φωτισμένα κοσμικά ζητήματα, θεωρείται ο προάγγελος μιας «σύγχρονης» εθνικής συνείδησης[40]. Λόγω της επιρροής του Κριμαίου Τατάρου Ismail Gaspirali (1851-1914) το κίνημα Jadidism αντιπροσώπευε την ενίσχυση της Μουσουλμανικής αίσθησης της συντροφικότητας μέσω του μεταρρυθμισμένου Ισλάμ και του σχηματισμού ενός έθνους που ποικίλλει, ως Μουσουλμανικό, Τουρκικό ή Παν-Τουρκιστικό.[41] Το «φαντασιακό» έθνος κατανοήθηκε κυρίως ως η προγονική κοινότητα των Τουρκικών λαών, που συγκρατούνται από τον δεσμό εθνικής και γλωσσικής προέλευσης. Όπως και άλλοι εθνικισμοί, το κίνημα Jadidism αναφέρεται επίσης σ΄ ένα έθνος που υπήρχε ιστορικά, είχε καταστραφεί κατά την διάρκεια του Ρωσικού αποικισμού και έπρεπε να αναβιώσει. Για το σκοπό αυτό, έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί μια κοινή κουλτούρα γραφής και γλώσσας, όπως είχαν κάνει ήδη τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά πολιτιστικά πρότυπα με την τυποποίηση των αντίστοιχων γλωσσών τους[42] .Στην εφημερίδα «Tercüman», (“Translator”, “Μεταφραστής”, 1883-1918), που εκδόθηκε από τον Gaspirali, η γλωσσική πτυχή της εθνικής ταυτότητας ήταν ο πρωταρχικός στόχος. Από αυτήν την άποψη, ο πολιτιστικός αυτοπροσδιορισμός των Τουρκικών λαών ήταν δυνατός μόνο στο πλαίσιο της γλωσσικής τυποποίησης, η οποία θα συνεπαγόταν την «ενότητα στην γλώσσα, τη σκέψη και την δράση», («dilde, fikirde ve işte birlik») των Τουρκικών λαών[43]. Ο Gaspirali οραματίστηκε μια παν-Τουρκική γλώσσα, η οποία θα μιλιόταν από την «Κριμαία στην Χεράτ, από την Κωνσταντινούπολη στο Κασγκάρ», από όλους τους «Τούρκους», από τους μορφωμένους και από τον απλό λαό[44]. Η νεοσύστατη Τουρκική γλώσσα χρειάστηκε να «καθαριστεί» και από τα διακοσμητικά στοιχεία της Οθωμανικής-Τουρκικής και της Ρωσικής γλώσσας και έτσι να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση των Μουσουλμάνων της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[45]. Μέχρι το Ρωσικό επαναστατικό έτος 1905, η εφημερίδα Tercüman έγινε το πιο σημαντικό όργανο των Τατάρων εθνικιστών καθώς και της μεταρρύθμισης του κινήματος Jadidism στην γλώσσα. Συνάντησε επίσης μεγάλη αποδοχή μεταξύ των ελίτ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
▲18 Η ιδέα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού ως λόγος προόδου, που διαδόθηκε από τους οπαδούς του κινήματος Jadidism άσκησε επιρροή στη Μουσουλμανική διανόηση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πέρα από τα περιφερειακά και εθνικά σύνορα. Γι΄ αυτούς και, με αναβολή και για τις Οθωμανικές ελίτ στο τέλος του αιώνα, η Ευρωπαϊκή αντίληψη του έθνους θεωρήθηκε ως δείκτης νεωτερικότητας και προόδου. Ανάλογα με την περιοχή, την ιστορική περίοδο και το μεταρρυθμιστικό περιβάλλον, το κίνημα Jadidism ερμηνεύτηκε ως Ισλαμισμός, Τουρκισμός ή Παν-Τουρκισμός. Σε αντίθεση όμως με τον Παν-Τουρκισμό, ο οποίος συμμεριζόταν τις κοσμικές-εθνικιστικές υποθέσεις με αυτό το κίνημα, το τελευταίο δεν είδε καμμία πολιτική απαίτηση αποσύνδεσης από την Ρωσική Αυτοκρατορία[46].
▲19 Οι Τάταροι του Βόλγα και της Κριμαίας έγιναν πρωτοπόροι του εθνικού ρεύματος, εξαιτίας των παρορμήσεων που προέρχονταν από κίνημα Jadidism[47]. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, πολιτικοί κύκλοι σχηματίστηκαν με Παν-Τουρκιστικές, Ταταρικές εθνικές, Παν-Ισλαμικές, σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες τάσεις. Παρόμοιες εξελίξεις παρατηρήθηκαν επίσης μεταξύ των Αζέρων, οι οποίοι είχαν γλωσσική σχέση με τους Τούρκους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κι εδώ, Παν-Ισλαμικά και Παν-Τουρκιστικά κινήματα βρήκαν υποστηρικτές που ανταγωνίζονταν τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλιστές. Οι Παν-Ισλαμικές και οι Παν-Τουρκιστικές ιδέες, από την άλλη πλευρά, δεν αλληλοαποκλείονταν, αλλά μερικές φορές ενισχύονταν μεταξύ τους. Κάποιος ως Τούρκος, ήταν γενικά και Μουσουλμάνος. Κάτω από Παν-Τουρκιστικές επιρροές, ωστόσο, η άποψη στενεύει ολοένα και περισσότερο μέχρι η Ισλαμική ιστορία, η γεωγραφία, η γλώσσα και, τέλος, το ίδιο το Ισλάμ να έχει «Τουρκική» χροιά[48]. Οι πρωταγωνιστές των Τουρκικών και Παν-Τουρκιστικών ρευμάτων, που ήταν γενικά συνώνυμα κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, βρήκαν την έμπνευσή τους στα πρώτα έργα των Ευρωπαϊκών και Ρωσικών Ανατολικών Σπουδών και της Τουρκολογίας που περιγράφηκαν προγενέστερα. Συνέβαλαν σημαντικά στο να δώσουν στο αστικό κίνημα μια επιστημονική αύρα και στον ιστορικό προσδιορισμό της εθνικής ιδεολογίας. Η Τουρκολογική εικόνα της φυλετικής και εθνοτικής καταγωγής των Τούρκων, η μορφοποίηση της γλώσσας και των εθίμων τους και ο μύθος της κοινής Τουρκικής καταγωγής όλων των Τουρκικών πληθυσμών παρείχαν ισχυρά επιχειρήματα για τους Παν-Τουρκιστές ακτιβιστές.
▲20 Ένας από τους πρώτους που διατύπωσε το πολιτικό πρόγραμμα του Παν-Τουρκισμού ήταν ο Αζέρος Ali Bäy Hüseynzadä (Χουσεϊνζάντα, Turan, 1864-1940). Ο Hüseynzadä είχε σπουδάσει ιατρική στην Αγία Πετρούπολη, όπου, όπως και οι περισσότεροι συμφοιτητές του, εμπνεύστηκε από τον Παν-Σλαβισμό και τον σοσιαλισμό. Στην δεκαετία του 1890, συνέχισε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη και εντάχθηκε στη νεο-τουρκική μυστική εταιρεία “tttihad-ı Osmani Cemiyeti“, [“Επιτροπή της Οθωμανικής Ένωσης”, “Committee of the Ottoman Union”]. Έλαβε μέρος στον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο (1897) και μετά επέστρεψε στο Μπακού για να γίνει ένας από τους ηγέτες του εθνικιστικού κινήματος και να προωθήσει την ένωση των Υπερκαυκασίων Τουρκικών πληθυσμών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία[49]. Ο Hüseynzadä ήταν ο διεθνικός προπαγανδιστής του Παν-Τουρκιστικού κινήματος και η σκέψη του βασίστηκε σε μια κοσμική-θετικιστική παγκόσμια θεώρηση. Η ιστορία από αυτήν την οπτική γωνία έγινε κατανοητή ως διαδικασία ανάπτυξης και το εθνικό κράτος ως το υψηλότερο στάδιο ανάπτυξης. Η εθνική ιδέα θεωρήθηκε ως ο κινητήρας της προόδου, γιατί μόνο οι κοινωνίες που είχαν συνείδηση του έθνους, θα μπορούσαν να έχουν δημιουργήσει τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Με το σύνθημα “Τουρκοποίηση, Εξισλαμισμός, Εξευρωπαϊσμός”, (“Türkleştirmek, İslamlaştırmak, Avrupalılaştırmak”), ο Hüseynzadä διατύπωσε την ιδεολογική ώθηση πέρα από τα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, η οποία έγινε η βάση του Παν-Τουρκικού κινήματος. Εξάλλου, ενέπνευσε τις θεωρίες του Ziya Gökalp, του μετέπειτα ιδεολόγου του Τουρκικού εθνικισμού[50].
▲21 Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Yusuf Akçura (Γιουσούφ Ακτσουρά, 1876 ‒ περ. 1935), διανοούμενος και πολιτικός με καταγωγή από το Καζάν (Τάταρος), έγινε μια συμβολική φιγούρα του Παν-Τουρκισμού, ο οποίος ήταν γνωστός στην Ρωσία, στην Τουρκία και στην Δυτική Ευρώπη[51]. Το 1904, ο Akçura έγραψε το δοκίμιο «Üç tarz-ı siyaset», [“Three Ways of Politics”, “Τρεις Τρόποι Πολιτικής”], το οποίο δημοσιεύτηκε στο Κάιρο. Αν και αγνοήθηκε αρχικά από το Οθωμανικό κοινό, έγινε το μανιφέστο του Παν-Τουρκιστικού κινήματος μετά τη Νεο-τουρκική Επανάσταση του 1908[52]. Στο δοκίμιο, ο Akçura ξεκαθάρισε λογαριασμούς με την επίσημη κρατική ιδεολογία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, (Οθωμανισμός, Παν-Ισλαμισμός) και είδε τη μόνη δυνατότητα για συνέχιση της ύπαρξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ενοποίηση όλων των Τουρκικών πληθυσμών. Πριν από την Ρωσική Επανάσταση του 1905[53], επέστρεψε στο Καζάν, όπου έγινε ένας από τους ηγέτες του εθνικού κινήματος των Τατάρων του Καζάν και συνδιοργάνωσε την Παν-Ισλαμική ένωση “İttifak“. Ο Akçura εξελέγη στο κοινοβούλιο (Δούμα), το οποίο συγκλήθηκε για πρώτη φορά στην Ρωσία. Στο Καζάν, εξέδωσε την εφημερίδα «Kazan Muhbiri», [“Kazan Correspondent”, “Ανταποκριτής του Καζάν”, 1905-1919][54]. Μετά το τέλος της Ρωσικής “Άνοιξης των Εθνών” και την αναζωπύρωση της αυτοκρατορίας, ο Akçura μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη το 1907, όπου εξέδωσε το περιοδικό «Türk Yurdu», [“Home of the Turks”, «Σπίτι των Τούρκων»][55], το πιο σημαντικό όργανο της Παν-Τουρκιστικής προπαγάνδας. Ίδρυσε επίσης την «Εταιρεία Μεταναστών Τατάρων», την «Εταιρεία Φοιτητών από την Ρωσία», την «Εταιρεία Φοιτητών της Κριμαίας» και την «Bukharic Charity». Μαζί με άλλους μετανάστες από την Ρωσία, συμμετείχε επίσης στην ίδρυση του συλλόγου “Türk Derneği“, [“Turkish Association”, “Τουρκικός Σύλλογος”], ο οποίος, εκτός από τη μεταρρύθμιση της Τουρκικής γλώσσας, προσπάθησε να αφυπνίσει ένα αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των Τουρκικών πληθυσμών[56].
▲22 Η πολιτική απελευθέρωση μετά την Ρωσική Επανάσταση του 1905 έληξε απότομα με το πραξικόπημα του 1907. Τόσο τα Παν-Τουρκιστικά όσο και τα εθνικά κινήματα, με ή χωρίς πολιτικά αιτήματα για ένωση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπόκεινταν τώρα σε διωγμό και καταστολή. Όπως ο Yusuf Akçura, πολιτικοί και διανοούμενοι όπως οι Ahmet Ağaoğlu (1869‒1939)[57], Sadri Maksudi Arsal (1880‒1957), Resulzade Mehmet Emin (1884‒1954) και Ahmed Zeki Velidi Togan (1890‒1970), για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα εξέχοντα ονόματα, μετανάστευσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπό την αιγίδα του Παν-Τουρκισμού, βοήθησαν τον εθνικισμό, που θεωρήθηκε εγγυητής της προόδου, να γίνει πιο δημοφιλής εκεί[58]. Το επίκεντρο του Παν-Τουρκισμού μετατοπίστηκε έτσι από την Τσαρική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο παντουρκισμός του Ερντογάν “εδράζεται” στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
- Παν-Τουρκιστικό κίνημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
▲23 Η Ρωσο-Τουρκική διανόηση εκπροσωπήθηκε εξαρχής στο αντιπολιτευτικό κίνημα των Νεό-Τουρκων [Young Turks], “Επιτροπή για την Ενότητα και την Πρόοδο” – (ΕΕΠ), [“Committee for Unity and Progress”], που είχε σχηματιστεί ενάντια στο απόλυτο καθεστώς του Σουλτάνου Αμπντουλχαμίντ Β’ [Abdülhamid II]. Μετά τη Νεο-τουρκική Επανάσταση του 1908, η Παν-Τουρκική ιδέα κέρδισε όλο και περισσότερη απήχηση – αν και αρχικά ως επί το πλείστον σε πολιτιστικό επίπεδο, αφού οι Παν-Τουρκιστικές ιδέες αντιμετωπίστηκαν με επιφυλάξεις ακόμη και στην ΕΕΠ. Αρχικά, η πραγματεία του Akçura «Üç tarz-ı siyaset» δεν είχε ανταπόκριση στην Οθωμανική πολιτική ή στο κοινό. Οι Παν-Τουρκιστικές ιδέες απορρίφθηκαν γενικά από υποστηρικτές του παλαιού καθεστώτος και μεγάλο μέρος του κοινού, ειδικά από μια (παν-) Ισλαμική οπτική[59].
▲24 Ο Παν-Τουρκισμός βρήκε έναν ενθουσιώδη ευαγγελιστή στον Ziya Gökalp, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του μια ομάδα μαθητών με το περιοδικό «Yeni Kalemler», (“Young Pens”). Ιδρύθηκε στην Θεσσαλονίκη και στόχος του ήταν να διαδώσει το «νέο ιδανικό» της Παν-Τουρκικής ιδέας. Με το σκεπτικό του Gaspirali, το περιοδικό προώθησε τον καθαρισμό της Τουρκικής γλώσσας από Αραβικά και Περσικά στοιχεία και διακήρυξε μια νέα λογοτεχνία και πολιτισμό “που θα βασίζονταν αποκλειστικά στην αρχαία Τουρκική παράδοση”[60]. Εμπνευσμένος από τις Δυτικές Ανατολικές Σπουδές και την Τουρκολογία και παρακινούμενος από τους πρόσφυγες από την Ρωσία, ο Gökalp δημιούργησε έναν εθνικό μύθο για την “φαντασιακή” κοινή καταγωγή των Τουρκικών λαών από το “Turan”. Στο ποίημά του “Turan”, ο Gökalp έγραψε: “Vatan ne Türkiye’dir Türklere ne Türkistan – Vatan büyük ve müebbet bir ülkedir: Turan“[61].
▲25 Το «Τουρκικό ιδεώδες» σύμφωνα με τον Gökalp προέβλεπε μια σύνθεση εθνο-εθνικισμού [ethno-nationalism], εκσυγχρονισμένου Ισλάμ και Ευρωπαϊκής προόδου. Όπως και οι συνάδελφοί του Ρώσοι, ο Gökalp ονειρευόταν μια τεράστια Τουρκική αυτοκρατορία, που εκτεινόταν από την Κωνσταντινούπολη στην Κίνα, η οποία θα αναβίωνε την αρχαία λαμπρότητα των ηγεμόνων, του Αττίλα (π. 453), του Τζένγκις Χαν και του Τιμούρ (1336-1405). Το “κόκκινο μήλο” “red apple” θεωρήθηκε ως σύμβολο των φιλοδοξιών των παγκόσμιων δυνάμεων των (Παν-) Τουρκιστών[62].
▲26 Οι ήττες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Πόλεμο της Τρίπολης (1911) και τον Βαλκανικό Πόλεμο (1912) έδωσαν ώθηση στον πολιτικό Παν-Τουρκισμό. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912/1913, η πολυεθνική αυτοκρατορία έπρεπε να απωλέσει τις Ευρωπαϊκές της κτήσεις, εκτός από την Ανατολική Θράκη. Οι ήττες των Οθωμανικών ενόπλων δυνάμεων εξηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, από την έλλειψη πατριωτισμού των στρατιωτών[63]. Η εξέγερση των Μουσουλμάνων Αλβανών (1912) και αρκετές εξεγέρσεις στην Υεμένη και την Hauran (Συρία) κλόνισαν επίσης την πίστη στην ούμα (κοινότητα Μουσουλμάνων), η οποία υποτίθεται ότι υπερισχύει όλων των εθνικισμών. Προηγουμένως, η ήττα της Ρωσίας στον Ιαπωνικό-Ρωσικό Πόλεμο (1905) είχε δείξει ότι ο αρχικός εχθρός δεν ήταν ανίκητος. Η Νεο-Τουρκική Επιτροπή για την Ενότητα και την Πρόοδο, η οποία ήταν η μόνη κυβέρνηση μετά το πραξικόπημα του 1913, συνέχισε να δεσμεύεται για την υπεράσπιση της ενότητας της ακόμη πολυεθνικής και πολυθρησκευτικής αυτοκρατορίας, για πραγματιστικούς πολιτικούς λόγους. Ταυτόχρονα, όμως, έλαβε ριζοσπαστικά μέτρα για να εκτουρκίσει (Turkize) την χώρα. Αυτό έγινε αισθητό κυρίως στους τομείς της οικονομίας, της εκπαίδευσης, της πολιτικής εποικισμού και είχε καταστροφικές επιπτώσεις στις ήδη υπάρχουσες αναταραχές με μη-Μουσουλμανικές κοινότητες. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η Παν-Τουρκιστική δημοσιογραφία γνώρισε μεγάλη άνθηση. Το περιοδικό «Türk Yurdu», [“Home of the Turks”, “Σπίτι των Τούρκων”], ιδρύθηκε το 1911, υπό την διεύθυνση του Yusuf Akçura. Ο οργανισμός “Türk Ocağı“, [“Turkish Stove, “Τουρκική Σόμπα”][64] ιδρύθηκε το 1912, για να “αφυπνίσει το αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των Τούρκων σε όλο τον κόσμο” και να συμβάλει στην ανύψωση του “πνευματικού, κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου για την επίτευξη της τελειότητας της Τουρκικής γλώσσας και φυλής»[65].
▲27 Αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, η ημέρα του λογαριασμού με την Ρωσία φάνηκε ότι είχε φθάσει. Η πραγματοποίηση των Παν-Τουρκιστικών οραμάτων, η «απελευθέρωση των αδελφών στο εξωτερικό», έμοιαζε πλέον με πραγματική δυνατότητα. Η Οθωμανική πολεμική προπαγάνδα ζήτησε ανοιχτά την καταστροφή της Ρωσίας και ο Gökalp διακήρυξε με σιγουριά στη «Κόκκινη μπαλάντα» του, [“Red Ballad”, “Kızıl Elma Destanı”], «Η γη του εχθρού θα ερειπωθεί. Η Τουρκία θα επεκταθεί, θα γίνει Τουράν», [“Düşmanın ülkesi viran olacak – Türkiye büyüyüp Turan olacak”][66].
▲28 Ο Tekin Alp (Moïs Cohen, 1883-1961), ένας νεαρός Τούρκος από την Μακεδονία και ένας από τους κορυφαίους Παν-Τουρκιστές, δεν μάσησε τα λόγια του στο προπαγανδιστικό του κείμενο «Türkler bu Muharebede Ne Kazanabilirler», [“Τι μπορούν να κερδίσουν οι Τούρκοι από αυτόν τον πόλεμο;”, 1914][67], που εμφανίστηκε επίσης στην Βαϊμάρη το 1915 με τον Γερμανικό τίτλο «Türkismus und Pantürkismus». Έγραψε ότι η ενοποίηση όλων των Τουρκικών πληθυσμών υπό την Οθωμανική ηγεσία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την καταστροφή του “Μοσχοβίτικου εχθρού”:
▲29 Εάν ο Ρωσικός δεσποτισμός ανατρεπόταν από τους γενναίους Γερμανικούς, Αυστριακούς και Τουρκικούς στρατούς που τον αντιμετώπιζαν – όπως μπορούσε κανείς να ελπίζει – τριάντα έως σαράντα εκατομμύρια Τούρκοι θα αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους. Μαζί με δέκα εκατομμύρια Οθωμανούς Τούρκους, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα μεγάλο έθνος πενήντα εκατομμυρίων ανθρώπων που θα προχωρούσε προς έναν μεγάλο νέο πολιτισμό. Θα ήταν ίσως συγκρίσιμος με τον Γερμανικό πολιτισμό, γιατί θα είχε την δύναμη και την φιλοδοξία να εξελίσσεται όλο και περισσότερο[68].
Η απογοήτευση ήταν επομένως μεγάλη όταν, στις αρχές του 1915, ο Οθωμανικός στρατός συντρίφτηκε στο μέτωπο του Καυκάσου, στο Sarıkamış από Ρωσικά στρατεύματα. Αντί της χειραφέτησης των «φυλετικών συντρόφων» από τον «Ρωσικό ζυγό», Οθωμανική επικράτεια ήταν πλέον υπό Ρωσικό έλεγχο. Στην πραγματικότητα, η Οθωμανική πολεμική στρατηγική είχε προβλέψει ότι οι Καυκάσιοι Μουσουλμάνοι θα ξεσηκώνονταν. Η εξέγερση των Adschars (Μουσουλμάνων Γεωργιανών), τον Δεκέμβριο του 1914, η οποία κατεστάλη από τα Ρωσικά στρατεύματα, συνδέθηκε με την Οθωμανική πολιτική παρότρυνσης των εθνικών αυτονομιστών. Ωστόσο, δεν υπήρξε μαζική εξέγερση του Καυκάσου[69]. Όπως ένας αριθμός μη-Μουσουλμάνων εκφραστών εθνικοτήτων στην Ρωσική Αυτοκρατορία, εκπρόσωποι Μουσουλμάνων εθνικιστών και Παν-Τουρκιστών επιδίωξαν επίσης να κερδίσουν υποστήριξη από τις Κεντρικές Δυνάμεις ή το Γερμανικό Ράιχ. Για παράδειγμα, οργανώθηκε μια διάσκεψη των Τατάρων του Βόλγα, υπό την προεδρία του Yusuf Akçura, για να ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, με την δημιουργία των Ταταρικών στρατευμάτων, τα οποία επρόκειτο να στρατολογηθούν από Τατάρους αιχμαλώτους πολέμου στην Γερμανία[70].
▲30 Ο Ενβέρ Πασά (Enver Paşa, περ. 1881–1922), Οθωμανός Υπουργός Πολέμου κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, θεωρείται ένας από τους πιο σκληροτράχηλους μαχητές για λογαριασμό της Παν-Τουρκιστικής πολιτικής. Ανέλαβε την ευθύνη για την ήττα του Sarıkamış και την εισβολή των Οθωμανικών στρατευμάτων στην Υπερκαυκασία το 1918, που οδήγησε στην προσωρινή κατάληψη του Μπακού. Ακόμη και μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ενβέρ Πασά παρέμεινε πιστός στο Παν-Τουρκιστικό όραμά του. Πέθανε πολεμώντας εναντίον των Μπολσεβίκων το 1922 κατά την διάρκεια της εξέγερσης του Μπασμάτσι (Basmatschi), στο σημερινό Ουζμπεκιστάν[71].
▲31 Η κατάρρευση του τσαρισμού, ωστόσο, φάνηκε να ανοίγει εντελώς νέες ευκαιρίες. Η Επανάσταση του Φεβρουαρίου στην Ρωσία το 1917, ήταν μια τεράστια άνοδος για τα εθνικά κινήματα που κινητοποιήθηκαν ήδη από το 1905, τα οποία διαιωνίστηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η σειρά αντι-Σοβιετικών εξεγέρσεων και βραχύβιων κυβερνήσεων μεταξύ των τουρκικών πληθυσμών στην Κεντρική Ασία, είναι μόνο μια πτυχή των εθνικών κινημάτων στην κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας[72]. Ωστόσο, η πλειοψηφία των πολιτικών οργανώσεων του Μουσουλμανικού Τουρκόφωνου πληθυσμού υιοθέτησε μια μετριοπαθή πολιτική πορεία. Με φόντο την απελευθέρωση της πολιτικής εθνικότητας μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου, το πιεστικό ζήτημα ήταν η μικρότερη αποστασιοποίηση από την Ρωσία από το εάν ήταν προτιμότερη η «πολιτιστική ή εδαφική αυτονομία»[73]. Πράγματι, η επαναστατική Ρωσία φάνηκε να προσφέρει στους Μουσουλμάνους μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών απ΄ ότι η ακόμα αυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πιο αξιοσημείωτη ίσως ήταν η κατάσταση του κόμματος του Αζερμπαϊτζάν «Musavat»: ως το πιο σημαντικό Παν-Τουρκιστικό κόμμα στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισε να εξαλείψει την εθνική πορεία του Αζερμπαϊτζάν μετά το 1917[74].
▲32 Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έβαλε τέλος σε όλα τα αυτοκρατορικά Παν-Τουρκιστικά όνειρα με μια κίνηση. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι συνοδεύτηκε από τον θάνατο του αναδυόμενου πολιτικού Παν-Τουρκισμού. Ενώ είναι ανοιχτό σε συζήτηση για το πόσο έντονα είχε επηρεάσει την πολιτική των Νεό-Τουρκων, ειδικά μετά το 1913, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, (παρά την υψηλή ρητορική της Παν-Τουρκιστικής επέκτασης), ότι έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία. Δεν προκαλεί έκπληξη, επομένως, ότι στον Τουρκικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1918-1922), επικράτησε η ιδέα ενός Τουρκικού εθνικού κράτους με τη συμμετοχή της Ανατολίας. Δεν άφησε περιθώρια για φιλοδοξίες πολιτισμικής ενότητας, που αναπόφευκτα αντιτάχθηκαν στη Σοβιετική Ρωσία, πόσο μάλλον στον ιμπεριαλιστικό Παν-Τουρκισμό. Αυτό είχε ήδη υπαγορευτεί από το γεγονός ότι το Τουρκικό εθνικό κίνημα γύρω από τον Μουσταφά Κεμάλ [(Ατατούρκ), Mustafa Kemal Atatürk, 1881-1938], δεν σκόπευε να αποξενώσει τον μοναδικό του σύμμαχο, τους Μπολσεβίκους[75]. Έτσι, οι Παν-Τουρκιστικές φιλοδοξίες απορρίφθηκαν στην Δημοκρατία της Τουρκίας, που ιδρύθηκε το 1923. Τέλος, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Παν-Τουρκιστικό κίνημα αναβίωσε για λίγο, αν και ασθενικά. Η Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση το 1941 έδωσε την υπόσχεση να αποκαταστήσει μια σχέση με τους Μουσουλμάνους της ΕΣΣΔ. Αλλά μετά την Γερμανική ήττα στο Στάλινγκραντ το 1943, αυτές οι σκέψεις εξαλείφθηκαν και τέθηκαν εκτός νόμου[76]. Αντίθετα, ο μύθος περί Τουρκο-εθνικής προέλευσης ζει μέχρι σήμερα και απεικονίζει το “Τουράν” ως το αρχικό σπίτι των Τούρκων και των λαών που δημιούργησαν πολιτισμούς, όπως οι Σουμέριοι και οι Χετταίοι, ως αρχαίοι Τούρκοι[77].
- Παράρτημα [Appendix]
4.1 Πηγές [Sources]
-Akçura, Yusuf: Üç tarz-ı siyaset, Kairo 1904.
-Alp, Tekin: Türkler bu Muharebede Ne Kazanabilirler, Konstantinopel 1914. URL: http://archive.org/details/trklerbumuharebe0001te [2013-09-06] (German edition: Türkismus und Pantürkismus, Weimar 1915. URL: http://nbn-resolving.de/urn:nbn:de:gbv:3:5-99212 [2021-05-26])
-Cahun, Léon: Introduction à l’Histoire de l’Asie; Turcs et Mongols des origines à 1405, Paris 1896. URL: http://archive.org/details/introductionlh00cahuuoft / URL: https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k30826g [2021-05-26]
-Celâleddin, Mustafa: Les Turcs anciens et modernes, Konstantinopel 1869.
-Guignes, Joseph de: Histoire générale des Huns, des Turcs, des Mogols, et des autres Tartares Occidentaux, Paris 1756–1758, vol. 1–5. URL: https://catalogue.bnf.fr/ark:/12148/cb30555800p [2021-05-26]
-Herbelot, Barthélemy d’: Bibliothèque orientale ou dictionnaire universel contenant généralement tout ce qui regarde la connaissance des peuples de l’Orient, Paris 1697. URL: http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k82422h [2021-05-26]
-Vámbéry, Armin: Reise in Mittelasien, Leipzig 1873. URL: https://archive.org/details/reiseinmittelas00vmgoog / URL: http://mdz-nbn-resolving.de/urn:nbn:de:bvb:12-bsb11159411-7 [2021-05-26]
-Vámbéry, Armin: The Story of my Struggles, London 1904, vol. 1–2. URL: https://archive.org/details/storyofmystruggl01vm (vol. 1) / URL: https://archive.org/details/storyofmystruggl02vm (vol. 2) [2021-05-26]
-Vámbéry, Armin: Das Türkenvolk in seinen ethnologischen und ethnographischen Beziehungen, Leipzig 1885. URL: https://archive.org/details/dastrkenvolkin00vmuoft [2021-05-26]
-Vámbéry, Armin: Der Ursprung der Magyaren, Leipzig 1882. URL: https://archive.org/details/derursprungderma00vm [2021-05-26]
-Paşa, Süleyman: Tarih-i Alem, Konstantinopel 1876.
-Sami, Şemseddin: Kamus-i Türki, Konstantinopel 1899. URL: https://archive.org/details/kamusitrki00emse [2021-05-26]
-Schleicher, August: Die darwinische Theorie und die Sprachwissenschaft, Weimar 1873. URL: http://data.onb.ac.at/rep/107D63E8 [2021-05-26]
4.2 Βιβλιογραφία [Literature]
-Adam, Volker: Auf der Suche nach Turan: Panislamismus und Panturkismus in der aserbaidschanischen Vorkriegspresse, in: Raoul Motika et al. (ed.): Caucasia between the Ottoman Empire and Iran: 1555–1914, Wiesbaden 2000, S. 189–205. URL: http://nbn-resolving.de/urn:nbn:de:gbv:3:5-94473 [2021-05-26]
-Adam, Volker: Russlandmuslime in Istanbul am Vorabend des Ersten Weltkriegs, Frankfurt am Main 2002. URL: http://dx.doi.org/10.25673/32998 [2021-05-26]
-Alder, Lory / Dalby, Richard: The Dervish of Windsor Castle: The Life of Arminius Vámbéry, London 1979.
-Allen, William E.D. / Muratoff, Paul: Caucasian Battlefields: A History of the Wars on the Turco-Caucasian Border 1828–1921, Cambridge 1953. URL: https://doi.org/10.1017/CBO9780511708732 [2021-05-26]
-Art. “Vasily Vladimirovich Bartold”, in: Encyclopaedia Britannica. URL: https://www.britannica.com/biography/Vasily-Vladimirovich-Bartold [2021-05-26]
-Aytürk, İlker: Turkish Linguists against the West: The Origins of Linguistic Nationalism in Ataturk’s Turkey, in: Middle Eastern Studies 40,6 (2004), pp. 1–25. URL: https://doi.org/10.1080/0026320042000282856 [2021-05-26]
-Azrael, Jeremy R. (ed.): Soviet Nationality Policies and Practices, New York, NY et al. 1978.
-Barkey, Karin et al. (ed.): After Empire: Multiethnic Societies and Nation-Building: The Soviet Union and the Russian, Ottoman, and Habsburg Empires, Boulder, CO 1997.
-Bartholomä, Ruth: Von Zentralasien nach Windsor Castle: Leben und Werk des Orientalisten Arminius Vámbéry (1832–1913), Würzburg 2006.
-Bauer, Henning et al. (ed.): Die Nationalitäten des Russischen Reiches in der Volkszählung von 1897, Stuttgart 1991.
-Behar, Büşra Ersanlı: İktidar ve Tarih: Türkiye’de “Resmi Tarih” Tezinin Oluşumu (1929‑1937), 2nd ed., Istanbul 1996.
-Benecke, Werner: Militär, Reform und Gesellschaft im Zarenreich: Die Wehrpflicht in Russland 1874–1914, Paderborn 2006. URL: http://mdz-nbn-resolving.de/urn:nbn:de:bvb:12-bsb00052248-3 [2021-05-26]
-Berkes, Niyazi: The Development of Secularism in Turkey, Montréal 1964.
-Brower, Daniel: Turkestan and the Fate of the Russian Empire, London 2003.
-Broxup, Marie Bennigsen (ed.): The North Caucasus Barrier: The Russian Advance towards the Muslim World, London 1992.
-Bucher-Dinç, Gabriele: Die Mittlere Wolga im Widerstreit sowjetischer und nationaler Ideologien (1917–1920): Eine Untersuchung anhand autobiographischer und publizistischer Schriften des Wolgatataren Mirsaid Sultan-Galiev, Wiesbaden 1997.
-Çolak, Yılmaz: Language Policy and Official Ideology in Early Republican Turkey, in: Middle Eastern Studies, 40,6 (2004), pp. 67–91. URL: https://doi.org/10.1080/0026320042000282883 [2021-05-26]
-Deringil, Selim: The Ottoman Origins of Kemalist Nationalism: Namık Kemal to Mustafa Kemal, in: European History Quarterly 23 (1993), pp.165–191. URL: https://doi.org/10.1177/026569149302300201 [2021-05-26]
-Dumont, Paul: L’axe Moscou-Ankara: Les relations turco-soviétiques de 1919 à 1922, in: Cahiers du Monde russe et soviétique 18,3 (1977), pp. 165–193. URL: https://doi.org/10.3406/cmr.1977.1289 [2021-05-26]
-Dumont, Paul: La fascination du bolchevisme: Enver pacha et le parti des soviets populaires 1919‑1922, in: Cahiers du Monde russe et soviétique 14,2 (1975), pp. 141–166. URL: https://doi.org/10.3406/cmr.1975.1234 [2021-05-26]
-Dumont, Paul: La Revue Türk Yurdu et les Musulmans de l’Empire Russe 1911‑1914, in: Cahiers du Monde russe et soviétique 15,3/4 (1974), pp. 315–331. URL: https://doi.org/10.3406/cmr.1974.1210 [2021-05-26]
-Eisener, Reinhard: Auf den Spuren des tadschikischen Nationalismus: Aus Texten und Dokumenten zur Tadschikischen SSR, Berlin 1991.
-Fenz, Hendrik: Vom Völkerfrühling bis zur Oktoberrevolution 1917: Die Rolle der aserbaidschanischen Elite bei der Schaffung einer nationalen Identität, Münster 2000.
-Fragner, Bert et al. (ed.): Zentralasien: 13. bis 20. Jahrhundert: Geschichte und Gesellschaft, Wien 2007.
-Fragner, Bert: Probleme der Nationswerdung der Usbeken und Tadshiken, in: Andreas Kappeler (ed.): Die Muslime in der Sowjetunion und in Jugoslawien: Identität, Politik, Widerstand, Köln 1989, pp. 19–34. URL: https://nbn-resolving.org/urn:nbn:de:bvb:473-opus4-503633 [2021-05-26]
-Georgeon, François: Aux origines du nationalisme turc: Yusuf Akçura (1876‑1935), Paris 1980. URL: https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k3322047w [2021-05-26]
-Hanioğlu, Şükrü: Ataturk: An Intellectual Biography, Princeton, NJ 2011. URL: https://doi.org/10.1515/9781400838172 [2021-05-26]
-Heyd, Uriel: Foundations of Turkish Nationalism: The Life and Teachings of Ziya Gökalp, London 1950.
-Heyd, Uriel: Language Reform in Modern Turkey, Jerusalem 1954.
-Holquist, Peter: To Count, to Extract, and to Exterminate: Population Statistics and Population Politics in Late Imperial and Soviet Russia, in: Ronald Grigor Suny et al. (ed.): A State of Nations, Empire and Nation Making in the Age of Lenin and Stalin, Oxford 2001, pp. 111–144.
-Hosking, Geoffrey: Russland: Nation oder Imperium? 1552–1917, Berlin 2000.
-Hostler, Charles W.: Türken und Sowjets, Frankfurt am Main et al. 1960.
-Jäschke, Gotthard: Der Turanismus der Jungtürken: Zur osmanischen Außenpolitik im Weltkriege, in: Die Welt des Islams 23 (1941), pp. 1–54. URL: https://doi.org/10.2307/1569149 / URL: https://www.jstor.org/stable/1569149 [2021-05-26]
-Johanson, Lars et al. (ed.): The Turkic Languages, London 1998. URL: https://doi.org/10.4324/9780203066102 [2021-05-26]
-Kappeler, Andreas: Russland als Vielvölkerreich: Entstehung, Geschichte, Zerfall, München 1992.
-Karpat, Kemal H.: Ottoman Population: 1830–1914: Demographic and Social Characteristics, Madison, WI 1985.
-Karpat, Kemal H.: The Politicization of Islam: Reconstructing Identity, State, Faith, and Community in the Late Ottoman State, New York, NY 2001.
-Kessler, Joseph A.: Turanism and Pan-Turanism in Hungary, 1890–1945, PhD Diss. Berkeley, CA 1967. URL: https://www.proquest.com/docview/288067577/ [2021-05-26]
-Key, Kerim K.: An Outline of Modern Turkish Historiography, Istanbul 1954.
-Kırımlı, Hakan: National Movements and National Identity among the Crimean Tatars (1905–1916), Leiden et al. 1996.
-Kramer, Martin: Islam Assembled: The Advent of the Muslim Congresses, New York, NY 1986. URL: https://hdl.handle.net/2027/heb.00904 [2021-05-26]
-Krecker, Lothar: Deutschland und die Türkei im Zweiten Weltkrieg, Breslau 1964.
-Kuran, Ercüment: The Impact of Nationalism on the Turkish Elite in the Nineteenth Century, in: William R. Polk et al. (ed.): Beginnings of Modernization in the Middle East: The Nineteenth Century, Chicago, IL 1968, pp. 109–119.
-Kushner, David: The Rise of Turkish Nationalism, 1876–1908, London 1977.
-Landau, Jacob M.: Exploring Ottoman and Turkish History, London 2004.
-Landau, Jacob M.: Pan-Turkism in Turkey: A Study of Irredentism, London 1981.
-Landau, Jacob M.: Pan-Turkism: From Irredentism to Cooperation, 2nd ed., London 1995.
-Landau, Jacob M.: Pan Islam and Pan Turkism during the Final Years of the Ottoman Empire: Some Considerations, in: Union européenne des arabisants et islamisants, 10th Congress: Edinburgh, 9–16 September 1980: Proceedings, Edinburgh 1982, pp. 43ff.
-Lazzerini, Edward J.: Reform und Modernismus (Djadidismus) unter den Muslimen des Russischen Reiches, in: Andreas Kappeler et al. (ed.): Die Muslime in der Sowjetunion und Jugoslawien, Köln 1989, pp. 35–47.
-Lazzerini, Edward J.: Ismail Bey Gaspirali and Muslim Modernism in Russia, 1878–1914, PhD Diss., Seattle, WA 1973. URL: https://www.proquest.com/docview/302701161 [2021-05-26]
-Lewis, Bernard: History Writing and National Revival in Turkey, in: Middle Eastern Affairs 4 (1953), pp. 218–227.
-Lewis, Geoffrey: Turkish Language Reform: A Catastrophic Success, Oxford 1999.
-Mangold, Sabine: Eine “weltbürgerliche Wissenschaft”: Die deutsche Orientalistik im 19. Jahrhundert, Stuttgart 2004.
-Mardin, Şerif: The Genesis of Young Ottoman Thought: A Study in the Modernization of Turkish Political Ideas, Princeton, NJ 1963. URL: https://doi.org/10.1515/9780691198637 / URL: https://www.jstor.org/stable/j.ctvdtph6c [2021-05-26]
-Neumann, Christoph: Bad Times and Better Self: Definitions of Identity and Strategies for Development in Late Ottoman Historiography, 1850–1900, in: Fikret Adanır et al. (ed.): The Ottomans and the Balkans: A Discussion of Historiography, Leiden et al. 2002, pp. 57–78. URL: https://hdl.handle.net/2027/heb.32168 [2021-05-26]
-Noack, Christian: Muslimischer Nationalismus im Russischen Reich, Stuttgart 2000.
-Olcott, Martha B.: The Basmachi or Freemen’s Revolt in Turkestan 1918–1924, in: Soviet Studies 33,3 (1981), pp. 352–369. URL: https://doi.org/10.1080/09668138108411365 [2021-05-26]
-Önder, Zehra: Die türkische Außenpolitik im Zweiten Weltkrieg, München 1977. URL: http://mdz-nbn-resolving.de/urn:nbn:de:bvb:12-bsb00088657-8 [2021-05-26]
-Önen, Nizam: İki Turan: Macaristan ve Türkiye’de Turancılık, Istanbul 2005.
-Özdoğan, Günay G.: “Turan” dan “Bozkurt”a: Tek Parti Döneminde Türkçülük (1931–1946), Istanbul 2001.
-Renner, Andreas: Russischer Nationalismus und Öffentlichkeit im Zarenreich 1855–1875, Köln et al. 2000.
-Reynolds, Michael A.: Shattering Empires: The Clash and Collapse of the Ottoman and Russian Empires, 1908–1918, New York 2011. URL: https://doi.org/10.1017/CBO9780511762017 [2021-05-26]
-Sanders, Thomas et al. (ed.): Russian-Muslim Confrontation in the Caucasus: Alternative Visions of the Conflict between Imam Shamil and the Russians: 1830–1859, London 2004. URL: https://doi.org/10.4324/9780203343890 [2021-05-26]
-Shissler, A. Holly: Between Two Empires: Ahmet Ağaoğlu and the New Turkey, London 2003.
-Springer, Louis A.: The Romantic Career of Enver Pasha, in: Asia 17,6 (1917), pp. 457–461.
-Swietochowski, Tadeusz: Russian Azerbaijan: 1905–1920: The Shaping of National Identity in a Muslim Community, Cambridge 1985. URL: https://doi.org/10.1017/CBO9780511523762 [2021-05-26]
-Temir, Ahmet: Leben und Schaffen von Friedrich Wilhelm Radloff (18371918): Ein Beitrag zur Geschichte der Turkologie, in: Oriens 8,1 (1955), pp. 51–93. URL: https://doi.org/10.1163/19606028_015_02-03 / URL: https://www.jstor.org/stable/1579466 [2021-05-26]
-Thaden, Edward C.: Russia’s Western Borderlands: 1710–1870: With the Collaboration of Marianna Forster Thaden, Princeton, NJ 1984. URL: https://doi.org/10.1515/9781400854950 [2021-05-26]
-Timur, Taner: Osmanlı Kimliği, 2nd ed., Istanbul 1994.
-Usmanova, Dilara M.: The Activity of the Muslim Faction of the State Duma and its Significance in the Formation of a Political Culture among the Peoples of Russia (1906–1917) , in: Anke von Kügelgen et al. (ed.): Muslim Culture in Russia and Central Asia from the 18th to the Early 20th Centuries, Berlin 1998, pp. 417–455.
-Üstel, Füsun: Imparatorluktan Ulus-Devlete Türk Milliyetçiliği: Türk Ocakları, 1912‒1931, Istanbul 1997.
-Wiederkehr, Stefan: Die eurasische Bewegung: Wissenschaft und Politik in der russischen Emigration der Zwischenkriegszeit und im postsowjetischen Russland, Köln et al. 2007.
-Yamauchi, Masayuki: The Green Crescent under the Red Star: Enver Pasha in Soviet Russia: 1919–1922, Tokio 1991.
-Zgusta, Ladislav: Lexicography Then and Now: Selected Essays, Tübingen 2006, pp. 279–287. URL: https://doi.org/10.1515/9783110924459 [2021-05-26]
4.3 Σημειώσεις [Notes]
[1] Pekesen, Berna: Pan-Turkism, in: European History Online (EGO), published by the Leibniz Institute of European History (IEG), Mainz 2019-01-29. URL: http://www.ieg-ego.eu/pekesenb-2014-en URN: urn:nbn:de:0159-2018120327 [2021-09-02].
Original in German, displayed in English. Published: 2019-01-29. Translated by: Christopher Reid
Editor: Lutz Berger Copy Editor: Claudia Falk This text is licensed under: CC by-nc-nd 3.0 Germany – Attribution, Noncommercial, No Derivative Works
http://ieg-ego.eu/en/threads/transnational-movements-and-organisations/international-organisations-and-congresses/pan-ideologies/berna-pekesen-pan-turkism
[2] Berna Pekesen Universität Duisburg-Essen, Historisches Institut, Faculty Member, βλ. https://www.uni-due.de/geschichte/berna_pekesen.php
[3] O Ιωάννης Βιδάκης (αξωματικός οικονομικού σώματος ΠΝ ε.α.), κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, από το Τμήμα Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο.
Ευχαριστούμε την συγγραφέα Berna Pekesen και την Claudia Falk [Copy Editor], για την ευγενική τους ανταπόκριση, στο αίτημα για απόδοση στην ελληνική γλώσσα και την δημοσίευση του κειμένου, καθώς και τον ιστότοπο: EGO | European History Online, όπου έχει αναρτηθεί το αγγλικό κείμενο.
Το έργο του επιμελητή στο παρόν κείμενο εκτός της απόδοσής του στην ελληνική, αφορά στο προοίμιο, και στην εισαγωγή των τριών πρώτων σημειώσεων και της εικόνας στην αρχή του άρθρου. επεξηγηματικών χαρτών, για την βοήθεια του αναγνώστη.
[4] Herbelot, Bibliothèque orientale 1697.
[5] Aytürk, Turkish Linguists 2004, pp. 5ff.; see also Mangold, Deutsche Orientalistik 2004.
[6] Bartholomä, Von Zentralasien nach Windsor Castle 2006; Alder / Dalby, Dervish 1979.
[7] Vámbéry, Reise in Mittelasien 1873; see also Vámbéry, Magyaren 1882.
[8] Landau, Exploring Ottoman 2004, p. 172.
[9] Vámbéry, Türkenvolk 1885, σελ. 612. Σύμφωνα με τον Vámbéry, ο όρος «Türcke» είχε ήδη υποτιμητικό νόημα τον 16ο αιώνα με την έννοια του «χοντροκομμένου, αγενούς» (Vámbéry, Türkenvolk 1885, σελ. 612). Στα μεταγενέστερα ταξίδια του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Vámbéry ανακάλυψε ότι οι Τούρκοι δεν ντρέπονταν πλέον για την καταγωγή τους. Βλέπε επίσης Vámbéry, Struggles 1904, σελ. 353.
[10] Vámbéry, Turks 1885, p. 594.
[11] Hostler, Turks 1960, pp. 243ff; Landau, Pan Islam 1982, pp. 43ff.
[12] Wiederkehr, Eurasische Bewegung 2007, p. 88. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η Ουγγαρία και οι Οθωμανοί ήρθαν πιο κοντά μεταξύ τους στον πολιτιστικό τομέα. Γύρω στα τέλη του αιώνα, δημιουργήθηκαν στην Ουγγαρία διάφορες ενώσεις και οργανώσεις με «Τουρανιστικό» προσανατολισμό, συμπεριλαμβανομένου του «Turáni Társaság», το οποίο πραγματοποίησε πολιτιστικές δράσεις με κρατική υποστήριξη. Το περιοδικό «Turán» εμφανίστηκε το 1913. Βλ. Önen, İki Turan 2005, σελ. 57–65. Για το Ουγγρικό κίνημα Τουράν, βλ. Kessler, Turanism in Hungary 1967. Τόσο η Αυστρο-Ουγγαρία όσο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ένιωσαν ότι απειλούνται από τον Παν-Σλαβισμό και την Ρωσική επέκταση στα Βαλκάνια, γι ‘αυτό και συμμάχησαν ενάντια στην Ρωσική απειλή. Οι Ουγγρικές Ανατολικές Σπουδές και κυρίως οι Τουρανιστές βοήθησαν στην ίδρυση ενός αντι-Σλαβικού μετώπου από Βούλγαρους, Ούγγρους και Οθωμανούς. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι Τουρανιστές ομολογίες μειώθηκαν όταν η Αυστρο-Ουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία συμμετείχαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με τον Hostler, έκτοτε «μόνο οι Τούρκοι» έχουν κολλήσει σε αυτό το «ψευδο-κίνημα» (Hostler, Türken 1960, σελ. 241 επ.).
Παρά τις διαφορετικές έννοιες των όρων Παν-τουρκισμός και Τουρανισμός, αυτοί οι όροι συνέχισαν να συγχέονται στην πολιτική βιβλιογραφία και την Ευρωπαϊκή διπλωματία, αλλά και από τους υποστηρικτές τους στην ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Hostler, Türken 1960, σελ. 243). Στην Τουρκία, για παράδειγμα, μια δικαστική υπόθεση εναντίον των Παν-Τουρκιστών ξεκίνησε το 1944, η οποία ήταν δημόσια γνωστή ως “Irkçılık-Turancılık Davası” (“Δίκη Ρατσισμού-Τουρανισμού”). Οι κατηγορούμενοι εν μέρει χαρακτηρίστηκαν ως Τουρανιστές, αν και στην πραγματικότητα εννοούσαν τον Παν-Τουρκισμό (στα Τουρκικά: “Türkçülük”). Βλ. Özdoğan, Turan 2001, σελ. 89–125.
[13] Guignes, Histoire générale 1756–1758, vol. 1–5.
[14] Timur, Osmanlı 1994, pp. 140f.; cf. Cahun, Introduction 1896.
[15] Cahun, Introduction 1896, pp. 134f., 140.
[16] Heyd, Ziya Gökalp 1950, p. 28, 105.
[17] Kushner, Turkish Nationalism 1977, p. 10. On Radloff’s work, see Temir, Wilhelm Radloff 1955; and Zgusta, Lexicography 2006, pp. 279–287.
[18] Cf. Art. “Vasily Vladimirovich Bartold”.
[19] Aytürk, Turkish Linguists 2004, p. 4. See also Schleicher, Darwinian Theory 1873.
[20] Celâleddin, Les Turcs 1869.
[21] Cf. Aytürk, Turkish Linguists 2004, pp. 8ff. Σύμφωνα με τον Şükrü Hanioğlu, ο Mustafa Kemal (Atatürk), ο ιδρυτής του Τουρκικού κράτους (1923), ήταν μανιώδης αναγνώστης του Mustafa Celâleddin Paşas. Εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από την έκκληση του Celâleddin για την γλωσσική μεταρρύθμιση. Βλ. Hanioğlu, Ataturk 2011, σελ. 172.
[22] Cf. Kushner, Turkish Nationalism 1977, p. 121.
[23] Deringil, Ottoman Origins 1993, p. 167; and Taner, Osmanlı 1994, pp. 138–143.
[24] Paşa, Tarih i Alem 1876.
[25] Για την επιρροή της Δυτικο-Ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας στην Οθωμανική διανόηση, βλ. Lewis, History Writing 1953, pp. 218–227; Key, Outline 1954; see also Neumann, Bad Times 2002, pp. 57–78.
[26] Sami, Kamus-i Türki 1899.
[27] Για περαιτέρω έργα για την Τουρκική γλωσσολογία που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο Τανζιμάτ και τους συγγραφείς τους, βλ. Aytürk, Turkish Linguists 2004.
[28] Jäschke, Turanism 1941, p. 3. Για τις πνευματικές και πολιτικές ιδέες των Νέων Οθωμανών, βλ. Mardin, Genesis of Young Ottoman 1963; Kuran, Impact of Nationalism 1968, pp. 109–119.
[29] Ως αποτέλεσμα της εκστρατείας στον Ρωσικό Καύκασο, περίπου το 80% του Μουσουλμανικού πληθυσμού των 500.000 περίπου, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Δυτικό Καύκασο. Βλ. Holquist, Count 2001, σελ. 113–119. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μεταξύ 1859 και 1879 1,5 εκατ. άνθρωποι, κυρίως Κιρκάσιοι, εκδιώχθηκαν από τις πατρίδες τους. Μεταξύ 1881 και 1914, άλλοι 500.000 άνθρωποι κατέφυγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Βλ. Carpathian, Ottoman Population 1985, σελ. 69. Βλ. επίσης Allen / Muratoff, Caucasian Battlefields 1953; Broxup, North Caucasus 1992; Sanders / Tucker / Hamburg, Russian-Muslim 2004.
[30] Kappeler, Russia 1992, p. 195.
[31] See Johanson / Csató, Turkic Languages 1998.
[32] Σύμφωνα με την απογραφή του 1897, ο συνολικός πληθυσμός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν 125,6 εκατομμύρια. Ο Μουσουλμανικός πληθυσμός υπολογιζόταν στα 13,6 εκατομμύρια, Landau, Pan-Turkism 1995, σελ. 7. Μεταξύ των Μουσουλμάνων Τουρκόφωνων πληθυσμών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο Landau περιλαμβάνει μταξύ άλλων τους Τάταρους του Βόλγα, τους Τατάρους της Κριμαίας, τους Καζάκους, τους Τουρκμένους, τους Ουζμπέκους, τους Κιργιζούς [Kyrgyz], τους Αζέρους καθώς και ένα μέρος των Τατζίκων.
[33] Kappeler, Russia 1992, p. 195.
[34] Fenz, Völkerfrühling 2000, p. 49; Noack, Muslim Nationalism 2000, p. 40.
[35] Kappeler, Russia 1992, pp. 203–220. See also Azrael, Soviet Nationality 1978; Thaden, Russia 1984; Bauer / Kappeler / Roth, Nationality 1991; Renner, Russian Nationalism 2000; Hosking, Russia 2000.
[36] Karpat, Politicization 2001, p. 289; Noack, Muslim Nationalism 2000, pp. 110–113; Kappeler, Russia 1992, pp. 215–217.
[37] Για τημ Ρωσική στρατιωτική μεταρρύθμιση, βλ. Benecke, Militär 2006.
[38] Kappeler, Russia 1992, p. 195. Για την ανάπτυξη του Εθνικού Κινήματος των Τατάρων της Κριμαίας, βλ. Kırımlı, National Movements 1996.
[39] Carpathian, Politicization 2001, pp. 283–287. Για πληροφορίες σχετικά με τη μετανάστευση και τις μετακινήσεις από την Ρωσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ανατρέξτε στις παραπομπές στη υποσημείωση 29.
[40] Ο όρος Jadidism προήλθε από τον όρο “usul-u ğadid” (στα Τουρκικά: “usûl-ü cedid”), ο οποίος αντιπροσώπευε τις κοσμικές μεθόδους διδασκαλίας στα Ισλαμικά σχολεία και σταδιακά έγινε συνώνυμος με την υιοθέτηση Δυτικών τεχνικών και ιδεών. Οι μεταρρυθμιστές πολέμησαν ενάντια στην υποτιθέμενη πολιτιστική καθυστέρηση των Μουσουλμανικών κοινοτήτων και, μεταξύ άλλων, υποστήριξαν την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο Lazzerini βλέπει σε αυτό το μεταρρυθμιστικό κίνημα μια σύνθεση μεταξύ της Δυτικής προόδου και των Μουσουλμανικών παραδόσεων (Lazzerini, Reform und Modernismus 1989, pp. 35–47).
[41] See Lazzerini, Ismail Bey Gaspirali 1973.
[42] Noack, Muslimischer Nationalismus 2000, p. 172.
[43] Kushner, Turkish Nationalism 1977, p. 12.
[44] Hostler, Türken 1960, p. 159.
[45] Kırımlı, National Movements 1996, p.40ff.
[46] Noack, Muslimischer Nationalismus 2000, p. 173.
[47] Landau, Pan-Turkism 1995, p. 14.
[48] Adam, Suche nach Turan 2000, p. 204.
[49] Heyd, Foundations 1950, pp. 107f., 126; Swietochowski, Russian Azerbaijan 1985, p. 33.
[50] Swietochowski, Russian Azerbaijan 1985, pp. 33, 58–60.
[51] On Yusuf Akçura, see especially Georgeon, Nationalisme turc 1980.
[52] Akçura, Üç tarz-ı siyaset 1904.
[53] Μετά την ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας το 1905, η δυσαρέσκεια για την αυταρχικότητα του Νικολάου Β’ (1868-1918) αυξήθηκε. Μετά την βάναυση καταστολή ειρηνικής διαδήλωσης από τσαρικούς στρατιώτες, δημιουργήθηκαν αντιπολιτευτικές ομάδες σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων όπως αγρότες, φιλελεύθεροι αριστοκράτες, αστοί διανοούμενοι και σοσιαλιστές από το εργατικό κίνημα. Υπήρξαν απεργίες, ανταρσίες και πολυάριθμες διαμαρτυρίες, οι οποίες κατεστάλησαν βίαια από τον τσάρο. Στο τέλος, όμως, ο Νικόλαος Β΄ έπρεπε να λάβει υπόψη του τις απαιτήσεις για μεταρρυθμίσεις και υποσχέθηκε στο λαό του μεγαλύτερες ελευθερίες και την δημιουργία ενός κοινοβουλίου, της Δούμας, στο λεγόμενο Μανιφέστο του Οκτωβρίου [October Manifesto of October 30, 1905]. Το τελευταίο, όμως, είχε ήδη ακυρωθεί το 1907.
[54] Usmanova, Activity 1998, pp. 417–455.
[55] For Türk Yurdu see Dumont, La Revue 1974, pp. 315–331.
[56] Hostler, Turks 1960, p. 178.
[57] On Ahmet Ağaoğlu, see Shissler, Between Two Empires 2003.
[58] Landau, Pan-Turkism 1995, pp. 39–47. See also Adam, Russian Muslims 2002.
[59] Ο ίδιος ο Akçura αντιτάχθηκε στους Νεό-Τουρκους στο «Milli Meşrutiyet Partisi» («Εθνικό Συνταγματικό Κόμμα»), το οποίο συνίδρυσε και το οποίο ακολουθούσε μια αποφασιστικά Τουρκική εθνικιστική γραμμή. Βλ. Georgeon, Nationalisme turc 1980, σελ. 41f. Berkes, Development 1964, σελ. 322. Η κριτική του Παν-Τουρκισμού εκφράστηκε, για παράδειγμα, από ισλαμικά περιοδικά όπως το Sebilürreşad (“The Path of Guidance”) και το Sırat-ı Müstakim (“The Straight Road”). Είχαν την άποψη ότι η αρχή του εθνικισμού ήταν αντίθετη με το Ισλάμ και ότι η πολιτική των Παν-Τουρκιστών ήταν να διχάσει τους Μουσουλμάνους. Βλ. Alp, Türkismus 1915, σελ. 20–25. 1915, σελ. 6.
[60] Alp, Türkismus 1915, p. 6.
[61] “Για τους Τούρκους, η πατρίδα δεν είναι ούτε η Τουρκία ούτε το Τουρκεστάν – η πατρίδα τους είναι μια μεγάλη και αιώνια χώρα: το Τουράν”, που αναφέρεται στο: Jäschke, Turanism 1941, p. 5.
[62] Heyd, Foundations 1950, p. 127; identically in Hostler, Türken 1960, p. 175.
[63] Tekin Alp, ένας από τους πρώτους οπαδούς του Παν-Τουρκισμού, έγραψε το 1915 για τους χαμένους Βαλκανικούς πολέμους του 1912/1913: “Η τουρκική εθνική συνείδηση δεν είχε ακόμη αφυπνιστεί. Αλλά ένας στρατιώτης που πηγαίνει στη μάχη χωρίς αυτό το εθνικό ιδανικό δεν μπορεί να αποδώσει καλά … Εάν οι Τούρκοι είχαν εθνική συνείδηση στους Βαλκανικούς πολέμους, πιθανότατα θα είχαν γλιτώσει από πολλές δυσκολίες, όχι μόνο στους πολέμους με τους γείτονές τους αλλά και στον «αγώνα για την ζωή», στην εσωτερική τους ανάπτυξη”. (Alp, Türkismus 1915, σελ. 60)
[64] See Üstel, Imparatorluk 1997.
[65] Alp, Türkismus 1915, p. 27.
[66] Quoted in: Jäschke, Turanism 1941, p. 8.
[67] Alp, Türkler 1914.
[68] Alp, Türkismus 1915, p. 97.
[69] Kappeler, Russia 1992, pp. 285f.
[70] Hostler, Turks 1960, p. 57. Ο Yusuf Akçura κάλεσε την Γερμανία να «στηρίξει τους Τουρκικούς λαούς της Ρωσίας ενάντια στην τσαρική κυβέρνηση» με ένα προπαγανδιστικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Βέρνη το 1916. Παρατίθεται στο: Wiederkehr, Eurasische Bewegung 2007, σελ. 157.
[71] See Springer, Romantic Career 1917, pp. 457–461; Olcott, Basmachi 1981, pp. 352–369; Yamauchi, Green Crescent 1991. Για τις επαφές και τη συνεργασία του Ενβέρ πασά με τους Μπολσεβίκους και την αποστολή του από τον Βλαντιμίρ Ι. Λένιν (1870–1924) στη Μπουχάρα [Bukhara], όπου τελικά στράφηκε εναντίον των Μπολσεβίκων, βλ. Dumont, Fascination du bolchevisme 1975, pp. 141–166; see also Kramer, Islam Assembled 1986.
[72] Kappeler, Russia 1992, pp. 284–298; see also: Reynolds, Shattering Empires 2011; Barkey / Hagen, After Empire 1997; Brower, Turkestan and the Fate of the Russian Empire 2003.
[73] Jäschke, Turanism 1941, p. 21. For the development after 1917, see Noack, Muslimischer Nationalismus 2000, pp. 499–538.
[74] Fenz, Völkerfrühling 2000, pp. 97, 105, 126. For developments at the Volga Tatars after the October Revolution, see Bucher-Dinç, Mittlere Wolga 1997; for Central Asia, see Fragner, Probleme 1989, pp. 19-34; Eisener, Auf den Spuren 1991; and, in general, Fragner / Kappeler, Zentralasien 2007.
[75] Dumont, L’axe Moscou-Ankara 1977, pp. 165-193.
[76] On the Pan-Turkist movement in the Second World War, see Krecker, Deutschland 1964; Önder, Türkische Außenpolitik 1977; Landau, Pan-Turkism in Turkey 1981; and Özdoğan, Turan 2001.
[77] Behar, İktidar ve Tarih 1996. Σε γλωσσικούς όρους, οι Παν-Τουρκιστικές ιδέες βρήκαν επίσης τον δρόμο τους στη μεταρρύθμιση της Τουρκικής γλώσσας της δεκαετίας του 1930. Στην αρχή της γλωσσικής μεταρρύθμισης, η γλωσσική έρευνα για τις άλλες Τουρκικές γλώσσες εντάθηκε. Οι μεταρρυθμιστές τα χρησιμοποίησαν με πολλούς τρόπους για να δημιουργήσουν ισοδύναμα για τα Αραβικά και τα Περσικά στοιχεία της γλώσσας. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, αναπτύχθηκε επίσης η δυσοίωνη “Θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου”, σύμφωνα με την οποία όλες οι γλώσσες φέρονται να προέρχονται από τα Τουρκικά. Ο Geoffrey Lewis περιέγραψε την γλωσσική κάθαρση και την γλωσσική μεταρρύθμιση της Τουρκικής, η οποία πραγματοποιήθηκε μέχρι πρόσφατα, ως “καταστροφική επιτυχία”. Βλ. Lewis, Turkish Language Reform 1999; Heyd, Language Reform 1954; Lewis, Turkish Language 1999; Çolak, Language Policy 2004.
Διεθνή
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ
GEOPOLITICO
Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
του Αρντασές Γιαγουπιάν
Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.
Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.
Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.
Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.
Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.
Διεθνή
Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.
Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.
Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας