Διεθνή
Η Τουρκία διψά για πυρηνική ενέργεια- Και όχι μόνο
Οι τρεις πυρηνικοί αντιδραστήρες στο Άκκουγιου, δεν είναι αρκετοί για τον Ερντογάν. Θέλει κι άλλους…
Του Κώστα Ράπτη
Το Ακκουγιού δεν είναι αρκετό. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του πρώτου της πυρηνικού σταθμού, η Τουρκία πρόκειται να στραφεί στη δημιουργία δεύτερου και τρίτου. Αυτό εξήγγειλε την Τετάρτη ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, σε ομιλία του κατά τα εγκαίνια του νέου κτιρίου της ρυθμιστικής αρχής ενέργειας της χώρας του.
Ο πυρηνικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που κατασκευάζει ο ρωσικός όμιλος Rosatom στο Ακκουγιού της επαρχίας της Μερσίνας προβλέπεται να τεθεί σε λειτουργία τον Μάιο του “σημαδιακού” έτους 2023 (οπότε συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας) και να έχει δυναμικότητα 4.800 MW σε πλήρη λειτουργία, καλύπτοντας 10% της ενεργειακής κατανάλωσης της γείτονος.
Με χείρα βοηθείας Πούτιν
Ο πυρηνικός σταθμός του Ακκουγιού άρχισε να κατασκευάζεται το 2018, βάσει ρωσο-τουρκικής συμφωνίας που υπεγράφη το 2010, και υπολογίζεται να έχει 60-80 χρόνια ζωής. Το project έχει συνολικό κόστος 22 δισ. δολαρίων και πρόκειται να απασχολήσει 15.000 εργαζόμενους κατά την κορύφωση των κατασκευαστικών εργασιών, καθώς και 4.000 σε σταθερή βάση μετά την έναρξη λειτουργίας του. Τον περασμένο Μάρτιο οι πρόεδροι της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, και της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, εγκαινίασαν τα έργα κατασκευής του τρίτου από τους συνολικά τέσσερις αντιδραστήρες του Ακκουγιού, με τον τελευταίο κατά σειρά να τίθεται σε λειτουργία, όπως προβλέπεται, το 2016.
Με εκείνη την ευκαιρία ο ένοικος του Κρεμλίνου φρόντισε να τονίσει την ετοιμότητα της χώρας του για την ανάληψη και άλλων αντίστοιχων έργων – όπως αυτά που τώρα εξαγγέλλει, ως γενική κατεύθυνση, ο Ερντογάν.
“Σήμα αφύπνισης”
Ο ισχυρός άνδρας της Άγκυρας εμφανίστηκε θερμός θιασώτης της πυρηνικής ενέργειας, χαρακτηρίζοντας μάλιστα κάθε αντιτιθέμενο ως αντίπαλο της ευημερίας και ανεξαρτησίας της Τουρκίας και υπενθυμίζοντας ότι αυτή τη στιγμή λειτουργούν συνολικά 443 πυρηνικοί σταθμοί σε περισσότερες από 30 χώρες. Επιπλέον, ο Ταγίπ Ερντογάν εμφάνισε το πυρηνικό ενεργειακό πρόγραμμα της χώρας του ως τη συμβολή της στο διεθνές ζητούμενο της καταπολέμησης της κλιματικής μεταβολής (παράλληλα προς την εξασφάλιση, μέχρι το 2027, 10.000 ΜW από ηλιακή και αιολική ενέργεια, όπως είναι ο επίσημος στόχος).
Και, βέβαια, ο Τούρκος ηγέτης επανέλαβε ότι η χώρα του, ενθαρρυμένη από τον εντοπισμό κοιτάσματος φυσικού αερίου 135 δισ. κυβικών μέτρων στη Μαύρη Θάλασσα, θα προχωρήσει στην έναρξη της εξόρυξής του το 2023 και θα εκμεταλλευτεί αντίστοιχες πηγές υδρογονανθράκων οπουδήποτε, συμπεριλαμβανομένης της Μεσογείου, όποτε αυτές προκύψουν.
Η έναρξη λειτουργίας του Ακκουγιού, πρόσθεσε, θα λειτουργήσει ως σήμα αφύπνισης έπειτα από καθυστερήσεις δεκαετιών στην αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας, καθώς, όπως επεσήμανε, η κατανάλωση ενέργειας στην Τουρκία αυξήθηκε μόνο τον τελευταίο χρόνο κατά 8%, ενώ, σύμφωνα με μελέτες, η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται κατά μέσο όρο με ρυθμό 3,5% ετησίως τα επόμενα χρόνια.
Ανάγκη απεξάρτησης
Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει λόγους να επιμένει στο ζήτημα, καθώς η ενεργειακή εξάρτηση αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της τουρκικής οικονομίας, ενώ οι ανάγκες ασφαλώς πρόκειται να πολλαπλασιαστούν δεδομένης και της δημογραφικής δυναμικής. Γνωστό είναι το “παράδοξο” της αύξησης του τουρκικού ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά τρόπο ανάλογο προς την αύξηση των τουρκικών εξαγωγών, αφού η τουρκική παραγωγική βάση γεννά ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες για ενέργεια και μηχανολογικό εξοπλισμό που δεν μπορεί να καλύψει. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εθνική Ενεργειακή και Εξορυκτική Πολιτική, που εξαγγέλθηκε το 2017, θέτει τον στόχο της χρήσης περισσότερης ενέργειας από εγχώριες και ανανεώσιμες πηγές.
Στόχος τα όπλα;
Όμως η πυρηνική ενέργεια βοηθά να γίνουν ταχύτερα βήματα ενεργειακής απεξάρτησης. Εξού και ο Ταγίπ Ερντογάν είναι τόσο πρόθυμος να παραβλέψει τις αντιρρήσεις όσων στέκονται στα περιβαλλοντικά ρίσκα της κατασκευής πυρηνικών σταθμών, δεδομένης μάλιστα της σεισμικότητας της Τουρκίας, η οποία μετά το ατύχημα στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας το 2011 δεν μπορεί να παραβλέπεται ελαφρά τη καρδία.
Ενδέχεται δε ο Τούρκος ηγέτης να δελεάζεται και από άλλες δυνατότητες της πυρηνικής ενέργειας. Οι πάντες θυμούνται ότι σε ομιλία του το 2019 για τα εκατοντάχρονα της έναρξης του κεμαλικού απελευθερωτικού κινήματος ο Ερντογάν κατήγγειλε το γεγονός ότι η Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων απαγορεύει την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου σε χώρες σαν τη δική του, περιορίζοντας το δικαίωμα αυτό μόνο σε έναν μικρό αριθμό μεγάλων δυνάμεων ή σε κράτη σαν το Ισραήλ που απλώς δεν την έχουν υπογράψει.
Πληθωριστικός εφιάλτης εν μέσω και της υποχώρησης της λίρας
Ο φιλόδοξος ενεργειακός σχεδιασμός των κυβερνώντων στη γείτονα αναφέρεται στο περισσότερο ή λιγότερο μακρινό μέλλον. Το παρόν, όμως, σημαδεύεται από την τρέχουσα ενεργειακή κρίση, η οποία παροξύνει τα ουκ ολίγα οικονομικά προβλήματα της Τουρκίας.
Σε μια χώρα η οποία καλύπτει από εισαγωγές το 93% των αναγκών της σε πετρέλαιο και το 98% των αναγκών της σε φυσικό αέριο, η κατάσταση που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στις διεθνείς αγορές προορίζεται να έχει οδυνηρό αντίκτυπο. Πόσω μάλλον που ο πληθωρισμός ήδη “τρέχει” με 20%, ξεπερνώντας τα επιτόκια που η πολιτική Ερντογάν επιμένει να συμπιέζει. Σαν να μην ήταν δηλ. αρκετές οι πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργεί έτσι και αλλιώς η υποτίμηση της λίρας κατά 7% τον τελευταίο μήνα.
Μόνο τον Οκτώβριο η τιμή της βενζίνης αυξήθηκε τέσσερις φορές, με αποτέλεσμα να υπάρξουν διαμαρτυρίες των οδηγών ταξί, ενώ η τιμή του φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 46,8% για τους σταθμούς παραγωγής ενέργειας και κατά 48,4% για τη βιομηχανία, χωρίς πάντως να έχουν μετακυλιστεί ακόμη στα νοικοκυριά.
Δύσκολες διαπραγματεύσεις
Το 2019, πριν από την εμφάνιση της πανδημίας, τα κόστη των εισαγωγών ενέργειας της Τουρκίας ανέρχονταν σε 41 δισ. δολάρια, ήτοι 20% του συνόλου των εισαγωγών, με το φυσικό αέριο (12 δισ. δολάρια) να κατευθύνεται κατά 32,3% στα νοικοκυριά, κατά 28,7% σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας (που προσφέρουν το 25,6% του συνολικού ενεργειακού μείγματος) και κατά 26,7% στη βιομηχανία.
Η στενότητα στην αγορά πετρελαίου (όπου η αύξηση της παραγωγής που δέχτηκε ο OPEC+ υπολείπεται κατά 100.000 βαρέλια ημερησίως της παρατηρούμενης αύξησης της ζήτησης, ενώ οι τιμές αναμένεται κατά την Goldman Sachs να ξεπεράσουν τα 90 δολάρια ανά βαρέλι μέχρι το γύρισμα του χρόνου) υποχρεώνει την Τουρκία να στραφεί εντονότερα προς το φυσικό αέριο, όπου όμως οι πηγές είναι συγκεκριμένες: Ρωσία και Αζερμπαϊτζάν. Ήδη το δεύτερο διευκολύνει με την παροχή πρόσθετης ποσότητας, ωστόσο οι διαπραγματεύσεις με την Gazprom αναμένονται σκληρές. Και το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε η χώρα του Ερντογάν θα ήταν να μείνει με ακάλυπτες ανάγκες που θα την οδηγούσαν στην απρόβλεπτη spot αγορά.
capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

