Διεθνή
Γιατί ο Πούτιν “επιστράτευσε” αμέσως την πυρηνική απειλή
Ο Ρώσος πρόεδρος απείλησε με πυρηνικά όπλα. ΗΠΑ και ΝΑΤΟ θα πρέπει να είναι λιγότερο υποχωρητικοί.
Γράφουν οι Jonathan Stevenson και Steven Simon
Η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει κάνει αξιοθαύμαστη δουλειά ως προς την αντιμετώπιση των ρωσικών προσπαθειών παραπληροφόρησης, αποκαλύπτοντας τις εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών για τις επιδιώξεις της Μόσχας και συμβάλλοντας στη συμπαγή πολιτική υποστήριξη που απολαμβάνει η Ουκρανία από τη Δύση για τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αλλά και στην έμμεση στρατιωτική υποστήριξη για την υπεράσπιση των εδαφών της.
Η Ουάσιγκτον απάντησε –παρόλο που θα μπορούσε να τηρήσει σιγήν ιχθύος– στην έμμεση απειλή της Ρωσίας για χρήση πυρηνικών όπλων. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, κατά το διάγγελμα με το οποίο ανακοίνωσε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι όποιος “προσπαθήσει να μας σταθεί εμπόδιο” θα αντιμετωπίσει πρωτόγνωρες συνέπειες “στην Ιστορία του”. Κατόπιν, έδωσε εντολή στον Ρώσο υπουργό Άμυνας να θέσει σε επιφυλακή τις πυρηνικές δυνάμεις της Ρωσίας. Η απειλή δεν διατυπώθηκε ρητά, αλλά ήταν ξεκάθαρη.
Απέναντι στην απειλή του κ. Πούτιν, ο Τζο Μπάιντεν και οι σύμβουλοί του δήλωσαν επανειλημμένα και εμφατικά ότι οι ΗΠΑ δεν θα ενεργήσουν με τρόπους που θα μπορούσαν να φέρουν τις αμερικανικές ή ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις αντιμέτωπες με ρωσικά στρατεύματα. Ο ίδιος ο Μπάιντεν τόνισε ότι “δεν θα ξεκινήσουμε έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ουκρανία”.
ΗΠΑ και ΝΑΤΟ θα πρέπει να είναι λιγότερο υποχωρητικοί στις απειλές του κ. Πούτιν για χρήση πυρηνικών όπλων, όχι μόνο γιατί έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, αλλά και για να διασφαλίσουν την παγκόσμια γεωπολιτική σταθερότητα στο μέλλον.
Ο κ. Πούτιν έφερε τους υπεύθυνους χάραξης στρατηγικής ενώπιον μιας κατάστασης που δεν έχουν αντιμετωπίσει ποτέ στην πραγματικότητα: παρουσιάστηκε ως μια δύναμη που απειλεί με χρήση πυρηνικών όπλων για να κατακτήσει και όχι για να διασφαλίσει την επιβίωση του καθεστώτος του – τον δεύτερο δρόμο ακολουθούν χώρες όπως το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και το Πακιστάν δικαιολογώντας έτσι την κατασκευή ή ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.
Στον αντίποδα, η αυτοσυγκράτηση που επιδεικνύουν οι ΗΠΑ αναφορικά με τις εξελίξεις στην Ουκρανία ενδέχεται να εγείρει κινδύνους σε βάρος της Ουάσιγκτον σε άλλες καταστάσεις. Για παράδειγμα, μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, η οποία τη σήμερον μοιάζει εφικτή, μπορεί να “ναυαγήσει” εάν Ιράν και Ισραήλ οδηγηθούν στο συμπέρασμα ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα απέχουν από συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εφόσον οι αντίπαλοί τους διαθέτουν πυρηνικά όπλα, ή εάν η Τεχεράνη εκτιμήσει –σωστά ή λανθασμένα– ότι το Τελ Αβίβ δεν είναι διατεθειμένο να αντιδράσει σε τυχόν επιδείξεις συμβατικής ισχύος ενός εξοπλισμένου με πυρηνικά Ιράν.
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους –με προεξέχοντα το ΝΑΤΟ– ανέπτυξαν ένα πλαίσιο συμβατικής και πυρηνικής αποτροπής. Στη δεκαετία του 1960, ένας από τους κορυφαίους διανοητές της χώρας σε θέματα πυρηνικής στρατηγικής, ο Herman Kahn, επινόησε μια “σκάλα κλιμάκωσης” που όριζε συγκεκριμένα επίπεδα στρατιωτικής εμπλοκής. Το κλειδί ήταν να διατηρηθεί, μέσω της στρατιωτικής υπεροχής, η ικανότητα αποτροπής του εχθρού.
Αυτό που πιθανότατα φοβάται ο κ. Πούτιν είναι η συμβατική στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε κάθε επίπεδο πολέμου – εκτός από το πυρηνικό. Εξ ου και η πρόωρη καταφυγή του σε πυρηνικές απειλές, οι οποίες επιχειρούν να εξουδετερώσουν ακόμα και τις περιορισμένες στρατιωτικές επιλογές του ΝΑΤΟ.
Σε επίπεδο “δόγματος”, η Ρωσία θα αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα σε μια σειρά από περιπτώσεις. Πρόσφατα ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, αναφέρθηκε σε 4 από αυτές: επίθεση με πυρηνικό όπλο εναντίον της Ρωσίας, επίθεση με πυρηνικό όπλο εναντίον συμμαχικής της χώρας, επίθεση πραγματική ή επικείμενη σε κρίσιμες υποδομές που θα εξουδετέρωναν την αποτρεπτική πυρηνική ισχύ της Ρωσίας και, τέλος, οποιαδήποτε στρατιωτική επίθεση εναντίον της Ρωσίας ή των συμμάχων της που θα απειλούσε την ίδια την ύπαρξη του ρωσικού κράτους. Η Μόσχα θα μπορούσε –ως αντίποινα– να εξαπολύσει επίθεση κατά πόλεων ή πυρηνικών εγκαταστάσεων σε εχθρικό έδαφος εκτοξεύοντας πυραύλους μεγάλης εμβέλειας.
Όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, έτσι και η Ρωσία διαθέτει τακτικά πυρηνικά όπλα, τα οποία έχουν εκθετικά μικρότερη ισχύ, αλλά θα μπορούσε καθένα από αυτά να δώσει έκρηξη 10 κιλοτόνων και δυνητικά έως και 50 κιλοτόνων ΤΝΤ (η ισχύς της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα ήταν περίπου 15 κιλοτόνων. Το ρωσικό “οπλοστάσιο” φαίνεται πως είναι πλήρες σε τακτικά πυρηνικά. Με το που ξεστόμισε την πυρηνική απειλή του, ο κ. Πούτιν έθεσε εμμέσως σε εφαρμογή το δόγμα “κλιμάκωση για την αποκλιμάκωση”, σύμφωνα με το οποίο οι ρωσικές δυνάμεις θα χρησιμοποιούσαν χαμηλής ισχύος τακτικά πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη για να προλάβουν τη μεγάλης κλίμακας συμβατική δράση του ΝΑΤΟ. Η αρχή αυτή δεν ταιριάζει με κανένα από τα παραπάνω σενάρια, αλλά συνάδει με τις δυνατότητες της Μόσχας.
Τα τακτικά πυρηνικά όπλα αποσταθεροποιούν την ισορροπία της αποτροπής. “Χαμηλώνουν” τα εμπόδια όσον αφορά τη χρήση πυρηνικών και θολώνουν τα όρια μεταξύ συμβατικού και πυρηνικού πολέμου. Η πυρηνική απειλή της Ρωσίας είναι επίσης πιθανό να ενισχύει το momentum για τον πυρηνικό εκσυγχρονισμό των ΗΠΑ. Αφού κάμφθηκαν οι ανησυχίες που είχαν εκφραστεί επί διακυβέρνησης Ομπάμα για τα πυρηνικά και τις αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις τους, η αναθεωρητική στάση της κυβέρνησης Τραμπ είχε ως αποτέλεσμα να εξεταστεί η ανάπτυξη τακτικών πυρηνικών όπλων ως απάντηση σε ενδεχόμενη τοπικού χαρακτήρα και περιορισμένης κλίμακας επιθετική δραστηριότητα, μετά και τις ρωσικές νύξεις ότι το Κρεμλίνο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω όπλα προληπτικά.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες διπλασίαζαν τα τακτικά πυρηνικά όπλα ως απάντηση στη ρωσική απειλή, θα επανέφεραν την παγκόσμια κοινότητα σε κατάσταση “πυρηνικού τρόμου”, σαν αυτή που βίωσε στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να ανανεώσει την εμπιστοσύνη στη συμβατική αποτροπή τονίζοντας την προσήλωσή της στο καθιερωμένο πλαίσιο.
Η προσπάθεια αυτή θα μπορούσε να ξεκινήσει αντικρούοντας το αφήγημα του κ. Πούτιν, ο οποίος διατυμπανίζει ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έγινε για να προλάβει την επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της χώρας του. Η εκδοχή του Πούτιν δεν είναι αξιόπιστη. Η στάση του ΝΑΤΟ είναι σαφώς αμυντική, με μικρές προωθητικές αναπτύξεις που λειτουργούν ουσιαστικά ως τριπλή “περίφραξη” και μια πολυεθνική εφεδρική δύναμη για γρήγορη ενίσχυση της γραμμής άμυνας.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να περιορίσει όσα λέει δημόσια πως ΔΕΝ θα κάνει σε στρατιωτικό επίπεδο. Τέτοιες αναφορές υποδηλώνουν ότι Ηνωμένες Πολιτείες και ΝΑΤΟ δεν πιστεύουν στην αποτρεπτική ισχύ της Συμμαχίας και αντιθέτως δίνουν βάση στον ισχυρισμό του κ. Πούτιν ότι με όποιον τρόπο και να υποστηρίξει το ΝΑΤΟ την Ουκρανία διακινδυνεύει έναν πυρηνικό πόλεμο. Η ίδια η στάση του Πούτιν υπονοεί πως κάτι τέτοιο δεν είναι αλήθεια. Ο Ρώσος πρόεδρος έχει ξεκαθαρίσει τις “κόκκινες” γραμμές του προς τη Δύση: μην αναμειγνύεστε στην απόπειρα ενσωμάτωσης της Ουκρανίας στη Ρωσία και μην στέλνετε στρατιωτικό εξοπλισμό στο Κίεβο. ΗΠΑ και ΝΑΤΟ έχουν παραβιάσει τις “κόκκινες” γραμμές του Πούτιν χωρίς να δεχθούν κάποιου είδους επίθεση από τη Ρωσία. Η διαιώνιση της ψευδαίσθησης πως η Ρωσία είναι έτοιμη να εφαρμόσει ακραία μέτρα λειτουργεί προς όφελος του κ. Πούτιν και μόνο.
Η σθεναρή αντίσταση των ουκρανικών δυνάμεων και η υποστήριξη της Δύσης προς το Κίεβο οδηγούν τη Μόσχα στο να “παγώσει” την επιχείρηση κατάκτησης –με στρατιωτικά μέσα– της γειτονικής χώρας και στο να εξετάζει το ενδεχόμενο μιας πολιτικής λύσης μέσω διαπραγματεύσεων. Ακόμα δικαιολογείται όμως κάποια επιφυλακτικότητα από πλευράς Δύσης. Τα πραγματικά όρια του κ. Πούτιν παραμένουν ασαφή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεχίσουν να στέλνουν στην Ουκρανία στρατιωτικό εξοπλισμό, ιδίως αντιαεροπορικά συστήματα και αντιαρματικά.
Συγχρόνως, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται ώστε να καταστήσουν το ΝΑΤΟ ικανό να απαντήσει με συμβατικά όπλα σε μια ενδεχόμενη ρωσική επίθεση κατά χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ ή σε έδαφος της Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας, είτε αυτή είναι αποτέλεσμα συνειδητής απόφασης είτε “διάχυσης” των στρατιωτικών επιχειρήσεων που διεξάγονται στην Ουκρανία. Το μήνυμα προς τον κ. Πούτιν πρέπει να είναι ότι ΗΠΑ και ΝΑΤΟ απορρίπτουν κατηγορηματικά την προσπάθειά του να “κατεδαφίσει” το στρατηγικό οικοδόμημα της αποτροπής.
* Jonathan Stevenson: Συνεργάτης στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών και διευθυντής του περιοδικού Survival, υπηρέτησε στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας επί κυβέρνησης Ομπάμα και είναι συγγραφέας του βιβλίου “Thinking Beyond the Unthinkable”.
Steven Simon: υπότροφος στο MIT και αναλυτής στο Ινστιτούτο Quincy για την Υπεύθυνη Κρατική Στρατηγική. Υπηρέτησε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας επί κυβερνήσεων Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών.
Πηγή: capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

