Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς η τουρκική διπλωματία προετοίμασε τον Αττίλα το 1974

Δημοσιεύτηκε στις

Πραξικόπημα: Το νομικό υπόβαθρο της εισβολής

Μάριος Πούλλαδος

Αποκαλυπτική μελέτη για τον τρόπο με τον οποίο η τουρκική διπλωματική μηχανή επέβαλε τη θέλησή της στην πολιτική ηγεσία

Μέρος Α’

Για την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974 έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες, που αφορούν, κυρίως, το επιχειρησιακό κομμάτι ή ακόμη και τα πολιτικά τεκταινόμενα σε Κύπρο και Ελλάδα. Ελάχιστα όμως είναι γνωστά για τον τρόπο με τον οποίο προετοιμάστηκε η Τουρκία σε διπλωματικό επίπεδο ήδη από τη δεκαετία του 50’, για να υλοποιήσει τελικά ο στρατός με επιτυχία την εισβολή στην Κύπρο. Τη συγκεκριμένη πτυχή φωτίζει μέσα από ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε αυτόν τον μήνα στο «Journal of Balkan and Near Eastern Studies» ο Χουσεΐν Σερτ. Η συγκεκριμένη μελέτη του εξετάζει τον ρόλο της τουρκικής διπλωματικής γραφειοκρατίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για την υλοποίηση της πρώτης στρατιωτικής επιχείρησης της Τουρκίας εκτός συνόρων.

Μέσα στο άρθρο διερευνώνται οι μέθοδοι και οι διαδικασίες μέσω των οποίων ορισμένα μέλη του τουρκικού διπλωματικού σώματος θα γίνονταν πρωταγωνιστικοί παράγοντες των μηχανισμών λήψης αποφάσεων σχετικά με την τουρκική εισβολή.

Από την απάθεια στη συνεργασία με Βρετανούς

Αρχικά σημειώνεται πως το Κυπριακό ζήτημα απασχολούσε την ατζέντα του τουρκικού ΥΠΕΞ πολύ πριν από την εισβολή του Αττίλα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, ούτε η τουρκική κυβέρνηση ούτε το δημόσιο συμφέρον ήταν συγκεντρωμένοι στην Κύπρο. Ο Necmettin Sadak και ο Fuad Köprülü, δύο Υπουργοί Εξωτερικών από δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα της εποχής, δήλωναν ότι «για την Τουρκία δεν υφίστατο Κυπριακό». Τα πράγματα άλλαξαν μόλις προέκυψε ως πιθανότητα η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Σε έναν από τους διαλόγους του με τον Πρωθυπουργό Αντνάν Μεντερές, ο Φατίν Ζορλού, στη συνέχεια μόνιμος εκπρόσωπος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, υπογράμμισε τη σημασία της περαιτέρω εμπλοκής της Άγκυρας στην κυπριακή διαμάχη τόσο για θέματα εξωτερικής όσο και εσωτερικής πολιτικής. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Η τουρκική εμπλοκή ήταν επίσης προς όφελος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Από τη στιγμή που η Βρετανία επιθυμούσε να διατηρήσει την κυριαρχία της σε ένα τόσο στρατηγικό έδαφος, η Τουρκία και η Βρετανία είχαν κοινά συμφέροντα. Αυτός ήταν ο λόγος πίσω από την πρόσκληση των Βρετανών στην Τουρκία μαζί με την Ελλάδα για τη Διάσκεψη του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1955».

Η αναβάθμιση του Κυπριακού

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970, οι αρμόδιες για την Κύπρο μονάδες στο τουρκικό ΥΠΕΞ επεκτάθηκαν όχι μόνο ως προς τον αριθμό του προσωπικού αλλά και ως προς το επίπεδο εξουσίας τους. Για πρώτη φορά το 1959 ιδρύθηκε διεύθυνση επιφορτισμένη με τo Κυπριακό και ήδη από το 1964 τα ζητήματα Κυπριακού διεκπεραιώνονταν πλέον μέσω γενικής διεύθυνσης. Το 1967, αυτή η Γενική Διεύθυνση κάλυπτε πλέον και τις σχέσεις με την Ελλάδα. Καθιερώθηκε, επίσης, εικοσιτετράωρο καθήκον φρουρού στο Υπουργείο μετά την κρίση του 1963 στην Κύπρο.

H αυξανόμενη σημασία του Κυπριακού για την τουρκική εξωτερική πολιτική είχε ως αποτέλεσμα η ενασχόληση με το Κυπριακό να οδηγούσε συντομότερα σε εξαιρετική διπλωματική καριέρα στο υπουργείο. Ήδη από το 1959, η τουρκική πρεσβεία στη Λευκωσία, η οποία απασχολούσε μόνον έναν διπλωμάτη καριέρας, παρέδωσε σχεδόν δύο χιλιάδες τηλεγραφήματα στην Άγκυρα, καθιστώντας την ως την πιο πολυάσχολη αποστολή της τουρκικής διπλωματικής γραφειοκρατίας εκείνη τη χρονιά.

Η επιλογή εισβολής στο τραπέζι

Aπό το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960, η τουρκική διπλωματική γραφειοκρατία αξιολόγησε τη στρατιωτική επιχείρηση ως πρωταρχική επιλογή για την επίλυση της κυπριακής διαφοράς. Από την αρχή, η Τουρκία ερμήνευσε το δικαίωμα παρέμβασης στην Κύπρο σε περίπτωση που θα αναδύονταν ορισμένες προβληματικές συνθήκες. Η πρώτη φορά που η Τουρκία σκέφτηκε να εισβάλει ήταν όταν κλιμακώθηκαν οι ενδοκοινοτικές συγκρούσεις τον Δεκέμβριο του 1963, αλλά η τουρκική απάντηση περιορίστηκε σε βομβαρδισμούς. Μετά την κρίση του 1963, όμως, η προοπτική μιας στρατιωτικής εμπλοκής τέθηκε αμετάκλητα στο διπλωματικό τραπέζι.

Η απόκρυψη των επιστολών Τζόνσον

Μόλις έξι μήνες αργότερα, ο Πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού κήρυξε την 6ην Ιουνίου 1964 ως ημερομηνία στρατιωτικής επιχείρησης της Τουρκίας στην Κύπρο. Σε αυτό το σημείο, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον προέτρεψε έντονα την Τουρκία να μην επιχειρήσει ανεξάρτητα για μια στρατιωτική δράση στην περίφημη «Επιστολή Τζόνσον».

Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, ως τυπικός θεσμός του Ψυχρού Πολέμου, έπρεπε ν’ αναλάβει το έργο της πρόληψης της βραχυπρόθεσμης καταστροφικής επίδρασης της επιστολής. Ο Φεριντούν Τζεμάλ Ερκίν, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών και ένας βετεράνος διπλωμάτης καριέρας, διέταξαν τον Ερντέμ Ερνέρ, έναν κατώτερο Τούρκο διπλωμάτη, να κάνει δύο αντίγραφα των επιστολών αλλά όχι να τις καταθέσουν. Το Υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ορθότερο να κρατήσει μυστική την «Επιστολή Τζόνσον», που όλοι γνώριζαν. Το περιεχόμενο της επιστολής, ωστόσο, διέρρευσε στο τουρκικό κοινό το 1966, από τον Ihsan Sabri Çağlayangil, τότε Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών.

Όπως σημειώνει το άρθρο, το 1967 το τουρκικό κοινοβούλιο εξουσιοδότησε την τουρκική κυβέρνηση για στρατιωτική επιχείρηση. Αυτό δεν οδήγησε σε μια δεύτερη επιστολή από τον Λευκό Οίκο, αλλά στην αποστολή του Cyrus Vance, μια «ζωντανή επιστολή Τζόνσον», όπως την χαρακτήρισε ο Τούρκος διπλωμάτης Zeki Kuneralp, που θα απέτρεπε την επέμβαση της Τουρκίας.

Πραξικόπημα: Το νομικό υπόβαθρο της εισβολής

Η κρίση του 1967 και οι συνέπειές της, ωστόσο, θα είχαν θέσει το νομικό υπόβαθρο της στρατιωτικής εισβολής το 1974. Όπως το θέτει ο İlter Türkmen, ο Τούρκος πρεσβευτής στη Σοβιετική Ένωση κατά την τουρκική στρατιωτική εισβολή τον Ιούλιο του 1974, αυτή η μεταγενέστερη κρίση θα άνοιγε τον δρόμο για το στρατιωτικό εγχείρημα του 1974. Η τουρκική διπλωματική γραφειοκρατία, από την άποψη αυτή, ερμήνευσε όλες σχεδόν τις εξελίξεις στην Κύπρο μεταξύ 1967 και 1974 υπέρ της αναγκαιότητας μιας στρατιωτικής επιχείρησης και αξιοποίησε την ισχύ της για λογαριασμό μιας στρατιωτικής λύσης αντί να αναζητήσει ειρηνικές εναλλακτικές λύσεις.

Στο άρθρο σημειώνεται πως το πρώτο τηλεγράφημα που παρέδωσε ο Τούρκος πρέσβης στη Λευκωσία, Asaf Inhan, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, αποκαλύπτει μια σύγχυση σχετικά με το πώς να ερμηνευτεί η φύση των εξελίξεων εκείνο το πρωί

Όπως διαφαίνεται από το τηλεγράφημά του, ο Τούρκος πρέσβης ήταν σαφής όσον αφορά την τουρκική αντίδραση. «Όποια και αν ήταν η εξέλιξη των γεγονότων, γι’ αυτόν, ήταν μια προσπάθεια Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, η οποία θα άφηνε μια στρατιωτική εκστρατεία ως μοναδική επιλογή για την τουρκική κυβέρνηση. Χρόνια μετά την παρέμβαση της Τουρκίας, ο Ινχάν ισχυρίστηκε ότι η έκθεσή του είχε δραματική επιρροή στην απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης», αναφέρει.

Όταν ο Ραούφ Ντενκτάς ενημέρωσε την κοινότητά του ότι το πραξικόπημα ήταν μια εσωτερική σύγκρουση της ελληνοκυπριακής κοινότητας, το τουρκικό ΥΠΕΞ εξέδωσε ένα επείγον τηλεγράφημα, σημειώνοντας ότι «οι εξελίξεις δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου, αλλά ως εξωτερική. Η παρέμβαση απαιτεί μια δεσμευμένη αντίδραση της Τουρκίας».

Σύμφωνα πάντως με έναν ισχυρισμό, η Εθνική Οργάνωση Πληροφοριών της Τουρκίας (ΜΙΤ) είχε μέχρι τότε σταματήσει τη στενή παρακολούθηση των κυπριακών εξελίξεων. Λίγοι ήταν αυτοί που πίστευαν ότι η Άγκυρα ήταν καλά προετοιμασμένη για μια στρατιωτική πρωτοβουλία.

H αξιολόγηση του διεθνούς παράγοντα

Η Τουρκία ήταν μια μεσαία δύναμη από άποψη στρατιωτικής ικανότητας εκείνα τα χρόνια. Η κυβέρνηση και η διπλωματική γραφειοκρατία, κατά συνέπειαν, έπρεπε να είναι βέβαιες ότι όλες οι προϋποθέσεις για μια στρατιωτική επιχείρηση θα πληρούνταν. Αν και υπήρξαν σημαντικές αποτυχίες κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, το Τουρκικό Γενικό Επιτελείο ήταν πιο προετοιμασμένο για στρατιωτική επέμβαση απ’ ό,τι κατά τη δεκαετία του 1960.

Ο Τούρκος Πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ αναφερόταν σε αυτές τις προετοιμασίες ενώ ηρεμούσε τον Ντενκτάς «να μην ανησυχεί» και τον διαβεβαίωνε ότι η κυβέρνηση δημιουργούσε το έδαφος για παρέμβαση. Το «έδαφος για παρέμβαση» δεν τέθηκε μόνο από στρατιωτικές προετοιμασίες, αλλά και από διπλωματικές προσπάθειες με επικεφαλής ορισμένους Τούρκους διπλωμάτες επιφορτισμένους με θέσεις σχετικά με την Κύπρο στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Άγκυρα και σε άλλες ενδιαφερόμενες πρωτεύουσες.

Η τουρκική διπλωματία είχε ουσιαστικά αξιολογήσει μια σειρά από παράγοντες, οι οποίοι κρίθηκαν ευνοϊκοί για την έκβαση μιας στρατιωτικής εισβολής. Αυτοί ήταν: α) Το Σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, και η αναποτελεσματική διπλωματική αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών. β) Η Σοβιετική Ένωση, γνωστή για τις στενές της σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, δεν θα ήταν αυστηρά επικριτική ενάντια σε μια τουρκική στρατιωτική επιχείρηση, που θα επέτρεπε κατά συνέπειαν την ανατροπή της νέας φιλοελληνικής χούντας στην Κύπρο. γ) Η στρατιωτική εξουσία στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα του 1967 βρισκόταν σε σοβαρή κρίση νομιμότητας από την εξέγερση του Πολυτεχνείου Αθηνών τον Νοέμβριο του 1973.

Ο ρόλος της Κυπριακής Συντονιστικής Επιτροπής

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών άρχισε να εργάζεται για μια επίσημη θέση που θα καθόριζε αργότερα τη στάση της Τουρκίας μεταξύ 15 και 20 Ιουλίου 1974, ένας συντονιστικός μηχανισμός με το όνομα Κυπριακή Συντονιστική Επιτροπή (δηλαδή Kıbrıs Koordinasyon Komitesi − 3K), αρμόδια για την αξιολόγηση των πολιτικών και διπλωματικών πτυχών μιας στρατιωτικής επιχείρησης, είχε ήδη καθιερωθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του Haluk Bayülken. Η Επιτροπή 3K δημιουργήθηκε χάρη στη στενή συνεργασία μεταξύ του Τμήματος Ελλαδο-κυπριακών Υποθέσεων και του Τουρκικού Γενικού Επιτελείου. Η επιτροπή εξέτασε τις μεθόδους που θα ακολουθούσε η Τουρκία ενάντια σε κάθε είδους εξελίξεις που οδηγούν στην Ένωση, περνώντας αυτές ως ψηφίσματα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (MGK).

Οι άνθρωποι-κλειδιά

Σύμφωνα με τον Barutçu, επικεφαλής του Τμήματος Κύπρου-Ελλάδας του υπουργείου, η τουρκική κυβέρνηση ήταν καλά προετοιμασμένη. Η Επιτροπή 3Κ, η οποία συγκροτήθηκε και λειτούργησε με την πρόβλεψη μιας τέτοιας ημέρας, κλήθηκε σε συνεδρίαση για να αξιολογήσει τη κατάσταση. Ο Barutçu, μαζί με άλλους ανθρώπους-κλειδιά, έπαιξε κρίσιμο ρόλο στον τρόπο που οδήγησε στην τελική απόφαση μιας στρατιωτικής εισβολής.

Στο Β’ μέρος του άρθρου την επόμενη Κυριακή θα εστιάσουμε στις κρίσιμες ώρες πριν από την εισβολή και τον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένη ομάδα Τούρκων διπλωματών έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη λήψη της τελικής απόφασης από τον Πρωθυπουργό Ετζεβίτ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος και η στάση που τηρούσε συγκεκριμένη ομάδα του Τουρκικού Επιτελείου Άμυνας εναντίον μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Θα παρουσιαστεί επίσης, μέσα από το άρθρο, η τακτική που ακολούθησε το τουρκικό ΥΠΕΞ μετά την εισβολή για παγίωση των τετελεσμένων επί του εδάφους.

Πηγή: Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό

Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.

Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.

Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.

Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.

Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.

Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.

Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.

Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.

Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.

Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.

Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»

Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

του Αρντασές Γιαγουπιάν

Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.

Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.

Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.

Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.

Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».

Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.

Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.

Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.

Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.

Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας

Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.

Δημοσιεύτηκε

στις

   Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ

Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.

Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.

Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.

Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.

 

Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

Ρούμπιο: «Ποτέ πιο ισχυρή η σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ» – Άμυνα και LNG στο επίκεντρο

Η Αθήνα προβάλλει τον ρόλο της ως άγκυρας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτηρίζει την Ελλάδα απαραίτητο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νικολοβγένης: Στρατηγικός διάλογος με τις ΗΠΑ σημαίνει ανταλλάγματα – Η Κύπρος δείχνει τον δρόμο

Η αποτρεπτική ισχύς της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και η ανάγκη η Αθήνα να αξιοποιήσει τη στρατηγική αξία των...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μηνύματα Αναγνωστών: Ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας

Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Κίνδυνος και… έγκλημα!

Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ επικρίνει τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, εκτιμά ότι η επίσκεψη Ρούμπιο θα συνοδευτεί από εξοπλιστικές...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ

Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση...

Δημοφιλή