Αναλύσεις
USAID: Πακτωλός εκατομμυρίων με αποδείξεις και ονόματα! Ποιες ΜΚΟ, φορείς και πρόσωπα έλαβαν τα κονδύλια
Γράφει ο Παναγιώτης Παντελίδης, Σημερινή
Αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης, γνωστή ως USAID, φαίνεται να έχει μπει για τα καλά στο στόχαστρο του Έλον Μασκ και της νεοσύστατης υπηρεσίας Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας (DOGE). Οι αποκαλύψεις δείχνουν αρκετά από τα χρηματοδοτικά προγράμματα της USAID να μην είναι τελικά και τόσο ανθρωπιστικής φύσεως. Τουλάχιστον ένα από αυτά αφορά την Κύπρο, με χορηγίες που φαίνεται να έλαβαν αρκετές ΜΚΟ, ερευνητικά κέντρα και άλλοι φορείς που δραστηριοποιήθηκαν υπέρ του Σχεδίου Ανάν. Ποιες ήταν οι ΜΚΟ, οι φορείς και τα άτομα που έλαβαν αυτά τα κονδύλια; Το κουβάρι ξετυλίγουν εν μέρει δύο πολυσέλιδες εκθέσεις.
Η πρώτη με τίτλο «CYPRUS BI-COMMUNAL DEVELOPMENT PROGRAM EVALUATION» φαίνεται να έχει κατατεθεί στη USAID στις 25 Μαΐου του 2004 από μια εξαμελή ομάδα αξιολόγησης της Development Associates, εταιρεία που σύμφωνα με την έκθεση συνεργάστηκε με τη USAID για την αξιολόγηση της στρατηγικής, των στόχων και της υλοποίησης του Bi-Communal Development Program. Η ομάδα αξιολόγησης αποτελείτο από τέσσερεις Αμερικανούς, μία Τουρκοκύπρια και ένα Ελληνοκύπριο, τον Γιώργο Λεβέντη. Η δεύτερη έκθεση έχει τίτλο «ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ» και εκδόθηκε από το UNDP-ACT με συντελεστές τους Christopher Louise, Nicolas Jarraud, Kimberly Foukaris, Ελισάβετ Κασσίνη, John Lewis, Σταυρούλα Γεωργιάδου, Nilgun Arif, Pelin Maneoglou, και Pembe Mentesh. Αυτή η έκθεση δίνει περισσότερη έμφαση στο δίκτυο των ΜΚΟ στην Κύπρο για την προώθηση της δικοινοτικής συνεργασίας και συμφιλίωσης μέσω του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ – United Nations Development Program (UNDP) και της USAID.
Cyprus Bi-Communal Development Program
Η έκθεση αποτελείται από 120 σελίδες και περιέχει πληροφορίες γύρω από τη δομή του προγράμματος χρηματοδότησης, τους σκοπούς του, τη μεθοδολογία, τους εμπλεκόμενους φορείς και διάφορα άλλα ευρήματα που εξετάζουν τη διαχείριση και την κατανομή των κονδυλίων. Σύμφωνα με τον πρόλογο της έκθεσης, το Bi-Communal Development Program (BDP) δαπάνησε από το 1998 και μετά 60,5 εκα τομμύρια δολάρια (30,5 εκατομμύρια από το 1998 έως το 2001 – 30 εκ. από τη USAID και 0,5 εκ. από το UNDP) με στόχο την προώθηση της δικοινοτικής συνεργασίας και την επαναπροσέγγιση στο Κυπριακό. Το BDP ήταν μόνο το ένα από τα τρία προγράμματα της αμερικανικής Κυβέρνησης που στόχευε στη στήριξη δικοινοτικών προγραμμάτων. Τα άλλα δύο προγράμματα ήταν το Πρόγραμμα Υποτροφιών Κύπρου-Αμερικής και το Bi-Communal Support Program, και τα δύο υπό την επίβλεψη του State Department. Σύμφωνα με την έκθεση, το Μάρτιο του 1998 υπογράφηκε συμφωνία επιχορήγησης μεταξύ USAID και UNDP και ένα μήνα μετά, δημιουργήθηκε η Μονάδα Διαχείρισης του Έργου (PMU). Οι βασικοί όροι κατανομής της συμφωνίας USAID – UNDP ήταν να διατίθεται περίπου 60% των συμβάσεων σε φορείς υλοποίησης και το 20% σε ΜΚΟ, χωρίς να γίνεται αναφορά στο υπόλοιπο 20%. Η Μονάδα Διαχείρισης του Έργου είχε εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί για λογαριασμό του Γραφείου Υπηρεσιών Έργων του ΟΗΕ (UNOPS) στην Κύπρο με τη δυνατότητα να παρέχει επιχορηγήσεις κάτω των $30,000 χωρίς κάποια αναθεώρηση από το UNOPS και επιχορηγήσεις άνω των $30,000 με υπογραφή από το UNOPS. Η ομάδα αξιολόγησης της έκθεσης ανέλαβε μεταξύ άλλων να πάρει συνεντεύξεις από εμπλεκόμενους φορείς, τους «Opinion Leaders» και τους «program grantees», δηλαδή τις ηγετικές προσωπικότητες και τους δικαιούχους των κονδυλίων. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ηγετικές προσωπικότητες που απασχόλησαν την έρευνα είχαν επιλεγεί κατόπιν υποδείξεως της Πρεσβείας των ΗΠΑ. Ακόμη, δεν κατονομάζονται όλοι οι «program grantees» αλλά μόνο ένα μικρό δείγμα. Στη λίστα των ηγετικών προσωπικοτήτων βρίσκονται μεταξύ άλλων τα ονόματα των Καίτης Κληρίδου (ΔΗΣΥ), Ελένης Μαύρου (ΑΚΕΛ), Μιχάλη Παπαπέτρου, Λέλλου Δημητριάδη, Τάκη Χατζηδημητρίου, Χρήστου Αρτεμίου (τότε Προέδρου της Παγκύπριας Επιτροπής Προσφύγων), Κώστα Σεβέρη (τότε μέλους του ΔΣ της Τράπεζας Κύπρου), Πέτρου Λοΐζου (τότε Καθηγητή στο Intercollege), Μητροπολίτη Κύκκου Νικηφόρου, Ανδρέα Παράσχου (τότε Αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Πολίτης»), Άριστου Μιχαηλίδη και Σενέρ Λεβέντ (Αρχισυντάκτη εφημερίδας «Afrika»). Από τις ηγετικές προσωπικότητες τρία πρόσωπα, χωρίς να κατονομάζει η έκθεση ποια είναι αυτά, είχαν λάβει χρηματοδότηση από ένα προηγούμενο πρόγραμμα του BDP, το Harvard Study Group. Στα γενικά συμπεράσματα της έκθεσης αναφέρει τα επιτεύγματα του BDP και συγκεκριμένα κάνει λόγο για διάθεση σημαντικών οικονομικών πόρων προς οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που βοήθησε στην αύξηση της δραστηριότητας των ΜΚΟ σε ένα ευρύ φάσμα τομέων. Σύμφωνα με την έκθεση, το πρόγραμμα δεν κατάφερε ποτέ να αναπτύξει συνεπή και τεκμηριωμένα κριτήρια για τη χορήγηση χρημάτων:
«Ούτε οι δικαιούχοι, ούτε οι υπάλληλοι της Μονάδας Διαχείρισης του Έργου μπορούσαν να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους εγκρίνονταν ή απορρίπτονταν τα projects»
77 ΜΚΟ φαίνεται να έλαβαν επιχορηγήσεις από το BDP, με 23 από αυτές να λαμβάνουν περισσότερες από μία, χωρίς να υπάρχει συνολική αξιολόγηση της προόδου κάθε οργάνωσης στις όποιες δικοινοτικές προσπάθειες. Η λίστα αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον στα ονόματα των δικαιούχων από τους φορείς υλοποίησης του προγράμματος και την κοινωνία των πολιτών, πολλοί από τους οποίους είχαν συναντήσεις με τον ίδιο τον Αμερικανό Πρέσβη. Στους Ελληνοκύπριους φορείς υλοποίησης καταγράφονται οι Αγνή Πετρίδου (Planning Officer, Δήμος Λευκωσίας), Γλαύκος Κωνσταντινίδης (Planning Consultant, Δήμος Λευκωσίας), Μιχάλης Ιερίδης (CYMERA), Ευγένιος Νικολάου και Φειδίας Λουκαΐδης, ενώ από την κοινωνία των πολιτών καταγράφονται μεταξύ άλλων οι Έλενα Περσιάνη (Σύμβουλος της Μονάδας Διαχείρισης του Έργου), Χριστιάνα Κυριαλλή και Γιάννης Λαούρης (Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου), Μαρία Θεοχάρους (Highgate School), Ξένια Κωνσταντίνου (Research Assistant and Youth Promoting Peace Coordinator), Τίνα Αδαμίδου, Μαργαρίτα Μούζα, κ. Θεοφάνους (Chairman, Cyprus Rehabilitation and Counselling Association – δεν αναγράφεται το όνομά του), Μαρία Χατζηπαύλου (Καθηγήτρια Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου), Ντίνος Λογγίδης και Σπύρος Σπύρου.

Πώς λειτουργούσαν τα προγράμματα επιχορήγησης
Σύμφωνα με το κείμενο, τα κονδύλια διατέθηκαν σε διάφορους φορείς και έργα όπως το Nicosia Master Plan του Λέλλου Δημητριάδη, που περιελάμβανε την ανακαίνιση των τειχών της παλιάς πόλης της Λευκωσίας και το έργο αποκατάστασης του αποχετευτικού της Λευκωσίας. Υπεύθυνο να ανακοινώνει τα έργα που αναλάμβαναν οι φορείς υλοποίησης στις ελεύθερες περιοχές ήταν το Γραφείο Προγραμματισμού της ΚΔ μέσω εγκυκλίων. Αυτό με τις εγκυκλίους κρατήστε το γιατί θα επανέλθουμε επί του συγκεκριμένου πιο κάτω. Στη συνέχεια, γινόταν υποβολή προτάσεων από διάφορες υπηρεσίες μέσω του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, ενώ οι ΜΚΟ μάθαιναν για τα προγράμματα είτε από «στόμα σε στόμα», είτε από διαφημίσεις σε εφημερίδες, είτε ακόμη και απευθείας από προσωπικό της πρεσβείας των ΗΠΑ(!) Σύμφωνα με την έκθεση, οι λίστες του Προγράμματος περιλάμβαναν τουλάχιστον 150 διαφορετικές ΜΚΟ στις ελεύθερες περιοχές και άλλες 141 ΜΚΟ στα κατεχόμενα, από τις οποίες 51 έλαβαν χρηματοδότηση στις ελεύθερες περιοχές και 26 στα κατεχόμενα, ύψους $6,4εκ. Η έκθεση προχώρησε στην αξιολόγηση ενός δείγματος από τις ΜΚΟ που έλαβαν επιχορηγήσεις και παραθέτει τα πιο κάτω αποτελέσματα τα οποία καταδεικνύουν $401,650 στο Ινστιτούτο Νευρολογίας Κύπρου. Μόλις έβγαινε μια εξουσιοδότηση για ένα συμβόλαιο, ένας υπάλληλος της Μονάδας Διαχείρισης του Έργου (PMU) αναλάμβανε να διαπραγματευτεί τη σύμβαση με τον δικαιούχο και μετά την επίτευξη συμφωνίας, ο δικαιούχους ξεκινούσε ένα προκαθορισμένο έργο με προσυμφωνημένο χρονοδιάγραμμα δραστηριοτήτων που λειτουργούσε ως βάση για τις πληρωμές. Το πιο κάτω γράφημα παρουσιάζει τις δαπάνες του BDP μεταξύ 1998 και 2003 χωρισμένες σε τρεις κατηγορίες: IA (Implementing Agencies – Φορείς Υλοποίησης), NGOs (ΜΚΟς) και PMU (Project Management Unit – Μονάδα Διαχείρισης Έργου). Μια σημαντική αλλαγή εμφανίστηκε το 2002 στα πρότυπα των δαπανών, όπου για πρώτη φορά διατέθηκαν χρηματοδοτήσεις για θέματα φύλου και οικονομίας. Περιβαλλοντικά και άλλα έργα λάμβαναν πάνω από $100,000 το καθένα.

Προαγωγή της ειρήνης από τους πολίτες στην Κύπρο:
Το ιστορικό της συνεργασίας και εμπιστοσύνης κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής. Αυτή η έκθεση επιβεβαιώνει τη συμφωνία μεταξύ UNDP και USAID το 1998 και την ίδρυση του Δικοινοτικού Προγράμματος Ανάπτυξης (BDP), το οποίο παρουσιάζει ως την «πρώτη συντονισμένη προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας για την προσέλκυση και χρηματοδότηση πρωτοβουλιών της κοινωνίας των πολιτών». Η έκθεση αναφέρει ότι το 2005, UNDP και USAID ξεκίνησαν άλλο ένα πρόγραμμα, το «Πρόγραμμα Δράση για Συνεργασία και Εμπιστοσύνη (ACT)», το οποίο για περίοδο 8 ετών, μέχρι και τη δημοσίευση της έκθεσης, μέσω αφοσιωμένων ατόμων και οργανώσεων και από τις δύο κοινότητες κατάφερε να επιφέρει δραματικές αλλαγές στις κοινωνικές συμπεριφορές σε ό,τι αφορά τη συνεργασία των δύο κοινοτήτων. Αναφέρεται ότι «από το 2005 μέχρι το 2008, το πρόγραμμα χρηματοδότησε 120 έργα με τη συμμετοχή 70,000 Κυπρίων σε δικοινοτικές δραστηριότητες, με ταυτόχρονη ανάπτυξη των δεξιοτήτων και γνώσεων 370 οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών».
Γίνεται επίσης λόγος για χρηματοδότηση των ΜΟΕ από το πρόγραμμα ACT, ότι δηλαδή η USAID χρηματοδοτούσε τα ΜΟΕ που είχαν προκύψει από τις συνομιλίες. Αναφέρει ως παράδειγμα τη διοχέτευση χρηματοδότησης από τη USAID και την ΕΕ για το άνοιγμα ενός νέου οδοφράγματος το 2010. Κατόπιν, προχωρά στην αναφορά διαφόρων προγραμμάτων που ξεκίνησε το UNDP-ACT με εκατομμύρια δολάρια του αμερικανού φορολογούμενου που κατέληξαν στα χέρια ΜΚΟ. Η έκθεση κάνει λόγο για την ανάγκη συνεργασίας των νέων αλλά και για συζητήσεις σε σχολεία, κολέγια, πανεπιστήμια για το μέλλον της Κύπρου. Από την πρώτη έκθεση πιο πάνω είδαμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προωθούνταν τα διάφορα δικοινοτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνταν από έξωθεν ήταν πολλές φορές μέσω εγκυκλίων του Γραφείου Προγραμματισμού της ΚΔ. Αυτό θυμίζει την πρόσφατη περίπτωση με τις σχολικές εκδρομές στα κατεχόμενα όπου σύμφωνα με τον πρόεδρο των οργανωμένων γονέων Μέσης Εκπαίδευσης Λοΐζο Κωνσταντίνου βγήκε σχετική εγκύκλιος από το Υπουργείο Παιδείας σε ό,τι αφορά μια ΜΚΟ, η οποία «διοργανώνει προγράμματα» και ότι «έχει σταλεί επίσημα υπογεγραμμένη στα σχολεία και τους διευθυντές».
Παρά το γεγονός ότι το Πρόγραμμα ACT ολοκλήρωσε το έργο του το Σεπτέμβριο του 2013, είναι πολύ πιθανό μέσα στην τελευταία δεκαετία να έχουν συμφωνηθεί και να μπήκαν σε εφαρμογή νέα προγράμματα ή πρωτοβουλίες με παρόμοιους στόχους, συνεχίζοντας τη χρηματοδότηση και την επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης στην Κύπρο. Είναι φανερό ότι η USAID και τα προγράμματα που χρηματοδοτούσε στην Κύπρο λειτουργούσαν και λειτουργούν ακόμη ως εργαλεία επιρροής χωρίς ίχνος διαφάνειας. Ποιος πραγματικά ελέγχει πού πηγαίνουν όλα αυτά τα εκατομμύρια; Πώς κατανέμονται και ποια συμφέροντα εξυπηρετούν; Υπάρχουν επίσης ερωτήματα για το κατά πόσον πολιτικά κόμματα επωφελήθηκαν ή επωφελούνται από αυτά τα κονδύλια, επηρεάζοντας τη δημόσια συζήτηση και διαμορφώνοντας πολιτικές θέσεις μέσω έμμεσων χρηματοδοτήσεων. Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά.
GEOPOLITICO
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ
Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.
Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.
«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.
Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.
Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.
Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.
Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.
Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.
«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.
Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.
Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.
Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.
Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.
Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.
Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.
«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.
Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»
Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.
Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.
Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.
Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.
Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.
Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής
Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.
Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.
Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.
Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.
Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.
Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.
Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.
Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.
Το μήνυμα της παρέμβασης
Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.
Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.
Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.
Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.
Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.
GEOPOLITICO
Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων
Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και Συρία, Τομ Μπάρακ, εγείρει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Reuters. Ο Αμερικανός διπλωμάτης φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί οικονομικούς δεσμούς σε ενεργειακό έργο ύψους 15 δισ. δολαρίων, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει εναλλακτική οδό μεταφοράς ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απορρίπτει κάθε υπόνοια άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο, ωστόσο ειδικοί σε ζητήματα κυβερνητικής δεοντολογίας θέτουν θέμα αμεροληψίας και ενδεχόμενης κατάχρησης δημόσιου αξιώματος.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι οικονομικές σχέσεις του Τομ Μπάρακ με επενδυτική εταιρεία που συμμετέχει σε σχεδιασμό για την αναβίωση ενός από τους σημαντικότερους ιστορικούς αγωγούς πετρελαίου της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, η οποία επικαλείται τρεις πηγές με γνώση των σχετικών εξελίξεων, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital, επενδυτικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια, σε κοινοπραξία για την αποκατάσταση του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς.
Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία εναλλακτικής διαδρομής για τη μεταφορά ιρακινού αργού πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ στις ακτές της Συρίας, στη Μεσόγειο.
Η στρατηγική σημασία του έργου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, λόγω της πολεμικής αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν.
Ωστόσο, η υπόθεση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς ο Μπάρακ διατηρεί μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις με τον ιδρυτή της TI Capital, Ζιάντ Γκαντούρ, ενώ έχει δηλώσει οικονομικά συμφέροντα σε επενδυτικό σχήμα που διαχειρίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία.
Το σχέδιο των 15 δισ. δολαρίων για παράκαμψη του Ορμούζ
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πετρελαιαγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος ιστορικά συνέδεε τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ με τις συριακές ακτές.
Ο αγωγός είχε αντιμετωπίσει επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας από τη δεκαετία του 1980 και παρέμενε ανενεργός από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Η επαναλειτουργία του εξετάζεται πλέον ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δώσει πηγές στο Reuters τον Αύγουστο, η αποκατάσταση και κατασκευή των αναγκαίων υποδομών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, με κόστος περίπου 15 δισ. δολάρια.
Το σχέδιο απέκτησε νέα δυναμική όταν η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ.
Ο αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μια εναλλακτική δίοδο εξαγωγών προς τη Μεσόγειο, περιορίζοντας την εξάρτησή του από τις θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Περσικού Κόλπου.
Παράλληλα, θα προσέδιδε στη Συρία έναν νέο ρόλο στην περιφερειακή ενεργειακή γεωγραφία, μετατρέποντας τις μεσογειακές ακτές της σε σημαντική πύλη εξαγωγής ιρακινού πετρελαίου.
Η κοινοπραξία με Chevron, UCC Holding και TI Capital
Τον Ιούλιο του 2026, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία εταιρειών για την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών σχετικά με την αποκατάσταση του αγωγού.
Στην κοινοπραξία συμμετέχουν η TI Capital, η αμερικανική Chevron και η καταριανή UCC Holding.
Η παρουσία της Chevron προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη σημασία λόγω της εμπειρίας της στην ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών υποδομών, ενώ η UCC Holding ενισχύει την παρουσία επενδυτικών συμφερόντων από τον Κόλπο.
Η TI Capital, ωστόσο, βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής έρευνας λόγω των επιχειρηματικών δεσμών του ιδρυτή της με τον Τομ Μπάρακ.
Σύμφωνα με δύο πηγές του Reuters, κατά τη διάρκεια επαφών με αξιωματούχους της Συρίας και του Ιράκ μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Αμερικανός διπλωμάτης άσκησε πιέσεις για να συμπεριληφθεί η εταιρεία του Γκαντούρ στο έργο.
Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν από την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν την απόφαση του Ιράκ:
«Να προωθήσει ένα μνημόνιο κατανόησης με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς».
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν αναφερόταν στη Chevron ή στην UCC Holding ως συμμετέχουσες στο έργο του αγωγού.
Ο οικονομικός δεσμός με τον Ζιάντ Γκαντούρ
Ο Τομ Μπάρακ και ο Ζιάντ Γκαντούρ διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις τουλάχιστον από το 2020.
Τότε, οι δύο άνδρες είχαν συμμετάσχει στη δημιουργία εταιρείας ειδικού σκοπού εξαγορών, γνωστής ως SPAC, ύψους 250 εκατ. δολαρίων.
Το επενδυτικό σχήμα διαλύθηκε μετά τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε φερόμενες σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο Μπάρακ αθωώθηκε το 2022.
Οι επιχειρηματικοί δεσμοί των δύο ανδρών διατηρήθηκαν και τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με δημόσια έγγραφα που εξέτασε το Reuters, ο Μπάρακ είχε δηλώσει συμμετοχή στην ACD-TI Oakley Investment LLC, μια επιχείρηση ανάπτυξης μεγάλου οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο.
Η συγκεκριμένη εταιρεία διαχειρίζεται από την TI Capital και επικεφαλής της είναι ο Γκαντούρ.
Τα οικονομικά έγγραφα αναφέρουν ότι ο Μπάρακ δικαιούται ποσοστό 20% επί των κερδών, εφόσον τα έσοδα της επένδυσης υπερβούν συγκεκριμένο ελάχιστο όριο.
Το ποσοστό αυτό δεν αφορά τον πετρελαιαγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς, αλλά τη χωριστή επένδυση ακινήτων.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε επίσης γνωστοποιήσει ότι παρείχε αμειβόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες στην επιχείρηση το 2024, χωρίς να διευκρινίζεται το συνολικό ποσό της αμοιβής.
Στις 7 Μαρτίου 2025, λίγο πριν από την ακρόασή του στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού του, ο Μπάρακ δήλωσε ότι σκόπευε να διατηρήσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.
Οι ειδικοί μιλούν για σοβαρό ζήτημα κυβερνητικής δεοντολογίας
Το Reuters διευκρινίζει ότι δεν εντόπισε αποδεικτικά στοιχεία πως ο Μπάρακ πρόκειται να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τον πετρελαιαγωγό.
Σύμφωνα με νομικούς ειδικευμένους σε θέματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης με τον Γκαντούρ δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει παράνομη σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν προκύπτει άμεσο προσωπικό οικονομικό όφελος από το έργο.
Ωστόσο, διαφορετικό είναι το ζήτημα της υποχρέωσης αμεροληψίας των ομοσπονδιακών αξιωματούχων.
Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου και καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, υποστήριξε ότι η προώθηση εταιρείας με την οποία διατηρείται στενή επιχειρηματική σχέση δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς κανόνες.
Όταν ρωτήθηκε τι θα έπρεπε να είχε πράξει ο Μπάρακ, απάντησε:
«Να μην έχει καμία απολύτως σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να δηλώσει ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα στο οποίο συμμετέχει».
Από την πλευρά του, ο Ντον Φοξ, πρώην γενικός νομικός σύμβουλος και υπηρεσιακός διευθυντής του αμερικανικού Γραφείου Κυβερνητικής Δεοντολογίας, εκτίμησε ότι η προώθηση της TI Capital θα μπορούσε να παραβιάζει και τη διάταξη που απαγορεύει τη χρήση δημόσιου αξιώματος προς όφελος συνδεδεμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί δικαστική ή διοικητική διαπίστωση παραβίασης των κανόνων.
Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Καμία οικονομική συμμετοχή του Μπάρακ στον αγωγό
Η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο.
«Ο πρέσβης Μπαράκ δεν έχει καμία απολύτως σύνδεση, ρόλο ή οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς», δήλωσε εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο Reuters.
Παράλληλα, αναγνώρισε τις επιχειρηματικές σχέσεις του με την επένδυση ακινήτων που διαχειρίζεται η TI Capital.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, οι δημόσιες δηλώσεις του Μπάρακ σχετικά με τον αγωγό εντάσσονται στη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική υποστήριξης της περιφερειακής ενεργειακής ολοκλήρωσης.
Το ζήτημα παραμένει εάν η φερόμενη εμπλοκή του στην προώθηση της TI Capital συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των Αμερικανών αξιωματούχων.
Η συνάντηση στο Λος Άντζελες και ο ρόλος του Μπάρακ
Σύμφωνα με τρίτη πηγή του Reuters, η ιδέα συμμετοχής της TI Capital στον περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό τέθηκε από τον Τομ Μπάρακ τον Μάιο του 2026, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Συνεδρίου του Milken Institute στο Λος Άντζελες.
Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μπάρακ και ο Γκαντούρ συμμετείχαν σε κλειστή συζήτηση για την ανάγκη ανάπτυξης νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν είχε επαναφέρει στο επίκεντρο τη στρατηγική σημασία των εναλλακτικών πετρελαϊκών οδών.
Εκπρόσωπος του Milken Institute αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν ανοικτή στα μέσα ενημέρωσης.
Στις 17 Ιουλίου, ο Μπάρακ παρουσίασε δημόσια τη συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων στην ενεργειακή ανάπτυξη Ιράκ και Συρίας ως «ένα νέο παράδειγμα» που αποσκοπεί στη διαφάνεια και τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών.
Η TI Capital επεκτείνεται και σε φυσικό αέριο και λιμάνια
Η παρουσία της TI Capital στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο πρόγραμμα Κιρκούκ–Μπανιάς.
Στα τέλη Ιουλίου, η ιρακινή κυβέρνηση συμπεριέλαβε την εταιρεία σε άλλη κοινοπραξία μαζί με την UCC Holding και την ConocoPhillips, με αντικείμενο την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Akkas.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα αναξιοποίητα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ιράκ, η ανάπτυξη του οποίου θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές δυνατότητες της χώρας.
Παράλληλα, η TI Capital αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι συμμετέχει σε έργα που σχετίζονται με το λιμάνι της Ταρτούς στη Συρία.
Ωστόσο, το Reuters δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα την ακριβή φύση και έκταση της εμπλοκής της εταιρείας στην Ταρτούς.
Η λιμενική αρχή της Συρίας δεν απάντησε σε σχετικά ερωτήματα, ενώ ούτε η ConocoPhillips προχώρησε σε σχόλιο για το πρόγραμμα Akkas.
Πηγή που βρίσκεται κοντά στον Μπάρακ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης θεωρεί τον Γκαντούρ πρόσωπο ικανό να συμβάλει στην υλοποίηση της περιφερειακής στρατηγικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η ίδια πηγή τον χαρακτήρισε προσωπική επιλογή του Μπάρακ για την προώθηση των συγκεκριμένων σχεδιασμών.
Ο γεωπολιτικός στόχος: Ενεργειακή διαδρομή από το Ιράκ στη Μεσόγειο
Πέρα από τα ερωτήματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η υπόθεση του αγωγού αναδεικνύει μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την οικονομική και ενεργειακή διασύνδεση Ιράκ και Συρίας, με τη συμμετοχή αμερικανικών και περιφερειακών επενδυτικών σχημάτων.
Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε, εφόσον υλοποιηθεί, να προσφέρει στους παραγωγούς ιρακινού πετρελαίου μια πρόσθετη δίοδο προς τις διεθνείς αγορές.
Αυτό θα περιόριζε την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία συμφόρησης του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.
Παράλληλα, η Συρία θα μπορούσε να αποκτήσει νέο ρόλο ως διαμετακομιστικό κράτος, ενισχύοντας τη σημασία των λιμένων και των ενεργειακών εγκαταστάσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου, καθώς η στρατιωτική αστάθεια καθιστά προβληματική την αποκλειστική εξάρτηση από συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα.
Η θέση της Τουρκίας και η σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο
Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και λόγω της ιδιότητας του Τομ Μπάρακ ως πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.
Ο ίδιος διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αμερικανική διπλωματία τόσο στην Άγκυρα όσο και στη Συρία και το Ιράκ.
Η ενδεχόμενη αναβίωση του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή διαδρομή προς τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, με πιθανές επιπτώσεις στον περιφερειακό ανταγωνισμό για τις υποδομές και τη διαμετακόμιση ενέργειας.
Η Τουρκία ήδη επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τον δικό της ρόλο ως ενεργειακού κόμβου, αξιοποιώντας υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η δημιουργία μιας πρόσθετης οδού μέσω της Συρίας θα διεύρυνε τις διαθέσιμες επιλογές του Ιράκ, αλλά δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση υποκατάσταση των διαδρομών μέσω Τουρκίας.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η πιθανή ανάπτυξη νέων ενεργειακών εγκαταστάσεων στις ακτές της Συρίας αποτελεί εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθηθεί, δεδομένης της σημασίας που αποκτούν οι θαλάσσιες και ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν προκύπτει, πάντως, από την έρευνα του Reuters ότι το συγκεκριμένο έργο στρέφεται εναντίον ελληνικών ή κυπριακών συμφερόντων.
Η ουσία της αποκάλυψης
Το Reuters αποκαλύπτει μια υπόθεση στην οποία συναντώνται η αμερικανική διπλωματία, τα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα και η γεωπολιτική αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.
Ο Τομ Μπάρακ φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία συνδέεται επιχειρηματικά σε ένα έργο στρατηγικής σημασίας και εξαιρετικά υψηλού οικονομικού αντικειμένου.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εντοπιστεί αποδείξεις προσωπικού οικονομικού οφέλους του από τον πετρελαιαγωγό, τα στοιχεία δημιουργούν ερωτήματα για την τήρηση των κανόνων αμεροληψίας που διέπουν τους Αμερικανούς κρατικούς αξιωματούχους.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιμένει ότι ο Μπάρακ έχει συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις, ενώ πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί στη δεοντολογία εκφράζουν διαφορετική άποψη.
Το σημαντικότερο γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η προσπάθεια παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο τη Συρία ως δυνητικό ενεργειακό διάδρομο προς τη Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, η έρευνα του Reuters θέτει το ερώτημα πού τελειώνει η άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πού αρχίζει η προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
GEOPOLITICO
Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35
Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέσπασε τις δημόσιες δεσμεύσεις που επιδίωκε απέναντι στην Άγκυρα, ενώ η Ουάσιγκτον διατήρησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εφημερίδα εστιάζει επίσης στις αμερικανικές εξοπλιστικές συμφωνίες με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τον αιχμηρό χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε».
Τη δική της ερμηνεία για τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα παρουσιάζει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet, επιχειρώντας να αποδομήσει την εικόνα ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας που προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση.
Στο δημοσίευμα της 9ης Οκτωβρίου 2026, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι, παρά την υψηλού επιπέδου υποδοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και τη συμβολική σημασία της ομιλίας του στην Πνύκα, η Αθήνα δεν εξασφάλισε σαφή αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις διαφορές με την Τουρκία.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του τουρκικού Τύπου να αξιολογήσει τις συνέπειες του έκτου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου.
«Διπλωματική απογοήτευση» παρά την υποδοχή Ρούμπιο
Σύμφωνα με την Hürriyet, η Αθήνα επένδυσε σημαντικά στην επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας.
Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προσδοκώντας ότι ο Ρούμπιο θα υιοθετούσε δημόσια πιο συγκεκριμένες θέσεις.
Ωστόσο, κατά την τουρκική ερμηνεία, ο Αμερικανός υπουργός απέφυγε να μετατρέψει την επίσκεψή του σε μια αντιτουρκική διπλωματική παρέμβαση.
Η Hürriyet εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις και με τους δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η απουσία δημόσιας καταδίκης της Άγκυρας δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική πλευρά δεν πέτυχε τους στόχους της επίσκεψης.
F-35: Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η Άγκυρα
Το σημαντικότερο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Η Hürriyet αναδεικνύει τις δηλώσεις του Ρούμπιο σχετικά με την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να επιλυθεί το πρόβλημα που εμποδίζει τις παραδόσεις των αεροσκαφών.
Ο Αμερικανός υπουργός, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Τουρκία είχε ήδη καταβάλει χρήματα για ορισμένα από τα μαχητικά, επισημαίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να προχωρήσει η παράδοσή τους, εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό.
Η τουρκική εφημερίδα παρουσιάζει αυτή τη δήλωση ως θετικό μήνυμα προς την Άγκυρα.
Ωστόσο, υπάρχει μια καθοριστική παράμετρος: ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την παράδοση F-35 όσο παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα των ρωσικών συστημάτων S-400.
Όπως καταγράφει και η τουρκική έκδοση της Euronews, ο Αμερικανός υπουργός υπογράμμισε ότι η μεταφορά των αεροσκαφών δεν μπορεί να προχωρήσει πριν εκπληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Συνεπώς, η πραγματική αμερικανική θέση περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στοιχεία: πολιτική πρόθεση αναζήτησης λύσης και διατήρηση των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.
Η Hürriyet επιλέγει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο.
Οι S-400 εξακολουθούν να κρατούν την Τουρκία εκτός προγράμματος
Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία παραμένει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35.
Η Ουάσιγκτον είχε αποκλείσει την Άγκυρα από το πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η λειτουργία των S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.
Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχει μια διευθέτηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία που να επιτρέπει την άρση των περιορισμών.
Οι δηλώσεις Ρούμπιο δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά δεν αποκλείει μια μελλοντική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη προχωρήσει στην απόκτηση 20 F-35 και προγραμματίζει την ένταξή τους στην Πολεμική Αεροπορία τα επόμενα χρόνια.
Η πιθανή μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον περιφερειακό εξοπλιστικό σχεδιασμό. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει απόφαση παράδοσης των αεροσκαφών.
«Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε»
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η αντιμετώπιση του αμυντικού πακέτου που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.
Η Hürriyet χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε», επιχειρώντας να παρουσιάσει την επίσκεψη Ρούμπιο ως μια επιτυχημένη εμπορική αποστολή για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά με περιορισμένα πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική κυβέρνηση.
Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα συμφώνησε σε εξοπλιστικό σχεδιασμό ύψους έως 4 δισ. δολαρίων, ο οποίος περιλαμβάνει την προμήθεια προηγμένων πυρομαχικών και την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16.
Πηγές του ελληνικού υπουργείου Άμυνας ανέφεραν ότι το πακέτο περιλαμβάνει πυραύλους και βόμβες για τα F-16 Viper, τα F-35 και τα ελικόπτερα Black Hawk.
Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται ο σχεδιασμός αναβάθμισης άλλων 37 ελληνικών F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.
Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεών της σε προηγμένα οπλικά συστήματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα όπλα που έχει ζητήσει η Αθήνα για τα F-35, τα οποία, σύμφωνα με την Hürriyet, δεν περιλαμβάνονται στο ανακοινωθέν πακέτο.
Ο Ρούμπιο είχε επιβεβαιώσει ότι αιτήματα για ορισμένα προηγμένα όπλα εξακολουθούν να εξετάζονται και ότι οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στην αμερικανική κυβέρνηση.
Αυτό σημαίνει ότι η εκκρεμότητα δεν συνιστά απαραίτητα οριστική απόρριψη των ελληνικών αιτημάτων.
Τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον
Η τουρκική παρουσίαση επικεντρώνεται κυρίως στα F-35 και στις εξοπλιστικές αγορές, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο άλλες πτυχές του Στρατηγικού Διαλόγου.
Κατά την επίσκεψη Ρούμπιο ανακοινώθηκε η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, με νέο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Παράλληλα, συζητήθηκαν η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές διασυνδέσεις και η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.
Ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα ισχυρό και υποδειγματικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις συνυπάρχουν με την αμερικανική επιδίωξη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία.
Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως δύο υποχρεωτικά αλληλοαποκλειόμενες επιλογές.
Το καλώδιο και η αμερικανική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο
Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ερμηνεία της Hürriyet είναι το Great Sea Interconnector.
Ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική στήριξη στις ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη αντιμετώπισης ευαίσθητων ζητημάτων μέσω της διπλωματίας.
Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε διαφορετικά από Αθήνα και Άγκυρα.
Η ελληνική πλευρά την αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση της αμερικανικής υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.
Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διακριτική διπλωματία και στην ανάγκη συνεννόησης με τρίτες χώρες.
Ωστόσο, ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε ότι η Τουρκία αποκτά δικαίωμα έγκρισης των εργασιών του καλωδίου, ούτε παρουσίασε συγκεκριμένο μηχανισμό που να επιλύει τα πρακτικά εμπόδια στην επανέναρξη των ερευνών.
Η αμερικανική στήριξη στο έργο παραμένει δεδομένη σε επίπεδο δημόσιας διπλωματικής τοποθέτησης, ενώ η επιχειρησιακή της εφαρμογή εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.
Η γεωπολιτική ανάγνωση της Hürriyet
Το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο μέρος του Τύπου της γειτονικής χώρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Hürriyet προβάλλει τρία βασικά επιχειρήματα: ότι ο Ρούμπιο δεν υιοθέτησε δημόσια τις ελληνικές θέσεις απέναντι στην Άγκυρα, ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής παράδοσης F-35 στην Τουρκία και ότι η Ελλάδα ανέλαβε μεγάλες εξοπλιστικές δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχες πολιτικές εγγυήσεις.
Αυτή είναι η ερμηνεία της τουρκικής εφημερίδας και όχι ένα συμπέρασμα που προκύπτει αυτομάτως από τις επίσημες δηλώσεις.
Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα προβάλλει ως αποτελέσματα της επίσκεψης τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας, τη στήριξη της ενεργειακής της στρατηγικής και την αναγνώριση της γεωπολιτικής της σημασίας από την Ουάσιγκτον.
Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επιμονή της Hürriyet να παρουσιάζει ως τουρκικό διπλωματικό κέρδος τη διατήρηση του ενδεχομένου μελλοντικής επιστροφής στα F-35, παρά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν αρθεί.
Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν έκλεισε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε επέλυσε τις διαφορές Ελλάδας–Τουρκίας. Ανέδειξε, όμως, την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις και με τους δύο συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.
Η διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ανάγνωσης έγκειται στο ποια στοιχεία της επίσκεψης επιλέγει να αναδείξει κάθε πλευρά.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας