Ακολουθήστε μας

Διεθνή

FT: Πραγματικός κίνδυνος σύγκρουσης για Τουρκία και Ισραήλ

Το Ισραήλ βλέπει την Τουρκία ως πιο μακροπρόθεσμη απειλή και από το Ιράν, ειδικά μετά την ανοικτή στήριξη του Ερντογάν στη Χαμάς.

Δημοσιεύτηκε στις

Η 12ήμερη πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν έχει αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Η συγγραφέας Άσλι Αϊντιντάςμπας, διευθύντρια του Turkey Project στο Brookings Institution, υποστηρίζει σε άρθρο των  Financial Times, πως ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η συνέχιση της σύγκρουσης με το Ιράν, αλλά μια εντεινόμενη γεωπολιτική και ιδεολογική αντιπαλότητα μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Από την πλευρά της Τουρκίας, δηλώσεις όπως εκείνη του Υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν – ότι το μοναδικό πρόβλημα στη Μέση Ανατολή είναι το Ισραήλ – αποτυπώνουν μια κλιμάκωση της εχθρικής ρητορικής. Η κυβέρνηση Ερντογάν βλέπει το Ισραήλ ως περιφερειακό ηγεμόνα, έναν ρόλο που η ίδια επιθυμεί. Οι ανησυχίες αυτές δεν περιορίζονται πια στον Τύπο ή τα άκρα, αλλά έχουν περάσει στον κρατικό μηχανισμό και το κυρίαρχο αφήγημα.

Αντίστοιχα, το Ισραήλ βλέπει την Τουρκία ως πιο μακροπρόθεσμη απειλή και από το Ιράν, ειδικά μετά την ανοικτή στήριξη του Ερντογάν στη Χαμάς. Η εχθρότητα εκφράζεται μέσα από διπλωματική απομόνωση, δημόσιες αντεγκλήσεις και ακόμη και στρατιωτικές ενέργειες, όπως ο βομβαρδισμός ισραηλινής δύναμης σε περιοχή που είχε σχεδιαστεί τουρκική βάση στη Συρία.

Η Συρία αναδεικνύεται σε πιθανό πεδίο σύγκρουσης, με τις δύο χώρες να έχουν αντικρουόμενες στρατηγικές και επιρροές στην περιοχή μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ. Η Τουρκία στηρίζει νέα εξουσία προσκείμενη στην Άγκυρα, ενώ το Ισραήλ ευνοεί την αυτονομία Κούρδων και Δρούζων, προκαλώντας επιπλέον εντάσεις.

Παρά τις στρατιωτικές εντάσεις, οι διπλωματικές σχέσεις έχουν παγώσει και η αμερικανική παρέμβαση θεωρείται κρίσιμη για την αποτροπή ανοιχτής σύγκρουσης. Η αρθρογράφος καλεί τον πρόεδρο Τραμπ να αξιοποιήσει τις καλές σχέσεις του με τους ηγέτες των δύο χωρών για αποκλιμάκωση. Όμως, η μακροπρόθεσμη αντιπαλότητα Ισραήλ–Τουρκίας δύσκολα θα εξαφανιστεί, ακόμη και αν τελειώσει ο πόλεμος στη Γάζα.

Η παραδοσιακή αμερικανική αντίληψη που θεωρούσε Τουρκία και Ισραήλ ως πυλώνες σταθερότητας στην περιοχή, φαίνεται πλέον ανεπαρκής. Με το Ιράν αποδυναμωμένο, ο επόμενος μεγάλος ανταγωνισμός στη Μέση Ανατολή ίσως να προέρχεται από δύο στενούς – και δύσκολους – συμμάχους της Δύσης.

Το άρθρο υπογράφει ο Aslı Aydıntaşbaş, ο οποίος είναι διευθυντής του Turkey Project στο Brookings Institution.

Διαβάστε αναλυτικά τι αναφέρει:

Ο 12ήμερος πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Ιράν αναδιαμόρφωσε τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή. Ένα Ισραήλ που αισθάνεται ενισχυμένο και επιδιώκει να αναπλάσει την περιοχή· ένα αποδυναμωμένο ιρανικό καθεστώς που παλεύει για την επιβίωσή του· και μια διστακτική Ηνωμένες Πολιτείες, απρόθυμες να εμπλακούν σε μια νέα μακρόχρονη σύγκρουση. Η πιο επικίνδυνη συνέπεια ίσως να μην είναι η περαιτέρω σύγκρουση με το Ιράν — αλλά η ανάδυση ενός πιο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν αποτύπωσε πρόσφατα το νέο κλίμα στην Άγκυρα, λέγοντας σε σύνοδο του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας: «Δεν υπάρχει παλαιστινιακό, λιβανέζικο, συριακό, υεμενίτικο ή ιρανικό πρόβλημα — αλλά υπάρχει ξεκάθαρα ένα ισραηλινό πρόβλημα». Η δήλωση αυτή αντικατοπτρίζει μια στροφή στον τρόπο που η Τουρκία βλέπει τη θέση του Ισραήλ στην περιοχή· από σύμμαχος, στη συνέχεια αντίπαλος, και πλέον όλο και περισσότερο ως εχθρός. Η Άγκυρα αισθάνεται άβολα με την επιθετικότητα και την ενισχυμένη αυτοεικόνα του Ισραήλ ως ηγεμονικής δύναμης της περιοχής — ρόλο τον οποίο εδώ και χρόνια διεκδικεί ο ίδιος ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο στενός του σύμμαχος, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, κατηγόρησε πρόσφατα το Ισραήλ ότι προσπαθεί να «περικυκλώσει την Ανατολία» και να αποσταθεροποιήσει την Τουρκία. Τέτοιες απόψεις, που άλλοτε περιορίζονταν στα ταμπλόιντ, πλέον διατυπώνονται ευρέως και μέσα στην τουρκική κρατική γραφειοκρατία και τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Ένα «αντίστροφο είδωλο» αυτής της εμμονής υπάρχει στο Ισραήλ, όπου μέλη του τομέα ασφαλείας βλέπουν πλέον την περιφερειακή επιρροή της Τουρκίας ως μακροπρόθεσμη απειλή, «πιο επικίνδυνη από το Ιράν». Η δημόσια στήριξη του Ερντογάν προς τη Χαμάς έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την κυβέρνηση Νετανιάχου, οδηγώντας σε βιτριολικές ανταλλαγές και εντείνοντας την ισραηλινή προσέγγιση προς τους Κούρδους της Συρίας, τους οποίους η Άγκυρα θεωρεί απειλή. Σε μια ήδη εύθραυστη περιοχή, μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο από τους ισχυρότερους στρατούς της περιοχής — και μάλιστα συμμάχους των ΗΠΑ — θα μπορούσε να διαβρώσει ακόμη περισσότερο την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων.

Η σύγκρουση είναι τόσο ιδεολογική όσο και γεωπολιτική. Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει συγχωνεύσει τον σουνιτικό ισλαμικό λαϊκισμό με τον τουρκικό εθνικισμό, μέσα από το πλαίσιο του οράματος «Ο Αιώνας της Τουρκίας», που υπόσχεται αναγέννηση της τουρκικής ισχύος στο εξωτερικό. Στο Ισραήλ, μια ακροδεξιά κυβερνητική συμμαχία διατηρεί μια εξίσου αποφασιστική αντίληψη για τη μοίρα του Ισραήλ, επιδιώκοντας στρατιωτική κυριαρχία σε Λίβανο, Γάζα και Συρία. Οι ανταγωνιστικές αυτές κοσμοθεωρίες αφήνουν ελάχιστο περιθώριο για συμβιβασμό.

Η Συρία αποτελεί το πιο άμεσο πεδίο σύγκρουσης. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στα τέλη του 2024, και οι δύο χώρες προσπαθούν να διαμορφώσουν τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Η Τουρκία έχει ενισχύσει την επιρροή της, στηρίζοντας τους συμμάχους της που πλέον βρίσκονται στην εξουσία και προωθώντας τη δημιουργία μιας σταθερής, συγκεντρωτικής κυβέρνησης με προσανατολισμό προς την Άγκυρα. Ήδη ελέγχει μεγάλες περιοχές της βόρειας Συρίας και επιδιώκει να επεκτείνει την οικονομική και στρατιωτική της παρουσία.

Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, έχει εντείνει τις αεροπορικές του επιδρομές και εκφράζει στήριξη στην αυτονομία των Κούρδων και των Δρούζων, αντιμετωπίζοντας με καχυποψία τη νέα συριακή ηγεσία λόγω των τζιχαντιστικών της καταβολών. Οι εντάσεις κορυφώθηκαν τον Απρίλιο, όταν το Ισραήλ βομβάρδισε σημείο που προοριζόταν για τουρκική στρατιωτική βάση. Μια στρατιωτική γραμμή επικοινωνίας έχει πλέον εγκαθιδρυθεί, αλλά οι ευρύτερες διπλωματικές επαφές παραμένουν «παγωμένες».

Παράλληλα, η Τουρκία έχει αντλήσει τα δικά της συμπεράσματα από τον πόλεμο με το Ιράν. Η στοχευμένη εξουδετέρωση της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας από το Ισραήλ υπενθύμισε έντονα την υπεροχή του σε αεροπορική ισχύ και πληροφορίες. Η Άγκυρα πλέον κινείται για να καλύψει τις δικές της αδυναμίες.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, οφείλει να αξιοποιήσει τις καλές του σχέσεις τόσο με τον Νετανιάχου όσο και με τον Ερντογάν, ώστε να διαχειριστεί την αυξανόμενη ένταση. Η λήξη του πολέμου στη Γάζα ίσως βοηθήσει στην άμβλυνση των τουρκικών επιφυλάξεων, όμως η βαθύτερη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο χωρών δύσκολα θα εκλείψει.

Για δεκαετίες, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αντιμετώπιζαν την Τουρκία και το Ισραήλ ως αναντικατάστατους — έστω και δύσκολους — συμμάχους και πυλώνες σταθερότητας στη Μέση Ανατολή. Σήμερα, όμως, αυτοί οι δύο πυλώνες συγκρούονται μεταξύ τους. Με το Ιράν αποδυναμωμένο, η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση στη Μέση Ανατολή ίσως προκύψει από τη ρήξη ανάμεσα σε δύο από τους πιο στενούς τους εταίρους.

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις21 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή50 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

Δημοφιλή