Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Από σύμμαχοι εχθροί! Πακιστάν και Ταλιμπάν σε ανοιχτή σύγκρουση

Η σχέση εξάρτησης που για χρόνια συνέδεε το Πακιστάν με τους Ταλιμπάν έχει μετατραπεί σε ανοιχτή σύγκρουση, με φόντο την ενίσχυση των επιθέσεων της TTP και την παροχή καταφυγίου από την Καμπούλ. Το Ισλαμαμπάντ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με μια σκληρή πραγματικότητα: το «στρατηγικό του βάθος» εξελίχθηκε σε άμεση απειλή, ανοίγοντας ένα νέο, επικίνδυνο μέτωπο στην περιοχή.

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Η ρήξη ανάμεσα στο Πακιστάν και τους Ταλιμπάν έχει πλέον περάσει σε ανοιχτή φάση σύγκρουσης, ανατρέποντας μια παλιά και βαθιά ριζωμένη αντίληψη που ήθελε το Ισλαμαμπάντ να διατηρεί καθοριστική επιρροή πάνω στο αφγανικό ισλαμιστικό καθεστώς. Για χρόνια, ιδίως κατά την περίοδο του αμερικανικού πολέμου στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν θεωρούνταν το βασικό καταφύγιο και ο κρίσιμος εξωτερικός παράγοντας για την επιβίωση της ηγεσίας των Ταλιμπάν. Σήμερα, όμως, αυτή η σχέση έχει μετατραπεί σε ένα επικίνδυνο μέτωπο ασφαλείας για το ίδιο το πακιστανικό κράτος.

Από την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, το 2021, οι σχέσεις των δύο πλευρών ακολούθησαν σταθερά καθοδική πορεία. Αυτό που κάποτε παρουσιαζόταν ως στρατηγικό βάθος για το Πακιστάν, εξελίσσεται πλέον σε απειλή με άμεσες επιπτώσεις στην εσωτερική του ασφάλεια. Η σύγκρουση, που τυπικά κηρύχθηκε λίγο πριν τη γενικευμένη ανάφλεξη γύρω από το Ιράν, έχει περάσει σχετικά στα ψιλά της διεθνούς επικαιρότητας, ωστόσο αποτυπώνει μια σοβαρή μεταβολή στους περιφερειακούς συσχετισμούς.

Στην καρδιά της κρίσης βρίσκεται η Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), η οργάνωση των Πακιστανών Ταλιμπάν, η οποία δεν ταυτίζεται οργανωτικά με τους Αφγανούς Ταλιμπάν, αλλά κινείται στην ίδια ιδεολογική γραμμή. Η TTP έχει εντείνει τα χτυπήματα στο εσωτερικό του Πακιστάν και εμφανίζεται πλέον ανοιχτά ευθυγραμμισμένη με το ευρύτερο ιδεολογικό σχέδιο των Ταλιμπάν, επιδιώκοντας να επεκτείνει το μοντέλο εξουσίας τους και εντός του πακιστανικού εδάφους.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο για το Ισλαμαμπάντ είναι ότι οι Αφγανοί Ταλιμπάν παρέχουν ασφαλές καταφύγιο στους μαχητές της TTP, επαναλαμβάνοντας, με έναν ειρωνικό τρόπο, το ίδιο μοντέλο προστασίας που κάποτε απολάμβαναν οι ίδιοι εντός του Πακιστάν. Αυτό ακριβώς αποτελεί και το βασικό σημείο τριβής. Η πακιστανική πλευρά θεωρεί πως το αφγανικό έδαφος έχει μετατραπεί σε ορμητήριο αντιαπακιστανικής τρομοκρατίας, κάτι που αγγίζει πλέον ευθέως την κρατική της ασφάλεια.

Για την ηγεσία των Ταλιμπάν, πάντως, η αντιπαράθεση με το Πακιστάν δεν έχει μόνο στρατιωτικό χαρακτήρα, αλλά και σαφές πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο. Παρουσιάζοντας τη σύγκρουση ως υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας του Αφγανιστάν απέναντι σε εξωτερική πίεση, επιδιώκουν να ενισχύσουν τη νομιμοποίησή τους στο εσωτερικό. Επενδύουν σε ιστορικά αφηγήματα αντίστασης απέναντι σε ξένες δυνάμεις, τροφοδοτώντας έτσι τη συνοχή του καθεστώτος και τη στρατολόγηση νέων υποστηρικτών. Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι αντάρτικες τακτικές και οι αποκεντρωμένες δυνάμεις τους προσφέρουν πλεονέκτημα απέναντι στη συμβατική ισχύ του πακιστανικού στρατού.

Η κατάρρευση των σχέσεων, ωστόσο, δεν είναι προϊόν μόνο της παρούσας συγκυρίας. Πατά πάνω σε ένα υπόστρωμα παλιών καχυποψιών και συσσωρευμένης εχθρότητας. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, το Πακιστάν συνεργάστηκε με τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψη ή την εξόντωση σημαντικών στελεχών των Ταλιμπάν. Μέσα στην ηγεσία του κινήματος, αυτή η περίοδος δεν ξεχάστηκε ποτέ. Αντίθετα, λειτούργησε ως μόνιμο τραύμα και καθόρισε μεταγενέστερες επιλογές.

Όταν οι Ταλιμπάν επανήλθαν στην εξουσία το 2021, επιχείρησαν συνειδητά να περιορίσουν την εξάρτησή τους από το Πακιστάν. Πίεσαν στελέχη τους να μεταφέρουν οικογένειες και περιουσιακά στοιχεία εκτός πακιστανικού εδάφους, ανακατεύθυναν το εμπόριο προς το Ιράν και άνοιξαν περισσότερο τον δρόμο για οικονομικές επαφές με την Ινδία. Οι κινήσεις αυτές δεν ήταν τυχαίες. Έδειχναν ότι η Καμπούλ επιδίωκε να χτίσει μια πιο αυτόνομη στρατηγική, μακριά από τον παλιό πακιστανικό εναγκαλισμό.

Η κλιμάκωση ήρθε σταδιακά. Αρχικά, το Πακιστάν στόχευσε θέσεις της TTP εντός αφγανικού εδάφους με αεροπορικά πλήγματα. Στη συνέχεια, όσο η ένταση ανέβαινε, τα χτυπήματα επεκτάθηκαν και σε στόχους που συνδέονταν ευθέως με τους ίδιους τους Ταλιμπάν. Έτσι, μια επιχείρηση που ξεκίνησε με το επιχείρημα της αντιτρομοκρατίας μετατράπηκε στην πράξη σε διακρατική αντιπαράθεση. Ως απάντηση, οι Ταλιμπάν άρχισαν να αναπτύσσουν μαχητές κατά μήκος των συνόρων, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στην ανταρτική δράση και τη συμβατική σύγκρουση.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω των ευρύτερων περιφερειακών συσχετισμών. Η Ινδία έχει κινηθεί προσεκτικά, αλλά σταθερά, προς μια ελεγχόμενη προσέγγιση με τους Ταλιμπάν, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την επιρροή του Πακιστάν. Η Κίνα, από την πλευρά της, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική της σχέση με το Ισλαμαμπάντ και στην ανάγκη να διατηρήσει λειτουργικούς διαύλους με την Καμπούλ. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο περιφερειακό περιβάλλον, στο οποίο καμία μεγάλη δύναμη δεν ταυτίζεται πλήρως με καμία από τις δύο πλευρές.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η παρούσα κρίση αποκαλύπτει ένα βαθύ σφάλμα στον σχεδιασμό του Πακιστάν. Για δεκαετίες, το Ισλαμαμπάντ πίστευε πως οι Ταλιμπάν θα λειτουργούσαν ως εργαλείο επιρροής στο Αφγανιστάν. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε απέναντι σε έναν αυτόνομο παίκτη, με δικές του ιδεολογικές στοχεύσεις και χωρίς καμία διάθεση να ευθυγραμμιστεί με τις πακιστανικές ανάγκες ασφαλείας. Με την προστασία που παρέχουν στην TTP, οι Ταλιμπάν έχουν μετατρέψει το Αφγανιστάν σε βάση αντιαπακιστανικής ένοπλης δράσης, ενώ η πακιστανική στρατιωτική απάντηση δείχνει να βαδίζει προς μια επικίνδυνη κλιμάκωση, χωρίς ορατή έξοδο.

Το Πακιστάν βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα καθαρό στρατηγικό αδιέξοδο. Η αλλαγή καθεστώτος στην Καμπούλ δεν μοιάζει ρεαλιστική, καθώς δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική δύναμη απέναντι στους Ταλιμπάν. Την ίδια ώρα, τα περιορισμένα αεροπορικά χτυπήματα δεν έχουν καταφέρει να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους. Συνεπώς, η πακιστανική ηγεσία καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κακές λύσεις: είτε να κλιμακώσει ακόμη περισσότερο και να ρισκάρει μια παρατεταμένη σύγκρουση στα δυτικά της σύνορα, είτε να αποδεχθεί την ύπαρξη μιας εχθρικής εξουσίας στην Καμπούλ.

Η ουσία είναι πως ο πόλεμος αυτός δεν αφορά μόνο την ασφάλεια. Αντικατοπτρίζει την κατάρρευση ενός ολόκληρου πλαισίου πολιτικής που το Πακιστάν οικοδόμησε επί δεκαετίες για το Αφγανιστάν. Και ταυτόχρονα αναδεικνύει μια νέα, πολύ πιο ασταθή και απρόβλεπτη περιφερειακή τάξη, στην οποία οι παλιές βεβαιότητες δεν ισχύουν πια.

Είναι ο διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr με ενεργή συμμετοχή στο ιστορικό πλέον Infognomonpolitics.gr από το 2019. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και διαθέτει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων με ειδικότητα στο "Ηλεκτρονικό Επιχειρείν" από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Παράλληλα έχει πιστοποιηθεί ως αμυντικός και αστυνομικός συντάκτης από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει άρθρα, αφιερώματα και συνεντεύξεις για την ιστορία, την παράδοση και τη λαογραφία γύρω από τον ποντιακό πολιτισμό, αλλά και την ανάδειξη του ζητήματος τη γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει διοργανώσει, συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ποντιακών συλλόγων και φορέων, αναλαμβάνοντας παράλληλα την επικοινωνιακή προβολή τους. Είναι δημιουργός και παραγωγός του ντοκιμαντέρ "Αργυρουπολιτών... πορεία" της Ένωσης Ποντίων Αργυρούπολης. Γνωρίζει αγγλικά, γερμανικά και τουρκικά. Έχει υπηρετήσει στις Ειδικές Δυνάμεις ως αμφίβιος Καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Τι αποκαλύπτει ο πόλεμος στο Ιράν για την Ινδία

Οι υπερδυνάμεις δεν επαρκούν πλέον. Ένα διαφορετικό είδος ισχύος αρχίζει να διαμορφώνει το σύστημα. Σε αυτόν τον χώρο, η Ινδία δεν είναι απλώς ένας ακόμη μεγάλος παίκτης. Είναι το μοναδικό σημείο σύνδεσης που δεν «κάηκε».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Ινδία δεν είναι υπερδύναμη — ο πόλεμος με το Ιράν αποκαλύπτει το Νέο Δελχί ως την πρώτη πραγματική «συνδετική δύναμη» του κόσμου: Ισραηλινός αναλυτής

Γράφει ο Σάι Γκαλ, EurAsian Times

Ο πόλεμος με το Ιράν δεν άλλαξε τον κόσμο. Τον αποκάλυψε. Αφαίρεσε στρώμα μετά από στρώμα τις παραδοχές γύρω από την αποτροπή, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, την ενεργειακή εξάρτηση και τις συμμαχίες, και άφησε πίσω μία πραγματικότητα: όποιος δεν μπορεί να μιλήσει με όλους, δεν θα έχει επιρροή σε κανέναν.

Οι υπερδυνάμεις δεν επαρκούν πλέον. Ένα διαφορετικό είδος ισχύος αρχίζει να διαμορφώνει το σύστημα. Σε αυτόν τον χώρο, η Ινδία δεν είναι απλώς ένας ακόμη μεγάλος παίκτης. Είναι το μοναδικό σημείο σύνδεσης που δεν «κάηκε».

Το Νέο Δελχί δεν παρουσιάστηκε ως διαμεσολαβητής. Δεν το χρειάστηκε. Δεν έκοψε καμία γραμμή επικοινωνίας. Ενώ άλλοι επέλεξαν πλευρά ή αναγκάστηκαν να εξηγήσουν γιατί, η Ινδία συνέχισε να συνεργάζεται με την Ουάσιγκτον, την Ιερουσαλήμ, το Ριάντ, το Άμπου Ντάμπι, τη Μόσχα και την Τεχεράνη.

Όχι ως ηθική στάση. Ως επιχειρησιακή λογική. Εκεί βρίσκεται η διαφορά που κανείς δεν λέει ανοιχτά: η Ινδία δεν προσπαθεί να γίνει αρεστή. Φροντίζει να γίνει απαραίτητη. Όποιος αναζητά την αποδοχή, καταλήγει να απολογείται. Όποιος γίνεται απαραίτητος, απλώς σηκώνει το τηλέφωνο και βλέπει ποιος απαντά.

Όποιος επιχειρεί να διαβάσει την ινδική εξωτερική πολιτική με δυτικούς όρους, χάνει την ουσία. Το Νέο Δελχί δεν βλέπει καμία αντίφαση στο να αγοράζει πετρέλαιο από τη Ρωσία και ταυτόχρονα να διατηρεί αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεν βλέπει πρόβλημα στη συνεργασία με το Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί παρουσία στο λιμάνι Τσαμπαχάρ του Ιράν. Δεν διστάζει ανάμεσα στον Κόλπο και την Τεχεράνη.

Χτίζει ένα σύστημα στο οποίο όλοι εξαρτώνται από αυτό. Αυτό δεν είναι ισορροπία. Είναι αρχιτεκτονική. Η ισορροπία μπορεί να καταρρεύσει μέσα σε μία ημέρα. Η αρχιτεκτονική αντέχει ακόμη και όταν ένα επίπεδο καταρρεύσει. Η Ινδία οικοδομεί μια δομή μέσα από την οποία περνά κάθε πόρτα. Αυτό δεν είναι διπλωματία. Είναι αρχιτεκτονική εξάρτησης.

Ο πόλεμος αποκάλυψε πόσο πιο προχωρημένη είναι αυτή η αρχιτεκτονική σε σχέση με των υπολοίπων. Η Τουρκία επιχείρησε να μεσολαβήσει και έμεινε εγκλωβισμένη στη δική της ατζέντα. Το Πακιστάν προσπάθησε να παρουσιαστεί ως περιφερειακός παίκτης, αλλά αμέσως αντιμετωπίστηκε μέσα από το πρίσμα της εξάρτησης και της μεροληψίας.

Η Ινδία δεν χρειάστηκε να απολογηθεί. Συνέχισε να μιλά με όλους, και το γεγονός ότι όλοι συνέχισαν να της απαντούν αποτελεί από μόνο του δήλωση. Όποιος περιμένει από την Ινδία να επιλέξει πλευρά, αναλύει τον κόσμο με όρους που δεν υπάρχουν πια.

Ο λόγος είναι βαθύτερος από τη συγκυριακή στάση. Η Ινδία είναι το μόνο κράτος που διαθέτει ταυτόχρονα εσωτερική αγορά, παραγωγική ικανότητα, ένα μη ιεραρχικό δίκτυο σχέσεων και την προθυμία να λειτουργεί μέσα στις αντιφάσεις αντί να τις επιλύει.

Αυτό της επιτρέπει να κινείται εκεί όπου άλλοι μπλοκάρουν – ανάμεσα σε συγκρουόμενα συμφέροντα, σε ανταγωνιστικές διαδρομές, σε συστήματα που δεν «κουμπώνουν» μεταξύ τους.

Ο Κόλπος το κατανοεί πολύ καλά. Για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ινδία δεν είναι απλώς εταίρος. Είναι ασφάλεια. Είναι πελάτης, προμηθευτής, επενδυτικός εταίρος, εργατικό δυναμικό και παράγοντας ασφάλειας.

Η σχέση δεν είναι μονόδρομη. Είναι αμοιβαία εξάρτηση. Γι’ αυτό, όταν το Ορμούζ κλονίζεται, το Νέο Δελχί δεν αντιδρά ως εξωτερικός παίκτης. Αντιδρά σαν να πρόκειται για εσωτερικό του άξονα.

Απέναντι στο Ιράν, η σωστή ανάγνωση δεν είναι ιδεολογική αλλά γεωγραφική. Η Ινδία δεν «πλησιάζει» την Τεχεράνη. Αρνείται να εγκαταλείψει την πρόσβαση.

Το Τσαμπαχάρ δεν είναι απλώς ένα έργο. Είναι αρχή. Όσο υπάρχει, η Ινδία διατηρεί μια πύλη που δεν εξαρτάται από τη βούληση τρίτων. Ακόμη και σε περιόδους αμερικανικής πίεσης, η σχέση δεν εξαφανίστηκε – απλώς άλλαξε μορφή.

Όποιος βλέπει το Τσαμπαχάρ ως «λιμάνι», χάνει το νόημα. Είναι η δήλωση της Ινδίας ότι θα παραμείνει συνδεδεμένη με την Ασία, ακόμη κι αν άλλοι επιχειρήσουν να περιορίσουν αυτή την πρόσβαση. Δεν είναι ιρανικό έργο. Είναι μηχανισμός που διασφαλίζει ότι η Ινδία θα παραμείνει συνδεδεμένη με την Ασία, ανεξαρτήτως των επιλογών της Δυτικής Ασίας.

Η σχέση με το Ισραήλ δεν αφορά πλέον μόνο εξοπλισμούς. Είναι σύνδεση ανάμεσα σε ένα σύστημα που παράγει τεχνολογία και σε ένα σύστημα που μπορεί να την αναπτύξει σε κλίμακα. Η Ινδία μαθαίνει από το Ισραήλ, αλλά δεν σκοπεύει να μείνει πελάτης. Χτίζει δυνατότητες.

Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιο στενές από ποτέ, αλλά δεν θυμίζουν τις παραδοσιακές σχέσεις Ουάσιγκτον–συμμάχων. Η Ινδία δεν ανήκει σε στρατόπεδο. Είναι εταίρος που αρνείται να είναι υποτελής.

Οι Αμερικανοί το αποδέχονται, γιατί η εναλλακτική είναι χειρότερη. Σε έναν κόσμο όπου η Κίνα δίνει τον ρυθμό, η Ινδία είναι το μόνο κράτος που μπορεί να ισορροπεί χωρίς να καθοδηγείται.

Υπάρχει όμως και κάτι που δεν λέγεται: ο πόλεμος με το Ιράν δεν ενίσχυσε μόνο την Ινδία. Αποκάλυψε και τα όριά της.

Η Ινδία εξακολουθεί να εξαρτάται ενεργειακά από το εξωτερικό. Εξακολουθεί να αγοράζει σε μεγάλη κλίμακα συστήματα ασφάλειας. Συνεχίζει να αντιμετωπίζει την Κίνα σε ένα ανοιχτό σύνορο. Δεν μπορεί να επιβάλει τάξη. Δεν είναι υπερδύναμη. Είναι κάτι άλλο: μια συνδετική δύναμη.

Όχι ένα κράτος που επιβάλλει τάξη, αλλά ένα κράτος του οποίου η ίδια η παρουσία αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη τάξης. Σε έναν κόσμο διχασμένο ανάμεσα σε όσους επιβάλλουν και όσους υφίστανται, αυτό δημιουργεί μια τρίτη κατηγορία: ένα κράτος που δεν ανήκει σε κανένα στρατόπεδο, αλλά από το οποίο εξαρτώνται όλα για να λειτουργήσουν.

Έχουμε δει υπερδυνάμεις στο παρελθόν. Επέβαλαν τάξη και τη έχασαν. Η «συνδετική δύναμη» είναι κάτι που το σύστημα δεν ζήτησε – αλλά πλέον δεν μπορεί χωρίς αυτό. Η Ινδία είναι το πρώτο παράδειγμα ενός νέου τύπου ισχύος: όχι επιβαλλόμενη, όχι επιβάλλουσα, αλλά αναντικατάστατη ως σύνδεσμος.

Αυτό το «κάτι άλλο» είναι που χρειάζεται σήμερα ο κόσμος.

Γιατί η νέα τάξη που διαμορφώνεται δεν χωρίζεται πλέον σε επιβάλλοντες και υποταγμένους, αλλά σε συνδετικούς και αποκομμένους. Ο μόνος συνδετικός κρίκος που λειτουργεί με όλες τις πλευρές είναι η Ινδία — όχι επειδή είναι η μόνη που μπορεί, αλλά επειδή είναι η μόνη που επέλεξε να μην αποκοπεί.

Όχι από ηθική. Από δομή. Δεν εισέρχεται για να κυριαρχήσει. Εισέρχεται για να διασφαλίσει ότι κάθε εξέλιξη περνά από αυτήν. Η Ινδία δεν είναι εναλλακτική των υπερδυνάμεων. Είναι ο μηχανισμός που τους επιτρέπει να λειτουργούν χωρίς να συγκρούονται άμεσα.

Στην ενέργεια: κίνηση μεταξύ πηγών. Στις εμπορικές οδούς: επένδυση σε ανταγωνιστικούς διαδρόμους. Στην ασφάλεια: μετάβαση από αγοραστή σε παραγωγό. Η Ινδία δεν αναζητά μία λύση. Χτίζει πλεονάζουσα δυνατότητα.

Και αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα: η Ινδία δεν θα σταθεροποιήσει τη Μέση Ανατολή. Δεν θα τερματίσει τους πολέμους. Δεν θα επιβάλει τάξη. Θα γίνει όμως παίκτης χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να οικοδομηθεί καμία τάξη.

Η Ινδία δεν πληρώνει το τίμημα της επιλογής πλευράς. Αλλά αυτό σημαίνει και ότι δεν θα πολεμήσει για καμία μέχρι τέλους.

Ο κόσμος δεν επέλεξε την Ινδία για αυτόν τον ρόλο. Απλώς ανακάλυψε ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτήν.

Στον κόσμο μετά το Ιράν, αυτή δεν είναι πλέον η διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και την επιρροή — είναι η διαφορά ανάμεσα στη σημασία και την εξαφάνιση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Bitter Winter: Το Πεκίνο «ανακαλύπτει» Πλάτωνα και Κικέρωνα για να χτυπήσει τη δυτική δημοκρατία

Tο ενδιαφέρον του Πεκίνου για τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ιδεολογική στρατηγική του καθεστώτος Σι Τζινπίνγκ: να αξιοποιήσει την κλασική, προνεωτερική Δύση ως αντίβαρο απέναντι στις σύγχρονες δυτικές έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του φιλελευθερισμού και της πολυκομματικής δημοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια αιχμηρή ανάγνωση της νέας κινεζικής στροφής προς τις κλασικές σπουδές φιλοξενεί το Bitter Winter, σε άρθρο του Massimo Introvigne με τίτλο «Plato Goes to Beijing: Why Xi Jinping Wants China to Become a World Leader in Greek and Latin Studies». Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι το ενδιαφέρον του Πεκίνου για τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ιδεολογική στρατηγική του καθεστώτος Σι Τζινπίνγκ: να αξιοποιήσει την κλασική, προνεωτερική Δύση ως αντίβαρο απέναντι στις σύγχρονες δυτικές έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του φιλελευθερισμού και της πολυκομματικής δημοκρατίας.

Το δημοσίευμα έρχεται σε μια συγκυρία όπου η διεθνής συζήτηση για τις κλασικές σπουδές έχει ήδη ανοίξει. Το New Yorker είχε καταγράψει πρόσφατα την εντυπωσιακή άνοδο του κινεζικού ενδιαφέροντος για την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, την ώρα που τμήματα κλασικών σπουδών σε ΗΠΑ και Βρετανία πιέζονται, συρρικνώνονται ή επαναπροσδιορίζονται μέσα από τις αντιπαραθέσεις για αποικιοκρατία, εθνοκεντρισμό και ταυτότητα. Μέσα σε αυτό το κενό, η Κίνα επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο νέος μεγάλος προστάτης της δυτικής κλασικής παράδοσης.

Σύμφωνα με το Bitter Winter, η κορύφωση αυτής της πολιτιστικής και ιδεολογικής επίθεσης ήταν η Παγκόσμια Διάσκεψη Κλασικών Σπουδών του 2024 κοντά στο Πεκίνο, μια διοργάνωση υψηλού συμβολισμού και κρατικής στήριξης. Η εκδήλωση πράγματι πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2024, με συγχαρητήριο μήνυμα του ίδιου του Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος συνέδεσε τη διοργάνωση με την ανάγκη ανταλλαγής πολιτισμών και με τη δημιουργία νέων θεσμών, όπως η Chinese School of Classical Studies στην Αθήνα.

Εκεί ακριβώς, κατά τον Introvigne, κρύβεται η ουσία της κινεζικής στρατηγικής. Η ηγεσία του Πεκίνου επιχειρεί να διαχωρίσει τη σύγχρονη Δύση από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. Με απλά λόγια, να παρουσιάσει τη νεωτερική Δύση, δηλαδή τον φιλελευθερισμό, τον συνταγματισμό και την πολυκομματική δημοκρατία, ως ιδεολογικό αντίπαλο, αλλά την αρχαία Δύση ως χρήσιμο σύμμαχο. Αυτό το σχήμα έχει όντως προβληθεί δημόσια από κινεζικές και κρατικά συνδεδεμένες πηγές, ενώ ο Σι είχε ήδη από το 2023 χαιρετίσει την ίδρυση του Κέντρου Κινεζικών και Ελληνικών Αρχαίων Πολιτισμών στην Αθήνα, μιλώντας για αμοιβαία μάθηση ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς.

Το άρθρο του Bitter Winter πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα και υποστηρίζει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν «σώζει» απλώς τον Πλάτωνα, αλλά τον στρατεύει. Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι το Πεκίνο βλέπει θετικά ακριβώς εκείνα τα «μη δημοκρατικά» στοιχεία της αρχαίας σκέψης που σήμερα προκαλούν αμηχανία σε τμήμα της δυτικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Στο ίδιο πνεύμα, κινεζικοί θεσμικοί φορείς έχουν δημοσιεύσει κείμενα όπου ζητούν οι κλασικές σπουδές να ακολουθούν τη «σωστή πολιτική κατεύθυνση», να καθοδηγούνται από τη «Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για τον Πολιτισμό» και να ενισχύουν την ικανότητα της Κίνας να προβάλλει τη φωνή της διεθνώς.

Υπάρχει όμως και καθαρά γεωπολιτική διάσταση. Το Bitter Winter συνδέει τη νέα κινεζική αγάπη για την ελληνική αρχαιότητα με τη μακρόχρονη προσπάθεια του Πεκίνου να καλλιεργήσει ειδική σχέση με την Ελλάδα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το επιχείρημα είναι ότι η πολιτιστική κολακεία προς την Ελλάδα, και ειδικά η επίκληση του Πλάτωνα, του Παρθενώνα και της κλασικής κληρονομιάς, λειτουργεί ως ήπια ισχύς που συνοδεύει τις κινεζικές οικονομικές και στρατηγικές κινήσεις στην περιοχή. Το Kathimerini English Edition έχει επίσης επισημάνει πως το πρώτο World Conference of Classics αποτέλεσε κινεζοελληνική συνεργασία, με τη συμμετοχή της Ακαδημίας Αθηνών και του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού.

Το κεντρικό συμπέρασμα του Introvigne είναι σκληρό: η Κίνα επιχειρεί να γίνει καλύτερη «φύλακας» του δυτικού κλασικού κανόνα από την ίδια τη Δύση, αλλά με σαφές πολιτικό ένσημο. Όπως, λέει, το Πεκίνο διαφημίζει ότι μπορεί να φτιάχνει καλύτερες «ιταλικές» τσάντες ή «γερμανικά» αυτοκίνητα, έτσι τώρα φιλοδοξεί να διδάσκει και τον Πλάτωνα καλύτερα από τα ίδια τα πανεπιστήμια που κληρονόμησαν αυτή την παράδοση. Η διαφορά, σύμφωνα με το Bitter Winter, είναι ότι εδώ το προϊόν συνοδεύεται από ενσωματωμένη ιδεολογική ατζέντα.

Με δυο λόγια, το δημοσίευμα βλέπει πίσω από την ακαδημαϊκή βιτρίνα ένα ευρύτερο σχέδιο: η Κίνα δεν αγκαλιάζει την αρχαιότητα από θαυμασμό μόνο, αλλά επειδή τη θεωρεί χρήσιμο εργαλείο στην ιδεολογική της αντιπαράθεση με τη σύγχρονη Δύση. Και αυτό, είτε συμφωνεί κανείς με την οπτική του Bitter Winter είτε όχι, είναι η ουσία της συζήτησης που έχει πλέον ανοίξει διεθνώς.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

WSJ: Ο Τραμπ εξετάζει «τιμωρία» συμμάχων του ΝΑΤΟ για τη στάση τους στον πόλεμο με το Ιράν

Η αμερικανική διοίκηση μελετά το ενδεχόμενο να «τιμωρήσει» κράτη-μέλη που θεωρεί ότι δεν στήριξαν επαρκώς τις ΗΠΑ, ενώ στον αντίποδα θέλει να επιβραβεύσει χώρες που κρίθηκαν πιο πρόθυμες να συνδράμουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Ανάμεσα στις χώρες που εμφανίζονται να ευνοούνται από αυτή τη λογική συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, μαζί με την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέο ρήγμα διαφαίνεται στις σχέσεις Ουάσιγκτον και ΝΑΤΟ, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξετάζει ένα σχέδιο αναδιάταξης αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, με βασικό κριτήριο τη στάση που κράτησαν οι σύμμαχοι στον πόλεμο με το Ιράν. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η αμερικανική διοίκηση μελετά το ενδεχόμενο να «τιμωρήσει» κράτη-μέλη που θεωρεί ότι δεν στήριξαν επαρκώς τις ΗΠΑ, ενώ στον αντίποδα θέλει να επιβραβεύσει χώρες που κρίθηκαν πιο πρόθυμες να συνδράμουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Ανάμεσα στις χώρες που εμφανίζονται να ευνοούνται από αυτή τη λογική συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, μαζί με την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία.

Το σχέδιο, κατά το ίδιο δημοσίευμα, βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, όμως η κατεύθυνσή του είναι σαφής: μεταφορά αμερικανικών στρατευμάτων από χώρες που χαρακτηρίζονται «μη χρήσιμες» για τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν προς άλλες που θεωρούνται πιο αξιόπιστες από την Ουάσιγκτον. Στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και το ενδεχόμενο κλεισίματος αμερικανικής βάσης σε τουλάχιστον μία ευρωπαϊκή χώρα, με την Ισπανία και τη Γερμανία να αναφέρονται ως πιθανά σενάρια. Την ίδια ώρα, η συζήτηση αυτή απέχει από την πιο ακραία απειλή πλήρους αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, κάτι που, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να γίνει μονομερώς, αφού αμερικανικός νόμος του 2023 απαιτεί έγκριση από το Κογκρέσο ή πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Στο στόχαστρο της αμερικανικής δυσαρέσκειας φέρεται να βρίσκεται πρώτη η Ισπανία. Η WSJ σημειώνει ότι η Μαδρίτη έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα τον Τραμπ, τόσο επειδή δεν έχει δεσμευθεί στην πορεία προς τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες 5% του ΑΕΠ έως το 2035, όσο και επειδή εμπόδισε τη χρήση του εναέριου χώρου της από αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Ο στόχος του 5% έχει πράγματι συμφωνηθεί από τους Συμμάχους στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 και επαναβεβαιώθηκε από το ΝΑΤΟ και το 2026.

Επιφυλάξεις και ενόχληση υπάρχουν επίσης για τη Γερμανία, καθώς κορυφαίοι Γερμανοί αξιωματούχοι επέκριναν τον πόλεμο, παρότι η χώρα παραμένει κρίσιμος κόμβος για την υποστήριξη αμερικανικών επιχειρήσεων. Η Ιταλία, κατά το ίδιο ρεπορτάζ, είχε προσωρινά μπλοκάρει τη χρήση βάσης στη Σικελία, ενώ και η Γαλλία έθεσε όρους, επιτρέποντας χρήση βάσης στα νότια της χώρας μόνο αφού έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εξυπηρετούσε αεροσκάφη που συμμετείχαν άμεσα στα πλήγματα κατά του Ιράν.

Στον αντίποδα, οι «κερδισμένοι» της νέας αμερικανικής προσέγγισης φαίνεται να είναι κράτη της ανατολικής πτέρυγας και όσοι έδειξαν μεγαλύτερη προθυμία να διευκολύνουν τις ΗΠΑ. Η WSJ κατονομάζει την Ελλάδα, την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία ως χώρες που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τυχόν μετακινήσεις αμερικανικών δυνάμεων. Η εφημερίδα συνδέει αυτή την προσέγγιση αφενός με τα υψηλά ποσοστά αμυντικών δαπανών που καταγράφονται σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, αφετέρου με την ετοιμότητα που έδειξαν ορισμένες εξ αυτών να στηρίξουν έναν διεθνή συνασπισμό επιτήρησης των Στενών του Ορμούζ. Για τη Ρουμανία ειδικά αναφέρεται ότι ενέκρινε άμεσα αμερικανικά αιτήματα για χρήση βάσεων μετά το ξέσπασμα του πολέμου.

Η στάση του Τραμπ απέναντι στη Συμμαχία παραμένει σκληρή. Σε δημόσιες παρεμβάσεις του υποστήριξε ότι το ΝΑΤΟ «δεν ήταν εκεί όταν το χρειαστήκαμε και δεν θα είναι αν το χρειαστούμε ξανά», ενώ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε παραδέχθηκε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι «ξεκάθαρα απογοητευμένος» με ορισμένους συμμάχους. Την ίδια στιγμή, ο Ρούτε επιχείρησε να υπερασπιστεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, επισημαίνοντας ότι πολλές παρείχαν λογιστική υποστήριξη, πρόσβαση σε βάσεις και άδειες υπέρπτησης, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν άμεσα στην πολεμική επιχείρηση.

Πίσω από την αμερικανική σκέψη για «ανταμοιβές» και «τιμωρίες» κρύβεται μια βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση. Εάν προχωρήσει, θα φέρει περισσότερες αμερικανικές δυνάμεις πιο κοντά στα ρωσικά σύνορα, ενισχύοντας την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων τριβών με τη Μόσχα. Έτσι, η σύγκρουση για το Ιράν δεν δοκιμάζει μόνο τη συνοχή της Συμμαχίας· αναδιαμορφώνει και τον χάρτη ισχύος μέσα στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να εμφανίζεται, σε αυτή τη φάση, μεταξύ των χωρών που η Ουάσιγκτον θεωρεί πιο χρήσιμες στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Τι αποκαλύπτει ο πόλεμος στο Ιράν για την Ινδία

Οι υπερδυνάμεις δεν επαρκούν πλέον. Ένα διαφορετικό είδος ισχύος αρχίζει να διαμορφώνει το σύστημα. Σε αυτόν τον χώρο, η Ινδία...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Στον Φεβρουάριο του 2027 μετατίθεται η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο

Η γεώτρηση θα γίνει με τη συμμετοχή των Exxon Mobil, HelleniQ Energy και Energean, ενώ πριν από το τέλος του...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Γαλλικό σχέδιο για στρατιωτική συνοδεία πλοίων στο Ορμούζ – Το Ιράν αλλάζει ρότες και σφίγγει τον έλεγχο

Περίπου 15 χώρες είναι έτοιμες να συμμετάσχουν σε μια τέτοια αποστολή, η οποία, σύμφωνα με το Παρίσι, θα έχει αμυντικό...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 ώρες πριν

Forbes: Σάλος με ανάρτηση του Πακιστανού πρωθυπουργού για το Ιράν – Το αρχικό draft άνοιξε συζήτηση για ξένο δάκτυλο

Η ανάρτηση πράγματι εμφανίστηκε για λίγο ως προσχέδιο και αμέσως μετά τροποποιήθηκε, γεγονός που καταγράφηκε δημόσια λόγω της δυνατότητας προβολής...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Bitter Winter: Το Πεκίνο «ανακαλύπτει» Πλάτωνα και Κικέρωνα για να χτυπήσει τη δυτική δημοκρατία

Tο ενδιαφέρον του Πεκίνου για τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη...

Δημοφιλή