ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Παναγιές και Μυροφόρες στον Γολγοθά της Κύπρου
Μέσα στην χαρμολύπη της Ορθοδοξίας, την πλήρη νοημάτων στα αναπάντητα ερωτήματα, «Ευλογημένος ο ερχόμενος…» κι ευλογημένο το Πάσχα του λαού μας.
Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)
Το Πάσχα κάνει την ορθόδοξη πίστη να ξεχωρίζει. Τα βάσανα του κόσμου κι οι ανοιχτές πληγές της ρωμιοσύνης στην Κύπρο, κάνουν το δικό μας Πάσχα να ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο με τις πονεμένες Παναγιές και τις Μυροφόρες του Επιταφίου ανάμεσά μας. Πονεμένες κι αγαθές ψυχές σε ένα μυστήριο πίστης που οι σχολαστικοί συχνά δεν κατανοούν, χύνοντας το όξος τους.
Έτσι, καθώς ο Χριστός υβριζόμενος και ραπιζόμενος κουβαλά τον Σταυρό Του προς τον Γολγοθά, τα Πάθη Του γίνονται ένα με τα πάθη του λαού μας. Εκεί, στον ανηφορικό δρόμο του Μαρτυρίου, μια γυναίκα βγήκε από την αυλή του σπιτιού της και δρόσισε το καταματωμένο πρόσωπό Του, περιφρονώντας τα μαστιγώματα των Ρωμαίων και τις φοβέρες του όχλου. Καθώς ο Χριστός πορεύεται στην Οδό του Μαρτυρίου, οι πονεμένες Παναγιές στα ρημαγμένα εξωκκλήσια στα κατεχόμενα κι οι Μυροφόρες της Κύπρου στις αυλές τους, περιμένουν να Του δροσίσουν το πρόσωπο. Κι όσες εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, συναπαντούν το Νυμφίο Χριστό καθώς περνάει μέσα από συλημένα κοιμητήρια, σπασμένους σταυρούς, ρημαγμένες εκκλησίες και αυλές καθαγιασμένων σπιτιών στα κατεχόμενα … Κι Εκείνος συνεχίζει μέσα από χαράδρες και γκρεμούς στο συναπάντημα Του με τις Μυροφόρες της Κύπρου που αναζητούν ακόμη αγαπημένα πρόσωπα κι άλλες που κρατούν οστά και τα γλυκοφιλούν αναφωνώντας «Ευλογημένος ο ερχόμενος…».
Είναι πολλές οι πονεμένες Παναγιές στα ρημαγμένα ξωκκλήσια στα κατεχόμενα καθώς και οι Μυροφόρες γύρω μας… Είναι η Θεογνωσία που ζούσε σε χωριό στους πρόποδες του Πενταδακτύλου φορώντας μέρα-νύχτα μια μαύρη μαντήλα. Ήταν παντρεμένη με τον καλοκάγαθο Κωστή, που άρπαξαν Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές και τον δολοφόνησαν πριν το 1974, ενώ από το 1974, γιος και γαμπρός αγνοούνται. Είναι η Ιφιγένεια της Τηλλυρίας με τις κάτασπρες μακριές πλεξούδες, η οποία μεταλάμβανε κάθε Δεκαπενταύγουστο στην Παναγία Χρυσοπατερίττισα. Είναι η Χαρίτα της Κερύνειας, η Χρυστάλλα του Δικώμου, η Σοφία της Βασίλειας, η Ελένη της Καρπασίας, η Καλλισθένη της Κυθραίας. Είναι κι η Ελένη που υποδέχτηκε πρόσφατα τον 18χρονο αγνοούμενο αρραβωνιαστικό της μετά από 52 χρόνια και τόσες άλλες που βιώνουν τα Πάθη του Χριστού με το δικό τους μυστηριακό τρόπο.
Είναι κι αυτές που περιμένουν καρτερικά τον Χριστό στους προσφυγικούς συνοικισμούς, όπως η Μυροφόρα που το 1974, τότε 37 χρονών, μεγάλωνε την οικογένειά της μέχρι εκείνο το μαύρο καλοκαίρι που μπήκαν οι Τούρκοι στο χωριό, άρπαξαν τον άντρα της, που έκτοτε αγνοείται, και τραυμάτισαν με σφαίρα στο πόδι το μικρό της γιο Χριστάκη, πέντε χρονών, που ακόμη αγνοείται. Η Μυροφόρα πήρε από τότε τους δρόμους αναζητώντας τους μέχρι και σήμερα, 89 χρονών πλέον, εξιστορώντας όσα συνέβηκαν, βάζοντας με ευλάβεια στο τέλος τον σταυρό της, τονίζοντας ότι μόνο στο Θεό ελπίζει.
Αυτή είναι η πονεμένη Κύπρος με την προσφυγιά, τους αγνοούμενους και σκοτωμένους, την καθημερινή έγνοια για επιβίωση, την αλλοτρίωση, την αμνησία. Κι ο τόπος μας θα σωθεί επειδή αυτές το αξίζουν, απέναντι στις ασχημίες, αρχομανίες και ανοητολογίες γύρω μας.
Μέσα στην χαρμολύπη της Ορθοδοξίας, την πλήρη νοημάτων στα αναπάντητα ερωτήματα, «Ευλογημένος ο ερχόμενος…» κι ευλογημένο το Πάσχα του λαού μας.
Καλή Ανάσταση.
Σημείωση: Η πρώτη εκδοχή δημοσιεύτηκε πριν 2 χρόνια.
Αναλύσεις
Ενδομειονοτικός «Εμφύλιος» στην Ξάνθη – Ο Ινάντς Μουσταφάογλου εναντίον Ψευδομουφτείας
Το ερώτημα είναι αν αυτή η αμφισβήτηση γίνεται για την πραγματική χειραφέτηση των πολιτών ή αν πρόκειται για μια απλή αναδιανομή της προξενικής «πίτας» μεταξύ παλιών και νέων μνηστήρων της εξουσίας.
Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης, Rodopi Press
Μια δημόσια εξομολόγηση-βόμβα μέσω social media από τον Ινάντς Μουσταφάογλου έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που το RodopiPress επισημαίνει εδώ και καιρό: Το οικοδόμημα των φιλοπροξενικών μηχανισμών στην Ξάνθη παρουσιάζει βαθιές ρωγμές, με την «εσωτερική φαγωμάρα» να παίρνει πλέον διαστάσεις ανοιχτής σύγκρουσης.
Η Απαξίωση από την Ψευδομουφτεία και ο «Αυτόνομος Πυρήνας»
Στο βίντεο-μανιφέστο του, ο κ. Μουσταφάογλου –ο οποίος φέρει την ιδιότητα του εκλεγμένου Δημοτικού Συμβούλου Ξάνθης αλλά και του Ειδικού Συνεργάτη του Δημάρχου Ξάνθης– δεν μάσησε τα λόγια του. Κατήγγειλε ευθέως τα «ιδρύματα» της περιοχής (φωτογραφίζοντας την Ψευδομουφτεία Ξάνθης και τους φιλοπροξενικούς υπαλλήλους) ότι τον αγνόησαν επιδεικτικά, αρνούμενοι να του παραχωρήσουν έστω και 30 αντίτυπα του Κορανίου για τις ανάγκες των Μουσουλμάνων της Θεσσαλονίκης.
Η φράση του «δεν με λαμβάνουν υπόψη» ηχεί ως πολεμική ιαχή. Φαίνεται πως ο κ. Μουσταφάογλου, εκμεταλλευόμενος τον θεσμικό του ρόλο δίπλα στον Δήμαρχο, επιχειρεί να απεγκλωβιστεί από τον απόλυτο έλεγχο των γνωστών προξενικών μικροπαραγόντων, δημιουργώντας έναν δικό του, αυτόνομο πολιτικό και κοινωνικό πυρήνα.
Αμφισβήτηση του «Κατεστημένου»
Η κίνηση αυτή αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση του προξενικού κατεστημένου της Ξάνθης . Ο Ινάντς Μουσταφάογλου εμφανίζεται αποφασισμένος να παίξει το δικό του παιχνίδι ισχύος, κατηγορώντας τους «συνοδοιπόρους» του παρελθόντος για πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας και των πιστών.
Η δήλωσή του «ή θα γράψω ιστορία ή θα γίνω ιστορία» δεν είναι μια απλή ρητορική έξαρση, αλλά μια προειδοποίηση προς την Ψευδομουφτεία και τα πέριξ αυτής όργανα ότι η υποταγή τελείωσε. Η «εσωτερική φαγωμάρα» στην Ξάνθη για τον έλεγχο της μειονοτικής ψήφου και της θρησκευτικής επιρροής περνά πλέον σε νέα φάση, με τους άλλοτε συνεργάτες να μετατρέπονται σε άσπονδους εχθρούς.
Σχόλιο Συντάκτη
Η περίπτωση του Ινάντς Μουσταφάογλου είναι ενδεικτική της σήψης που επικρατεί στους κόλπους των παρακρατικών δομών. Όταν ένας ειδικός συνεργάτης Δημάρχου και εκλεγμένο στέλεχος της μειονότητας βγαίνει δημόσια και «καρφώνει» την Ψευδομουφτεία για έλλειψη αλληλεγγύης και πολιτική εκμετάλλευση, τότε το αφήγημα της «ενιαίας και συμπαγούς μειονότητας» καταρρέει.
Ο αγώνας για την καρέκλα και την επιρροή οδηγεί σε έναν ενδομειονοτικό «εμφύλιο» μικροσυμφερόντων. Το ερώτημα είναι αν αυτή η αμφισβήτηση γίνεται για την πραγματική χειραφέτηση των πολιτών ή αν πρόκειται για μια απλή αναδιανομή της προξενικής «πίτας» μεταξύ παλιών και νέων μνηστήρων της εξουσίας.
Άμυνα
Η Απόβαση της Sword 26 στην Αλεξανδρούπολη και το μυστικό του «Δημόκριτου»
Η περιοχή δεν λειτουργεί πια απλώς ως σημείο διέλευσης αμερικανικών δυνάμεων. Αποκτά ρόλο κύριας αρτηρίας για το Ανατολικό Μέτωπο.
Η στρατιωτική κινητικότητα στον Έβρο δεν αποτελεί πλέον έκτακτη εικόνα, αλλά μέρος μιας νέας κανονικότητας. Σύμφωνα με δημοσίευμα του pameevro.gr, η άσκηση Sword 26, που ξεκινά στις 20 Μαΐου 2026, σηματοδοτεί τη μετεξέλιξη της Αλεξανδρούπολης σε κρίσιμο κόμβο του δυτικού αμυντικού σχεδιασμού.
Η περιοχή δεν λειτουργεί πια απλώς ως σημείο διέλευσης αμερικανικών δυνάμεων. Μετά τη Defender-Europe, η νέα φάση του σχεδιασμού περνά στη Sword 26, όπου το βάρος δεν πέφτει στη μαζική μεταφορά στρατευμάτων από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά στην άμεση ενεργοποίηση δυνάμεων που βρίσκονται ήδη στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων.
Σε αυτό το δόγμα, η Αλεξανδρούπολη αποκτά ρόλο κύριας αρτηρίας για το Ανατολικό Μέτωπο. Το λιμάνι, το αεροδρόμιο και οι σιδηροδρομικές συνδέσεις μετατρέπουν την πόλη σε στρατηγικό σημείο ανεφοδιασμού, μεταφοράς και ανάπτυξης δυνάμεων προς Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα και Βαλτική.
Κεντρικό ρόλο έχει πλέον και ο Κρατικός Αερολιμένας «Δημόκριτος». Η αναβάθμιση των ιστών φωτισμού της πίστας, με επένδυση άνω των 150.000 ευρώ, δεν έγινε για λόγους εικόνας. Η πιστοποίηση με βάση τα πρότυπα του EASA το 2025 επιτρέπει σύνθετες νυχτερινές επιχειρήσεις, δίνοντας στο αεροδρόμιο δυνατότητα 24ωρης λειτουργίας.
Έτσι, ο «Δημόκριτος» λειτουργεί ως συμπληρωματικός πυλώνας του λιμανιού. Εκεί συναρμολογούνται και ελέγχονται ελικόπτερα της 1ης Ταξιαρχίας Αεροπορίας Στρατού των ΗΠΑ, πριν μετακινηθούν προς τα Βαλκάνια.
Η Sword 26 θα φέρει στη Θράκη σημαντική αμερικανική αεροπορική δύναμη: περίπου 20 Apache, 50 Black Hawk και 10 Chinook. Όμως το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο ο όγκος των μέσων, αλλά η τεχνολογία που τα συνοδεύει.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η άσκηση ενσωματώνει για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης στη λήψη αποφάσεων, προηγμένα δίκτυα διοίκησης και τεχνολογίες αντιμετώπισης drones. Με άλλα λόγια, ο Έβρος δεν είναι απλώς διάδρομος στρατιωτικής μετακίνησης. Γίνεται χώρος δοκιμής του πολέμου της επόμενης ημέρας.
Η ανάδειξη της Αλεξανδρούπολης συνδέεται και με τη σταδιακή στρατηγική απαξίωση της διέλευσης από τα Στενά. Το αυξημένο κόστος και οι καθυστερήσεις στον Βόσπορο καθιστούν τη χερσαία διαδρομή μέσω Έβρου πιο αξιόπιστη για τη Δύση.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο που συνδέει το λιμάνι με την Κωνστάντζα και τη Βαλτική επιτρέπει τη μεταφορά βαρέος υλικού σε λιγότερο από τρεις ημέρες. Η πρόσφατη μετακίνηση βαριάς ταξιαρχίας με άρματα Abrams φέρεται να επιβεβαίωσε ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να ανταποκριθεί σε μεγάλες συμμαχικές ανάγκες.
Το συμπέρασμα είναι καθαρό: η Αλεξανδρούπολη δεν είναι πια απλώς μια πόλη-λιμάνι της βόρειας Ελλάδας. Είναι κομβικό σημείο του νέου αμυντικού δόγματος ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Και αυτό αλλάζει όχι μόνο τον ρόλο της Θράκης, αλλά και τη γεωπολιτική αξία ολόκληρης της Ελλάδας.
Αναλύσεις
“Βόρειος Ήπειρος” ή “Νότια Αλβανία”; Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις όρισαν το “δίκαιον”
Διαχρονικά, ο καθοριστικός παράγοντας για την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία υπήρξε ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, ενώ το Αλβανικό Ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε αυτόνομα, ούτε στο Λονδίνο το 1912–1913 ούτε στο Παρίσι το 1919–1920. Το ενδεχόμενο τριχοτόμησης του νεοσύστατου αλβανικού κράτους μεταξύ Σερβίας, Ελλάδας και Ιταλίας επανερχόταν με διαφορετικές μορφές στην ατζέντα των Μεγάλων Δυνάμεων έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950.
Διαχρονικά, ο καθοριστικός παράγοντας για την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία υπήρξε ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, ενώ το Αλβανικό Ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε αυτόνομα, ούτε στο Λονδίνο το 1912–1913 ούτε στο Παρίσι το 1919–1920. Το ενδεχόμενο τριχοτόμησης του νεοσύστατου αλβανικού κράτους μεταξύ Σερβίας, Ελλάδας και Ιταλίας επανερχόταν με διαφορετικές μορφές στην ατζέντα των Μεγάλων Δυνάμεων έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950.
Η ελληνική ιστοριογραφία εστιάζει στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, παραβλέποντας ότι το Αλβανικό Ζήτημα υπερέβαινε τα όρια της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Εξ αρχής, ο καθορισμός των ελληνοαλβανικών συνόρων συνδέθηκε άρρηκτα με τη χάραξη των σερβοαλβανικών, που προωθήθηκε παράλληλα. Η σύνδεση αυτή ανάγεται ήδη στον Μάρτιο του 1913, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις, για να αποτραπεί μια σύγκρουση Ρωσίας–Αυστροουγγαρίας, επιδίκασαν στη Σερβία περιοχές του Κοσόβου με αλβανικό πληθυσμό, ώστε η Ρωσία να συναινέσει στην απόδοση της Σκόδρας στην Αλβανία. Ως αποτέλεσμα, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων υπαγορεύθηκε πρωτίστως από τη μέριμνα για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου αλβανικού κράτους και από την ανάγκη εξεύρεσης μιας λύσης στο Αλβανικό Ζήτημα που δεν θα διατάρασσε τις ισορροπίες στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία και δεν θα οδηγούσε σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο.
Εντούτοις, μια προσεκτικότερη εξέταση της περιόδου δείχνει ότι η τελική χάραξη της μεθορίου δεν υπήρξε πρωτίστως προϊόν μιας συνεπούς εφαρμογής της αρχής των εθνοτήτων, η οποία, άλλωστε, αναδείχθηκε εμφατικά μετά τον Μεγάλο Πόλεμο και τη ριζική αναδιάταξη του ευρωπαϊκού χάρτη, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων διπλωματικών διεργασιών στο πλαίσιο τόσο του Αλβανικού Ζητήματος όσο και της ευρύτερης διαχείρισης της βαλκανικής κρίσης του 1912–1913. Υπό αυτή την έννοια, η απόδοση συγκεκριμένων περιοχών είτε στην Ελλάδα είτε στο υπό σύσταση αλβανικό κράτος συνδέθηκε λιγότερο με την πληθυσμιακή τους σύνθεση και περισσότερο με την ανάγκη αποτροπής μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, δύο Δυνάμεις λειτούργησαν ως βασικοί ανασχετικοί παράγοντες για τις ελληνικές επιδιώξεις στη Βόρειο Ήπειρο: η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, καθεμία όμως για διαφορετικούς λόγους. Η Ρώμη υπήρξε καθοριστικός παράγοντας ώστε οι παράκτιες περιοχές του Ιονίου, όπως η Χιμάρα και οι Άγιοι Σαράντα, να παραμείνουν εκτός της ελληνικής επικράτειας στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, ενώ η Βιέννη ευθύνεται πρωτίστως για τον αποκλεισμό της Κορυτσάς, που από την περίοδο 1913–1914 επιδικάστηκε στην Αλβανία.

Η Κορυτσά, η Σκόδρα και η Τζακόβιτσα
Στην ελληνική ιστοριογραφία, και ιδίως στον δημόσιο λόγο, έχει παγιωθεί η άποψη ότι η παραχώρηση της αλβανόφωνης περιοχής του Κοσόβου στη Σερβία απέκλεισε οριστικά κάθε περιθώριο ελληνικών διεκδικήσεων εις βάρος της Αλβανίας. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση των διπλωματικών διεργασιών της περιόδου δείχνει ότι η τύχη της Τζακόβιτσας στο Κοσσυφοπέδιο συνδεόταν άμεσα με εκείνη της ευρύτερης περιοχής της Κορυτσάς.
Τον Μάρτιο του 1913 κορυφώθηκαν στο Λονδίνο οι διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των βόρειων συνόρων της Αλβανίας. Η βασική διαφωνία αφορούσε τη Σκόδρα και την Τζακόβιτσα, στο πλαίσιο ενός σαφούς διπλωματικού παζαριού ανάμεσα στη Ρωσία και την Αυστροουγγαρία, από το οποίο τελικά ωφελήθηκε η Σερβία. Από ρωσικής πλευράς, η Σκόδρα δεν μπορούσε να αποδοθεί στην Αλβανία χωρίς αντάλλαγμα. Η Αγία Πετρούπολη απαιτούσε, ως αντιστάθμισμα, την παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία, ώστε να ικανοποιηθούν οι σερβικές διεκδικήσεις και να μη φανεί ότι η Ρωσία εγκατέλειπε πλήρως τη σύμμαχό της.
Η συνεννόηση Αυστροουγγαρίας–Ρωσίας για τα βόρεια σύνορα της Αλβανίας είχε μια κρίσιμη συνέπεια: καθιστούσε την ελληνική διεκδίκηση της Κορυτσάς εξαιρετικά δυσχερή. Η λογική που διαμορφώθηκε ήταν ότι ένα νεοσύστατο αλβανικό κράτος, αν έχανε τόσο την πεδιάδα της Τζακόβιτσας όσο και εκείνη της Κορυτσάς, θα έμενε χωρίς στοιχειώδη ενδοχώρα και δεν θα ήταν βιώσιμο. Άρα, η παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία θεωρήθηκε ότι έπρεπε να αντισταθμιστεί με τη διατήρηση της πεδιάδας της Κορυτσάς εντός των αλβανικών συνόρων.
Τι ήταν τελικά το δίκαιον;
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην ιστοριογραφία μια τάση να υπογραμμίζεται ότι η ελληνική διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου ήταν, τρόπον τινά, «άδικη» ή ιστορικά αβάσιμη, μια τέτοια αξιολόγηση δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα πραγματικά κριτήρια βάσει των οποίων ελήφθησαν οι αποφάσεις του 1912–1913.
Νεότερες ιστοριογραφικές αναγνώσεις, ιδίως των Αλέξη Ηρακλείδη και Ylli Kromidha, αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου του φθινοπώρου του 1913, δίνοντας έμφαση στην πληθυσμιακή σύνθεση της Βορείου Ηπείρου και στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ορθόδοξων κατοίκων της ήταν αλβανόφωνοι. Ανάλογη έμφαση αποδίδει και ο Ιωάννης Παπαφλωράτος στην Επιτροπή, η οποία θα αναλάμβανε τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων με βάση γεωγραφικά και εθνολογικά δεδομένα, ενώ καταγράφει και τις αντιδράσεις των ελληνοφρόνων κατοίκων της περιοχής προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Arnold J. Toynbee, η ελληνική δεν ήταν μόνο η γλώσσα της Εκκλησίας, αλλά χρησιμοποιούνταν και επισήμως από τους Οθωμανούς διοικητές, στο εμπόριο και στις στοιχειώδεις δομές εκπαίδευσης που λειτουργούσαν τότε. Μετά την πτώση του Αλή Πασά το 1822, οι Οθωμανοί ενθάρρυναν την «ελληνική προπαγάνδα», ως αντίβαρο στον αναδυόμενο αλβανικό εθνικισμό, και απαγόρευσαν τόσο τη χρήση της αλβανικής γλώσσας στα σχολεία όσο και την έκδοση αλβανικών εφημερίδων. Ως συνέπεια όλων αυτών, νότια του ποταμού Καλαμά η αλβανική γλώσσα σχεδόν δεν χρησιμοποιούνταν, ακόμη και από Αλβανούς «καθαρής» καταγωγής, ενώ μέχρι και την περιοχή του Αργυροκάστρου οι περισσότεροι Αλβανοί ήταν —και εξακολουθούσαν να είναι το 1941— δίγλωσσοι. Γι’ αυτό ο Toynbee καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν ένας κάτοικος της Βορείου Ηπείρου είναι ελληνόφωνος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι είναι Έλληνας ως προς τη φυλή, ενώ δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ποιοι ακριβώς συγκροτούν την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία από άποψη καταγωγής.

Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, παρόλο που οι ορθόδοξοι Αλβανοί ή αλβανόφωνοι φοιτούσαν κατά κανόνα σε ελληνικά σχολεία και εντάσσονταν εκκλησιαστικά στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, σίγουρα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλοι οι ορθόδοξοι Αλβανοί το 1912 ήταν Έλληνες, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος ήταν ήδη εμφανής.
Το ουσιώδες στην περίπτωση του Ηπειρώτη δεν είναι ότι στο σπίτι μιλά αλβανικά, αλλά ότι στο σχολείο μαθαίνει ελληνικά και, μέσα από αυτή τη γλώσσα που υιοθετεί, βρίσκει ένα «διαβατήριο» για έναν ευρύτερο κόσμο. Οι Ηπειρώτες έχουν αποδείξει ότι, στην περίπτωσή τους, η κοινή γλώσσα δεν αποτελεί εθνικό δεσμό, αφού πήραν τα όπλα για να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ενσωματωθούν σε ένα αλλόγλωσσο έθνος.
Στο Παρίσι το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριξε ότι για τον προσδιορισμό της εθνικότητας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια η «φυλή», η γλώσσα ή τα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, αλλά κριτήριο πρέπει να είναι η ίδια η εθνική συνείδηση των πληθυσμών. Με την επιχειρηματολογία αυτή, ο Βενιζέλος προσπάθησε να θεμελιώσει την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου όχι πάνω σε φυλετικές ή γλωσσικές βάσεις, αλλά στον αυτοπροσδιορισμό και στην πολιτική βούληση των κατοίκων. Η λογική του Βενιζέλου βρίσκεται σε σαφή συνάφεια με τις θέσεις του Toynbee στο Nationality and the War (1915), όπου προβάλλεται η αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης και η ιδέα ότι ο μεταπολεμικός διακανονισμός θα έπρεπε να βασιστεί όσο γίνεται στην ταύτιση των κρατικών συνόρων με τις ίδιες τις εθνικές κοινότητες, όπως αυτές αυτοπροσδιορίζονται.
Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας
Ωστόσο, η εθνογραφική παράμετρος δεν φαίνεται να επηρέασε αποφασιστικά τις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων, αφού οι εύθραυστες ισορροπίες της ευρωπαϊκής διπλωματίας είχαν ήδη οδηγήσει, από τις 11 Αυγούστου 1913, στην αποδοχή της γραμμής Στύλος–Κορυτσά ως γραμμή βάσης για τον καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων, πριν ακόμη συγκροτηθεί η Επιτροπή. Το μόνο ουσιαστικό ανοιχτό ζήτημα παρέμενε η τύχη της περιοχής του Αργυροκάστρου, όπου η γαλλική πλευρά υποστήριζε ότι, εφόσον η Κορυτσά παραχωρούνταν στην Αλβανία, το Αργυρόκαστρο όφειλε να αποδοθεί στην Ελλάδα, θέση που όμως προσέκρουε στην αμετακίνητη στάση της Αυστροουγγαρίας.

Οι εργασίες της συνοριακής επιτροπής κατέληξαν στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913, σύμφωνα με το οποίο οι πόλεις της Κορυτσάς, του Αργυροκάστρου, του Δελβίνου, του Λεσκοβικίου, των Αγίων Σαράντα, της Χιμάρας και του Πωγωνίου θα αποτελούσαν πλέον τμήμα της αλβανικής επικράτειας. Η οριστική διευθέτηση και η επιτόπια χάραξη των συνόρων αναβλήθηκαν, ωστόσο, λόγω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη λήξη του πολέμου, το Αλβανικό Ζήτημα συνδέθηκε τόσο με τη μυστική Συνθήκη του Λονδίνου του 1915 όσο και με το Αδριατικό Ζήτημα, δηλαδή με τις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις της Ρώμης και του Βελιγραδίου στις δαλματικές ακτές, με επίκεντρο το Φιούμε, τη σημερινή Ριέκα της Κροατίας.
Όπως επισημαίνει στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Edward Grey, η μεγαλύτερη δυσχέρεια της εξωτερικής πολιτικής έγκειται στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στους συμμάχους: η Ιταλία, η Σερβία και η Ελλάδα είχαν πολεμήσει στο πλευρό της Βρετανίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ανέμεναν, καθεμία, απτά εδαφικά ανταλλάγματα. Το σχήμα των εδαφικών ανταλλαγών, σε συνάρτηση με την επιδίωξη ενός «βιώσιμου» αλβανικού κράτους, επανεμφανίζεται τόσο στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού όσο και στις συζητήσεις κατά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τον επαναπροσδιορισμό του Αλβανικού Ζητήματος, διαμορφώνοντας διαχρονικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται το Βορειοηπειρωτικό.
Σύμφωνα με τον Toynbee, ο καθορισμός των βόρειων και ανατολικών συνόρων της Αλβανίας, δηλαδή των σερβοαλβανικών συνόρων, τον Μάρτιο του 1913 άφησε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο Αλβανούς εκτός της αλβανικής επικράτειας. Αναφορικά με τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ο Toynbee θεωρούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ότι η ρύθμιση της νότιας μεθορίου της Αλβανίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις κατά τη δεκαετία του 1920 ήταν συνολικά δίκαιη και συνετή, επειδή διασφάλιζε την ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Αλβανίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ειρήνη στην περιοχή. Η ύπαρξη του αλβανικού κράτους ήταν εφικτή μόνο εφόσον σε αυτό περιλαμβάνονταν και οι νότιες επαρχίες.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 την άποψη αυτή είχαν υιοθετήσει ακόμη και οι Βρετανοί φιλέλληνες, εντός και εκτός του Foreign Office, υποστηρίζοντας ότι χωρίς το νότιο τμήμα της η Αλβανία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βιώσιμο κράτος· θέση που, στη λογική του Toynbee, καθιστούσε εκ των πραγμάτων ασύμβατες τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Ήπειρο με την προτεραιότητα της διατήρησης ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα «τι ήταν τελικά το δίκαιον;» δεν μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα με βάση μόνο την εθνογραφική σύνθεση της επίδικης περιοχής. Το «δίκαιον» του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας δεν ταυτίστηκε ούτε με την εθνογραφική σύνθεση της Ηπείρου ούτε με τη συνεπή εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων, αλλά με τη διπλωματική λογική της διατήρησης ενός βιώσιμου αλβανικού κράτους.
Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.
[1] Basil Kondis, Greece and Albania, 1908–1914 (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974), 103–104.
[1] Ενδεικτικά βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις: Έλληνες-Αλβανοί, 1821-2021 (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2022) 335 κ.εξ.· Alexis Heraclides and Ylli Kromidha, Greek-Albanian Entanglements since the Nineteenth Century: A History (London: Routledge, 2023), 167 κ.εξ.
[1] Ιωάννης Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου: Μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα (Αθήνα: Πελασγός, 2018), Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου, 108–118.
[1] Heraclides and Kromidha, Greek-Albanian Entanglements, 165.
[1] Heraclides and Kromidha, Greek-Albanian Entanglements, 169.
[1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 329.
[1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 333.
[1] Ο Toynbee διατέλεσε διευθυντής σπουδών (Director of Studies) στο Royal Institute of International Affairs (Chatham House) από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950, με διακοπή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν επέστρεψε στην κρατική υπηρεσία ως διευθυντής του Foreign Research and Press Service (1939–1943) και στη συνέχεια ως διευθυντής του Research Department of the Foreign Office (1943–1946).
[1] FO 371/29715/33300, Albano-Greek Relations, Code 90, File 534, “Northern Epirus,” report by Arnold J. Toynbee, Foreign Research and Press Service, Balliol College, Oxford, 27 October 1941, 1.
[1] Arnold J. Toynbee, Nationality and the War (London: J. M. Dent & Sons, 1915), 233.
[1] United States Department of State, Papers Relating to the Foreign Relations of the United States, The Paris Peace Conference, 1919, vol. 3, επιμ. Joseph V. Fuller, γεν. επιμ. Tyler Dennett (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1943), doc. 58, “Secretary’s Notes of a Conversation Held in M. Pichon’s Room at the Quai d’Orsay, Paris, on Monday, 3 February 1919, at 11 a.m.”
[1] B. Kondis, Greece and Albania, 109–110.
[1] Για ελληνική μετάφραση του κειμένου βλ. Ιωάννης Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου: Μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα (Αθήνα: Πελασγός, 2018), 118–19· για το επίσημο τεχνικό κείμενο της οριοθετικής γραμμής βλ. League of Nations, Secretariat, “The Albanian Frontier in the Region of St Naoum—The Secretary of the Conference of Ambassadors, Paris, Transmits Copies of the 1913 Protocols of London and Florence, Relating to the Delimitation of the Albanian Frontier,” 3 July 1924, file R557/11/37063/1240, Albania series, United Nations Archives at Geneva, διαθέσιμο στο https://archives.ungeneva.org/la-frontiere-albanaise-dans-la-region-de-saint-naoum-le-secretaire-de-la-conference-des-ambassadeurs-paris-transmet-copies-des-protocoles-de-londres-et-de-florence-de-1913-relatifs-a-la-delimitation-de-la-frontiere-albanaise.
[1] Edward Grey, Viscount of Fallodon, Twenty-Five Years, 1892–1916, vol. 1 (New York: Frederick A. Stokes, 1925), “Allied Diplomacy in War.”
[1] FO 371/37135/98517, “Albania and Albanian-Yugoslav Frontier,” Foreign Office Research Department, Historical Summary, Balliol College, Oxford, 20 April 1943, 98.
[1] Basil Kondis, “Greek National Claims at the Paris Peace Conference of 1946,” Balkan Studies 32, no. 2 (1991): 309–310.
[1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 363–364
-
Πολιτική3 εβδομάδες πριν«Μπλόκο» από τις ελληνικές αρχές στην Ισίν Καρατζά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος»! Απέλαση με φόντο την Κομοτηνή και το επεισόδιο του 2024
-
Διεθνή2 μήνες πρινΤραγωδία στο Μπαλίκεσιρ! Συντριβή τουρκικού F-16 – Νεκρός ο πιλότος – Σοκάρει η στιγμή της πτώσης (ΒΙΝΤΕΟ)
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 μήνα πρινΟ Τασούλας ξέχασε στον αέρα τα λόγια του! Το φάλτσο της 25ης Μαρτίου που έδειξε αμηχανία στο ύψος του θεσμού του προέδρου της Δημοκρατίας
-
Άμυνα2 μήνες πρινΤραγωδία στο Μπαλίκεσιρ: Αποκαλύφθηκε η ταυτότητα του πιλότου του F-16 που συνετρίβη! «Είμαστε εδώ για το μέλλον μας στους αιθέρες» δήλωνε σε πρωτοχρονιάτικο μήνυμα της Πολεμικής Αεροπορίας
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΣτρατηγική Σύμπραξη Ελλάδας-Κορέας-ΗΠΑ! Ο Όμιλος ONEX Μετατρέπει τα Ελληνικά Ναυπηγεία σε Διεθνή Κόμβο Καινοτομίας
-
Πολιτική3 μήνες πρινΠοιος προστατεύει την αλήθεια; Ο «Έλληνας» δολοφόνος στη Γερμανία που…. δεν ήταν ποτέ Έλληνας
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινH Γκίλφοϊλ πήρε το “όπλο” της! «Είμαι εδώ ως Αμερικανίδα πρέσβης και αυτό σημαίνει να αντισταθώ πολύ επιθετικά στα κινεζικά συμφέροντα» – Η Ελευσίνα ως «αντίβαρο» στον Πειραιά
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤούρκος διπλωμάτης αποστομώνει Έλληνες Ακαδημαϊκούς ότι η Τουρκία έχει δικαιώματα στο Αιγαίο! “Σημάδι ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι πλέον βυθισμένη σε βαθιά νερά”
