Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η «Γαλάζια Πατρίδα» ως επιθετικό Casus Belli: Το νομικό οπλοστάσιο του Ελληνισμού απέναντι στον τουρκικό μαξιμαλισμό και η αδράνεια των Αθηνών

Ο διαπρεπής νομικός, διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και ειδικός στις θαλάσσιες οριοθετήσεις, Γιώργος Ανθρακέας, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, μιλώντας στον Λάμπρο Πάσχο, για τις μεθοδεύσεις της Άγκυρας, προτείνοντας ταυτόχρονα μια ριζική αλλαγή στρατηγικής που μεταφέρει τη μάχη από το αβέβαιο πεδίο των διμερών πολιτικών πιέσεων στην αυστηρή δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Δημοσιεύτηκε στις

Σε μια κρίσιμη καμπή για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η συνεχιζόμενη διολίσθηση της Τουρκίας προς έναν πρωτοφανή νομικό και γεωπολιτικό μαξιμαλισμό αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών, αλλά παράλληλα φωτίζει και μια εναλλακτική, μέχρι πρότινος αναξιοποίητη, οδό άμυνας. Μέσα από μια εμπεριστατωμένη δημόσια συζήτηση και ανάλυση, ο διαπρεπής νομικός, διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και ειδικός στις θαλάσσιες οριοθετήσεις, Γιώργος Ανθρακέας, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, μιλώντας στον Λάμπρο Πάσχο, για τις μεθοδεύσεις της Άγκυρας, προτείνοντας ταυτόχρονα μια ριζική αλλαγή στρατηγικής που μεταφέρει τη μάχη από το αβέβαιο πεδίο των διμερών πολιτικών πιέσεων στην αυστηρή δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Η Τουρκία προχωρά πλέον στη θεσμοθέτηση και νομιμοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» μέσω της ψήφισης σχετικού νόμου στην τουρκική εθνοσυνέλευση, μια κίνηση που προαναγγέλλεται για το καλοκαίρι του 2026. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη ρητορική έξαρση της ηγεσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά μια βαθιά υπολογισμένη, θεσμική μετατόπιση. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της απειλής, απαιτείται μια αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν. Η αφετηρία της παρούσας κρίσης εντοπίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Όταν η παγκόσμια κοινότητα επικύρωσε τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Ελλάδα έσπευσε να την ενσωματώσει στο εσωτερικό της δίκαιο μέσω της Ελληνικής Βουλής. Η αντίδραση της Άγκυρας ήταν άμεση και επιθετική: η τουρκική εθνοσυνέλευση ψήφισε το περίφημο «Casus Belli» (αιτία πολέμου), ορίζοντας ότι οποιαδήποτε επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι ναυτικών μιλίων θα αποτελούσε αφορμή για στρατιωτική εμπλοκή.

Ενώ όμως το Casus Belli του 1995 είχε έναν προσχηματικά «αμυντικό» ή αποτρεπτικό χαρακτήρα από την οπτική της Άγκυρας, ο επικείμενος νόμος για τη «Γαλάζια Πατρίδα» συνιστά ένα ξεκάθαρα επιθετικό Casus Belli. Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται πλέον απλώς να εμποδίσει την Ελλάδα από το να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, αλλά επιχειρεί να επιβάλει de jure τη δική της κυριαρχία πάνω στο μισό Αιγαίο, εξαναγκάζοντας την Αθήνα να ζητά άδεια ακόμη και για τις πιο βασικές δραστηριότητες εντός της ίδιας της της επικράτειας.

Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει είναι πώς η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα. Στο τραπέζι των γεωπολιτικών αναλύσεων υπάρχουν τέσσερα πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα, εκ των οποίων τα τρία πρώτα κρίνονται ως άκρως επικίνδυνα ή απορριπτέα για τα ελληνικά συμφέροντα.

Το πρώτο σενάριο αφορά τη διολίσθηση της Ελλάδας σε μια αμιγώς πολιτική διαπραγμάτευση με την Τουρκία. Η Άγκυρα χρησιμοποιεί τον νέο εσωτερικό της νόμο ως μοχλό πίεσης για να σύρει την Αθήνα στο τραπέζι των συζητήσεων υπό τους δικούς της όρους. Σε μια τέτοια διμερή πολιτική διαπραγμάτευση, η Τουρκία, λόγω μεγέθους και ισχύος, θα επιδιώξει να έχει το πάνω χέρι, οδηγώντας την ελληνική πλευρά σε απαράδεκτες υποχωρήσεις.

Το δεύτερο σενάριο, το οποίο δυστυχώς φαίνεται να υλοποιείται εν μέρει τα τελευταία χρόνια, είναι αυτό της παθητικής υποταγής και της έλλειψης ουσιαστικής αντίδρασης. Κάθε φορά που τουρκικά ερευνητικά ή πολεμικά πλοία παρενοχλούν σκάφη ελληνικών ή ξένων συμφερόντων που επιχειρούν να ποντίσουν καλώδια ή οπτικές ίνες στο Αιγαίο και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα επιλέγει συχνά την τακτική της υποχώρησης για να αποφευχθεί η ένταση. Αυτή η στάση εθίζει τη διεθνή κοινότητα στην ιδέα ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» εφαρμόζεται ήδη στην πράξη.

Το τρίτο σενάριο είναι αυτό μιας γενικευμένης στρατιωτικής σύρραξης. Ένα «θερμό επεισόδιο» στο Αιγαίο, είτε από ατύχημα είτε από προβοκάτσια, μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τον έλεγχο και να οδηγήσει τις δύο χώρες στα άκρα. Πρόκειται για μια εξέλιξη απευκταία, η οποία θα είχε ολέθριες συνέπειες για τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής.

Η μόνη ειρηνική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και εθνικά συμφέρουσα διέξοδος βρίσκεται στο τέταρτο σενάριο: τη μεταφορά της διαφοράς στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο. Η επιλογή αυτή βασίζεται σε ένα στέρεο νομικό υπόβαθρο που συστηματικά αγνοείται από το πολιτικό προσωπικό των Αθηνών.

Από το 1998, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενσωμάτωσε τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 στο δικό της κοινοτικό δίκαιο, δημοσιεύοντάς τη στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι οι έννοιες της αιγιαλίτιδας ζώνης, της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας των κρατών-μελών δεν αποτελούν πλέον απλώς εθνικά ζητήματα, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ιδιαίτερα στον τομέα της αλιείας, οι ζώνες προστασίας των αλιευτικών πόρων έχουν περάσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι ενεργειακοί πόροι (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) εμπίπτουν σε συντρέχουσα αρμοδιότητα μεταξύ του κράτους-μέλους και της ΕΕ.

Η νομική στρατηγική που προτείνεται βασίζεται στο άρθρο 4 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της «εδαφικής συνοχής». Σύμφωνα με αυτή την αρχή, οι απομακρυσμένες νησιωτικές περιοχές ενός κράτους-μέλους συνδέονται άρρηκτα με τον ηπειρωτικό κορμό και απολαμβάνουν πλήρη δικαιώματα θαλασσίων ζωνών. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα παγκοσμίως είναι η Γαλλία, η οποία διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη ΑΟΖ στον κόσμο, ακριβώς επειδή το δίκαιο αναγνωρίζει πλήρη επήρεια στα διάσπαρτα νησιά της στον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Η ίδια ακριβώς αρχή πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα για το Καστελόριζο, την Κάσο, την Κρήτη και όλα τα νησιά του Αιγαίου.

Το Λουξεμβούργο υπερέχει στρατηγικά έναντι άλλων διεθνών δικαστηρίων, όπως αυτό της Χάγης. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης λειτουργεί συχνά με πολιτικά κριτήρια, επιδιώκοντας συμβιβαστικές λύσεις («σολομώντειες») που μπορεί να αδικούν τη χώρα που έχει το νόμιμο δίκαιο με το μέρος της. Επιπλέον, η Χάγη δεν διαθέτει μηχανισμό αναγκαστικής εκτέλεσης των αποφάσεών της. Αντίθετα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο κρίνει με βάση το αυστηρό γράμμα του ευρωπαϊκού δικαίου. Βάσει του άρθρου 280 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ, οι αποφάσεις του είναι άμεσα εκτελεστές και η μη συμμόρφωση συνεπάγεται εξοντωτικά οικονομικά πρόστιμα.

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων διδάσκει ότι μετά από μια καθαρά δικαστική απόφαση, οι εμπλεκόμενες χώρες σπάνια οδηγούνται σε πόλεμο, καθώς η απόφαση λειτουργεί ως αντικειμενικός διαιτητής. Αντίθετα, μια πολιτική συμφωνία οριοθέτησης αφήνει πάντα περιθώρια σε μια μελλοντική, αναθεωρητική ηγεσία της Τουρκίας να ισχυριστεί ότι αδικήθηκε και να χρησιμοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια ως πρόσχημα για πολεμική σύρραξη.

Για να ενεργοποιηθεί αυτός ο ευρωπαϊκός μηχανισμός, απαιτείται μια άμεση, συντονισμένη κίνηση από τα δύο κράτη του Ελληνισμού. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλουν να προχωρήσουν άμεσα στην υπογραφή συνυποσχετικού για τη δημιουργία κοινής ΑΟΖ και, κυρίως, κοινής ζώνης αλιείας. Χρησιμοποιώντας το άρθρο 273 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ, οι δύο χώρες μπορούν να παραπέμψουν συναινετικά το ζήτημα της μεταξύ τους οριοθέτησης στο Λουξεμβούργο.

Η κίνηση αυτή θα αναγκάσει το Δικαστήριο να υιοθετήσει τον «Χάρτη της Σεβίλης» – τον επίσημο χάρτη που εκπονήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Σεβίλης για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος αποτυπώνει τις ΑΟΖ των κρατών-μελών με βάση τη μέση γραμμή και τα 12 ναυτικά μίλια. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα και η Κύπρος θα ενωθούν για πρώτη φορά μετά από αιώνες δια θαλάσσης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δικαστικό προηγούμενο.

Μόλις εξασφαλιστεί αυτός ο ισχυρός δικαστικός τίτλος, η νομική μάχη εναντίον της Τουρκίας αλλάζει επίπεδο. Όταν η Άγκυρα επιχειρήσει να εφαρμόσει τον νόμο της «Γαλάζιας Πατρίδας», παραβιάζοντας την ευρωπαϊκή πλέον ζώνη αλιείας, η προσφυγή στο Συμβούλιο Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας δεν θα γίνει από την Ελλάδα ως διμερής διαφορά, αλλά από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα υπερασπίζεται τα δικά της οικονομικά και κυριαρχικά συμφέροντα απέναντι σε μια υποψήφια προς ένταξη χώρα. Η Τουρκία, η οποία δεσμεύεται από τη Συμφωνία Σύνδεσης του 1963 που ρυθμίζει όλες τις εμπορικές και οικονομικές της σχέσεις με την Ευρώπη, θα βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος.

Παρά τη σαφήνεια και την ισχύ αυτού του νομικού οπλοστασίου, η ελληνική κοινή γνώμη παραμένει βαθιά δύσπιστη. Η ελληνική κοινωνία, εγκλωβισμένη σε ένα αίσθημα ανασφάλειας, τείνει να πιστεύει αποκλειστικά στο «δίκαιο του ισχυρού» και στην ανάγκη για ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, υποτιμώντας τη σημασία της νομικής επιστήμης. Η δυσπιστία αυτή ενισχύεται από τη στάση των Ευρωπαίων εταίρων, καθώς μεγάλες δυνάμεις όπως η Γερμανία και η Ισπανία συχνά στηρίζουν την Τουρκία για να προστατεύσουν τα δικά τους οικονομικά και εξοπλιστικά συμφέροντα, ενώ η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποφεύγει τις σκληρές κυρώσεις, χαρακτηρίζοντας την Άγκυρα «σταθερό σύμμαχο».

Ωστόσο, η ευθύνη για αυτή την κατάσταση δεν βαραίνει αποκλειστικά τους ξένους, αλλά πρωτίστως τις ελληνικές κυβερνήσεις από το 1998 έως σήμερα. Οι διοικήσεις της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχαν συστηματικά να αξιοποιήσουν το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, συμπεριφερόμενες συχνά σαν η Ελλάδα να είναι μια χώρα εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου. Όταν η ίδια η Αθήνα δεν διεκδικεί με αποφασιστικότητα τα δικαιώματά της χρησιμοποιώντας τα θεσμικά εργαλεία των Βρυξελλών, είναι ουτοπικό να περιμένει από την Ευρωπαϊκή Ένωση να βγει μπροστά και να πολεμήσει για λογαριασμό της. Άλλα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία ή η Τσεχία, έχουν αποδείξει ότι ακόμη και μικρότερες χώρες μπορούν να ορθώσουν ανάστημα και να βγουν κερδισμένες μέσα στην ευρωπαϊκή κοινότητα όταν επιδεικνύουν πολιτική βούληση και διεκδικητικότητα.

Συμπερασματικά, η αντιμετώπιση του τουρκικού αναθεωρητισμού δεν μπορεί να βασίζεται πλέον σε ξεπερασμένες διπλωματικές τακτικές κατευνασμού ή σε ατέρμονες διμερείς συζητήσεις που νομιμοποιούν τις διεκδικήσεις της Άγκυρας. Η θωράκιση της χώρας απαιτεί προφανώς ισχυρή αποτρεπτική ισχύ στο πεδίο, αλλά αυτή πρέπει να συνοδεύεται από μια επιθετική νομική στρατηγική. Η άμεση προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ένωση των θαλασσίων ζωνών Ελλάδας και Κύπρου αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική ασπίδα προστασίας απέναντι στη «Γαλάζια Πατρίδα». Το ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι έτοιμο και προσφέρει τα απαραίτητα εργαλεία· αυτό που επείγει είναι να βρεθεί η πολιτική ηγεσία που θα έχει το θάρρος και τη διορατικότητα να τα αξιοποιήσει πριν η θεωρία της Άγκυρας μετατραπεί σε τετελεσμένο γεγονός πάνω στα κύματα του Αιγαίου.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.

Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.

Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.

Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.

Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.

Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.

Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.

Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.

Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.

Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας

Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.

Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.

Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.

Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.

Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα

Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.

Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.

Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.

Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.

Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι

Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.

Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.

Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.

Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.

Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.

Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.

Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις

Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.

Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.

Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης

Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.

Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.

Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.

Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.

Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.

Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.

Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.

Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.

Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή