Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ο «απείθαρχος» σύμμαχος του ΝΑΤΟ (Μέρος Β’)

Γιατί η Τουρκία αποτελεί διαρκή πονοκέφαλο για τη Δύση

Δημοσιεύτηκε στις

του Αρντασές Γιαγουπιάν

Η Τουρκία παραμένει μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, αποτελεί γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου και φιλοξενεί κρίσιμες νατοϊκές εγκαταστάσεις. Παράλληλα όμως, είναι ίσως το μοναδικό κράτος-μέλος που ακολουθεί συστηματικά μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στη στρατηγική αυτονομία, ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με τις προτεραιότητες της Συμμαχίας.
Η σχέση Άγκυρας και ΝΑΤΟ χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη αλληλεξάρτηση. Η Δύση δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει την Τουρκία, ενώ η Τουρκία γνωρίζει ότι η γεωγραφική της θέση της προσφέρει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αξιοποιεί αυτή την πραγματικότητα, μετατρέποντας σχεδόν κάθε κρίση σε μέσο πίεσης προς τους δυτικούς συμμάχους του.

Η σχέση με τη Ρωσία: Συνεργασία και ανταγωνισμός ταυτόχρονα

Η μεγαλύτερη ίσως αντίφαση αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία. Παρά τις συγκρουόμενες επιδιώξεις τους στη Συρία, στη Λιβύη, στον Νότιο Καύκασο και στη Μαύρη Θάλασσα, οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει μια στενή οικονομική και ενεργειακή συνεργασία.
Η αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 αποτέλεσε σημείο καμπής στις σχέσεις Άγκυρας–Ουάσιγκτον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκριναν ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 με τα αμερικανικά μαχητικά F-35 θα μπορούσε να εκθέσει ευαίσθητα τεχνολογικά δεδομένα στη Ρωσία. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35 και της επιβλήθηκαν κυρώσεις στην αμυντική της βιομηχανία.
Παρά την κρίση, η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ποτέ την πολιτική ισορροπίας απέναντι στη Μόσχα. Αντίθετα, διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, απέφυγε να συμμετάσχει στις δυτικές κυρώσεις και ενίσχυσε τις οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία.

Η Ουκρανία και η πολιτική των δύο ταχυτήτων

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε ακόμη περισσότερο αυτή τη διπλή στρατηγική.
Η Τουρκία προμήθευσε την Ουκρανία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar TB2, έκλεισε τα Στενά στα πολεμικά πλοία βάσει της Συνθήκης του Μοντρέ και υποστήριξε δημόσια την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.
Την ίδια στιγμή όμως, δεν συμμετείχε στις δυτικές οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, συνέχισε τις εμπορικές συναλλαγές μαζί της και διατήρησε ανοικτή την πολιτική επικοινωνία μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, αναλαμβάνοντας ρόλο διαμεσολαβητή.
Για το ΝΑΤΟ, αυτή η πολιτική είναι χρήσιμη αλλά είναι και προβληματική. Η Άγκυρα συμβάλλει στη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία, όμως ταυτόχρονα υπονομεύει την εικόνα ενιαίου μετώπου που επιδιώκει να παρουσιάσει η Συμμαχία.

Σουηδία και Φινλανδία: όταν η Τουρκία χρησιμοποίησε το βέτο ως διαπραγματευτικό όπλο

Η ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ αποκάλυψε ακόμη μία διάσταση της τουρκικής στρατηγικής.
Η Άγκυρα καθυστέρησε επί μήνες την επικύρωση της ένταξης, απαιτώντας αυστηρότερη στάση απέναντι σε οργανώσεις που συνδέει με το PKK, περιορισμούς στη δράση κουρδικών οργανώσεων και την εξέταση αιτημάτων έκδοσης συγκεκριμένων προσώπων. Παράλληλα, απαίτησε την άρση των περιορισμών στις εξαγωγές αμυντικού υλικού προς την Τουρκία, που είχαν επιβληθεί μετά τις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία.
Η στάση της Άγκυρας επηρεάστηκε και από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στη Σουηδία. Η ανεξάρτητη βουλευτής κουρδικής καταγωγής Αμινέχ Κακαμπαβέχ, πρώην μαχήτρια των κουρδικών Πεσμεργκά, είχε αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς σε κρίσιμες κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες η ψήφος της ήταν καθοριστική για τη διατήρηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Ως αντάλλαγμα, η τότε κυβέρνηση είχε δεσμευθεί να συνεχίσει τη συνεργασία και την πολιτική στήριξη προς τις κουρδικές δυνάμεις της βόρειας Συρίας που πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους.
Για την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε απόδειξη ότι η Σουηδία διατηρούσε υπερβολικά στενές σχέσεις με οργανώσεις τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί άμεσα συνδεδεμένες με το PKK. Το ζήτημα χρησιμοποιήθηκε ως βασικό επιχείρημα για την άσκηση βέτο στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, μετατρέποντας μια διαδικασία συλλογικής ασφάλειας σε εργαλείο διμερούς διαπραγμάτευσης.
Η Τουρκία αξιοποίησε στο έπακρο τη θεσμική απαίτηση της ομοφωνίας. Η Σουηδία προχώρησε σε αυστηροποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, τροποποίησε το συνταγματικό της πλαίσιο, ήρε το εμπάργκο εξαγωγών αμυντικού υλικού προς την Τουρκία και ενίσχυσε τη συνεργασία των υπηρεσιών ασφαλείας με την Άγκυρα. Παράλληλα, υπέγραψε το Τριμερές Μνημόνιο της Μαδρίτης με την Τουρκία και τη Φινλανδία, αποδεχόμενη σειρά δεσμεύσεων για στενότερη συνεργασία σε ζητήματα τρομοκρατίας.
Τελικά, η Τουρκία ήρε τις αντιρρήσεις της μόνο όταν έκρινε ότι είχε αποσπάσει ουσιαστικά πολιτικά και στρατηγικά ανταλλάγματα. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προώθησε την έγκριση της πώλησης και του εκσυγχρονισμού μαχητικών αεροσκαφών F-16 προς την Τουρκία, γεγονός που πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι συνέβαλε στην ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Το μήνυμα ήταν σαφές: η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ αποκλειστικά ως συμμαχική υποχρέωση, αλλά και ως εργαλείο άσκησης πίεσης για την προώθηση των εθνικών της επιδιώξεων. Κάθε απόφαση που απαιτεί ομοφωνία μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό χαρτί, ενισχύοντας τη θέση της έναντι των συμμάχων της.

Συρία και Ιράκ: διαφορετικές προτεραιότητες

Ένα ακόμη πεδίο έντασης αφορά τη Συρία και το Ιράκ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάστηκαν με κουρδικές δυνάμεις στη μάχη κατά του ISIS, θεωρώντας τες πολύτιμο εταίρο. Αντίθετα, η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος αυτών των οργανώσεων ως προέκταση του PKK και, κατά συνέπεια, ως άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια.
Με αυτό το σκεπτικό, πραγματοποίησε επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία και στο βόρειο Ιράκ, δημιουργώντας ζώνες στρατιωτικού ελέγχου χωρίς την έγκριση των κυβερνήσεων των δύο χωρών.
Οι επιχειρήσεις αυτές προκάλεσαν επικρίσεις από αρκετούς συμμάχους, οι οποίοι τις θεωρούν παραβίαση της κυριαρχίας της Συρίας και του Ιράκ. Ωστόσο, καμία δυτική χώρα δεν προχώρησε σε ουσιαστική σύγκρουση με την Άγκυρα, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για τη Συμμαχία.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε και τα όρια της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στους Κούρδους. Οι κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με κορμό τις Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG), αποτέλεσαν τον βασικό χερσαίο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, καταβάλλοντας βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες. Ωστόσο, η συνεργασία αυτή είχε εξαρχής τακτικό και όχι στρατηγικό χαρακτήρα.
Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της Τουρκίας εντός της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας υπήρξε διαχρονικά σημαντικότερη προτεραιότητα από την προστασία των κουρδικών πολιτικών φιλοδοξιών. Η Τουρκία εκτός των άλλων φιλοξενεί κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως η βάση του Ιντσιρλίκ, η αεροπορική βάση Κόνια, το χερσαίο στρατηγείο του ΝΑΤΟ Landcom στη Σμύρνη και κατέχει κομβική γεωγραφική θέση μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας.
Η πραγματικότητα αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής το 2019, όταν η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τις αμερικανικές δυνάμεις από τμήματα της βόρειας Συρίας, επιτρέποντας ουσιαστικά στην Τουρκία να εξαπολύσει την επιχείρηση «Πηγή Ειρήνης» εναντίον των κουρδικών δυνάμεων. Παρά τις έντονες αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο και μεταξύ συμμάχων των ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον δεν παρενέβη στρατιωτικά για να αποτρέψει την τουρκική προέλαση. Για πολλούς Κούρδους, αλλά και για σημαντική μερίδα της διεθνούς κοινότητας, η απόφαση αυτή θεωρήθηκε εγκατάλειψη ενός συμμάχου που είχε συμβάλει αποφασιστικά στην ήττα του ISIS.
Η υπόθεση αυτή επιβεβαίωσε μια διαχρονική σταθερά της διεθνούς πολιτικής: οι μεγάλες δυνάμεις σπάνια θυσιάζουν κρίσιμα γεωστρατηγικά συμφέροντα για χάρη μικρότερων εταίρων. Στην περίπτωση της Τουρκίας, η γεωγραφική της θέση, η στρατιωτική της ισχύς και ο ρόλος της στο ΝΑΤΟ υπερίσχυσαν των δεσμεύσεων που είχαν αναπτυχθεί απέναντι στις κουρδικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά του Ισλαμικού Κράτους.

Η Ανατολική Μεσόγειος και το «εσωτερικό ρήγμα» του ΝΑΤΟ

Η πιο διαχρονική όμως πηγή έντασης αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, οι επί δεκαετίες συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά, η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», οι απειλές περί casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, καθώς και οι μονομερείς ενέργειες εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, συνθέτουν μια συνεπή πολιτική αναθεωρητισμού που προκαλεί σοβαρούς κραδασμούς στη συνοχή της Συμμαχίας.
Παράλληλα, η Τουρκία αμφισβητεί εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, προβάλλοντας διεκδικήσεις επί θαλασσίων ζωνών που επικαλύπτουν την ελληνική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ενώ η αποστολή ερευνητικών και γεωτρητικών σκαφών, συνοδευόμενων από πολεμικά σκάφη, έχει οδηγήσει επανειλημμένα τις δύο χώρες στα πρόθυρα σοβαρής κρίσης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan), το οποίο επιχειρεί να αναδιαμορφώσει μονομερώς τις θαλάσσιες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, αποδίδοντας στην Τουρκία θαλάσσιες ζώνες που έρχονται σε σύγκρουση με τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για πολλούς αναλυτές, το συγκεκριμένο δόγμα δεν αποτελεί απλώς μια ναυτική στρατηγική, αλλά την ιδεολογική έκφραση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή.
Πέραν των θαλάσσιων διεκδικήσεων, η Άγκυρα επιχειρεί διαχρονικά να ασκήσει πολιτική επιρροή στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, προωθώντας τη θέση περί «τουρκικής» μειονότητας, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αναγνωρίζει αποκλειστικά θρησκευτική και όχι εθνική μειονότητα. Οι κατά καιρούς παρεμβάσεις Τούρκων αξιωματούχων και οι προσπάθειες πολιτικής εργαλειοποίησης του ζητήματος αποτελούν πρόσθετη πηγή έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Το ΝΑΤΟ επιδιώκει διαχρονικά να διατηρεί ίσες αποστάσεις μεταξύ δύο κρατών-μελών του, αποφεύγοντας να εμπλακεί στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Ωστόσο, η στάση αυτή συχνά ερμηνεύεται από την Άγκυρα ως περιθώριο συνέχισης της αναθεωρητικής της πολιτικής, γεγονός που δυσχεραίνει τη διατήρηση της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η τουρκική πολιτική δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες διμερείς διαφορές. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αναθεώρησης του υφιστάμενου περιφερειακού συσχετισμού ισχύος, η οποία εκτείνεται από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κύπρο και τη Θράκη, με στόχο την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής σε ολόκληρη την περιοχή.

Η Αρμενία και ο Νότιος Καύκασος

Η ίδια αναθεωρητική λογική εκδηλώνεται και στον Νότιο Καύκασο.
Η στρατηγική συμμαχία Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν έχει μεταβάλει ριζικά τις ισορροπίες στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 2020, η Άγκυρα παρείχε εκτεταμένη στρατιωτική, επιχειρησιακή και πληροφοριακή υποστήριξη στο Μπακού. Τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στρατιωτικοί σύμβουλοι, εκπαίδευση προσωπικού και κοινός επιχειρησιακός σχεδιασμός συνέβαλαν καθοριστικά στην έκβαση των συγκρούσεων. Παράλληλα, το Πακιστάν εξέφρασε ανοιχτά την πολιτική και στρατιωτική του στήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν, ενισχύοντας τον άξονα συνεργασίας Άγκυρας–Μπακού–Ισλαμαμπάντ.
Μετά την κατάπαυση του πυρός, η πίεση δεν περιορίστηκε στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Τον Δεκέμβριο του 2022 αποκλείστηκε ο Διάδρομος του Λατσίν, η μοναδική χερσαία σύνδεση του Αρτσάχ με την Αρμενία. Ο αποκλεισμός πραγματοποιήθηκε αρχικά από ομάδες που εμφανίζονταν ως «περιβαλλοντικοί ακτιβιστές», επικαλούμενες δήθεν περιβαλλοντικές ανησυχίες για μεταλλευτικές δραστηριότητες. Ωστόσο, διεθνείς οργανισμοί, κυβερνήσεις και αναλυτές εκτίμησαν ότι επρόκειτο για οργανωμένη ενέργεια με την υποστήριξη του αζερικού κράτους, η οποία εξελίχθηκε σε έναν πολύμηνο αποκλεισμό του θύλακα.
Για περίπου εννέα μήνες, περισσότεροι από 120.000 Αρμένιοι κάτοικοι του Αρτσάχ βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρές ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων, καυσίμων και βασικών αγαθών. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και ανθρωπιστικών οργανώσεων για την άμεση αποκατάσταση της ελεύθερης διέλευσης μέσω του Διαδρόμου του Λατσίν, ο αποκλεισμός συνεχίστηκε, επιδεινώνοντας δραματικά την ανθρωπιστική κατάσταση.
Τον Σεπτέμβριο του 2023, το Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσε νέα στρατιωτική επιχείρηση, η οποία οδήγησε στη διάλυση των αρμενικών αρχών του Αρτσάχ. Μέσα σε λίγες ημέρες, σχεδόν ολόκληρος ο γηγενής αρμενικός πληθυσμός –περισσότεροι από 120.000 άνθρωποι– εγκατέλειψε τις πατρογονικές του εστίες και κατέφυγε στην Αρμενία, τερματίζοντας την αδιάλειπτη παρουσία των Αρμενίων σε μια περιοχή όπου αποτελούσαν τον ιστορικό πληθυσμό επί πολλούς αιώνες. Πολλοί διεθνείς νομικοί και ειδικοί στα ανθρώπινα δικαιώματα χαρακτήρισαν την εξέλιξη αυτή ως περίπτωση εθνοκάθαρσης, ενώ το Αζερμπαϊτζάν απορρίπτει κατηγορηματικά τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.
Σήμερα, η πίεση μεταφέρεται στην επαρχία Σιουνίκ μέσω των απαιτήσεων για τον αποκαλούμενο είτε ως «Διάδρομο Ζανκεζούρ», είτε αναφέρεται ως TRIPP είτε με άλλες πολιτικές ονομασίες . Παρά την παρουσίασή του ως έργου οικονομικής διασύνδεσης, η απαίτηση για έναν εξωεδαφικό διάδρομο υπό ειδικό καθεστώς θα περιόριζε την κυριαρχία της Αρμενίας, θα αποδυνάμωνε τον γεωστρατηγικό ρόλο του Ιράν ως διαδρόμου σύνδεσης Βορρά–Νότου και θα ενίσχυε σημαντικά την τουρκική επιρροή στον Νότιο Καύκασο, δημιουργώντας μια αδιάλειπτη χερσαία σύνδεση από την Τουρκία προς το Αζερμπαϊτζάν και, μέσω αυτού, προς την Κασπία και την Κεντρική Ασία. Πριν από λίγες μέρες μάλιστα ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, δήλωσε ότι ο αποκαλούμενος «Διάδρομος Ζανγκεζούρ», είτε αναφέρεται ως TRIPP είτε με άλλες πολιτικές ονομασίες, θα πρέπει να ονομάζεται με το «πραγματικό» του όνομα: «Διάδρομος Τουράν» που κατά τον ίδιο, πρόκειται για τον χερσαίο άξονα που θα ενώσει τον τουρκικό κόσμο από την Ανατολία μέχρι την Κεντρική Ασία, υλοποιώντας ένα διαχρονικό παντουρκικό στρατηγικό όραμα.
Για την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και τον αρμενικό λαό, οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα περιφερειακά επεισόδια, αλλά διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας αναθεωρητικής γεωπολιτικής στρατηγικής.

Μια σχέση αμοιβαίας ανάγκης

Παρά τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις, ούτε η Δύση μπορεί εύκολα να απομακρύνει την Τουρκία ούτε η Τουρκία επιθυμεί να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ. Η σχέση τους παραμένει σχέση αμοιβαίας ανάγκης, αλλά όχι αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η γεωγραφική της θέση και η στρατιωτική της ισχύς της προσδίδουν ιδιαίτερη αξία για τη Συμμαχία. Αντίστοιχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι γνωρίζουν ότι μια πλήρης αποξένωση της Τουρκίας θα μπορούσε να μεταβάλει δραματικά τις ισορροπίες από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει να αποτελεί δύσκολο σύμμαχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο η Συμμαχία θα είναι διατεθειμένη να αποδέχεται μια πολιτική που συχνά αποκλίνει από τις συλλογικές της προτεραιότητες χωρίς να υπονομεύεται η ίδια η συνοχή του ΝΑΤΟ.
Αυτή η στρατηγική επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αρμενία και  η τριμερής συνεργασία των χωρών αυτών αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Στο τρίτο μέρος αυτού του άρθρου.

Είναι Μηχανικός Αερ/φών και εκπαιδευτής στο πρώτο πιστοποιημένο εκπαιδευτικό κέντρο κατά Part-147 ΜΤΟ της EASA στην Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Είναι ενεργό μέλος της Αρμενικής κοινότητας στην Ελλάδα. Ελληνοαρμένιος της διασποράς με καταγωγή των προγόνων από τη μαρτυρική Σμύρνη.

GEOPOLITICO

Συμπτώματα Παρακμής…

Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες της σε ουσιαστική αποτροπή. Ο Θανάσης Κ. ασκεί αιχμηρή κριτική στην πολιτική της ελληνοτουρκικής «φιλίας» και θέτει το κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να οικοδομεί στρατηγική αυτονομία, όταν εξοπλίζει μια χώρα που απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του Θανάση Κ.

* Η Τουρκία ξαναμπαίνει, βήμα-βήμα, στη δυτική αμυντική αγορά.

Γαλλία και Τουρκία υπέγραψαν πρόσφατα έναν «οδικό χάρτη» για την αμυντική τους συνεργασία. Δεν είναι συνθήκη αμυντικής συνδρομής. Δεν είναι κάτι ανάλογο με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021. Δεν “δεσμεύει” τη Γαλλία να υπερασπιστεί στρατιωτικά την Τουρκία.

Ας μην υπερβάλλουμε, λοιπόν.

Αλλά ας μην το υποτιμούμε κιόλας.,,

Τα Eurofighter προχωρούν. Οι Meteor, οι γαλλικοί πύραυλοι αέρος-αέρος, ανοίγουν τον δρόμο τους προς την Τουρκία. Και η Τουρκία ξαναμπαίνει σταδιακά στην αλυσίδα της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.

Όχι χωρίς εμπόδια…

Τα F-35 δεν τα πήρε.

Τα 40 αμερικανικά F-16 Block 70 καθυστερούν.

Τα 79 αμερικανικά πακέτα αναβάθμισης παλαιών F-16 σε Viper εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο, αλλά στη συνέχεια η Άγκυρα απέσυρε αυτή την αμερικανική λύση και επέλεξε να προχωρήσει στην αναβάθμιση με δικές της δυνατότητες.

Οι αμερικανικοί κινητήρες F110 για το KAAN τελικά αποδεσμεύθηκαν. Αλλά δεν αποτελούν “αναβάθμιση”. Και ο τουρκικός κινητήρας, δεν αναμένεται πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Το αντι-αεροπορικό SAMP/T εξακολουθεί να συναντά γαλλικές αντιρρήσεις.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν κέρδισε τα πάντα.

Αλλά κερδίζει έδαφος.

Και αυτό είναι το σημαντικό.

Γιατί κάθε φορά που συναντά ένα εμπόδιο δεν εγκαταλείπει.

Πιέζει.

Διαπραγματεύεται.

Αλλάζει δρόμο.

Αναζητά άλλη λύση.

Υπέρ-προβάλλει κι ύστερα αξιοποιεί στο μέγιστο τη “γεωπολιτική της αξία”.

Και περιμένει την κατάλληλη στιγμή.

Έτσι λειτουργούν οι χώρες που θέλουν να γίνουν περιφερειακές δυνάμεις.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει αναλάβει έναν παράξενο ρόλο: να εξηγεί στους άλλους ότι η Τουρκία είναι… “φίλη μας”.

* Η “Διακήρυξη των Αθηνών” του Δεκεμβρίου 2023 δεν είναι συνθήκη ούτε νομικά δεσμευτική συμφωνία. Είναι πολιτική διακήρυξη φιλίας και καλής γειτονίας.

Και αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.

Γιατί η διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από το νομικό περιεχόμενο των κειμένων.

Κρίνεται και από τα μηνύματα που εκπέμπεις.

Και το μήνυμα που εκπέμψαμε τότε ήταν σαφές:

Η Τουρκία είναι “φίλη” μας!

Την ώρα που δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα και κλιμακώνει ασταμάτητα τις προκλήσεις σε βάρος μας.

Αφού εμείς λέμε ότι, παρ’ όλα αυτά, “η Τουρκία είναι φίλη μας”,

γιατί να μην το πιστέψουν και οι άλλοι;

Γιατί οι Γάλλοι να θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν συζητούν την πώληση όπλων στην Τουρκία;

Γιατί οι Γερμανοί να διστάζουν να πουλήσουν Eurofighter;

Και, κυρίως, γιατί οι χώρες της περιοχής, που έχουν δικά τους προβλήματα με την Τουρκία, να θεωρούν την Ελλάδα “φυσικό σύμμαχο” απέναντί της;

Εμείς οι ίδιοι τους διαμηνύουμε να μη περιμένουν τίποτα από μας.

 

* Κι εδώ βρίσκεται η ευθύνη της κυβερνητικής πολιτικής.

Δεν είναι λάθος “να συνομιλείς” με την Τουρκία. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ μας.

Δεν είναι λάθος να επιδιώκεις αποκλιμάκωση.

Λάθος είναι να βαφτίζεις «φιλική» μια συμπεριφορά που δεν είναι φιλική!

Και να στέλνεις παντού το λάθος μήνυμα…

Γιατί η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα δεν είναι συμπεριφορά “φίλου”.

Κι αυτό πρέπει να ειπωθεί ψύχραιμα, καθαρά και απερίφραστα.

Προς πάσαν κατεύθυνση…

* Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Και αυτό πρέπει να λέγεται στην Ευρώπη ξανά και ξανά.

Η Τουρκία απειλεί δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και κατέχει παράνομα έδαφος ενός κράτους-μέλους: Της Κύπρου…

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, η Ευρώπη να εξοπλίζει την Τουρκία και ταυτόχρονα να μιλά για “ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία”;

Πώς μπορεί να θέλει να γίνει “αμυντικά ανεξάρτητη” – όταν μόνη της καθίσταται αμυντικά “ανύπαρκτη”;

Όταν απειλούνται κράτη-μέλη από τρίτη χώρα και άλλα κράτη-μέλη εξοπλίζουν την τρίτη χώρα, γεωπολιτικά δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό πρέπει να διακηρύσσει η Ελλάδα.

Σε κάθε ευρωπαϊκό συμβούλιο.

Σε κάθε Σύνοδο Κορυφής.

Στο ΝΑΤΟ.

Στα Ηνωμένα Έθνη.

Παντού.

Για να γίνει στρατηγικά αυτόνομη η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει προηγουμένως να υπάρχει. Και εξοπλίζοντας την Τουρκία την ώρα που η Τουρκία απειλεί κράτη μέλη της, η Ευρώπη αυτο-ακυρώνεται.

Αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο.

Αφορά την Ευρώπη συνολικά.

Δεν είναι “κραυγή αγωνίας” της Ελλάδας προς την Ευρώπη.

Είναι “καμπανάκι” για την Ευρώπη συνολικά.

 

* Και μετά υπάρχει το τρίτο, το αυτονόητο.

Η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί τους φυσικούς της συμμάχους στην περιοχή.

Το Ισραήλ.

Την Αίγυπτο.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Την Ανατολική Λιβύη.

Την Ινδία.

Να τους πει καθαρά:

Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό – αναθεωρητισμό. Δεν είναι «φίλη» της τουρκικής πολιτικής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει “αντί-τουρκική” η Πολιτική της Ελλάδας,,,

Σημαίνει ότι πρέπει να γίνει, επιτέλους, Ελληνική!

Να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.

Να αξιοποιήσει τις δυνητικές συμμαχίες της.

Να δημιουργήσει νέες.

Να προσφέρει στους άλλους λόγο να στηρίζονται στην Ελλάδα.

Γιατί σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο:

Όταν η Αθήνα διακηρύσσει ότι η Τουρκία είναι “φίλη” της, απογοητεύει όσους έχουν λόγους να φοβούνται την Τουρκία.

Και ενθαρρύνει άλλες χώρες να τα βρουν απευθείας με την Άγκυρα.

Γιατί να επενδύσει περισσότερο το Κάιρο στην Αθήνα, όταν η ίδια η Αθήνα διαβεβαιώνει ότι οι σχέσεις της με την Άγκυρα είναι “σχέσεις φιλίας”;

Φτάσαμε στο παράδοξο να υπερασπίζεται ο Νετανιάχου, στα Ηνωμένα Έθνη, την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις με μεγαλύτερη καθαρότητα από εκείνη που επιδεικνύουν οι ίδιες οι ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες.

Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι αυτοϋπονόμευση.

* Και δεν είναι η πρώτη φορά.

— Στη Λιβύη, η Τουρκία μπήκε δυναμικά και άλλαξε τον συσχετισμό.

Η Γαλλία είχε τότε κοινά συμφέροντα με εμάς.

Η Αίγυπτος και τα Εμιράτα επίσης.

Η Ανατολική Λιβύη επίσης.

Εμείς;

Χαρακτηρίσαμε τον Χαφτάρ που αντιστεκόταν στην τουρκική διείσδυση “καμένο χαρτί” και “τελειωμένο”.

Τελικά οι Γάλλοι σταμάτησαν την τουρκική διείσδυση στη Λιβύη με τη βοήθεια της Αιγύπτου και των Εμιράτων.

Μετά η Τουρκία έκανε άνοιγμα στον Χαφτάρ (που οι δικοί μας φωστήρες των είχαν “τελειωμένο”). Τώρα ο υιός Χαφτάρ τα βρήκε με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Κι εμείς απλώς είμαστε απόντες. Γιατί όλοι μας υπολογίζουν ως “φίλους” της Τουρκίας…

— Η Γαλλία μάς είχε προτείνει συμφωνία αμυντικής συνδρομής και μας πήρε πάνω από έναν χρόνο για να απαντήσουμε.

Τελικά, χρειάστηκε η κρίση των γαλλικών υποβρυχίων με την Αυστραλία για να ανοίξει ο δρόμος προς τις Belharra και την ελληνογαλλική συμφωνία. Από “σπόντα”…

Εμείς περιμέναμε την ευκαιρία. Η ευκαιρία πέρασε από μπροστά μας. Και παρά λίγο να τη χάσουμε…

Κι ύστερα διακηρύξαμε την “φιλία μας” προς την Τουρκία και τα ακυρώσαμε όλα…

Εμείς διστάζουμε και καρκινοβατούμε!

Η Τουρκία δεν περιμένει.

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα…

* Δεν χρειάζεται να υπερτιμούμε την Τουρκία.

Πρέπει να πάψουμε να υποτιμούμε την Ελλάδα!

Γιατί η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της περιοχής που ανήκει ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Έχει ναυτική θέση που δεσπόζει στην Ανατολική Μεσόγειο.

Έχει ενεργειακές, εμπορικές και στρατηγικές δυνατότητες.

Έχει ευκαιρίες.

Πολύ περισσότερες απ’ όσες αξιοποιεί.

Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη διαφορά μας με την Τουρκία.

Η Τουρκία συναντά εμπόδια και προσπαθεί να τα ξεπεράσει.

Εμείς συναντάμε ευκαιρίες και συχνά τις αφήνουμε να περάσουν.

Εκείνη πιέζει.

Εμείς καθησυχάζουμε.

Εκείνη διεκδικεί.

Εμείς εξηγούμε γιατί είμαστε “καλά παιδιά” – σε ένα σύγχρονο κόσμο ανάστατο, που κανείς δεν δίνει σημασία πια στα “καλά παιδιά”…

Εκείνη οικοδομεί επιρροή.

Εμείς διακηρύσσουμε «φιλία» με όσους μας απειλούν!

Εκείνη θέλει να γίνει περιφερειακή δύναμη.

Εμείς διστάζουμε, μήπως η διεκδίκηση του δικού μας ρόλου ενοχλήσει κάποιον.

Αυτό πρέπει να τελειώσει!

* Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει επιθετική.

Χρειάζεται να γίνει παρούσα. Και Αξιόπιστη…

Δεν χρειάζεται να ψάχνει εχθρούς.

Χρειάζεται να αναγνωρίζει τους πραγματικούς φίλους της.

Δεν χρειάζεται να κόψει τις γέφυρες με την Τουρκία.

Χρειάζεται να πάψει να στρώνει μόνη της τον δρόμο στην Τουρκία.

Γιατί η Τουρκία θα συνεχίσει να πιέζει.

Θα συνεχίσει να αναζητά όπλα.

Θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Θα συνεχίσει να διεκδικεί.

Και αν εμείς συνεχίσουμε να αποκαλούμε

«φιλία» την υποχώρηση,

«σταθερότητα» την αδράνεια

και «επιτυχία» την απουσία κρίσης,

κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε κάτι πολύ δυσάρεστο:

η Τουρκία θα έχει γίνει περιφερειακός ηγεμόνας — κι εμείς θα έχουμε αυτοϋποβιβαστεί σε παρατηρητή της δικής μας ανυπαρξίας.

Μαζί, και της ανυπαρξίας της Ευρώπης…

Οι ευκαιρίες δεν χάνονται όλες μαζί.

Χάνονται μία-μία.

Μέχρι να μην υπάρχουν άλλες.

Και τότε θα είναι πολύ αργά.

* Η “Συμφωνία των Αθηνών” που τώρα έχει οριστικά χρεοκοπήσει,

– αλλά ακόμα δεν έχει οριστικά εγκαταλειφθεί – δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό.

Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της Παρακμής του πολιτικού συστήματος, για την οποία μίλησε χθες και ο Αντώνης Σαμαράς.

Η Ελλάδα αγοράζει Belharra και Rafale, αλλά την ίδια στιγμή παραιτείται από την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων (ορίζει την “κόκκινη γραμμή” στα 6 μίλια!) και διακηρύσσει τη… “φιλία” της με εκείνους που της τα καταπατούν. Την ίδια στιγμή ξεπλένει την Τουρκία, ώστε να εξοπλιστεί κι εκείνη με οπλικά συστήματα που πριν δεν της τα έδιναν.

Η Ελλάδα ακυρώνει την Αποτροπή της και απογοητεύει συνεχώς δυνητικούς συμμάχους της στην περιοχή.

Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί ούτε τις δυνατότητές που έχει

ούτε τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται.

Ούτε οικονομικά, ούτε διπλωματικά, ούτε γεωπολιτικά.

* Κι αν πάμε ακόμα βαθύτερα: Στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό, αλλά το “Εξωτερικό”μέσα στη χώρα!

Δεν οικοδομεί συμμαχίες έναντι κοινού εχθρού.

Αναζητεί προστάτες! Που εμφανίζονται όλο και πιο απρόθυμοι…

Και δεν θέλει ούτε να εμπνεύσει ούτε να εκπροσωπήσει τους Έλληνες.

Επιδιώκει απλώς να τους “ελέγξει”.

Και γι’ αυτό απογοητεύει όλο και περισσότερους.

Να τους ελέγξει για λογαριασμό μιας “δυτικής πολιτικής” που είτε είναι βαθιά διχασμένη, είτε έντονα αμφισβητούμενη στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι “Προπύργιο” της Ευρώπης και της Δύσης στην περιοχή – και γίνεται η “Αχίλλειος πτέρνα” της.

Και η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η “ατμομηχανή” της Δυτικής επιρροής στον κόσμο – και κοντεύει να γίνει η “μαύρη Τρύπα” της Δύσης.

Ό,τι άλλο συμβεί δίπλα μας ή γύρω μας,

η Ελλάδα πρέπει να σταθεί όρθια στα πόδια της

και να σταματήσει τον κατήφορο της Παρακμής της…

Κι ίσως έτσι βοηθήσουμε πραγματικά, την αληθινή Ευρώπη.

Αλλά για την ώρα πρέπει να σώσουμε τους εαυτούς μας.

Είναι πιο “επείγον” απ’ ό,τι φανταζόμαστε

και λιγότερο “ανέφικτο” απ’ ό,τι προσπαθούν να μας πείσουν…

 

 

 

 

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν

Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να επικαλείται μεταναστευτικές πιέσεις και απειλές για τη δημόσια ασφάλεια, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά επαρκέστερη τεκμηρίωση και σταδιακή άρση των ελέγχων, το ερώτημα γίνεται επιτακτικό: πότε ένα προσωρινό μέτρο αρχίζει να μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς;

Δημοσιεύτηκε

στις

Το καθεστώς της επαναφοράς/παράτασης του ελέγχου των συνόρων στα εσωτερικά σύνορα των Κρατών – Μελών Schengen διέπεται από το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1717, συγκεκριμένα:

Όταν απαιτείται άμεση δράση για «απρόβλεπτες απειλές», ένα Κράτος-Μέλος μπορεί να επαναφέρει ελέγχους μέγιστης αρχικής διάρκειας ως ένα μήνα. Αν η απειλή επιμένει, μπορεί να παραταθεί με ανώτατο συνολικό όριο τους τρεις μήνες.

Για «προαναγγελλόμενες ή αναμενόμενες απειλές», η αρχική επαναφορά μπορεί να γίνει για χρονικό διάστημα μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Κάθε παράταση μπορεί να διαρκεί ως έξι μήνες, με ανώτατο συνολικό όριο τα δύο έτη.

Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η «σοβαρή απειλή» επιμένει μετά το πέρας των δύο ετών, επιτρέπεται η παράταση των ελέγχων για επιπλέον έξι μήνες κάθε φορά, με απόλυτο μέγιστο όριο το ένα επιπλέον έτος (συνολικά 3 έτη). Ωστόσο, αυτό απαιτεί ειδική κοινοποίηση, επικαιροποιημένη εκτίμηση κινδύνου και ενεργοποιεί αυστηρότερο έλεγχο αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι έλεγχοι πρέπει να επιβάλλονται μόνο ως έσχατη ανάγκη. Τα Κράτη-Μέλη υποχρεούνται πλέον:

• Ν’ αποδεικνύουν ότι εξέτασαν εναλλακτικά μέτρα, όπως η αυξημένη αστυνομική συνεργασία ή οι στοχευμένοι έλεγχοι σε παραμεθόριες ζώνες αντί για πλήρεις συνοριακούς ελέγχους.

• Να υποβάλλουν λεπτομερή εκτίμηση κινδύνου (risk assessment) που να δικαιολογεί ότι η κλίμακα και διάρκεια των ελέγχων δεν υπερβαίνουν το απολύτως απαραίτητο.

Αν οι έλεγχοι παρατείνονται για περισσότερους από δώδεκα μήνες συνολικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται (άρθρο 27α) να εκδώσει επίσημη γνώμη (opinion), ενώ δύναται να ξεκινήσει και διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των εμπλεκόμενων Κρατών-Μελών.

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει τουλάχιστον:

• αξιολόγηση του κατά πόσο η επαναφορά ή η επέκταση του ελέγχου συνόρων στα εσωτερικά σύνορα συμμορφώνεται με τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας

• αξιολόγηση του κατά πόσο διερευνήθηκαν επαρκώς εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής.

Επαναφορά ελέγχου στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα της Γερμανίας

Από το Σεπτέμβριο 2024, η Γερμανία επανέφερε τους ελέγχους στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα με Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Αυστρία, Τσεχία και Πολωνία και τους διατήρησε με διαδοχικές εξάμηνες παρατάσεις, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια.

Στις 02 Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε γνώμες για εννέα χώρες, μεταξύ αυτών και για τη Γερμανία [έγγραφο C (2026) 3557], με τις οποίες είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των ελέγχων σ’ όλα τα εσωτερικά σύνορα χωρίς διάκριση, συστήνοντας τη σταδιακή κατάργησή τους.

Ειδικά για τη Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι οι κοινοποιήσεις (παράτασης επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα) δεν τεκμηριώνουν επαρκώς γιατί χρειάζονται έλεγχοι σ’ όλα τα κοινά χερσαία σύνορα χωρίς διάκριση, γιατί επιλέγονται εξάμηνες περίοδοι κι όχι συντομότερες, ούτε γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα (π.χ. στοχευμένοι αστυνομικοί έλεγχοι). Συνέστησε σταδιακή κατάργηση των εσωτερικών ελέγχων, ωστόσο δεν διαπίστωσε ρητά ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι ασύμβατοι με το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, δεν τους σταμάτησε.

Η τελευταία παράταση (16/09/2026 – 15/03/2027), κοινοποιήθηκε τον Αύγουστο 2026 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στ’ άλλα Κράτη-Μέλη από το Γερμανό Υπουργό Εσωτερικών Alexander Dobrindt, μ’ επίσημη αιτιολογία τις συνεχιζόμενες σοβαρές απειλές για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, λόγω: υψηλών επιπέδων παράνομης μετανάστευσης, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, καθώς και της επίδρασης της διεθνούς κατάστασης ασφαλείας (πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία).

Η παράταση αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ισχύει. Η διατύπωση «ισχύει αν δεν αντιταχθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή» είναι δημοσιογραφική.
Νομικά, το μέτρο ενεργοποιείται με την κοινοποίηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί ν’ ασκήσει διαδικασία παράβασης, αλλά ως τώρα δεν έχει μπλοκάρει τις παρατάσεις της επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Γερμανίας.

Με αφορμή τις διαδοχικές παρατάσεις που έχουν σημειωθεί στην επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά (κοινά χερσαία) σύνορα της Γερμανίας με τις εννέα γειτονικές της χώρες, εγείρονται γενικοί και σοβαροί προβληματισμοί:

• Αρχικά, οι συνεχείς παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων και, συνεπώς της αναστολής λειτουργίας του Σένγκεν στο συγκεκριμένο είδος συνόρων (εν προκειμένω στα χερσαία σύνορα) για διάστημα δύο ετών, με πιθανότητα να διευρυνθεί συνολικά σε 3 έτη (ήδη το Μάρτιο 2027 θα είναι 2,5 χρόνια επαναφοράς εσωτερικών ελέγχων) εγείρουν θεμελιώδεις και σοβαρές αιτιάσεις αμφισβήτησης της ομαλής κι εύρυθμης λειτουργίας του χώρου Σένγκεν, καθώς και της βασικής φιλοσοφίας του χώρου Σένγκεν «ως χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης», λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Γερμανικές Αρχές δεν αιτιολόγησαν επαρκώς: την ανάγκη ελέγχων στα κοινά χερσαία σύνορα της Γερμανίας μ’ όλες τις γειτονικές της χώρες, χωρίς διάκριση, γιατί επέλεξαν εξάμηνες κι όχι συντομότερες περιόδους, καθώς και γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα αντί για συνεχόμενες παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων

• Αν «οποιεσδήποτε σοβαρές απειλές στα σύνορα» δεν αιτιολογούνται κατάλληλα ή δεν είναι δυνατό ν’ αντιμετωπιστούν σε διάστημα έξι μηνών ή ενός έτους, από τις αρχές μίας χώρας όπως η Γερμανία των 85 εκατ. κατοίκων, η οποία διαθέτει επαρκή αριθμό αστυνομικών και συνοριοφυλάκων σ’ όλα τα σύνορά της (εξωτερικά κι εσωτερικά), τότε τίθενται στο τραπέζι γενικοί προβληματισμοί για τη συνολική κι εύρυθμη λειτουργία του χώρου Σένγκεν, ειδικά όσον αφορά μικρότερα Κράτη-Μέλη σε πληθυσμό, υποδομές/δυνατότητες/μέσα και προσωπικό επιβολής του νόμου

• Ενώ η Γερμανία διατηρεί, από το Σεπτέμβριο 2024, την επαναφορά ελέγχων στα κοινά χερσαία της (εσωτερικά) σύνορα με γειτονικά Κράτη – Μέλη, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια, η Ελλάδα, παρότι τη θερινή περίοδο 2025 επικαλέστηκε «κατάσταση ανωτέρας βίας», λόγω των αυξημένων προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών δια θαλάσσης, από την Ανατολική Λιβύη στα νησιά Γαύδο και Κρήτη, καθώς και της συνακόλουθης μεγάλης πίεσης στο εθνικό μας σύστημα υποδοχής και ασύλου (με την πίεση αυτή στο σύστημα υποδοχής και ασύλου μάλιστα να εκδηλώνεται και φέτος κατά τη θερινή περίοδο 2026), δεν αιτήθηκε την επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά της σύνορα

• Με βάση πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων, από υπηκόους τρίτων χωρών, στη Γερμανία αλλά και σε άλλα Κράτη – Μέλη ΕΕ, σε ανυποψίαστους πολίτες, η παραβατικότητα κάποιων από τους οποίους ήταν ήδη γνωστή στις αρχές επιβολής του νόμου, είναι προφανές ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στα σύνορα συνδέεται άμεσα με το επίπεδο και την ποιότητα της εσωτερικής ασφάλειας των Κρατών – Μελών ΕΕ, ενώ εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί αυτοί κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ή γιατί δεν είχαν απελαθεί από την ΕΕ.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Το καλωσόρισμα της Γκίλφοϊλ στον Ρούμπιο και το like στην παρέμβαση Σαμαρά

Η Αμερικανίδα πρέσβης προβάλλει άμυνα, ενέργεια και επενδύσεις ως προτεραιότητες της επίσκεψης Ρούμπιο. Εντύπωση προκάλεσε η διαδικτυακή αντίδρασή της σε ανάρτηση με την κριτική του πρώην πρωθυπουργού.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τη στρατηγική σημασία της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα υπογράμμισε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, συνδέοντας τον 6ο Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια, το εμπόριο και τις επενδύσεις.

Σε ανάρτησή της το βράδυ της Τρίτης 6 Οκτωβρίου, η Αμερικανίδα πρέσβης καλωσόρισε τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας, και χαρακτήρισε την επίσκεψη ένδειξη της ισχύος της διμερούς συμμαχίας.

«Η εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ελλάδας δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», ανέφερε, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες εργάζονται για ένα ασφαλέστερο και ευημερούν μέλλον, τόσο για τις ίδιες όσο και για την περιοχή.

Οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον

Η Γκιλφόιλ ενέταξε την επίσκεψη Ρούμπιο στην προώθηση των προτεραιοτήτων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κατονομάζοντας τρεις βασικούς τομείς: την αμυντική συνεργασία, το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και την ενεργειακή συνεργασία.

Η αναφορά της αποτυπώνει το εύρος της ατζέντας του Στρατηγικού Διαλόγου. Πέρα από τις διπλωματικές επαφές, η αμερικανική πλευρά δίνει έμφαση στις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις, παράλληλα με τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.

Η ίδια σημείωσε ότι η παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών υπογραμμίζει τη δύναμη της συμμαχίας και την κοινή δέσμευση για την περαιτέρω ανάπτυξή της.

Το like στην ανάρτηση για τον Σαμαρά

Παράλληλα, ενδιαφέρον προκάλεσε μια διαφορετική κίνηση της πρέσβεως στα κοινωνικά δίκτυα: το like σε ανάρτηση που παρουσίαζε την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία και τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.

Στην ανάρτηση περιλαμβάνονταν οι θέσεις του πρώην πρωθυπουργού για τις δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχετικά με την ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της Βόρειας Μακεδονίας.

Ο Αντώνης Σαμαράς είχε επίσης επικρίνει τη συμφωνία που συνέδεσε την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στην Ελλάδα με την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία. Υποστήριξε ότι η Αθήνα όφειλε να διεκδικήσει το σύνολο των θρησκευτικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάνοντας λόγο για υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.

Η Γκιλφόιλ ακολουθεί, μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων, και τον λογαριασμό του πρώην πρωθυπουργού. Ο λόγος του συγκεκριμένου like, ωστόσο, δεν έχει διευκρινιστεί. Η διαδικτυακή αντίδραση δεν αρκεί για να συναχθεί ότι η πρέσβης υιοθετεί το σύνολο των θέσεων της ανάρτησης ή ότι αυτές εκφράζουν την επίσημη αμερικανική πολιτική.

Το σαφές δημόσιο μήνυμά της αφορά την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Η επίσκεψη Ρούμπιο και οι εργασίες του Στρατηγικού Διαλόγου αποτελούν το πεδίο στο οποίο αυτό το μήνυμα καλείται να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Συμπτώματα Παρακμής…

Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν

Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Ελληνική NAVTEX για αεροναυτική άσκηση στη θάλασσα του Καστελλόριζου

Αεροναυτική άσκηση χωρίς πυρά, νοτιοανατολικά της Ρόδου και στις θαλάσσιες προσβάσεις του συμπλέγματος του Καστελλόριζου

Πολιτική18 ώρες πριν

Η αναφορά του Γεραπετρίτη στην Κύπρο μπροστά στον Ρούμπιο! “Αναγκαία η λύση επανένωσης”

Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε ιδιαίτερα τη σημασία της Κύπρου για την περιφερειακή ασφάλεια, τονίζοντας την ανάγκη επανένωσης της νήσου με...

Δημοφιλή