ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
15 Ιουλίου 1974: Το πραξικόπημα της χούντας του Ιωαννίδη που άνοιξε τον δρόμο στην κυπριακή τραγωδία
Στις 15 Ιουλίου 1974, η στρατιωτική δικτατορία της Αθήνας, υπό τον αόρατο δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη, επιχείρησε να ανατρέψει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Το πραξικόπημα εκτελέστηκε από μονάδες της κυπριακής Εθνικής Φρουράς, οι οποίες διοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Ελλαδίτες αξιωματικούς, με τη συνδρομή στελεχών της ΕΟΚΑ Β΄.
Η ανατροπή του Μακαρίου δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο εσωτερικής κυπριακής αντιπαράθεσης. Ήταν οργανωμένη επέμβαση της δικτατορίας ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου, διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους. Μέσα σε πέντε ημέρες ακολούθησε η τουρκική εισβολή. Η κυπριακή τραγωδία του 1974 δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από το πραξικόπημα, αλλά δεν μπορεί επίσης να αποσυνδεθεί από αυτό: η επιχείρηση του Ιωαννίδη αποδιοργάνωσε την άμυνα του νησιού, διέλυσε τη συνταγματική τάξη και πρόσφερε στην Άγκυρα την πολιτική αφορμή και τη στρατηγική ευκαιρία που αναζητούσε.
Η πρόσφατη διάθεση στην ιστορική έρευνα των δελτίων πληροφοριών της τότε ΚΥΠ για την Κύπρο και την Τουρκία προσφέρει πρόσθετο υλικό για την κατανόηση των γεγονότων, χωρίς όμως να αποτελεί το σύνολο των κρατικών και στρατιωτικών αρχείων της περιόδου.

Η μακρά σύγκρουση Αθήνας–Μακαρίου
Η αντιπαράθεση του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος με τον Μακάριο είχε αρχίσει πολύ πριν από το καλοκαίρι του 1974. Ο Μακάριος είχε εγκαταλείψει σταδιακά την άμεση επιδίωξη της Ένωσης με την Ελλάδα και υποστήριζε την ανεξαρτησία και τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πολιτική αυτή τον έφερνε σε σύγκρουση με ακραίους ενωτικούς κύκλους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η ανεξάρτητη Κύπρος ήταν απλώς ένα μεταβατικό στάδιο προς την Ένωση.
Το 1971 ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας επέστρεψε παράνομα στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄. Η οργάνωση στράφηκε εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου, πραγματοποιώντας επιθέσεις, απαγωγές, πολιτικές δολοφονίες και επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης. Μετά τον θάνατο του Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, η οργάνωση πέρασε σε περίοδο εσωτερικής αστάθειας, αλλά τμήματά της συνέχισαν να διατηρούν σχέσεις με Ελλαδίτες αξιωματικούς και μηχανισμούς της δικτατορίας.
Το βασικό πρόβλημα ήταν ο έλεγχος της Εθνικής Φρουράς. Παρότι αποτελούσε ένοπλη δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ηγεσία και κρίσιμες μονάδες της στελεχώνονταν από αξιωματικούς που αποστέλλονταν από την Ελλάδα. Αυτό επέτρεψε στη χούντα να διαθέτει έναν έτοιμο στρατιωτικό μηχανισμό μέσα στην Κύπρο.

Στην επιστολή του προς τον Φαίδωνα Γκιζίκη, στις αρχές Ιουλίου 1974, ο Μακάριος κατηγόρησε ευθέως στελέχη του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος ότι υποστήριζαν και κατηύθυναν την ΕΟΚΑ Β΄. Υποστήριξε ότι η Εθνική Φρουρά είχε μετατραπεί σε «κέντρο συνωμοσιών» και σε πηγή οπλισμού, μεταφορών και προστασίας για την παράνομη οργάνωση. Ζήτησε, κατά συνέπεια, την ανάκληση των περισσότερων Ελλαδιτών αξιωματικών.
Για τον Ιωαννίδη, το αίτημα αυτό ισοδυναμούσε με απώλεια του σημαντικότερου μέσου ελέγχου της Κύπρου.
Ο Ιωαννίδης και η ψευδαίσθηση του ελεγχόμενου πραξικοπήματος
Ο Ιωαννίδης είχε ανατρέψει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο τον Νοέμβριο του 1973 και κυβερνούσε χωρίς να κατέχει επίσημα την πρωθυπουργία ή την προεδρία. Θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο, «ανθενωτικό» και ενδεχομένως φιλοσοβιετικό. Φαίνεται επίσης ότι πίστευε πως η απομάκρυνσή του θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια συνολική ελληνοτουρκική συνεννόηση.
Η εκτίμησή του ήταν αντιφατική: από τη μία αναγνώριζε ότι μια κίνηση στην Κύπρο μπορούσε να προκαλέσει πόλεμο· από την άλλη εμφανιζόταν πεπεισμένος ότι η Τουρκία δεν θα πραγματοποιούσε απόβαση. Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών του, όταν ρωτήθηκε τι θα συνέβαινε εάν αντιδρούσαν οι Τούρκοι, απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν βγαίνουν οι Τούρκοι στην Κύπρο». Υπονόησε μάλιστα ότι είχε πληροφορίες ή διαβεβαιώσεις που ενίσχυαν αυτή τη βεβαιότητα.
Αυτή ήταν η κεντρική πλάνη του πραξικοπήματος: ο Ιωαννίδης σχεδίαζε μια βίαιη αλλαγή εξουσίας σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο διεθνές πεδίο, χωρίς αξιόπιστο σχέδιο αντιμετώπισης της τουρκικής αντίδρασης.
Η τελική απόφαση φαίνεται ότι είχε ληφθεί στις 2 Ιουλίου 1974, σε σύσκεψη στο γραφείο του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγορίου Μπονάνου, πριν ακόμη φθάσει στην Αθήνα η επιστολή του Μακαρίου. Αυτό δείχνει ότι η επιστολή δεν δημιούργησε το σχέδιο, αλλά επιτάχυνε και νομιμοποίησε, στα μάτια των πραξικοπηματιών, μια απόφαση που είχε ήδη δρομολογηθεί.

Το σχέδιο και η τύχη του Μακαρίου
Ο σχεδιασμός ανατέθηκε σε στενό κύκλο αξιωματικών. Ο Ιωαννίδης γνώριζε από πραξικοπήματα και περιόρισε την ενημέρωση σε όσους θεωρούσε απολύτως αναγκαίους, ώστε να αποφύγει διαρροές ή αντιρρήσεις.
Ακόμη και η τύχη του Μακαρίου δεν φαίνεται ότι είχε καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια. Μαρτυρίες συνεργατών του Ιωαννίδη αναφέρουν ότι στη διάρκεια συσκέψεων είχε δοθεί εντολή να εκτελεστεί. Ο επικεφαλής των μονάδων Καταδρομών, Κωνσταντίνος Κομπόκης, ισχυρίστηκε αργότερα ότι, σε ιδιαίτερη συνομιλία, ο Ιωαννίδης τού ζήτησε να συλλάβει τον Μακάριο και να τον στείλει στο Άγιο Όρος. Η αντίφαση δεν έχει επιλυθεί πλήρως και πιθανόν αντανακλά μεταγενέστερες προσπάθειες αποποίησης ευθυνών.
Το βέβαιο είναι ότι η επιχείρηση σχεδιάστηκε με τέτοια ένταση πυρός ώστε ο θάνατος του Μακαρίου αποτελούσε εξαιρετικά πιθανό αποτέλεσμα.
Η επίθεση της 15ης Ιουλίου
Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, άρματα μάχης και μονάδες της Εθνικής Φρουράς περικύκλωσαν και βομβάρδισαν το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία. Παράλληλα, πραξικοπηματικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, της Αρχιεπισκοπής, αστυνομικών εγκαταστάσεων και άλλων κυβερνητικών στόχων.
Ο Μακάριος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο, αλλά κατάφερε να διαφύγει από αφύλακτη έξοδο και να κατευθυνθεί προς την Πάφο. Από εκεί εξέπεμψε ραδιοφωνικό μήνυμα, διαψεύδοντας τις ανακοινώσεις των πραξικοπηματιών ότι ήταν νεκρός. Αργότερα μεταφέρθηκε μέσω των βρετανικών βάσεων εκτός Κύπρου.
Στην Αθήνα, ο Ιωαννίδης παρακολουθούσε την επιχείρηση από το Πεντάγωνο. Το πραξικόπημα πέτυχε στρατιωτικά ως προς την κατάληψη των κυβερνητικών κέντρων, αλλά απέτυχε στον βασικό στόχο της φυσικής ή πολιτικής εξουδετέρωσης του Μακαρίου: ο νόμιμος πρόεδρος είχε επιβιώσει και μπορούσε πλέον να καταγγείλει διεθνώς την επέμβαση της ελληνικής χούντας.
Το πραξικόπημα συνοδεύτηκε από συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς, της ΕΟΚΑ Β΄, του Εφεδρικού Σώματος και υποστηρικτών του Μακαρίου. Δεν επρόκειτο επομένως για αναίμακτη «αλλαγή κυβέρνησης», αλλά για βίαιη εσωτερική αναμέτρηση, που άφησε νεκρούς και τραυματίες και αποδιοργάνωσε τις ήδη περιορισμένες αμυντικές δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επιλογή του Νίκου Σαμψών
Οι πραξικοπηματίες δεν είχαν εξασφαλίσει εγκαίρως πρόσωπο με επαρκές πολιτικό κύρος για να αναλάβει την προεδρία. Αρχικά αναζητήθηκαν άλλες λύσεις, χωρίς επιτυχία.
Τελικά προτάθηκε ο Νίκος Σαμψών, παλαιό μέλος της ΕΟΚΑ, βουλευτής και έντονα συνδεδεμένος με τον ακραίο ενωτικό χώρο. Ο ίδιος ο Ιωαννίδης φέρεται αρχικά να αντέδρασε, φοβούμενος ότι η τοποθέτησή του θα προκαλούσε την Τουρκία. Καθώς όμως δεν βρέθηκε άλλο πρόσωπο, έδωσε το απόγευμα της 15ης Ιουλίου την έγκρισή του για την ορκωμοσία του.
Η επιλογή του Σαμψών αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά λάθη της επιχείρησης. Αντί να εμφανίσει το πραξικόπημα ως μια εσωτερική συνταγματική μεταβολή, η παρουσία του επέτρεψε στην Τουρκία να το παρουσιάσει ως άμεση απειλή Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και ως κίνδυνο για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Ο Σαμψών παρέμεινε στην προεδρία μόλις οκτώ ημέρες.

Η ΚΥΠ γνώριζε;
Τα αποχαρακτηρισμένα ημερήσια δελτία πληροφοριών δημιουργούν μια σημαντική διάκριση. Παρά τις καταγγελίες του Μακαρίου για τη δράση του τοπικού κλιμακίου της ΚΥΠ και Ελλήνων αξιωματικών στην υποστήριξη της ΕΟΚΑ Β΄, το κεντρικό τμήμα της Υπηρεσίας που συνέτασσε τα δελτία για την Κύπρο και την Τουρκία φαίνεται ότι δεν γνώριζε τον άμεσο σχεδιασμό του πραξικοπήματος.
Στο δελτίο της 15ης Ιουλίου, λίγο πριν από την έναρξη της επιχείρησης, εκτιμήθηκε ότι η υπάρχουσα τακτική του Μακαρίου θα συνεχιζόταν. Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του υλικού, αυτή η πρόβλεψη δύσκολα θα είχε διατυπωθεί εάν οι συντάκτες γνώριζαν ότι το πραξικόπημα θα ξεκινούσε μέσα στην επόμενη ώρα.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κανένα στέλεχος υπηρεσίας πληροφοριών δεν είχε εμπλοκή. Υποδεικνύει ότι ο σχεδιασμός ήταν αυστηρά στεγανοποιημένος και ότι ακόμη και σημαντικές κρατικές υπηρεσίες παρέμειναν έξω από τον κύκλο ενημέρωσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το αμφιλεγόμενο «πράσινο φως»
Το ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η CIA έδωσαν «πράσινο φως» στον Ιωαννίδη παραμένει ένα από τα πλέον αμφισβητούμενα ζητήματα.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν πληροφορηθεί τις προθέσεις του. Ο Ιωαννίδης είχε μιλήσει ανοιχτά σε στελέχη της CIA για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του Μακαρίου. Ορισμένοι Αμερικανοί διπλωμάτες κατανόησαν ότι η απουσία μιας σαφούς και άμεσης αρνητικής απάντησης θα μπορούσε να εκληφθεί από εκείνον ως σιωπηρή συναίνεση.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέστειλε τελικά προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε βίαιη απομάκρυνση του Μακαρίου θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Ωστόσο, το μήνυμα πέρασε από έμμεσα και αναποτελεσματικά κανάλια. Ο Αμερικανός πρέσβης Χένρι Τάσκα δεν κατάφερε να συναντήσει τον Ιωαννίδη, ενώ η προειδοποίηση δεν μεταφέρθηκε με την ένταση και την αμεσότητα που ζητούσαν ορισμένα στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Στη συνέχεια, ο Ιωαννίδης διοχέτευσε παραπλανητικά μηνύματα ότι είχε εγκαταλείψει το σχέδιο. Έτσι, το πρωί του πραξικοπήματος, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν ταυτόχρονα μπροστά τους μια εκτίμηση ότι δεν θα υπάρξει επέμβαση και μια αναφορά ότι το πραξικόπημα είχε ήδη αρχίσει. Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε αργότερα ότι ο Ιωαννίδης είχε εξαπατήσει την αμερικανική κυβέρνηση, χωρίς να αποκλείει τη μεμονωμένη συνέργεια προσώπων μέσα στους μηχανισμούς πληροφοριών.
Επομένως, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν με αδιαμφισβήτητο τρόπο μια επίσημη αμερικανική εντολή για το πραξικόπημα. Αναδεικνύουν όμως σοβαρή γνώση του κινδύνου, ανεπαρκή αποτροπή, ασάφεια μεταξύ διπλωματικών και μυστικών καναλιών και μια αμερικανική πολιτική που έδινε προτεραιότητα στη συνοχή του ΝΑΤΟ και στις σχέσεις με την Τουρκία.
Μελέτη που βασίζεται σε βρετανικά αρχεία υποστηρίζει επίσης ότι ο Χένρι Κίσινγκερ απέφυγε την άμεση καταδίκη του νέου καθεστώτος, αντιτάχθηκε σε ορισμένες βρετανικές πιέσεις προς τη χούντα και αργότερα επέμεινε να μη διακοπεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία. Πρόκειται για τεκμηριωμένη αλλά έντονα επικριτική ερμηνεία, η οποία πρέπει να συνεξετάζεται με το σύνολο των αμερικανικών, βρετανικών και ελληνικών αρχείων.

Οι προειδοποιήσεις για την Τουρκία
Η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη της εγκληματικής ανευθυνότητας του καθεστώτος βρίσκεται στα γεγονότα που ακολούθησαν.
Μετά το πραξικόπημα, η τότε ΚΥΠ κατέγραψε με σημαντική ακρίβεια τις τουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες: μετακινήσεις μονάδων, μετατροπή εκπαιδευτικών σχηματισμών σε δυνάμεις κρούσης και ενδείξεις προετοιμασίας απόβασης. Οι προειδοποιήσεις των δελτίων της 17ης, 18ης και 19ης Ιουλίου δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς από την ηγεσία της χούντας.
Η Τουρκία κινητοποιήθηκε συντεταγμένα, ενώ η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε σε χαοτική γενική επιστράτευση. Η ανάλυση των δελτίων της ΚΥΠ καταλήγει ότι οι τουρκικές δυνάμεις προετοιμάστηκαν πολύ αποτελεσματικότερα από τις ελληνικές, των οποίων οι δομές υπέστησαν σοβαρή αποδιοργάνωση μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Ο Ιωαννίδης είχε οργανώσει πραξικόπημα χωρίς να διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο πολέμου, χωρίς ενοποιημένη πολιτική και στρατιωτική διοίκηση και χωρίς να έχει ενισχύσει εγκαίρως την άμυνα της Κύπρου.
Από το πραξικόπημα στον «Αττίλα»
Στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα, η Τουρκία πραγματοποίησε απόβαση στην περιοχή της Κυρήνειας και αεραπόβαση στο εσωτερικό του νησιού. Η Άγκυρα επικαλέστηκε τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης.
Η επίκληση της Συνθήκης δεν σημαίνει ότι το εύρος και τα αποτελέσματα της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης ήταν νομικά δικαιολογημένα. Η δεύτερη φάση της εισβολής, τον Αύγουστο, πραγματοποιήθηκε ενώ η χούντα και η κυβέρνηση Σαμψών είχαν ήδη καταρρεύσει και η συνταγματική συνέχεια είχε αποκατασταθεί με την ανάληψη της προεδρίας από τον Γλαύκο Κληρίδη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ζήτησε κατάπαυση του πυρός, σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν καλυπτόταν από τις διεθνείς συμφωνίες.
Στις 23 Ιουλίου κατέρρευσε η δικτατορία στην Ελλάδα και παραιτήθηκε ο Σαμψών. Η επιστροφή της δημοκρατίας στην Αθήνα δεν ανέτρεψε όμως τα στρατιωτικά τετελεσμένα. Μετά τη δεύτερη τουρκική επίθεση, η Κύπρος διχοτομήθηκε στην πράξη, με μαζικούς εκτοπισμούς, αγνοουμένους και κατοχή μεγάλου τμήματος του βόρειου εδάφους της. Η διαίρεση του νησιού εξακολουθεί να υφίσταται.

Τι είναι αποδεδειγμένο και τι παραμένει αμφισβητούμενο
Αποδεδειγμένο είναι ότι:
- το πραξικόπημα οργανώθηκε και διατάχθηκε από τη δικτατορία του Ιωαννίδη,
- εκτελέστηκε κυρίως από την Εθνική Φρουρά υπό Ελλαδίτες αξιωματικούς,
- η ΕΟΚΑ Β΄ και αντιμακαριακές δυνάμεις συνέβαλαν στην επιχείρηση,
- η χούντα τοποθέτησε τον Νίκο Σαμψών στην προεδρία,
- το πραξικόπημα κατέλυσε τη συνταγματική τάξη και αποδιοργάνωσε την άμυνα,
- η Τουρκία πραγματοποίησε εισβολή πέντε ημέρες αργότερα,
- οι ελληνικές υπηρεσίες διέθεταν σοβαρές ενδείξεις της τουρκικής κινητοποίησης, οι οποίες δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς.
Παραμένει αμφισβητούμενο:
- αν υπήρξε ρητή αμερικανική έγκριση ή απλώς ανοχή και αποτυχημένη αποτροπή,
- τι ακριβώς ειπώθηκε στα ανεπίσημα κανάλια μεταξύ Ιωαννίδη και στελεχών της CIA,
- αν η αρχική εντολή προέβλεπε οπωσδήποτε τη δολοφονία του Μακαρίου,
- ποιοι ανώτατοι αξιωματικοί γνώριζαν εκ των προτέρων όλες τις λεπτομέρειες,
- αν υπήρξε οποιαδήποτε άτυπη ελληνοτουρκική επικοινωνία πριν από το πραξικόπημα.
Η απουσία οριστικής απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα δεν μειώνει την κύρια ευθύνη της δικτατορίας.
Το ιστορικό συμπέρασμα
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν η κορύφωση μιας πολιτικής που αντιμετώπιζε την Κύπρο όχι ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά ως χώρο στον οποίο η Αθήνα μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή της μέσω στρατιωτικών μηχανισμών, μυστικών υπηρεσιών και παρακρατικών οργανώσεων.
Ο Ιωαννίδης πίστεψε ότι μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο, να ελέγξει την επόμενη κυβέρνηση, να καθησυχάσει την Τουρκία και ίσως να επιβάλει μια συνολική διευθέτηση. Δεν πέτυχε τίποτε από αυτά. Αντιθέτως, άφησε την Κυπριακή Δημοκρατία πολιτικά διαιρεμένη, στρατιωτικά αποδιοργανωμένη και διεθνώς εκτεθειμένη τη στιγμή που η Τουρκία έθετε σε εφαρμογή το δικό της στρατιωτικό σχέδιο.
Το πραξικόπημα δεν απαλλάσσει την Τουρκία από την ευθύνη για την εισβολή, την κατοχή και τα τετελεσμένα που ακολούθησαν. Αλλά η τουρκική ευθύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συγκάλυψη της ευθύνης της ελληνικής χούντας.
Η πιο ακριβής ιστορική διατύπωση είναι ότι η δικτατορία του Ιωαννίδη δεν παρέδωσε συνειδητά κατ’ ανάγκην την Κύπρο στην Τουρκία· την εξέθεσε όμως σε θανάσιμο κίνδυνο, γνωρίζοντας ότι υπήρχε πιθανότητα τουρκικής επέμβασης και χωρίς να διαθέτει σοβαρό σχέδιο για να την αντιμετωπίσει. Η αλαζονεία, η ιδεολογική τύφλωση, η έλλειψη επαγγελματικής στρατιωτικής προετοιμασίας και η περιφρόνηση της κυπριακής κυριαρχίας οδήγησαν σε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
ΠΗΓΗ: anixneuseis.gr
GEOPOLITICO
Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Του Νίκου Ι. Σπανού, Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων
Η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Τα πλοία καλούνται να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές τους, να εγκαταλείψουν σταδιακά τα συμβατικά καύσιμα και να υιοθετήσουν τεχνολογίες φιλικότερες προς το περιβάλλον.
Πίσω όμως από τη μεγάλη υπόσχεση της πράσινης μετάβασης αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το περιβάλλον, δημιουργούμε νέους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων;
Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.
Το καύσιμο του μέλλοντος μπορεί να γίνει ο κίνδυνος του παρόντος
Η αμμωνία, η μεθανόλη και το υδρογόνο βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης της ναυτιλίας.
Κάθε καύσιμο, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά επικινδυνότητας.
Η αμμωνία είναι ιδιαίτερα τοξική και μια ανεξέλεγκτη διαρροή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η μεθανόλη είναι εύφλεκτη και τοξική, ενώ το υδρογόνο απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές αποθήκευσης και διαχείρισης, λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς του.
Φανταστείτε ένα εμπορικό πλοίο που ανεφοδιάζεται με αμμωνία σε λιμάνι κοντά σε κατοικημένη περιοχή.
Ένα τεχνικό σφάλμα, μια αστοχία σύνδεσης ή η ανεπαρκής εφαρμογή διαδικασιών ασφαλείας θα μπορούσαν, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσουν σε επικίνδυνη έκλυση αερίου.
Τότε το ζήτημα δεν θα αφορούσε αποκλειστικά το πλήρωμα.
Θα αφορούσε τους χρήστες λιμένων, τις γειτονικές εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.
Ποιος θα αντιμετωπίσει το πρώτο μεγάλο περιστατικό;
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός επανέφερε στο επίκεντρο την ανάγκη εκπαίδευσης των ναυτικών στα εναλλακτικά καύσιμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης που συνδέονται με αυτά.
Το μήνυμα είναι ουσιαστικό.
Δεν αρκεί να σχεδιάζουμε πλοία νέας τεχνολογίας. Πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι τα πληρώματα και οι λιμενικές υπηρεσίες είναι πραγματικά προετοιμασμένα να διαχειριστούν τους νέους κινδύνους.
Ένα συμβατικό περιστατικό διαρροής πετρελαιοειδών δεν αντιμετωπίζεται με τις ίδιες επιχειρησιακές μεθόδους που απαιτεί μια διαρροή αμμωνίας.
Η αντιμετώπιση προϋποθέτει διαφορετικό εξοπλισμό, ειδική εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, σχέδια έκτακτης ανάγκης και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ εμπλεκόμενων αρχών.
Η Ελλάδα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση
Για την Ελλάδα, με τη μεγάλη εμπορική ναυτιλία, τα πολυάριθμα λιμάνια και τη στενή σύνδεση λιμενικών δραστηριοτήτων με αστικές περιοχές, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προετοιμασία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση νέων υποδομών ανεφοδιασμού.
Απαιτείται προηγουμένως ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας, καθορισμός ζωνών ασφαλείας, επικαιροποίηση σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού.
Το Λιμενικό Σώμα, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες διαδικασίες.
Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ανθρώπινης ασφάλειας.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται πρώτα μια κόκκινη γραμμή
Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελεί αναγκαίο στρατηγικό στόχο. Δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε αγώνα τεχνολογικής ταχύτητας χωρίς αντίστοιχη εξέλιξη των κανόνων ασφαλείας.
Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε μειωμένες εκπομπές ρύπων, αλλά και στην ικανότητα πρόληψης ατυχημάτων, προστασίας της ανθρώπινης ζωής και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς να κατασκευάσουμε το πλοίο του μέλλοντος. Είναι να διασφαλίσουμε ότι το πλοίο του μέλλοντος δεν θα μεταφέρει μαζί με το φορτίο του και έναν νέο, ανεπαρκώς ελεγχόμενο κίνδυνο.
Γιατί η ναυτιλία δεν θα γίνει πραγματικά πράσινη εάν προηγουμένως δεν παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στην ασφάλεια.
Και το επόμενο μεγάλο ναυτικό ατύχημα δεν πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για να ανακαλύψουμε όσα οφείλαμε να έχουμε προβλέψει σήμερα.
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα δεν πρέπει να περιμένει την εκδήλωση ενός σοβαρού ατυχήματος για να αναγνωρίσει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται προληπτικός σχεδιασμός, διαρκής αξιολόγηση των νέων κινδύνων και ουσιαστική επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα. Γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη της σύγχρονης ναυτιλίας δεν είναι μόνο να παραδώσει στις επόμενες γενιές καθαρότερες θάλασσες, αλλά και να διασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές, καθώς και οι κοινωνίες που ζουν δίπλα τους, θα παραμείνουν ασφαλείς. Η πράσινη μετάβαση θα αποτελεί πραγματική επιτυχία μόνο όταν η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης
Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.
Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.
Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.
Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.
Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].
Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.
Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .
Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.
Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.
Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.
Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].
Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].
Σημειώσεις και παραπομπές
[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.
[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.
[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.
[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.
[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.
Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.
Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία
Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.
«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.
Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.
Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.
Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.
Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.
Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.
Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ
Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.
Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.
Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.
Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.
Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».
Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.
Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»
Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.
Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.
Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.
Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.
Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.
Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες
Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.
Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.
Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.
Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.
Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.
Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.
Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.
Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.
Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.
Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
