Αναλύσεις
1776-2026: Η Αμερική που κέρδισε τον κόσμο και έχασε τον εαυτό της
Σήμερα, 4 Ιουλίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες γιορτάζουν τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Θα υπάρξουν παρελάσεις, πυροτεχνήματα, λόγοι για την ελευθερία, αναφορές στους Πατέρες του Έθνους, σημαίες, ύμνοι, στρατιωτικές τελετές και όλη η τελετουργία μιας αυτοκρατορίας που ακόμη θέλει να βλέπει τον εαυτό της ως υπόσχεση προς την ανθρωπότητα. Οι επίσημοι εορτασμοί του λεγόμενου America250 αφορούν την 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, στις 4 Ιουλίου 2026.
Σήμερα, 4 Ιουλίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες γιορτάζουν τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Θα υπάρξουν παρελάσεις, πυροτεχνήματα, λόγοι για την ελευθερία, αναφορές στους Πατέρες του Έθνους, σημαίες, ύμνοι, στρατιωτικές τελετές και όλη η τελετουργία μιας αυτοκρατορίας που ακόμη θέλει να βλέπει τον εαυτό της ως υπόσχεση προς την ανθρωπότητα. Οι επίσημοι εορτασμοί του λεγόμενου America250 αφορούν την 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, στις 4 Ιουλίου 2026.
Όμως η επέτειος αυτή έρχεται σε μια στιγμή παράξενη. Η Αμερική γιορτάζει τα 250 χρόνια της ως δύναμη βαθιά διχασμένη. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η επέτειος έχει γίνει μέρος του πολιτισμικού πολέμου. Σύμφωνα με το Reuters, φορτηγά-κινητά μουσεία που συνδέονται με τον Ντόναλντ Τραμπ και τους εορτασμούς των 250 χρόνων προωθούν μια θρησκευτικά φορτισμένη εκδοχή της αμερικανικής ιστορίας, προκαλώντας αντιδράσεις για χριστιανικό εθνικισμό, απλοποίηση της ιστορίας και αποσιώπηση θεμάτων όπως η δουλεία.
Η Αμερική δεν διαφωνεί πια μόνο για το μέλλον της. Διαφωνεί και για το παρελθόν της. Δεν ξέρει αν πρέπει να γιορτάσει τον εαυτό της ως έθνος ελευθερίας ή να τον δικάσει ως έθνος κατάκτησης. Δεν ξέρει αν είναι ακόμη μία ενιαία πολιτική κοινότητα ή ένα σύνολο αντιμαχόμενων φυλών, τάξεων, ταυτοτήτων και συμφερόντων. Δεν ξέρει αν ο Τραμπ είναι ατύχημα, σύμπτωμα ή φυσική συνέπεια. Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα της επετείου: τι ακριβώς γιορτάζει μια χώρα όταν δεν συμφωνεί πια για το ποια είναι;

Η Αμερικής κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο και πίστεψε ότι κέρδισε την Ιστορία. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, βρέθηκε μόνη στην κορυφή. Δεν υπήρχε αντίπαλος ίσης ισχύος. Το αμερικανικό μοντέλο φάνηκε να θριαμβεύει: φιλελεύθερη δημοκρατία, ελεύθερη αγορά, τεχνολογία, παγκοσμιοποίηση, χρηματοπιστωτική ισχύς, στρατιωτική υπεροχή. Όμως, εκεί άρχισε το πρόβλημα: η νίκη του 1991 έκρυψε μια εσωτερική αποσύνθεση που είχε ήδη αρχίσει.

Ο George Packer, στο The Unwinding, περιγράφει την Αμερική όχι ως χώρα που απλώς έχασε χρήματα ή βιομηχανίες, αλλά ως κοινωνία που ξηλώθηκε. Το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο —η ιδέα ότι αν δουλέψεις, αν είσαι καλός πολίτης, αν ακολουθήσεις τους κανόνες, θα έχεις ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά σου— άρχισε να καταρρέει. Οι βιομηχανικές πόλεις μαράθηκαν. Τα συνδικάτα αποδυναμώθηκαν. Οι τοπικές κοινότητες έχασαν συνοχή. Το οργανωμένο χρήμα μπήκε βαθύτερα στην πολιτική. Η συλλογική ζωή αντικαταστάθηκε από την ατομική επιβίωση.
Η Αμερική δεν φτώχυνε απλώς. Έχασε τον κοινωνικό της ιστό. Η παλιά μεσαία τάξη, που υπήρξε η βάση της αμερικανικής σταθερότητας, άρχισε να χάνει δουλειές, κύρος και αυτοπεποίθηση. Οι εργάτες έχασαν τις βιομηχανίες τους. Οι μικρές πόλεις έχασαν τον οικονομικό τους λόγο ύπαρξης. Οι πολιτικοί έχασαν επαφή με την κοινωνία. Οι ελίτ μετατράπηκαν σε παγκοσμιοποιημένη τάξη που μιλούσε τη γλώσσα της αγοράς, της τεχνολογίας, των πανεπιστημίων και της χρηματοοικονομικής οικονομίας, ενώ μεγάλα τμήματα της χώρας αισθάνονταν εγκαταλελειμμένα. Εκεί γεννήθηκε το κενό μέσα στο οποίο θα εμφανιζόταν ο Τραμπ.

Μετά ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου. Ο Spencer Ackerman, στο Reign of Terror, υποστηρίζει ότι η εποχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» δεν σταθεροποίησε την Αμερική· την αποσταθεροποίησε. Η 11η Σεπτεμβρίου επέτρεψε στο αμερικανικό κράτος να στρατιωτικοποιήσει την πολιτική, να επεκτείνει την παρακολούθηση, να νομιμοποιήσει βασανιστήρια, μυστικές φυλακές, πολέμους χωρίς τέλος και μια μόνιμη κουλτούρα φόβου. Η εξωτερική πολιτική γύρισε πίσω στο εσωτερικό ως δηλητήριο.
Το Ιράκ και το Αφγανιστάν έγιναν σύμβολα μιας υπερδύναμης που μπορούσε να καταστρέψει, αλλά όχι να οικοδομήσει. Οι ΗΠΑ είχαν τη στρατιωτική ισχύ να ανατρέψουν καθεστώτα, αλλά δεν είχαν την πολιτική σοφία να δημιουργήσουν σταθερή τάξη. Οι πόλεμοι κόστισαν τρισεκατομμύρια, τραυμάτισαν την αμερικανική κοινωνία, ενίσχυσαν τη δυσπιστία προς το κράτος και αποκάλυψαν ότι οι ηγεσίες μπορούσαν να ψεύδονται, να αποτυγχάνουν και να μην πληρώνουν ποτέ το κόστος.
Ο Τραμπ δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήρθε όταν η παγκοσμιοποίηση είχε αφήσει πίσω της ηττημένους, όταν οι πόλεμοι είχαν καταστρέψει την εμπιστοσύνη στους ειδικούς, όταν τα μέσα ενημέρωσης και τα κόμματα θεωρούνταν διεφθαρμένα, όταν μεγάλα τμήματα της λευκής εργατικής και μικρομεσαίας Αμερικής αισθάνονταν ότι έχασαν χώρα, δουλειά, φωνή και αξιοπρέπεια. Ο Τραμπ είπε σε αυτή την Αμερική: «σας πρόδωσαν». Και η φράση λειτούργησε, επειδή εκατομμύρια άνθρωποι είχαν ήδη ζήσει την προδοσία.
Αυτή είναι η Αμερική του σήμερα: μια χώρα με τεράστια ισχύ, αλλά χωρίς κοινό κέντρο. Ο Packer, στο Last Best Hope, τη χωρίζει σε τέσσερις ανταγωνιστικές αφηγήσεις: την Free America της αγοράς, της ατομικής ελευθερίας και της απορρύθμισης· τη Smart America των μορφωμένων ελίτ, των πανεπιστημίων, της Silicon Valley και της αξιοκρατικής αυταρέσκειας· τη Real America της τραμπικής, αγροτικής ή μικροαστικής οργής· και τη Just America της προοδευτικής ταυτότητας, της φυλής, του φύλου, της ιστορικής ενοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Καμία από αυτές τις Αμερικές δεν μπορεί σήμερα να ενώσει τη χώρα. Η Free America διαλύει την κοινωνική συνοχή στο όνομα της αγοράς. Η Smart America περιφρονεί όσους δεν μπήκαν στην τάξη των επιτυχημένων. Η Real America μετατρέπει την οργή σε μνησικακία και συνωμοσία. Η Just America βλέπει την κοινωνία κυρίως ως πεδίο καταπίεσης και ενοχής. Έτσι η Αμερική μένει χωρίς κοινό εθνικό αφήγημα.
Από εδώ πρέπει να πάμε προς τα πίσω. Διότι η σημερινή παρακμή δεν είναι τυχαία. Είναι η επιστροφή όλων των αντιφάσεων πάνω στις οποίες χτίστηκε η χώρα.

Ο Howard Zinn, στην Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών, γράφει την αμερικανική ιστορία από την ανάποδη πλευρά. Όχι από την πλευρά των προέδρων, των στρατηγών, των τραπεζιτών, των ιδρυτών-πατέρων και των μεγάλων κρατικών αφηγήσεων, αλλά από την πλευρά εκείνων που συνήθως μένουν στην υποσημείωση: Ινδιάνοι, σκλάβοι, εργάτες, γυναίκες, φτωχοί αγρότες, μετανάστες, αντιρρησίες, απεργοί, στρατιώτες που στάλθηκαν να πολεμήσουν.
Στον Ζιν, η Αμερική δεν γεννιέται αθώα. Δεν αρχίζει ως καθαρό ιδεώδες ελευθερίας. Αρχίζει με κατάκτηση. Η άφιξη των Ευρωπαίων δεν παρουσιάζεται ως ηρωική ανακάλυψη, αλλά ως αρχή μιας μεγάλης βίας εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών. Ο Κολόμβος, οι Ισπανοί κατακτητές και αργότερα οι Άγγλοι άποικοι εμφανίζονται όχι ως απλοί πρωτοπόροι, αλλά ως φορείς απληστίας, δουλείας, αρπαγής γης και μαζικής εξόντωσης. Η Αμερική γεννιέται πάνω στην καταστροφή των ινδιάνικων κοινωνιών.

Ακόμη και η Αμερικανική Επανάσταση, στον Ζιν, δεν είναι αθώα. Δεν την αρνείται. Αλλά την απομυθοποιεί. Οι αποικιακές ελίτ ήθελαν ανεξαρτησία από τη Βρετανία, αλλά όχι πραγματική κοινωνική ισότητα. Ήθελαν να απαλλαγούν από την αυτοκρατορική εξουσία του Λονδίνου, όχι να δώσουν εξουσία στους φτωχούς, στους σκλάβους, στις γυναίκες ή στους ιθαγενείς. Η φράση «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι» υπήρξε ιστορικά μεγάλη, αλλά στην πράξη αφορούσε κυρίως λευκούς άνδρες με ιδιοκτησία.
Αυτή είναι η Αμερική του Ζιν: όχι ένας καθαρός ναός ελευθερίας, αλλά ένα πεδίο μάχης. Και γι’ αυτό το βιβλίο του μοιάζει με κατηγορητήριο. Όχι για να πει ότι η Αμερική δεν έχει ελευθερία, αλλά για να δείξει πόσο αίμα χρειάστηκε για να γίνει πραγματική κάθε φορά ένα κομμάτι αυτής της ελευθερίας. Η ιστορία του Ζιν είναι ιστορία των «από κάτω», εκείνων που πλήρωσαν το κόστος της αμερικανικής ισχύος.

Αλλά αν ο Ζιν μάς δείχνει την Αμερική από κάτω, ο Paul Kennedy μάς δείχνει την Αμερική μέσα στη μεγάλη ιστορία των αυτοκρατοριών. Στο The Rise and Fall of the Great Powers, η βασική ιδέα είναι ότι η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική βάση και στις στρατιωτικές-γεωπολιτικές υποχρεώσεις τους. Όταν μια δύναμη αναλαμβάνει περισσότερα από όσα μπορεί να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμα, μπαίνει σε τροχιά σχετικής παρακμής. Αυτό είναι το σχήμα της αυτοκρατορικής υπερέκτασης.
Ο Kennedy δεν βλέπει την ισχύ ως απλό στρατό. Τη βλέπει ως οικονομία που μπορεί να στηρίξει στρατό. Η μεγάλη δύναμη ανεβαίνει όταν η παραγωγική βάση, η τεχνολογία, τα δημόσια οικονομικά και η στρατηγική της βρίσκονται σε ισορροπία. Πέφτει όταν μπερδεύει τη δόξα με την αντοχή, την επέκταση με τη δύναμη και τις στρατιωτικές δεσμεύσεις με την πραγματική ισχύ.
Η Αμερική του 19ου αιώνα ανεβαίνει ακριβώς επειδή έχει τεράστια ηπειρωτική βάση, πρώτες ύλες, πληθυσμό, τεχνολογία, αγορά ηπειρωτικής κλίμακας και προστασία από μεγάλους εξωτερικούς κινδύνους. Δεν είναι εγκλωβισμένη όπως οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σε συνεχείς πολέμους στην ίδια της τη γειτονιά. Αναπτύσσεται πίσω από ωκεανούς. Και όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αυτοκαταστρέφονται στους δύο παγκοσμίους πολέμους, η Αμερική βγαίνει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως η μία από τις δύο πραγματικά παγκόσμιες δυνάμεις.
Μετά το 1945 η Αμερική έχει τη μεγαλύτερη οικονομική, τεχνολογική και παραγωγική βάση. Η Σοβιετική Ένωση έχει στρατιωτική ισχύ και γεωπολιτικό βάθος, αλλά πιο δύσκαμπτη οικονομία. Ο Ψυχρός Πόλεμος γίνεται αγώνας αντοχής. Ποιος μπορεί να αντέξει το κόστος του ανταγωνισμού χωρίς να καταστρέψει την εσωτερική του βάση; Η Σοβιετική Ένωση δεν άντεξε. Η Αμερική νίκησε.
Στο The United States of War, ο Vine υποστηρίζει ότι οι αμερικανικοί πόλεμοι δεν είναι μεμονωμένα λάθη. Είναι σύστημα. Ο πόλεμος δεν είναι παρέκκλιση στην αμερικανική ιστορία· είναι δομή, μηχανισμός και σχεδόν μόνιμη κατάσταση. Οι ΗΠΑ πολεμούν τόσο συχνά όχι μόνο λόγω εξωτερικών εχθρών, αλλά επειδή έχουν δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα ισχύος, συμφερόντων, βάσεων, ιδεολογίας και πολιτικής κουλτούρας που αναπαράγει τον πόλεμο.
Το κεντρικό εργαλείο αυτού του συστήματος είναι το παγκόσμιο δίκτυο αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων. Οι βάσεις δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των πολέμων. Είναι ένας από τους λόγους που οι πόλεμοι γίνονται. Κάνουν την επέμβαση ευκολότερη, γρηγορότερη, τεχνικά εφικτή και πολιτικά διαχειρίσιμη. Όταν μια υπερδύναμη έχει στρατιωτική υποδομή παντού, ο πόλεμος γίνεται πάντα διαθέσιμη επιλογή.

Ο Vine περιγράφει έναν φαύλο κύκλο: δημιουργείται βάση για λόγους ασφάλειας· η βάση αλλάζει τις τοπικές ισορροπίες· προκαλεί αντιδράσεις· οι αντιδράσεις παρουσιάζονται ως απειλές· και η απάντηση είναι περισσότερη στρατιωτική παρουσία. Έτσι οι βάσεις που υποτίθεται ότι σταθεροποιούν μια περιοχή συχνά την κάνουν μόνιμη ζώνη έντασης.
Το εσωτερικό κόστος είναι τεράστιο. Τρισεκατομμύρια δολάρια πήγαν σε πολέμους που δεν κερδήθηκαν, σε επεμβάσεις που δεν σταθεροποίησαν περιοχές, σε συστήματα που δεν έφεραν πραγματική ασφάλεια. Αυτά τα χρήματα δεν πήγαν στη δημόσια υγεία, στις υποδομές, στην παιδεία, στην κοινωνική πρόνοια. Η Αμερική επέλεξε επί δεκαετίες κράτος πολέμου αντί για κράτος πρόνοιας.
Και όμως, η Αμερική δεν βλέπει τον εαυτό της ως αυτοκρατορία. Ο Henry Kissinger στο Diplomacy εξηγεί ότι η Αμερική δυσκολεύεται διαχρονικά να σκεφτεί με όρους ψυχρού συμφέροντος. Δεν βλέπει τον εαυτό της ως κανονικό κράτος ανάμεσα σε άλλα κράτη, αλλά ως φορέα οικουμενικών αξιών. Από τον Ουάσιγκτον μέχρι τον Γούντροου Ουίλσον, η Αμερική ταλαντεύεται ανάμεσα στον απομονωτισμό και στη σταυροφορία: ή θέλει να μείνει μακριά από τον κόσμο για να προστατεύσει την καθαρότητά της ή θέλει να μεταμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τις αρχές της.
Ο Kissinger, ως ρεαλιστής, ξέρει ότι η διεθνής τάξη δεν υπάρχει από μόνη της. Χτίζεται από κράτη, ηγέτες, πολέμους, συμβιβασμούς, ισορροπίες και συχνά από τραγωδίες. Στον πυρήνα του βιβλίου του βρίσκεται η αντίθεση ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό. Ο ρεαλισμός βλέπει κράτη, ισχύ, συμφέρον, ασφάλεια, επιβίωση. Ο ιδεαλισμός βλέπει αρχές, νόμους, συλλογική ασφάλεια, δημοκρατία και ηθικούς κανόνες. Ο Kissinger δεν απορρίπτει την ηθική. Αλλά προειδοποιεί ότι η ηθική χωρίς στρατηγική μπορεί να γίνει καταστροφική.
Γι’ αυτό δίνει σημασία στον Ρισελιέ, στον Μέτερνιχ, στο Συνέδριο της Βιέννης, στην ισορροπία δυνάμεων. Για τον Kissinger, οι μεγάλοι διπλωμάτες δεν είναι όσοι φωνάζουν τα πιο ηθικά συνθήματα, αλλά όσοι καταλαβαίνουν τον κόσμο όπως είναι. Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται μόνο με καλές προθέσεις. Χρειάζεται ισχύ, μέτρο, νομιμοποίηση, ιστορική μνήμη και συμβιβασμός.
Η Αμερική, όμως, συχνά έκανε το αντίθετο. Έντυσε την ισχύ της με ηθική γλώσσα. Είδε τις επεμβάσεις της ως αποστολές εκδημοκρατισμού. Είδε τους πολέμους της ως άμυνα της ελευθερίας. Είδε την παγκόσμια παρουσία της ως φυσικό δικαίωμα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι αξίες δεν έχουν σημασία. Το πρόβλημα είναι ότι όταν μια δύναμη πιστεύει πως οι αξίες της την απαλλάσσουν από τα όρια της πραγματικότητας, τότε η ηθική γίνεται ιδεολογικό κάλυμμα της υπερέκτασης.
Στο Who Are We?, ο Samuel Huntington δεν ρωτά πρώτα τι κάνει η Αμερική στον κόσμο. Ρωτά τι είναι η Αμερική ως έθνος. Το βασικό του ερώτημα είναι αν ένα κράτος μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως έθνος όταν χάνει την κοινή πολιτισμική του βάση.

Για τον Χάντινγκτον, οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς ένα κράτος θεσμών, νόμων και οικονομικών συμφερόντων. Υπήρξαν έθνος με συγκεκριμένο πολιτισμικό πυρήνα: αγγλική γλώσσα, βρετανικό θεσμικό υπόβαθρο, προτεσταντική ηθική, ατομική ευθύνη, εργασία, κοινοτική αυτοοργάνωση, νόμος, αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση και θρησκευτική σοβαρότητα. Από εκεί προέκυψε το American Creed: ελευθερία, ισότητα ευκαιριών, ατομικισμός, αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, κράτος δικαίου και ιδιωτική ιδιοκτησία.
Το κρίσιμο σημείο του Χάντινγκτον είναι ότι αυτό το αμερικανικό πιστεύω δεν γεννήθηκε στο κενό. Γεννήθηκε μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό. Η Αμερική, λέει, δεν είναι απλώς «έθνος μεταναστών». Οι πρώτοι Αγγλοπροτεστάντες δεν ήταν μετανάστες που εντάχθηκαν σε μια υπάρχουσα κοινωνία· ήταν ιδρυτές που δημιούργησαν μια κοινωνία. Οι μεταγενέστεροι μετανάστες ενσωματώθηκαν σε αυτόν τον κορμό. Άρα η Αμερική δεν ήταν ουδέτερο δοχείο. Ήταν πολιτισμικό σύστημα που ζητούσε αφομοίωση.
Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, κατά τον Χάντινγκτον, οι ΗΠΑ έχασαν τον εξωτερικό εχθρό που κρατούσε ενωμένη την εθνική τους ταυτότητα. Όσο υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, η Αμερική ήξερε ποια είναι επειδή ήξερε απέναντι σε ποιον στέκεται. Μετά το 1991, το ερώτημα «ποιοι είμαστε;» έγινε ξανά πιεστικό. Η 11η Σεπτεμβρίου ξαναξύπνησε προσωρινά τον πατριωτισμό, αλλά δεν έλυσε το βαθύτερο πρόβλημα.
Ο Χάντινγκτον βλέπει τρεις απειλές: την αποεθνικοποίηση των ελίτ, την πολυπολιτισμικότητα ως ιδεολογία και τη μαζική ισπανόφωνη, κυρίως μεξικανική, μετανάστευση. Η πιο ενδιαφέρουσα για τη σημερινή κρίση είναι η πρώτη: οι ελίτ σκέφτονται όλο και λιγότερο ως Αμερικανοί και όλο και περισσότερο ως παγκόσμιοι διαχειριστές. Έτσι δημιουργείται χάσμα ανάμεσα στον πατριωτικό λαό και στις κοσμοπολίτικες ελίτ.
Σήμερα, μετά τον Τραμπ, αυτό μοιάζει προφητικό. Η Αμερική δεν διχάστηκε μόνο λόγω οικονομίας. Διχάστηκε επειδή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας πίστεψε ότι οι ελίτ δεν ανήκουν πια στο ίδιο εθνικό «εμείς». Ότι κυβερνούν μια χώρα την οποία πολιτισμικά περιφρονούν. Ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για αγορές, πανεπιστήμια, διεθνείς θεσμούς και παγκόσμια γλώσσα δικαιωμάτων παρά για τον εργάτη του Οχάιο, τον αγρότη της Αϊόβα, τον μικροαστό της Πενσυλβάνιας, τον βετεράνο των ατελείωτων πολέμων.
Ο Χάντινγκτον δεν προτείνει φυλετική Αμερική. Προτείνει πολιτισμική αφομοίωση. Το ζήτημα, για εκείνον, δεν είναι το αίμα, αλλά η κοινή γλώσσα, η κοινή ιστορική μνήμη, το American Creed, η πατριωτική παιδεία και η αίσθηση ότι όλοι ανήκουν στο ίδιο «εμείς». Αν αυτό χαθεί, οι ΗΠΑ δεν θα πάψουν αναγκαστικά να υπάρχουν ως κράτος. Θα πάψουν όμως να είναι το ίδιο έθνος.
Αυτό είναι το κέντρο του σημερινού αμερικανικού προβλήματος. Ο Ζιν λέει: η συνοχή χτίστηκε πάνω σε βία και αποκλεισμούς. Ο Χάντινγκτον λέει: χωρίς συνοχή δεν υπάρχει έθνος. Ο Kennedy λέει: χωρίς ισορροπία ανάμεσα σε οικονομία και στρατηγικές υποχρεώσεις, η μεγάλη δύναμη παρακμάζει. Ο Vine λέει: η Αμερική έχει μετατρέψει τον πόλεμο σε σύστημα. Ο Kissinger λέει: η Αμερική δυσκολεύεται να συνδυάσει ηθική και ρεαλισμό. Ο Packer και ο Ackerman λένε: μετά το 1991, η Αμερική κέρδισε τον κόσμο αλλά έχασε τον εαυτό της.
Και έτσι φτάνουμε στην επέτειο των 250 χρόνων.
Η Αμερική του 1776 γεννήθηκε ως υπόσχεση. Η Αμερική του 2026 στέκεται μπροστά στην κρίση αυτής της υπόσχεσης. Δεν είναι η πρώτη αυτοκρατορία που φτάνει σε αυτό το σημείο. Όλες οι μεγάλες δυνάμεις κάποτε μπερδεύουν την αποστολή με την υπερέκταση, την ισχύ με την αλαζονεία, την ηγεμονία με το πεπρωμένο. Η διαφορά είναι ότι η Αμερική δεν υπήρξε απλώς αυτοκρατορία. Υπήρξε ιδέα. Και οι ιδέες πέφτουν πιο δύσκολα, αλλά όταν ραγίσουν, ο θόρυβος είναι μεγαλύτερος.
Στις 4 Ιουλίου θα ακουστούν λόγια για ελευθερία. Και σωστά. Η Αμερική έδωσε στον κόσμο μεγάλες ιδέες, μεγάλους θεσμούς, μεγάλες μάχες για δικαιώματα, τεράστια επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, ανεπανάληπτη πολιτισμική ενέργεια. Αλλά η επέτειος δεν μπορεί να είναι μόνο ύμνος. Πρέπει να είναι και λογαριασμός.
Διότι η Αμερική δεν παρακμάζει επειδή έχασε έναν πόλεμο. Παρακμάζει επειδή χάνει την ικανότητα να λέει την αλήθεια στον εαυτό της. Να παραδεχθεί ότι η ελευθερία της χτίστηκε μαζί με δουλεία. Ότι η δημοκρατία της συνυπήρξε με αποκλεισμό. Ότι η ισχύς της έγινε συχνά αυτοκρατορική βία. Ότι η παγκόσμια αποστολή της έγινε υπερέκταση. Ότι οι ελίτ της αποσπάστηκαν από τον λαό. Ότι οι πόλεμοί της γύρισαν πίσω ως εσωτερική δηλητηρίαση. Ότι η αγορά της διέλυσε κοινότητες. Ότι η ταυτότητά της έγινε πεδίο μάχης.
Η Αμερική είναι ακόμη ισχυρή. Αλλά η δύναμη χωρίς συνοχή είναι φθορά. Η στρατιωτική υπεροχή χωρίς κοινωνική εμπιστοσύνη είναι κέλυφος. Η οικονομία χωρίς κοινό σκοπό είναι αγορά, όχι πατρίδα. Και η ελευθερία χωρίς αλήθεια γίνεται τελετουργία.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα των 250 χρόνων να μην είναι αν η Αμερική υπήρξε μεγάλη. Υπήρξε. Ούτε αν υπήρξε βίαιη. Υπήρξε. Ούτε αν υπήρξε ελεύθερη. Υπήρξε και αυτό, αλλά ποτέ για όλους από την αρχή.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Μπορεί μια χώρα που χτίστηκε πάνω στην υπόσχεση της ελευθερίας, αλλά μεγάλωσε ως αυτοκρατορία, να ξαναβρεί ένα κοινό “εμείς” χωρίς να πει ψέματα για τον εαυτό της;
Αν μπορεί, τότε τα 250 χρόνια δεν θα είναι απλώς επέτειος. Θα είναι αρχή ανανέωσης.
Αν δεν μπορεί, τότε η 4η Ιουλίου 2026 θα είναι κάτι πιο πικρό: η γιορτή μιας χώρας που ακόμη φωτίζει τον κόσμο, αλλά δεν ξέρει αν φωτίζει αυγή ή ηλιοβασίλεμα.
anixneuseis.gr
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
Αναλύσεις
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;
Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.
Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.
Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.
Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής
Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.
Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά
Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.
Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.
Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.
IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.
Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.
«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.
Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή
Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.
Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.
GEOPOLITICO
EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας
Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.
Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.
Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.
Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.
Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.
Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.
Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.
Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας
Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.
Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.
Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.
Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.
Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα
Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.
Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.
Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.
Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.
Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι
Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.
Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.
Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.
Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.
Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις
Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.
Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης
Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.
Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.
Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.
Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.
Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.
Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.
Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
