Αναλύσεις
Λάρι Τζόνσον: Βρετανία και Γερμανία παίζουν με τη φωτιά – Έρχεται ρωσική απάντηση;
Ο πρώην αναλυτής της CIA μίλησε στον Νίκο Παπαδάτο για την κλιμάκωση στην Ουκρανία, τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης Ρωσίας–ΝΑΤΟ, τις επιθέσεις σε ελληνόκτητα πλοία, την επανάσταση των drones και τα μέτωπα Ιράν–Κίνας
Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία και τις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση παρουσίασε ο πρώην αναλυτής της CIA και πρώην αξιωματούχος του Γραφείου Αντιτρομοκρατίας του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Λάρι Τζόνσον, στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Νίκο Παπαδάτο και την εκπομπή «Diplomatic Front».
Ο Αμερικανός αναλυτής εκτίμησε ότι η σύγκρουση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια ενός πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Κατά την άποψή του, η Μόσχα αντιμετώπιζε από την αρχή την ουκρανική κρίση ως έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων με το ΝΑΤΟ, στον οποίο η Ουκρανία χρησιμοποιήθηκε ως το ενδιάμεσο μέσο άσκησης στρατιωτικής πίεσης κατά της Ρωσίας.
«Η Ρωσία πέρασε από την ειδική επιχείρηση στον πόλεμο»
Σύμφωνα με τον Τζόνσον, η ουσιαστική μεταβολή των τελευταίων μηνών είναι ότι η Ρωσία εγκαταλείπει σταδιακά τους περιορισμούς της λεγόμενης «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» και περνά σε κανονική πολεμική βάση, διευρύνοντας τόσο τη γεωγραφία όσο και την ένταση των επιχειρήσεών της.
Όπως υποστήριξε, ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι ρωσικές δυνάμεις επικέντρωναν τις προσπάθειές τους σε έναν κύριο άξονα –αρχικά στο Μπαχμούτ, κατόπιν στην Αβντίιβκα και στη συνέχεια προς το Ποκρόφσκ– σήμερα επιχειρούν ταυτόχρονα σε πολλές περιοχές. Αναφέρθηκε ειδικότερα στις κατευθύνσεις του Σούμι, του Χαρκόβου, του Ντονέτσκ, του Ντνιπροπετρόφσκ, της Ζαπορίζια, της Χερσώνας και της Οδησσού.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στις επιχειρήσεις γύρω από το Σλαβιάνσκ και το Κραματόρσκ, τις οποίες χαρακτήρισε ως τις τελευταίες μεγάλες ουκρανικές αμυντικές θέσεις στο Ντονέτσκ. Διατύπωσε, μάλιστα, την εκτίμηση ότι ενδεχόμενη κατάληψή τους θα αποτελούσε καίριο πλήγμα για τη συνολική ουκρανική πολεμική προσπάθεια.
Παράλληλα, συνέδεσε τη σκλήρυνση της ρωσικής στάσης με τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικούς στόχους και υποστήριξε ότι η Μόσχα περιορίζει πλέον συστηματικά τη δυνατότητα ανεφοδιασμού και εξαγωγών της Ουκρανίας μέσω της Οδησσού και των λιμανιών του Δούναβη.
Κατά τον Τζόνσον, τα περιθώρια διαπραγμάτευσης στενεύουν δραματικά, καθώς η ρωσική ηγεσία εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο διατεθειμένη να αποδεχθεί προτάσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη τη στρατιωτική κατάσταση επί του πεδίου.
Προειδοποίηση για ρωσικά πλήγματα στη Βρετανία
Το πλέον ηχηρό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε τη Μεγάλη Βρετανία. Ο πρώην αναλυτής της CIA χαρακτήρισε τη βρετανική πολιτική εξαιρετικά προκλητική και προειδοποίησε ότι, εφόσον συνεχιστεί η υποστήριξη επιθέσεων εναντίον ρωσικού εδάφους, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια ρωσική απάντηση κατά στρατιωτικών ή βιομηχανικών εγκαταστάσεων μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Κατά την εκτίμησή του, η Μόσχα θα μπορούσε αρχικά να επιλέξει επιχειρήσεις δολιοφθοράς εναντίον εργοστασίων που παράγουν οπλικά συστήματα τα οποία χρησιμοποιούνται κατά της Ρωσίας. Ωστόσο, υποστήριξε ότι η κατάσταση κινείται σταδιακά προς την κατεύθυνση περισσότερο άμεσων στρατιωτικών πληγμάτων.
Ο Τζόνσον αναφέρθηκε και στον ρωσικό βαλλιστικό πύραυλο Ορέσνικ, τον οποίο παρουσίασε ως ένα ενδιάμεσο μέσο ισχυρότατης συμβατικής ανταπόδοσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιου είδους όπλα προσφέρουν στη Ρωσία τη δυνατότητα να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές χωρίς να περάσει το κατώφλι της χρήσης πυρηνικών όπλων.
«Άλλο οι δηλώσεις της Γερμανίας και άλλο οι δυνατότητές της»
Σχολιάζοντας τα γερμανικά σχέδια για την ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου συστήματος πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ο Τζόνσον εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς τις πραγματικές δυνατότητες του Βερολίνου.
Υποστήριξε ότι πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στις πολιτικές εξαγγελίες και στην ικανότητα μιας χώρας να τις μετατρέψει σε επιχειρησιακή πραγματικότητα. Έθεσε ως βασικά προβλήματα τη βιομηχανική αποδυνάμωση της Γερμανίας, αλλά και την εξάρτησή της από κρίσιμες πρώτες ύλες και σπάνιες γαίες προερχόμενες από την Κίνα.
Παρά ταύτα, προειδοποίησε ότι η συνέχιση της συγκρουσιακής πολιτικής από τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία μπορεί τελικά να προκαλέσει την αντίδραση που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να αποτρέψουν. Όπως είπε, η Ρωσία φαίνεται να πλησιάζει στα όρια της υπομονής της, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες δεν διαθέτουν, κατά την άποψή του, τις στρατιωτικές δυνατότητες για μια μακρά και άμεση αντιπαράθεση μαζί της.
Οι επιθέσεις σε ελληνόκτητα πλοία και η στάση της Αθήνας
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η αναφορά στις επιθέσεις εναντίον ελληνόκτητων δεξαμενόπλοιων στη Μαύρη Θάλασσα και στις επιπτώσεις της αποσταθεροποίησης για την ελληνική ναυτιλία.
Ερωτηθείς από τον Νίκο Παπαδάτο εάν τέτοιες ενέργειες μπορούν να ερμηνευθούν ως επίθεση κατά των ελληνικών οικονομικών και ναυτιλιακών συμφερόντων, ο Τζόνσον απάντησε καταφατικά. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν «πράξη πολέμου», διευκρινίζοντας όμως ότι η πραγματική πολιτική βαρύτητα μιας τέτοιας ενέργειας εξαρτάται τελικά από την αντίδραση της χώρας που πλήττεται.
«Η Ελλάδα φαίνεται να μην ανησυχεί», παρατήρησε αιχμηρά, αφήνοντας σαφείς αιχμές για την απουσία ουσιαστικής ελληνικής αντίδρασης.
Από την πλευρά του, ο Νίκος Παπαδάτος υπογράμμισε ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης και της στάσης της ελληνικής κοινωνίας. Άσκησε κριτική στην επιλογή της Αθήνας να ακολουθεί χωρίς σαφές στρατηγικό βάθος τη γραμμή στήριξης του Κιέβου, τη στιγμή που ελληνικά οικονομικά και ναυτιλιακά συμφέροντα εκτίθενται σε ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους.
Πώς τα drones άλλαξαν το πεδίο της μάχης
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στην επανάσταση των μη επανδρωμένων συστημάτων. Ο Τζόνσον ξεκαθάρισε ότι τα drones έχουν μεταμορφώσει τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων, όχι όμως και τους βαθύτερους παράγοντες που καθορίζουν τη στρατηγική έκβαση ενός πολέμου.
Η συνεχής επιτήρηση του πεδίου και η μετάδοση πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο επιτρέπουν στους διοικητές να εντοπίζουν άμεσα συγκεντρώσεις προσωπικού και να εξαπολύουν επιθέσεις με μεγάλη ακρίβεια. Αυτό έχει καταστήσει εξαιρετικά επικίνδυνη τη συγκέντρωση μεγάλων στρατιωτικών τμημάτων, υποχρεώνοντας τις δυνάμεις να διασπείρονται σε μικρές ομάδες ακόμη και τριών έως πέντε ανδρών.
Τα drones μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν εναντίον χαρακωμάτων, οχυρώσεων και καταφυγίων, αναλαμβάνοντας αποστολές που παλαιότερα απαιτούσαν την άμεση έκθεση στρατιωτών στα εχθρικά πυρά. Με αυτόν τον τρόπο, κατά τον Τζόνσον, μειώνουν ενδεχομένως τις απώλειες του επιτιθέμενου και αυξάνουν την πίεση στον αμυνόμενο.
Απέρριψε, όμως, την άποψη ότι τα μη επανδρωμένα συστήματα αποτελούν το «μαγικό όπλο» που μπορεί από μόνο του να ανατρέψει την πορεία του πολέμου υπέρ της Ουκρανίας. Όπως σημείωσε, το πυροβολικό εξακολουθεί να αποτελεί τον κύριο παράγοντα καταστροφής στο πεδίο, ακολουθούμενο από τις κατευθυνόμενες βόμβες ολίσθησης, τους πυραύλους και τα drones.
Το πυρηνικό σενάριο στο Ιράν
Η συνέντευξη επεκτάθηκε και στο ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν. Ο Λάρι Τζόνσον χαρακτήρισε εξαιρετικά απίθανη τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων από την Ουάσιγκτον, προειδοποίησε όμως ότι μια τέτοια απόφαση θα άνοιγε ένα ανεξέλεγκτο «κουτί της Πανδώρας».
Κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσε να ακολουθήσει μαζική πυραυλική επίθεση κατά του Ισραήλ, πιθανή εμπλοκή του Πακιστάν και αναθεώρηση της πυρηνικής στάσης της Ρωσίας και της Κίνας. Υποστήριξε επίσης ότι η Μόσχα θα μπορούσε να θεωρήσει ως άμεση απειλή τα συστήματα Aegis που βρίσκονται στην Πολωνία και τη Ρουμανία και να κινηθεί για την εξουδετέρωσή τους.
Ο Τζόνσον εκτίμησε ότι η Τεχεράνη έχει ήδη επιτύχει έναν βασικό στρατηγικό στόχο: να επιβιώσει, να διατηρήσει λειτουργική την οικονομία και το κράτος της και να αποδείξει ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί εύκολα να της επιβάλει πολιτική αλλαγή. Επισήμανε ακόμη ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών συναλλαγών πραγματοποιείται εκτός δολαρίου, κυρίως μέσω του κινεζικού γουάν, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών οικονομικών κυρώσεων.
«Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διεξαγάγουν παρατεταμένο πόλεμο με την Κίνα»
Αναφερόμενος, τέλος, στη σχεδιαζόμενη μετατόπιση του αμερικανικού ενδιαφέροντος προς τον Ινδοειρηνικό, ο πρώην αναλυτής της CIA αμφισβήτησε ευθέως τις δυνατότητες της Ουάσιγκτον να αντιμετωπίσει στρατιωτικά την Κίνα.
Υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων στην περιοχή και ότι μεγάλο μέρος των ναυτικών μέσων τους είναι ευάλωτο, καταπονημένο ή ανεπαρκές για μια παρατεταμένη αντιπαράθεση. Κατά την εκτίμησή του, η μόνη πραγματικά σοβαρή απειλή που μπορούν να προβάλουν απέναντι στην Κίνα είναι τα πυρηνοκίνητα υποβρύχιά τους.
Συνοψίζοντας, ο Τζόνσον συνέδεσε τα μέτωπα της Ουκρανίας και του Ιράν ως διαφορετικές εκφάνσεις της προσπάθειας των ΗΠΑ να προβάλουν στρατιωτική και πολιτική ισχύ. Και στις δύο περιπτώσεις, υποστήριξε, έχουν αποκαλυφθεί τα όρια της αμερικανικής ισχύος και η αυξανόμενη δυσκολία της Δύσης να επιβάλει μονομερώς τις επιλογές της.
Αναλύσεις
Η Ινδία επιχειρεί να ανακόψει την Κίνα στους BRICS – Ο αγώνας για την ηγεσία του Παγκόσμιου Νότου
Μια διαφορετική ανάγνωση του ρόλου της Ινδίας στους BRICS παρουσιάζει ανάλυση του Imran Khurshid στο Middle East Forum, λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής στο Νέο Δελχί. Σύμφωνα με τον αναλυτή, το πραγματικό διακύβευμα για την Ινδία είναι να εμποδίσει την Κίνα να μονοπωλήσει την εκπροσώπηση του Παγκόσμιου Νότου και παράλληλα να αποτρέψει τη μετατροπή των BRICS σε έναν ανοιχτά αντιδυτικό συνασπισμό υπό την επιρροή Πεκίνου, Μόσχας και Τεχεράνης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ισορροπίες στο αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα παρουσιάζει η ανάλυση του Imran Khurshid στο Middle East Forum, ενόψει της 18ης Συνόδου Κορυφής των BRICS, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Νέο Δελχί στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου 2026.
Ο αναλυτής υποστηρίζει ότι η Ινδία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη στρατηγική εξίσωση: από τη μία πλευρά επιδιώκει να εδραιωθεί ως ηγετική δύναμη του Παγκόσμιου Νότου και από την άλλη δεν επιθυμεί οι BRICS να εξελιχθούν σε μέτωπο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και συνολικά τη Δύση.
Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκεται αναπόφευκτα η αντιπαλότητα με την Κίνα.
Η μάχη για το ποιος θα εκφράσει τον Παγκόσμιο Νότο
Η Σύνοδος πραγματοποιείται σε μία περίοδο κατά την οποία βαθαίνουν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Βορρά και Νότου αλλά και Ανατολής και Δύσης.
Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη παραμένουν ανοικτοί, ενώ πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενο χρέος και κίνδυνο δημοσιονομικών κρίσεων.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα διευρύνει συστηματικά το οικονομικό και στρατηγικό της αποτύπωμα στον αναπτυσσόμενο κόσμο μέσω χρηματοδοτήσεων, κατασκευής υποδομών και μιας σειράς διεθνών πρωτοβουλιών.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η διαδικασία αυτή δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης και επιτρέπει στο Πεκίνο να διαμορφώνει σταδιακά το στρατηγικό περιβάλλον προς όφελός του.
Ακριβώς σε αυτό το πεδίο επιχειρεί να παρουσιάσει μια διαφορετική πρόταση η Ινδία.
Η ινδική απάντηση στην κινεζική «διπλωματία του χρέους»
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ινδία επέλεξε ως κεντρικό θέμα της φετινής προεδρίας των BRICS το «Building for Resilience, Innovation, Cooperation and Sustainability», δηλαδή την οικοδόμηση ανθεκτικότητας, καινοτομίας, συνεργασίας και βιωσιμότητας.
Το Νέο Δελχί επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη γενική γεωπολιτική αντιπαράθεση σε συγκεκριμένους μηχανισμούς συνεργασίας και ανάπτυξης.
Ο Khurshid αντιπαραβάλλει αυτή την προσέγγιση με την κινεζική πολιτική χρηματοδότησης έργων και χρέους, η οποία έχει προκαλέσει ανησυχίες για τη δημιουργία μακροχρόνιων στρατηγικών εξαρτήσεων.
Η ινδική πρόταση στηρίζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, στην προβολή ενός μοντέλου βιώσιμης, διαφανούς και υπεύθυνης ανάπτυξης χωρίς πολιτικά και στρατηγικά ανταλλάγματα.
«Χωρίς την Ινδία οι BRICS θα γίνονταν αντιδυτικός συνασπισμός»
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη θέση της ανάλυσης του Middle East Forum.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σημειώνει ο Khurshid, αντιμετώπιζαν επί χρόνια τους BRICS κυρίως μέσα από το πρίσμα της Κίνας και της Ρωσίας.
Ωστόσο, η Ινδία λειτουργεί ως δύναμη εξισορρόπησης στο εσωτερικό του σχήματος.
Η εκτίμηση του αναλυτή είναι σαφής: χωρίς την παρουσία της Ινδίας, η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν θα μπορούσαν να μετατρέψουν τους BRICS σε έναν περισσότερο ξεκάθαρο αντιδυτικό συνασπισμό.
Το Νέο Δελχί δεν επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη.
Αντιθέτως, επιχειρεί να διατηρήσει τους BRICS ως πλατφόρμα διαλόγου και πρακτικής συνεργασίας, αποφεύγοντας να τους μετατρέψει σε γεωπολιτικό αντίπαλο του δυτικού κόσμου.
Η Ινδία δεν θέλει πόλεμο κατά του δολαρίου
Χαρακτηριστική είναι και η στάση του Νέου Δελχί απέναντι στην πολυσυζητημένη «αποδολαριοποίηση».
Η Ινδία δεν αντιμετωπίζει την αποδυνάμωση του δολαρίου ως στρατηγικό στόχο των BRICS.
Η αιτία, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι βαθύτερη από τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον.
Μία οργανωμένη προσπάθεια περιορισμού της διεθνούς κυριαρχίας του δολαρίου, χωρίς την ύπαρξη μιας αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης, θα μπορούσε τελικά να ενισχύσει δυσανάλογα την Κίνα.
Ειδικότερα, θα μπορούσε να επιταχύνει τη διεθνοποίηση του κινεζικού γουάν, δίνοντας στο Πεκίνο ακόμη μεγαλύτερη οικονομική επιρροή.
Για την Ινδία, η αντικατάσταση της αμερικανικής νομισματικής κυριαρχίας από μια κινεζική δεν αποτελεί ελκυστική προοπτική.
Οι BRICS δεν είναι τόσο ενωμένοι όσο φαίνονται
Η ανάλυση αποδομεί παράλληλα την εικόνα ενός συμπαγούς στρατοπέδου των BRICS.
Η εσωτερική ενότητα του σχήματος χαρακτηρίζεται ουσιαστικά ως ψευδαίσθηση.
Ινδία και Κίνα είναι στρατηγικοί ανταγωνιστές. Ιράν και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν διαφορετικά και σε ορισμένα πεδία ανταγωνιστικά περιφερειακά συμφέροντα. Τα κράτη-μέλη διαθέτουν διαφορετικά πολιτικά συστήματα, οικονομικές προτεραιότητες και διεθνείς συμμαχίες.
Οι αποκλίσεις τους γίνονται ακόμη μεγαλύτερες όταν καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι σε μεγάλες διεθνείς κρίσεις.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η επίτευξη ουσιαστικής κοινής διακήρυξης στη Σύνοδο του Νέου Δελχί μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη.
Ο ρόλος της Ινδίας ως «γέφυρα»
Η στρατηγική που αποδίδει το Middle East Forum στην Ινδία είναι εκείνη της γέφυρας ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Από τη μία πλευρά, το Νέο Δελχί θέλει να ηγηθεί της προσπάθειας για μεγαλύτερη εκπροσώπηση των αναπτυσσόμενων κρατών και να ενισχύσει τη θέση του ως μία από τις σημαντικότερες φωνές του Παγκόσμιου Νότου.
Από την άλλη, η Ινδία είναι η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου και ένας ολοένα σημαντικότερος στρατηγικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων δυτικών κρατών.
Η οικονομική πραγματικότητα έχει επίσης βαρύνουσα σημασία.
Η συνέχιση της ινδικής ανάπτυξης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την πρόσβαση σε δυτικά κεφάλαια, τεχνολογία, αγορές και επενδύσεις. Συνεπώς, μια πλήρης γεωπολιτική ρήξη με τη Δύση θα ήταν αντίθετη προς τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του Νέου Δελχί.
Το δίλημμα Μόντι: Δύση χωρίς εγκατάλειψη του Παγκόσμιου Νότου
Αυτό ακριβώς συνιστά και τη μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι.
Η Ινδία δεν μπορεί να εγκαταλείψει τους BRICS, καθώς κάτι τέτοιο θα άφηνε τεράστιο πολιτικό και οικονομικό χώρο στην Κίνα να εμφανιστεί ως ο κυρίαρχος εκπρόσωπος του αναπτυσσόμενου κόσμου.
Δεν μπορεί όμως και να επιτρέψει στους BRICS να μετατραπούν σε όχημα της κινεζικής και ρωσικής αντιπαράθεσης με τη Δύση.
Για τον Khurshid, η απάντηση βρίσκεται στην προώθηση μιας πρακτικής ατζέντας που θα επικεντρώνεται στην ανάπτυξη, στη χρηματοδότηση, στο εμπόριο, στην τεχνολογία, στην ενέργεια και στην επισιτιστική ασφάλεια.
Με άλλα λόγια, η μάχη μέσα στους BRICS δεν αφορά μόνο το μέλλον του ίδιου του οργανισμού. Αφορά το ποιος θα καθορίσει την πολιτική ταυτότητα και τις προτεραιότητες του Παγκόσμιου Νότου τις επόμενες δεκαετίες.
Και σε αυτή την αναμέτρηση, σύμφωνα με την ανάλυση του Middle East Forum, ο σημαντικότερος ανταγωνισμός δεν είναι απαραιτήτως μεταξύ BRICS και Δύσης. Είναι ο ανταγωνισμός Ινδίας και Κίνας στο εσωτερικό του ίδιου του Παγκόσμιου Νότου.
GEOPOLITICO
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Ισραηλινές διαβεβαιώσεις για τεχνογνωσία και συμπαραγωγή – Ανοιχτό το ζήτημα του πηγαίου κώδικα
Το Ισραήλ επιβεβαιώνει τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο φιλόδοξο πρόγραμμα των 3,035 δισ. ευρώ και κάνει λόγο για κοινή χρήση λογισμικού. Ωστόσο, οι επίσημες τοποθετήσεις δεν απαντούν ξεκάθαρα στο κρίσιμο ερώτημα: Θα αποκτήσει η Ελλάδα πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων;
Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Διακρατικής Συμφωνίας μεταξύ του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της ισραηλινής πλευράς, το Ισραήλ παρέχει διαβεβαιώσεις για τη μεταφορά τεχνογνωσίας, την από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας, καθώς και τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στη συμπαραγωγή των οπλικών συστημάτων που θα συγκροτήσουν την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Πρόκειται για το νέο πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας της χώρας, συνολικού προϋπολογισμού 3,035 δισ. ευρώ, το οποίο φιλοδοξεί να προσφέρει προστασία τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου.
Παρά τις ισραηλινές διαβεβαιώσεις, όμως, το κρίσιμο ζήτημα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα παραμένει θολό. Η αναφορά σε «κοινή χρήση λογισμικού» δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στον κώδικα, ούτε ότι θα μπορούν να τροποποιούν, να αναβαθμίζουν και να προσαρμόζουν αυτόνομα τα συστήματα στις επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας.
Ελληνική συμμετοχή άνω του 25%
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, έχει θέσει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25%, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγικού έργου στο εγχώριο αμυντικό οικοσύστημα.
Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας, στις 31 Αυγούστου 2026, στις σχετικές διαδικασίες συμμετέχουν ήδη 19 ελληνικές εταιρείες, με το ύψος της εγχώριας συμμετοχής να υπολογίζεται σε περισσότερα από 750 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, με δυνατότητα να αποκτήσει και εξαγωγικό προσανατολισμό.
Ο διευθυντής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Μοσέ Πατέλ, επιβεβαίωσε ότι προβλέπεται ελληνική βιομηχανική συμμετοχή περίπου 25%. Όπως ανέφερε, ισραηλινές βιομηχανίες βρίσκονται ήδη σε συνεργασία με υποψήφιες ελληνικές εταιρείες για την ανάπτυξη και τη συμπαραγωγή εξαρτημάτων.
Το γεγονός αυτό συνιστά σημαντική ευκαιρία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο, έχουν διατυπωθεί επικρίσεις ότι το ποσοστό του 25% δεν έχει κατοχυρωθεί με σαφή και δεσμευτική νομική πρόβλεψη. Συνεπώς, ζητούμενο παραμένει εάν η εγχώρια συμμετοχή θα αφορά έργο υψηλής τεχνολογικής αξίας ή κυρίως την κατασκευή επιμέρους εξαρτημάτων και υποστηρικτικών υποδομών.
Η αντιπαράθεση για τον πηγαίο κώδικα
Στο επίκεντρο της πολιτικής και στρατιωτικής συζήτησης βρίσκεται η πρόσβαση της Ελλάδας στον πηγαίο κώδικα των ισραηλινών συστημάτων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Μοσέ Πατέλ είχε αρχικά αναφέρει ότι ο πηγαίος κώδικας δεν περιλαμβάνεται στην άδεια χρήσης της συμφωνίας. Ακολούθησε παρέμβαση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας στο διαδικτυακό κείμενο της συνέντευξης, με τη διατύπωση να αναφέρεται πλέον σε «μεταφορά τεχνογνωσίας, από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στη συμπαραγωγή».
Η διευκρίνιση αυτή, πάντως, δεν ισοδυναμεί με ρητή δέσμευση για παράδοση ή πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα. Άλλο πράγμα αποτελεί η δυνατότητα χρήσης και διασύνδεσης ενός λογισμικού και άλλο ο πλήρης έλεγχος της αρχιτεκτονικής του, των αναβαθμίσεων και των επιχειρησιακών παραμέτρων του.
Οι επικριτές της συμφωνίας προειδοποιούν ότι, χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ή τουλάχιστον χωρίς σαφώς κατοχυρωμένα κυριαρχικά δικαιώματα τροποποίησης και διαχείρισης, η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει εξαρτημένη από τον ξένο κατασκευαστή. Πρόκειται για τον κίνδυνο «ομηρείας» στον οποίο είχε αναφερθεί και ο ίδιος ο Νίκος Δένδιας, υπογραμμίζοντας τη σημασία του εθνικού ελέγχου των οπλικών συστημάτων.
GEOPOLITICO
Η Τουρκία ενοχλείται με την ενίσχυση τον νησιών!
Σε ένα κλίμα αυξανόμενης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Άγκυρα να παρακολουθεί με εμφανή ανησυχία την ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος και τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας–Ιερουσαλήμ, κινήθηκε η νέα εκπομπή «Direct News» με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλίν στην Αθήνα, οι τουρκικές αντιδράσεις για τα Rafale και την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το Καστελλόριζο, η αποχώρηση του TÜBİTAK Marmara και η νέα ένταση στον Έβρο.
Η εκπομπή άνοιξε, ωστόσο, σε εντελώς διαφορετικό τόνο. Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στην πτώση του Phantom στην Τανάγρα και στον θάνατο των δύο αεροπόρων, εκφράζοντας τα συλλυπητήριά του προς τις οικογένειές τους και την Πολεμική Αεροπορία. Μάλιστα, αφιέρωσε τη συγκεκριμένη εκπομπή στη μνήμη τους, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει λόγος συνεχούς αναπαραγωγής των σκληρών εικόνων του δυστυχήματος.
Τουρκική ανησυχία για Rafale και ισραηλινά συστήματα
Περνώντας στα ελληνοτουρκικά, ο παρουσιαστής στάθηκε ιδιαίτερα σε όσα μεταδίδονται πλέον από τουρκικά τηλεοπτικά δίκτυα και διαδικτυακές εκπομπές.
Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, Τούρκοι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι ο συνδυασμός των ελληνικών Rafale με τα νέα ισραηλινής προέλευσης αμυντικά συστήματα μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα για την Ελλάδα.
Αυτό ακριβώς, κατά την εκπομπή, βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της έντονης ρητορικής που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Από τη μία πλευρά εμφανίζονται σχολιαστές που υποβαθμίζουν τις ελληνικές δυνατότητες. Από την άλλη, όμως, υπάρχουν Τούρκοι αναλυτές που προειδοποιούν ότι τα περιθώρια για την Άγκυρα στενεύουν καθώς μεταβάλλεται σταδιακά η στρατιωτική ισορροπία.
Τι φέρεται να μετέφερε ο Ιμπραήμ Καλίν
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πρόσφατη επίσκεψη του επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν, στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στην εκπομπή, η τουρκική πλευρά μετέφερε δύο βασικές θέσεις προς την Αθήνα: να μη συνεχιστεί η στρατιωτική ενίσχυση των ελληνικών νησιών και να περιοριστεί η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ.
Ο Μουντζουρούλιας υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες επιβεβαιώνουν όσα είχε μεταδώσει το Direct News τις προηγούμενες ημέρες σχετικά με το παρασκήνιο της επίσκεψης Καλίν.
Κατά την εκπομπή, η Αθήνα δεν αποδέχθηκε τις τουρκικές αξιώσεις, γεγονός που συνδέθηκε με τη μεταγενέστερη σκλήρυνση της δημόσιας ρητορικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα που αποδίδεται στην τουρκική πλευρά είναι ουσιαστικά ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει πλέον ως ενιαίο πρόβλημα τόσο την ελληνική στρατιωτική ενίσχυση όσο και τη στενότερη αμυντική σύνδεση της Ελλάδας με το Ισραήλ.
Στο στόχαστρο το Καστελλόριζο
Σημαντικό τμήμα της εκπομπής αφορούσε και το Καστελλόριζο.
Ο Μουντζουρούλιας παρουσίασε αναφορές του CNN Türk και άλλων τουρκικών μέσων, στα οποία γίνεται συζήτηση ακόμη και για την παρουσία ελληνικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή.
Παράλληλα, τουρκικοί κύκλοι επιχειρούν να συνδέσουν τις ελληνικές κινήσεις στο νοτιοανατολικό Αιγαίο με το Ισραήλ, προβάλλοντας σενάρια περί «ισραηλινής παρουσίας» στα ελληνικά νησιά ή περί ευρύτερου σχεδιασμού Αθήνας και Ιερουσαλήμ.
Η εικόνα που προκύπτει από τις τοποθετήσεις που συγκέντρωσε η εκπομπή είναι ότι το Καστελλόριζο επανέρχεται δυναμικά στην τουρκική δημόσια συζήτηση.
Αναταραχή για την επιστροφή του TÜBİTAK Marmara
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας μετά την επιστροφή του ερευνητικού TÜBİTAK Marmara.
Σύμφωνα με το Direct News, απόστρατοι στρατιωτικοί και αναλυτές, ιδιαίτερα από τον κεμαλικό χώρο, θέτουν δημόσια το ερώτημα γιατί το τουρκικό πλοίο δεν συνέχισε την αποστολή του.
Ορισμένοι εξ αυτών συνδέουν την αποχώρησή του με την ελληνική αντίδραση και υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση Ερντογάν δεν θέλησε να οδηγήσει την κατάσταση σε περαιτέρω κλιμάκωση απέναντι στην Ελλάδα και, ευρύτερα, απέναντι στον άξονα συνεργασίας Αθήνας–Ιερουσαλήμ.
Έτσι δημιουργείται και ένα εσωτερικό μέτωπο πίεσης προς τον Ερντογάν από τουρκικούς εθνικιστικούς και κεμαλικούς κύκλους.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει την εξίσωση
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε επίσης η ελληνική αεράμυνα.
Η εκπομπή παρουσίασε δηλώσεις και αναλύσεις για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», με την εκτίμηση ότι η ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου δικτύου αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τα δεδομένα απέναντι στην Τουρκία.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον συνδυασμό Rafale, νέων φρεγατών και ισραηλινών συστημάτων, καθώς και στην ανάπτυξη δικτύου που θα αξιοποιεί προηγμένες τεχνολογίες και τεχνητή νοημοσύνη.
Το κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο η απόκτηση νέων όπλων. Είναι η διασύνδεσή τους σε ένα συνολικό σύστημα επιτήρησης, έγκαιρης προειδοποίησης και αντιμετώπισης πολλαπλών απειλών.
Νέο μέτωπο στον Έβρο
Στο ήδη επιβαρυμένο σκηνικό προστίθεται και ο Έβρος.
Στην εκπομπή έγινε αναφορά στην τουρκική αντίδραση για την επέκταση του ελληνικού φράχτη και στη ρηματική διακοίνωση της Άγκυρας, με την τουρκική πλευρά να εγείρει ζητήματα για συγκεκριμένα σημεία κατά μήκος της μεθορίου.
Η εξέλιξη δείχνει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά επεκτείνεται και στα χερσαία σύνορα.
Η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας επέμεινε ιδιαίτερα στη σημασία της σχέσης με το Ισραήλ, σημειώνοντας ότι πρόκειται για διακρατική στρατηγική επιλογή και όχι για σχέση που εξαρτάται αποκλειστικά από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Υπενθύμισε ότι η προσέγγιση αναπτύχθηκε επί διαφορετικών ελληνικών κυβερνήσεων και εκτίμησε ότι θα συνεχιστεί ανεξάρτητα από τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκαν ισραηλινές τοποθετήσεις που αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως αυξανόμενη στρατηγική πρόκληση.
Και η Ινδία μπαίνει στην εξίσωση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι αναφορές της εκπομπής σε δημοσιεύματα μεγάλων ινδικών μέσων.
Σύμφωνα με αυτά, η στρατηγική του Νέου Δελχί απέναντι στην Άγκυρα αρχίζει να συνδέεται με τις κινήσεις Ελλάδας και Ισραήλ, σχηματίζοντας ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα γεωπολιτικών ανταγωνισμών που εκτείνεται από τον Ινδοειρηνικό μέχρι το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ινδικά μέσα παρουσιάζουν παράλληλα την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως ελληνική κίνηση που προβληματίζει σοβαρά την Άγκυρα και εκτιμούν ότι η Ελλάδα εκσυγχρονίζει με ταχύτητα τις Ένοπλες Δυνάμεις της.
Η μεγάλη εικόνα
Η βασική εικόνα που μετέφερε το «Direct News» είναι αυτή μιας Τουρκίας που παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία τη μεταβολή του περιφερειακού περιβάλλοντος.
Η Ελλάδα ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ αποκτά ισχυρό αμυντικό και τεχνολογικό σκέλος, η Ινδία εμφανίζεται όλο και περισσότερο στις αναλύσεις για την Ανατολική Μεσόγειο και στην ίδια την Τουρκία αναπτύσσεται συζήτηση για το κατά πόσο η Άγκυρα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν δυσμενέστερο συσχετισμό δυνάμεων.
Και αυτό ίσως εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί η ένταση της τουρκικής ρητορικής ανεβαίνει όσο η Αθήνα προχωρά στην υλοποίηση των νέων εξοπλιστικών και στρατηγικών επιλογών της.
-
Άμυνα3 μήνες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Άμυνα2 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 μήνα πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO4 ημέρες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣεισμός από το Ισραήλ! Ο Υπουργός Εξωτερικών ανοίγει τον φάκελο της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων
-
Αναλύσεις2 εβδομάδες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 εβδομάδες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας