Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

National Context: Η Τουρκία ετοιμάζεται να «κλείσει» το PKK, αλλά το PJAK ενισχύεται στα σύνορα του Ιράν

Η ανάλυση του National Context εντοπίζει μια κρίσιμη αντίφαση στην τουρκική διαδικασία αφοπλισμού: ενώ η Άγκυρα κινείται προς επίσημη πιστοποίηση της διάλυσης του PKK και την ενσωμάτωση των SDF στη Συρία, το ιρανικό παρακλάδι PJAK όχι μόνο δεν αφοπλίζεται αλλά φέρεται να επεκτείνει τις υποδομές του – Η εκτίμηση ότι η Τουρκία κρατά σκόπιμα ανοικτό το «ιρανικό μέτωπο» υπό τον φόβο δημιουργίας κουρδικής δύναμης υποστηριζόμενης από Ισραήλ και ΗΠΑ

Δημοσιεύτηκε στις

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάγνωση των εξελίξεων γύρω από το PKK, το PJAK και το κουρδικό ζήτημα στα σύνορα του Ιράν παρουσιάζει το National Context, υποστηρίζοντας ότι πίσω από την πορεία αφοπλισμού του PKK διαμορφώνεται μια πολύ πιο σύνθετη τουρκική στρατηγική.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η Τουρκία βρίσκεται κοντά στο σημείο όπου το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (MGK) θα μπορούσε να πιστοποιήσει επίσημα ότι το PKK έχει διαλυθεί και έχει φτάσει σε μη αναστρέψιμο στάδιο αφοπλισμού.

Το National Context επικαλείται καλά πληροφορημένες τουρκικές πηγές και δημοσιογράφους, σύμφωνα με τους οποίους η MIT και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αναμένεται να ολοκληρώσουν μέσα στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο την επαλήθευση του αφοπλισμού και της εκκένωσης των στρατοπέδων του PKK. Εφόσον τηρηθεί αυτό το χρονοδιάγραμμα, το MGK θα μπορούσε να πιστοποιήσει επισήμως τη διάλυση της οργάνωσης τον Οκτώβριο.

Ακριβώς, όμως, εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση που εντοπίζει το National Context:

Την ώρα που το PKK αποσύρεται από θέσεις στο βόρειο Ιράκ και η αυτόνομη στρατιωτική δομή των SDF/YPG οδηγείται προς ενσωμάτωση στο συριακό κράτος, το PJAK –η ιρανοκουρδική οργάνωση που συνδέεται οργανωτικά και ιστορικά με το PKK– κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Όχι προς τον αφοπλισμό, αλλά, σύμφωνα με την ανάλυση, προς την ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας του στα σύνορα με το Ιράν.

Η Άγκυρα μετρά αντίστροφα για τον Οκτώβριο

Το κρίσιμο βήμα για την εφαρμογή του νέου τουρκικού νομοθετικού πλαισίου είναι η πιστοποίηση από το MGK.

Το National Context επισημαίνει ότι η σχετική νομοθεσία δεν απαιτεί μόνο να έχει αφοπλιστεί ο πυρήνας του PKK. Η διαδικασία συνδέεται ευρύτερα με το KCK και τις οργανώσεις που υπάγονται ή συνδέονται με αυτό.

Η πιστοποίηση είναι καθοριστική, καθώς ενεργοποιεί το εξάμηνο χρονικό παράθυρο μέσα στο οποίο θα μπορούν να κινηθούν οι διαδικασίες επιστροφής και νομικής διευθέτησης για όσους εμπίπτουν στις σχετικές προβλέψεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το National Context από τουρκικές πηγές, υπολογίζονται περίπου 3.800 ενεργά ένοπλα μέλη του PKK σε 18 στρατόπεδα στο Ιρακινό Κουρδιστάν.

Επιπλέον, περίπου 2.500 άνθρωποι φέρεται να έχουν ήδη απομακρυνθεί από την οργάνωση και να ζουν ως πολίτες στην περιοχή, ενώ αναφέρονται ακόμη περίπου 1.500 κυρίως φιλο-PKK άτομα, χωρίς ενεργό ένοπλο ρόλο, τα οποία έχουν καταδικαστικές αποφάσεις στην Τουρκία αλλά βρίσκονται στο Ιράκ.

Από τους 3.800 ενεργούς μαχητές, περίπου 900 –μεταξύ των οποίων 230 υψηλόβαθμα στελέχη– εκτιμάται ότι δεν θα καλυφθούν από το νέο πλαίσιο και θα παραμείνουν εκτός Τουρκίας.

Πέντε περιοχές συγκέντρωσης των όπλων

Η διαδικασία φέρεται να έχει ήδη αποκτήσει συγκεκριμένη γεωγραφική μορφή.

Το National Context αναφέρει πέντε περιοχές συγκέντρωσης οπλισμού:

Binare Qendil, Kortek, Zergele, Lewce και Bole.

Οι τέσσερις βρίσκονται στη δυτική περιοχή του Καντίλ, γεγονός που, σύμφωνα με την ανάλυση, δείχνει ότι τα όπλα συγκεντρώνονται τοπικά αντί οι μαχητές να μετακινούνται σε απομακρυσμένα κέντρα παράδοσης.

Οι τουρκικές αναφορές κάνουν λόγο για οπλισμό αποθηκευμένο σε 35 υπόγειους χώρους και για ένα ιδιαίτερα βαρύ οπλοστάσιο: από M4, M16, AK-47, RPG-7 και τυφέκια ελεύθερων σκοπευτών μέχρι αντιαρματικούς πυραύλους Konkurs και Milan, όλμους, βαριά πολυβόλα, ρουκέτες και φορητά αντιαεροπορικά συστήματα SA-7, Strela, Stinger και Igla. Αναφέρονται ακόμη εκρηκτικά drones.

Ο τουρκικός στρατός καταλαμβάνει τις εγκαταλειμμένες θέσεις

Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη η εκκένωση θέσεων του PKK στις περιοχές Gara, Metina, Zap, Avasin και Haftanin.

Κατά την ανάλυση, οι τουρκικές αρχές χρησιμοποιούν πληροφορίες των υπηρεσιών, επιτόπιους ελέγχους, δορυφορική παρακολούθηση και γεωγραφικές συντεταγμένες για να επαληθεύσουν τις αποχωρήσεις.

Το σημαντικό είναι ότι οι εγκαταλειμμένες περιοχές δεν αφήνονται ως κενό ασφαλείας.

Το National Context αναφέρει ότι τουρκικές δυνάμεις εισέρχονται σε πολλές από τις θέσεις αφού προηγηθεί εκκαθάρισή τους. Έτσι, η Άγκυρα επιχειρεί ουσιαστικά να αποκτήσει τον έλεγχο της ζώνης σπηλαίων, οχυρών και περασμάτων που ξεκινά από τα τουρκικά σύνορα και κατευθύνεται προς το Καντίλ.

Την ίδια στιγμή, κατά το National Context, εξελίσσεται η παράλληλη διαδικασία στη Συρία με την ενσωμάτωση των SDF και του πυρήνα τους, των YPG, στις κρατικές και στρατιωτικές δομές της Δαμασκού.

Η μεγάλη εξαίρεση λέγεται PJAK

Εδώ βρίσκεται η ουσία της ανάλυσης.

Στο ιρανικό μέτωπο δεν παρατηρείται αντίστοιχη διαδικασία.

Το PJAK, η κουρδική ένοπλη οργάνωση που δρα εναντίον του Ιράν και έχει ιστορικούς και οργανωτικούς δεσμούς με το PKK, εκτιμάται ότι διαθέτει περίπου 1.000 έως 3.000 μαχητές στην ένοπλη πτέρυγά του, τις East Kurdistan Units (YRK).

Και αντί να εγκαταλείπει τις θέσεις του, φέρεται να ενισχύει τις υποδομές του.

Το National Context επικαλείται αναφορές για νέες βάσεις, διάνοιξη σηράγγων, γεωτρήσεις, χαρακώματα, οδικά έργα και χρήση βαρέων μηχανημάτων σε έναν μεγάλο άξονα που εκτείνεται από το Καντίλ προς τα ιρανικά σύνορα και τις περιοχές Asos, Bradost, Choman, Sidakan, Penjwin, Halabja και Hawraman.

Η δραστηριότητα αυτή συμπίπτει, σύμφωνα με την ίδια πηγή, με την εντονότερη επιχειρησιακή παρουσία του PJAK εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

Γιατί το Ιράν δεν χτυπά το PJAK όπως τους άλλους;

Το National Context επισημαίνει ακόμη μία παράδοξη εικόνα.

Μέσα στο 2026, η Τεχεράνη πραγματοποίησε εκτεταμένες επιχειρήσεις εναντίον άλλων ιρανικών κουρδικών αντιπολιτευόμενων οργανώσεων που βρίσκονται στο Ιρακινό Κουρδιστάν, όπως οι KDPI, PAK, παρατάξεις της Komala και Khabat.

Το PJAK, όμως, παρά τη γεωγραφική εγγύτητα προς το Ιράν και τη στρατιωτική παρουσία του στην περιοχή του Καντίλ, δεν έχει αντιμετωπίσει την ίδια συστηματική πίεση στις υποδομές του στην ιρακινή πλευρά των συνόρων.

Το National Context δεν υποστηρίζει ότι το Ιράν δεν έχει συγκρουστεί με το PJAK. Επισημαίνει, όμως, μια σαφή ασυμμετρία στον τρόπο αντιμετώπισής του σε σύγκριση με άλλες ιρανοκουρδικές οργανώσεις.

Η εκτίμηση του National Context: Η Τουρκία διαχωρίζει το ιρανικό μέτωπο

Σε αυτό το σημείο η ανάλυση περνά από τα δεδομένα στην ερμηνεία τους.

Η βασική εκτίμηση του National Context είναι ότι η Άγκυρα έχει διαχωρίσει σκόπιμα το ιρανικό μέτωπο από τον αφοπλισμό που επιδιώκει στο Ιράκ και τη μεταβολή της ένοπλης κουρδικής δομής στη Συρία.

Κατά την ανάλυση, το PJAK διατηρείται προς το παρόν ως μια ελεγχόμενη ένοπλη δομή στραμμένη προς το Ιράν, επειδή το μέλλον της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας παραμένει αβέβαιο.

Το National Context εντοπίζει μάλιστα ένα ενδιαφέρον νομοθετικό στοιχείο: το τουρκικό πλαίσιο αναφέρεται στο PKK, στο KCK και στις συνδεδεμένες οργανώσεις, χωρίς να κατονομάζει συγκεκριμένα το PJAK ή να καθορίζει σαφή δοκιμασία βάσει της οποίας θα πιστοποιείται η διάλυσή του.

Έτσι, σύμφωνα με την ερμηνεία του, οι τουρκικοί θεσμοί ασφαλείας και το MGK διατηρούν σημαντική διακριτική ευχέρεια.

Ο φόβος της Άγκυρας: Ένα μέτωπο Κούρδων με Ισραήλ και ΗΠΑ

Και εδώ η ανάλυση συνδέεται άμεσα με τις ευρύτερες εξελίξεις γύρω από το Ιράν.

Κατά το National Context, μία από τις κεντρικές ανησυχίες της Άγκυρας είναι η πιθανότητα δημιουργίας ενός ιρανοκουρδικού στρατιωτικού μετώπου υποστηριζόμενου από το Ισραήλ ή τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ανάλυση υπενθυμίζει ότι κατά τον πόλεμο του Φεβρουαρίου 2026 υπήρξε ενδιαφέρον για κινητοποίηση ιρανικών κουρδικών οργανώσεων εναντίον της Τεχεράνης, με το PAK να εμφανίζεται ιδιαίτερα δεκτικό.

Ο Χακάν Φιντάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι είχαν προειδοποιήσει δημόσια εναντίον της χρησιμοποίησης κουρδικών οργανώσεων από το Ισραήλ.

Η εκτίμηση του National Context είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα:

Ένα σύνορο στο οποίο κυριαρχεί το PJAK είναι ένα σύνορο στο οποίο δεν μπορούν να κυριαρχήσουν το KDPI, η Komala ή το PAK.

Και το PJAK, λόγω της σχέσης του με το PKK, αποτελεί τον παράγοντα πάνω στον οποίο η Άγκυρα θα μπορούσε να ασκήσει μεγαλύτερη έμμεση επιρροή μέσω του Αμπντουλάχ Οτζαλάν και της νέας διαδικασίας επίλυσης του κουρδικού.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα πάντα με αυτή την ανάλυση, η Τουρκία δεν χρειάζεται να μετατρέψει το PJAK σε δύναμη εναντίον του Ιράν.

Αρκεί το PJAK να καταλαμβάνει τον χώρο, εμποδίζοντας άλλες κουρδικές οργανώσεις, περισσότερο πρόθυμες να συνεργαστούν με το Ισραήλ ή τις ΗΠΑ, να κυριαρχήσουν στη συνοριακή ζώνη.

Ο παράγοντας Οτζαλάν

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει το National Context και στις τελευταίες κινήσεις του Αμπντουλάχ Οτζαλάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, σε περίπου πεντάωρη συνάντηση με αντιπροσωπεία του φιλοκουρδικού DEM στην Ιμραλί στις 20 Ιουλίου, ο φυλακισμένος ιδρυτής του PKK φέρεται να υποστήριξε ότι η κατάσταση στο Ιράν δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει.

Το σημαντικότερο είναι ότι, κατά τις αναφορές που επικαλείται το National Context, μίλησε για πρωτοβουλία μετασχηματισμού του PJAK και όχι για άμεση διάλυσή του.

Φέρεται επίσης να αναφέρθηκε ονομαστικά στον πρόεδρο της Περιφέρειας του Κουρδιστάν Νετσιρβάν Μπαρζανί και στον ηγέτη της PUK Μπαφέλ Ταλαμπανί, ενώ υποστήριξε ότι η Τουρκία θα πρέπει να έχει θετικό ρόλο χωρίς εξάρτηση από τις ΗΠΑ ή τη Βρετανία.

Για το National Context, οι δηλώσεις αυτές μπορούν να διαβαστούν και ως μήνυμα του Οτζαλάν προς την Άγκυρα ότι η χρησιμότητά του δεν εξαντλείται στην επίλυση του προβλήματος του PKK μέσα στην Τουρκία.

Μπορεί να επεκταθεί και στο ιρανικό κουρδικό μέτωπο.

Και ο ρόλος της PUK

Η γεωγραφία προσθέτει έναν ακόμη παίκτη: την Πατριωτική Ένωση Κουρδιστάν (PUK).

Μεγάλο τμήμα της συνοριακής ζώνης με το Ιράν βρίσκεται εντός ή δίπλα στη σφαίρα επιρροής της PUK, ενώ σύμφωνα με το National Context είναι πιθανό υψηλόβαθμα στελέχη του PKK να καταλήξουν στην περιοχή της Σουλεϊμανίγια.

Η ανάλυση επαναφέρει μάλιστα μια παλαιότερη αναφορά του 2016 περί πιθανής συνεννόησης Ιράν–PUK για μετακίνηση στοιχείων PKK και PJAK προς τη μεθόριο γύρω από Penjwin, Bashmakh και Halabja-Hawraman, ώστε να δυσκολευθεί η διείσδυση άλλων ιρανοκουρδικών οργανώσεων στο Ιράν.

Το ίδιο το National Context προειδοποιεί, πάντως, ότι η συγκεκριμένη παλαιότερη αναφορά είχε έντονη κομματική φόρτιση και πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Παρατηρεί όμως ότι η γεωγραφική ζώνη που περιέγραφε τότε είναι η ίδια που εμφανίζεται σήμερα να ενισχύεται.

Υπάρχει μυστική συμφωνία Τουρκίας–Ιράν;

Εδώ το National Context είναι προσεκτικό.

Τα στοιχεία, τονίζει, δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη επίσημης συμφωνίας Τουρκίας–Ιράν–PUK.

Η διαφορετική μεταχείριση του PJAK από την Τεχεράνη και η εξαίρεσή του από τη διαδικασία αφοπλισμού της Άγκυρας θα μπορούσαν να αποτελούν προϊόν συνεννόησης.

Θα μπορούσαν, όμως, εξίσου να αποτελούν αποτέλεσμα σύγκλισης διαφορετικών συμφερόντων χωρίς να υπάρχει κάποια επίσημη συμφωνία.

Αυτό που θεωρεί ότι υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα στοιχεία είναι μια στενότερη διαπίστωση: το PJAK αντιμετωπίζεται ως προσωρινά χρήσιμη εξαίρεση, επειδή το ιρανικό μέτωπο παραμένει ανοικτό και επειδή Τουρκία, Ιράν και Οτζαλάν έχουν, για διαφορετικούς λόγους, συμφέρον να μην περάσει ο ένοπλος κουρδικός χώρος των συνόρων υπό τον έλεγχο οργανώσεων περισσότερο διατεθειμένων να συνεργαστούν με το Ισραήλ.

Το μεγάλο τεστ έρχεται τον Οκτώβριο

Το National Context καταλήγει ότι η πραγματική δοκιμασία της θεωρίας του θα έρθει με την απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.

Εάν τον Οκτώβριο το MGK πιστοποιήσει ότι η διάλυση του PKK και του ευρύτερου KCK είναι πλήρης και μη αναστρέψιμη, ενώ την ίδια στιγμή:

το PJAK παραμένει ένοπλο,

οι θέσεις και οι σήραγγές του στα σύνορα του Ιράν παραμένουν ενεργές ή επεκτείνονται,

και δεν έχει δημιουργηθεί κανένας αντίστοιχος μηχανισμός αφοπλισμού,

τότε, κατά την εκτίμηση του National Context, θα υπάρχει ισχυρή ένδειξη ότι η Άγκυρα έχει συνειδητά εξαιρέσει το ιρανικό μέτωπο από το μοντέλο αφοπλισμού που εφαρμόζει στις υπόλοιπες κουρδικές ένοπλες δομές.

Και αυτό αλλάζει σημαντικά την ανάγνωση της υπόθεσης.

Γιατί η διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν θα αφορά τότε απλώς το τέλος του PKK με τη μορφή που γνωρίζαμε επί δεκαετίες.

Θα αφορά την αναδιάταξη ολόκληρου του κουρδικού ένοπλου χώρου από την Τουρκία μέχρι τη Συρία, το βόρειο Ιράκ και τα σύνορα του Ιράν.

Με το PJAK να αποτελεί, τουλάχιστον προς το παρόν, τη μεγάλη εξαίρεση – και το ανοικτό μέτωπο του Ιράν τον παράγοντα που μπορεί να εξηγήσει το γιατί.

Η ανάλυση καταλήγει ότι το κρίσιμο τεστ είναι αν η Άγκυρα θα πιστοποιήσει τη διάλυση του PKK χωρίς αντίστοιχο αφοπλισμό του PJAK, ώστε να αποσαφηνιστεί αν πρόκειται για συνειδητή στρατηγική εξαίρεση ή για προσωρινή συγκυρία και όχι για αποδεδειγμένη τουρκοϊρανική συμφωνία.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Foreign Policy: Nέο στρατηγικό πρόβλημα του Ισραήλ η Τουρκία! Το χτύπημα που φέρνει πιο κοντά τη σύγκρουση

Η βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ μετατράπηκε σε σύμβολο της μάχης για την επόμενη ημέρα στη Συρία – Το δίλημμα της Ουάσινγκτον και ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η ισραηλινή αεροπορική επίθεση στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ της βορειοδυτικής Συρίας, στις 18 Αυγούστου 2026, δεν αποτέλεσε ένα ακόμη πλήγμα εναντίον συριακής στρατιωτικής εγκατάστασης. Ήταν ένα σαφές μήνυμα προς την Τουρκία ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να αποδεχθεί την εγκατάσταση τουρκικών στρατιωτικών μέσων σε σημεία που θεωρεί κρίσιμα για την ασφάλεια και την ελευθερία δράσης της Πολεμικής του Αεροπορίας.

Οκτώ ισραηλινά πλήγματα έπληξαν τον διάδρομο και αποθηκευτικούς χώρους της βάσης, η οποία βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Δεν αναφέρθηκαν ανθρώπινες απώλειες, όμως προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές στις εγκαταστάσεις που βρίσκονταν σε διαδικασία αποκατάστασης.

Το περιστατικό ανέδειξε με τον πλέον εκρηκτικό τρόπο τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και την Άγκυρα για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Συρίας. Οι δύο χώρες αποτελούν σημαντικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, με διαφορετική όμως θεσμική σχέση με την Ουάσινγκτον: η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ αποτελεί τον στενότερο στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Η προειδοποίηση της Μοσάντ πριν από το χτύπημα

Τέσσερις ημέρες πριν από την επίθεση, στις 14 Αυγούστου, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Ρόμαν Γκόφμαν, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών Ασάντ αλ-Σαϊμπάνι.

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, στη συνομιλία τέθηκε το ζήτημα της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και της επίσκεψης τουρκικής αντιπροσωπείας στην Αμπού αλ-Ντουχούρ. Η ισραηλινή πλευρά εκτίμησε ότι η επίσκεψη δεν περιοριζόταν στην τεχνική αξιολόγηση της βάσης, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει προοίμιο μόνιμης τουρκικής εγκατάστασης.

Η Ιερουσαλήμ εμφανίστηκε να φοβάται ότι στην Αμπού αλ-Ντουχούρ θα μπορούσαν να αναπτυχθούν τουρκικά ραντάρ, συστήματα αεράμυνας και οπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Μια τέτοια παρουσία θα περιόριζε την ισραηλινή ελευθερία επιχειρήσεων στη Συρία και ενδεχομένως τους διαδρόμους που χρησιμοποιούνται για την επιτήρηση ή την προσβολή στόχων συνδεόμενων με το Ιράν.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου υποστήριξε ότι είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα τη Δαμασκό και ότι η Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα παραβίασης μιας άτυπης συμφωνίας για τη διατήρηση του στρατιωτικού καθεστώτος στην περιοχή.

Άγκυρα και Δαμασκός αρνήθηκαν ότι υπήρχε σχέδιο εγκατάστασης τουρκικών δυνάμεων στη βάση. Ο Αλ-Σαϊμπάνι υποστήριξε ότι οι εργασίες είχαν στόχο την επαναλειτουργία της εγκατάστασης από τη συριακή Αεροπορία και όχι τη μετατροπή της σε τουρκικό στρατιωτικό προγεφύρωμα.

Οργή από την Άγκυρα

Η Τουρκία χαρακτήρισε την επίθεση παράνομη και κατηγόρησε το Ισραήλ ότι παραβιάζει την κυριαρχία, την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει αυστηρότερη στάση απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απάντησε λίγες ημέρες αργότερα, δηλώνοντας ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τους περιφερειακούς συμμάχους της ούτε να επιτρέψει σε τρίτους να χαράξουν «κόκκινες γραμμές» στην εξωτερική πολιτική της.

«Κανένας παράγοντας, εκτός από το ίδιο το έθνος, δεν μπορεί να υπαγορεύσει την πορεία της Τουρκίας», ανέφερε ο Τούρκος πρόεδρος, χωρίς να κατονομάσει ευθέως το Ισραήλ ή τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η Ιερουσαλήμ απορρίπτει, πάντως, τις τουρκικές επικλήσεις περί συριακής κυριαρχίας, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα έχει πραγματοποιήσει επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και διατηρεί δυνάμεις σε συριακό έδαφος, κυρίως στις κουρδικές περιοχές του βορρά.

Η μάχη για το κενό ισχύος μετά τον Άσαντ

Η πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ το 2024, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και της ιρανικής παρουσίας, δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος. Τουρκία και Ισραήλ επιχειρούν πλέον να το καλύψουν, ακολουθώντας εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές.

Η Άγκυρα παρουσιάζει την παρουσία της ως προσπάθεια στήριξης της κυβέρνησης του Αχμέντ αλ-Σάρα, ανοικοδόμησης της χώρας και ανασυγκρότησης των συριακών Ενόπλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, περισσότεροι από 20.000 Τούρκοι στρατιώτες βρίσκονται ήδη στη Συρία.

Για το Ισραήλ, όμως, η σταδιακή αντικατάσταση του ιρανικού αποτυπώματος από ένα τουρκικό δεν αποτελεί σταθεροποίηση. Συνιστά την εμφάνιση μιας νέας απειλής, δυνητικά ισχυρότερης, λόγω του μεγέθους των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, της γεωγραφικής εγγύτητας και της πολιτικής επιρροής της Άγκυρας στη νέα συριακή κυβέρνηση.

Ισραηλινοί αναλυτές προειδοποιούν για τη δημιουργία ενός «σουνιτικού δακτυλίου πυρός» γύρω από το Ισραήλ, ο οποίος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον παλαιότερο σιιτικό άξονα που είχε οικοδομήσει το Ιράν μέσω της Συρίας και της Χεζμπολάχ.

Η ισραηλινή δυσπιστία ενισχύεται από τη στήριξη του Ερντογάν στη Χαμάς και στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αλλά και από την πεποίθηση ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συγκροτήσει μία σύγχρονη σφαίρα επιρροής στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στην Τουρκία να αναπτύξει στρατεύματα στα σύνορά μας», προειδοποίησε ο Γιαάκοβ Αμιντρόρ, πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Νετανιάχου.

Το δίλημμα του Τραμπ

Η ανοιχτή αντιπαράθεση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν το άμεσο στρατιωτικό αποτύπωμά τους στη Μέση Ανατολή, χρειάζονται περιφερειακές δυνάμεις που θα μπορούν να διαχειριστούν την ασφάλεια χωρίς να οδηγηθούν μεταξύ τους σε πόλεμο.

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, χαρακτήρισε το ισραηλινό πλήγμα «αχρείαστη κλιμάκωση» που δεν υπηρετεί την περιφερειακή σταθερότητα. Υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί για την επιχείρηση και θα μπορούσε, βλέποντας ισραηλινά αεροσκάφη να κινούνται προς τον βορρά, να προετοιμάσει στρατιωτική απάντηση.

Σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, άφησε ακόμη και το ενδεχόμενο το χτύπημα να αποσκοπούσε στο να «προκαλέσει τους Τούρκους». Το Ισραήλ απέρριψε την εκδοχή του, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η συριακή πλευρά είχαν ενημερωθεί.

Η στάση του Μπάρακ προκάλεσε έντονη δυσφορία στην Ιερουσαλήμ, καθώς εμφανίστηκε να υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό την τουρκική ανάγνωση των γεγονότων. Την ίδια ώρα, ο Τραμπ εξακολουθεί να επαινεί δημόσια τον Ερντογάν και να αναγνωρίζει το στρατιωτικό και πολιτικό βάρος της Τουρκίας.

Η υπογραφή της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν ενίσχυσε περαιτέρω το τουρκικό προφίλ. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.

Ο κίνδυνος ατυχήματος και το Άρθρο 5

Μία προσχεδιασμένη πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας εξακολουθεί να θεωρείται απίθανη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρίσκεται σε ένα λάθος υπολογισμό: ισραηλινό πλήγμα σε εγκατάσταση όπου βρίσκονται Τούρκοι στρατιωτικοί, τουρκική απόπειρα αναχαίτισης ισραηλινών αεροσκαφών ή ανταλλαγή πυρών χωρίς προηγούμενη επικοινωνία.

Ενδεχόμενη επίθεση στο τουρκικό έδαφος θα έθετε ζήτημα προσφυγής της Άγκυρας στο ΝΑΤΟ. Η ενεργοποίηση του Άρθρου 5, ωστόσο, δεν είναι αυτόματη. Αποτελεί πολιτική απόφαση των συμμάχων και εξαρτάται από τις συνθήκες, τον τόπο και τη φύση του περιστατικού. Ακόμη πιο περίπλοκη θα ήταν η περίπτωση προσβολής τουρκικών δυνάμεων μέσα στη Συρία.

Η Ουάσινγκτον εργάζεται ήδη για τη δημιουργία ενός ισχυρότερου μηχανισμού αποσυγκρούσεως μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας. Ένας τέτοιος δίαυλος θα επιτρέπει την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών και θα περιορίζει τον κίνδυνο λανθασμένης ερμηνείας στρατιωτικών κινήσεων.

Παράλληλα, εξετάζεται η επανενεργοποίηση του παρασκηνιακού διαύλου στο Μπακού, όπου ισραηλινές και τουρκικές αντιπροσωπείες είχαν πραγματοποιήσει επαφές για τη δημιουργία γραμμής επικοινωνίας μεταξύ των δύο στρατών.

Η Αμπού αλ-Ντουχούρ αποτελεί, επομένως, κάτι περισσότερο από μία βομβαρδισμένη αεροπορική βάση. Είναι το σημείο στο οποίο συναντώνται δύο ασύμβατες περιφερειακές στρατηγικές: η τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τη Συρία σε πυλώνα της δικής της ζώνης επιρροής και η ισραηλινή αποφασιστικότητα να διατηρήσει απόλυτη στρατιωτική ελευθερία δράσης στα βόρεια σύνορά του.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η αντιπαλότητα θα συνεχιστεί. Είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταφέρουν να τη συγκρατήσουν προτού ένα επόμενο χτύπημα προκαλέσει νεκρούς και μετατρέψει τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων σε άμεση τουρκοϊσραηλινή αναμέτρηση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Ελληνοκαναδικό Ινστιτούτο: Τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» είναι τέχνασμα επέκτασης δικαιοδοσίας

Η Άγκυρα χρησιμοποιεί την προστασία του περιβάλλοντος ως όχημα για την προώθηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σαφή προειδοποίηση για τις πραγματικές επιδιώξεις της Τουρκίας πίσω από την ανακήρυξη δύο νέων «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» απευθύνει το Ελληνοκαναδικό Ερευνητικό Ινστιτούτο. Σε ανακοίνωσή του, χαρακτηρίζει την τουρκική πρωτοβουλία όχι ως περιβαλλοντικό μέτρο, αλλά ως «παιχνίδι ισχύος για την επέκταση δικαιοδοσίας», το οποίο παρουσιάζεται με τον μανδύα της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η Άγκυρα ανακοίνωσε στις 15 Αυγούστου 2026 τη δημιουργία δύο θαλάσσιων πάρκων στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, επιχειρώντας να προβάλει την απόφαση ως σημαντικό βήμα περιβαλλοντικής πολιτικής. Σύμφωνα, όμως, με το Ινστιτούτο, η χωροθέτηση των ζωνών αποκαλύπτει έναν σαφή γεωπολιτικό και αναθεωρητικό σχεδιασμό.

Το πρώτο πάρκο εκτείνεται από την περιοχή της Ραιδεστού προς τον θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στη Σαμοθράκη και τη Λήμνο. Το δεύτερο ξεκινά από τις περιοχές της Φετιγιέ και του Κας και επεκτείνεται προς τα ύδατα γύρω από το Καστελλόριζο, το ελληνικό νησί που βρίσκεται διαχρονικά στο επίκεντρο των τουρκικών διεκδικήσεων.

Οι χάρτες που συνοδεύουν την ανακοίνωση του Ελληνοκαναδικού Ινστιτούτου εμφανίζουν τις τουρκικές ζώνες να εισέρχονται ακόμη και σε ελληνικά χωρικά ύδατα μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου, καθώς και μεταξύ Ρόδου και Καστελλορίζου. Στη δεύτερη περίπτωση, η τουρκική χάραξη παρουσιάζεται να περικυκλώνει ουσιαστικά το Καστελλόριζο.

«Καμία απολύτως νομική συνέπεια»

Το Ινστιτούτο επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ζώνες υπερβαίνουν τα τουρκικά χωρικά ύδατα και επικαλύπτουν περιοχές της ανοικτής θάλασσας και τμήματα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, κανένα κράτος δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς εθνική δικαιοδοσία σε διεθνή ύδατα ή στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε καταστήσει σαφές ότι τα σχετικά τουρκικά διατάγματα «δεν παράγουν απολύτως κανένα έννομο αποτέλεσμα».

Το Ελληνοκαναδικό Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι η ελληνική θέση δεν αποτελεί απλώς μία πολιτική ή διπλωματική αντίδραση, αλλά απορρέει ευθέως από τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου.

Θαλάσσια πάρκα στα ίχνη της «Γαλάζιας Πατρίδας»

Η νομική διάσταση, σύμφωνα με την ανακοίνωση, αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της υπόθεσης. Η άλλη αφορά τη στρατηγική πρόθεση της Άγκυρας, η οποία συνδέεται άμεσα με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και εδώ και χρόνια προωθεί μία μαξιμαλιστική αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες. Μέσα από αυτήν επιδιώκει να περιορίσει δραστικά την επήρεια των ελληνικών νησιών και της Κυπριακής Δημοκρατίας, επεκτείνοντας αντίστοιχα την τουρκική επιρροή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επιλογή του Καστελλορίζου, αλλά και της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, δεν θεωρείται τυχαία. Πρόκειται για περιοχές υψηλής στρατηγικής σημασίας, τις οποίες διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις έχουν εντάξει στις διεκδικήσεις τους ήδη από τη δεκαετία του 1970.

«Δεν πρόκειται για περιβαλλοντικά σημαντικές περιοχές που επιλέχθηκαν για οικολογικούς λόγους. Πρόκειται για πολιτικά σημαντικές περιοχές που επιλέχθηκαν για στρατηγικούς λόγους», τονίζει χαρακτηριστικά το Ινστιτούτο.

Επικίνδυνο προηγούμενο

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον κίνδυνο δημιουργίας ενός προηγουμένου, στο οποίο μονομερείς περιβαλλοντικές ανακηρύξεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως έμμεσες εδαφικές ή θαλάσσιες διεκδικήσεις.

Μια τέτοια πρακτική, σύμφωνα με την ανακοίνωση, υπονομεύει τα θεμέλια της διεθνούς θαλάσσιας διακυβέρνησης, αποδυναμώνει το διεθνές δίκαιο και μετατρέπει την προστασία του περιβάλλοντος σε εργαλείο γεωπολιτικής επέκτασης. Παράλληλα, επιβραβεύει κράτη που επιχειρούν να παρακάμψουν τις νόμιμες διαδικασίες μέσω μονομερών διοικητικών ενεργειών.

Το Ινστιτούτο αντιπαραβάλλει την τουρκική απόφαση με τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα στο Ιόνιο και στο Αιγαίο, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές ζώνες βρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Πρόκειται, όπως τονίζει, για μία κρίσιμη διαφορά, καθώς η περιβαλλοντική προστασία οφείλει να ασκείται εντός των ορίων της νόμιμης δικαιοδοσίας και όχι να χρησιμοποιείται για την έμμεση επαναχάραξή τους.

Καταλήγοντας, το Ελληνοκαναδικό Ερευνητικό Ινστιτούτο προειδοποιεί ότι η τουρκική κίνηση προκαλεί νέα ένταση σε μία ήδη ευαίσθητη περιοχή, δυσχεραίνει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και υπονομεύει τις προσπάθειες σταθεροποίησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Σε μία περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή ασφάλεια απαιτεί προβλεψιμότητα και σεβασμό στους διεθνείς κανόνες, η εργαλειοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής από την Άγκυρα δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία πρόκληση. Αποτελεί μία αποσταθεροποιητική ενέργεια ενταγμένη στον ευρύτερο σχεδιασμό της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η αποτροπή απαιτεί προετοιμασία! Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ προσαρμόζουν την στρατηγική τους απέναντι στον κίνδυνο της Τουρκίας

Η κλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί πλέον ένα καθαρά θεωρητικό ενδεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Σημαίνει, όμως, ότι η αποτροπή απαιτεί προετοιμασία και ότι η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος και το Ισραήλ, προσαρμόζουν ήδη τη στρατηγική τους σε ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Σάι Γκαλ, reporter.gr

Η παρουσία ελληνικών F-16 και μιας ελληνικής φρεγάτας στην Κύπρο, οι επιχειρήσεις ελληνικών αεροσκαφών από την Κύπρο στο πλαίσιο διμερών αμυντικών συμφωνιών και η μετάβαση του Αρχηγού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Κύπρο, μετά τις επαφές του στο Ισραήλ, δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη ότι επίκειται πόλεμος.

Αποτελούν, όμως, ένδειξη ότι η Αθήνα λαμβάνει σοβαρά υπόψη ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρόσφατα μπορούσε ευκολότερα να αντιμετωπίζεται ως θεωρητικό.

Η κατάσταση στην περιοχή είναι σήμερα πιο τεταμένη από ό,τι ήταν πριν από έναν χρόνο. Και σε μια τέτοια συγκυρία, ένα σοβαρό επεισόδιο δεν είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει περιορισμένο. Ο κίνδυνος να εξελιχθεί σε ευρύτερη στρατιωτική κρίση είναι μεγαλύτερος.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η τουρκική στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα της βόρειας Κύπρου.

Η Τουρκία διατηρεί εδώ και 52 χρόνια σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και υποδομές στο βόρειο τμήμα του νησιού. Η παρουσία αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά δεδομένα της κυπριακής ασφάλειας και ταυτόχρονα έναν παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί σε οποιονδήποτε μελλοντικό σχεδιασμό.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συνέβαινε εάν, σε μια δραματική αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών, η Άγκυρα αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει αυτή τη στρατιωτική παρουσία εναντίον του Ισραήλ, της Κυπριακής Δημοκρατίας ή της Ελλάδας.

Μια ενδεχόμενη ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση δεν θα εξελισσόταν σε γεωπολιτικό κενό. Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά δίπλα στο θέατρο των επιχειρήσεων, έχει στενούς αμυντικούς δεσμούς με το Ισραήλ και, ταυτόχρονα, αποτελεί τον άλλο βασικό πόλο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Επομένως, από ελληνικής πλευράς, η κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση που αφορά αποκλειστικά την Άγκυρα και την Ιερουσαλήμ. Μια σοβαρή τουρκική στρατιωτική κίνηση στην περιοχή θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την ελληνική ασφάλεια.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αποσαφηνιστεί ένας μύθος που επανέρχεται κάθε φορά που Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται σε ένταση. Η ιδιότητα και των δύο χωρών ως μελών του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε τουρκική στρατιωτική ενέργεια θα απολαμβάνει αυτόματα την προστασία της Συμμαχίας.

Το Άρθρο 4 προβλέπει διαβουλεύσεις μεταξύ των συμμάχων όταν ένα κράτος θεωρεί ότι απειλείται. Δεν συνεπάγεται αυτόματη στρατιωτική επέμβαση.

Το Άρθρο 5 είναι διαφορετικό. Αφορά την αρχή της συλλογικής άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους. Ακόμη και τότε, όμως, δεν σημαίνει ότι όλα τα κράτη του ΝΑΤΟ εισέρχονται αυτομάτως σε πόλεμο. Η Συμμαχία λαμβάνει πολιτική απόφαση και κάθε χώρα καθορίζει τη μορφή της συνεισφοράς της.

Υπάρχει επίσης ένα κρίσιμο γεωγραφικό ζήτημα. Το Άρθρο 6 προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου συλλογικής άμυνας. Με απλά λόγια, η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία, στα κατεχόμενα της Κύπρου ή στη Σομαλία δεν μετατρέπει τις συγκεκριμένες περιοχές σε εδάφη του ΝΑΤΟ.

Το ίδιο ισχύει και για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Δεν δημιουργεί από μόνο του κάποιο δικαίωμα της Τουρκίας να επικαλεστεί τη συλλογική άμυνα της Συμμαχίας.

Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν υπάρχει ένας αυτόματος μηχανισμός που θα υποχρέωνε την Αθήνα να συμμετάσχει σε έναν περιφερειακό πόλεμο που θα είχε προκαλέσει η Τουρκία.

Για την Κύπρο υπάρχει επίσης ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο, το Άρθρο 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ολόκληρη η Κύπρος θεωρείται, από πλευράς ευρωπαϊκού δικαίου, έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις περιοχές όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου έχει ανασταλεί.

Η ευρωπαϊκή ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προβλέπει ότι, εάν ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη οφείλουν να του προσφέρουν βοήθεια και συνδρομή, χρησιμοποιώντας τα μέσα που διαθέτουν.

Η υποχρέωση αυτή πηγάζει από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και όχι από τη συμμετοχή μιας χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Εάν, επομένως, η Κυπριακή Δημοκρατία ή η Ελλάδα δεχόταν ένοπλη επίθεση στο έδαφός τους και ενεργοποιούσε τη συγκεκριμένη διάταξη, το ζήτημα θα αποκτούσε αυτομάτως ευρωπαϊκή διάσταση. Και αυτό αλλάζει σημαντικά το στρατηγικό περιβάλλον.

Μια κρίση στην Κύπρο δεν θα έμενε στην Κύπρο

Μια σοβαρή στρατιωτική σύγκρουση στην Κύπρο δεν θα ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην ιστορία του Κυπριακού. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε κρίση πολύ μεγαλύτερων διαστάσεων, στην οποία θα εμπλέκονταν άμεσα ή έμμεσα το Ισραήλ, η Ελλάδα, η Κυπριακή Δημοκρατία και, ανάλογα με τις εξελίξεις, ευρωπαϊκοί και νατοϊκοί θεσμοί.

Σε ένα υποθετικό σενάριο όπως αυτό που περιγράφεται ως «Poseidon’s Wrath», Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ θα μπορούσαν να βρεθούν σε διαφορετικούς βαθμούς στρατιωτικού συντονισμού.

Εάν, παράλληλα, η Τουρκία επέκτεινε τη στρατιωτική της δράση σε ελληνικό ή κυπριακό έδαφος, το ζήτημα θα αποκτούσε και ευρωπαϊκή διάσταση.

Τότε η Άγκυρα δεν θα αντιμετώπιζε απλώς μια διμερή αντιπαράθεση με την Αθήνα ή τη Λευκωσία. Θα αντιμετώπιζε ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό και νομικό περιβάλλον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μετατρεπόταν αυτομάτως σε πολεμική συμμαχία. Σημαίνει ότι το κόστος μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης θα γινόταν πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο σύνθετο.

Σε ένα ακραίο σενάριο, το ζητούμενο δεν θα μπορούσε να είναι απλώς μία ακόμη κατάπαυση του πυρός, με την υπάρχουσα κατάσταση στην Κύπρο να παραμένει ουσιαστικά ανέγγιχτη.

Εάν η σύγκρουση έφτανε σε σημείο στρατιωτικής αναμέτρησης γύρω από την Κύπρο, θα ετίθετο αναπόφευκτα το ζήτημα της επόμενης ημέρας και ο τελικός στόχος θα έπρεπε να είναι η αποκατάσταση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ολόκληρο το νησί.

Αυτό, όμως, είναι πολύ διαφορετικό από τη διαχείριση μιας κρίσης. Η διαχείριση μιας κρίσης επιδιώκει να σταματήσει τις εχθροπραξίες.

Η αλλαγή του status quo επιδιώκει να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα που δημιούργησε την κρίση. Το δεύτερο είναι απείρως πιο δύσκολο και επικίνδυνο.

Το Ισραήλ μπορεί να χτυπήσει την Τουρκία. Το ερώτημα είναι αν θα το κάνει.

Μια άμεση σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή και για τις δύο πλευρές. Θα ήταν, όμως, λάθος να θεωρηθεί ότι το Ισραήλ στερείται της επιχειρησιακής δυνατότητας να αντιμετωπίσει στόχους σε μεγάλη απόσταση από την επικράτειά του.

Η πρόσφατη εμπειρία από τις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν έδειξε ότι το Ισραήλ μπορεί να διεξάγει παρατεταμένες επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας και να διατηρεί επιχειρησιακή συνέχεια ακόμη και υπό συνθήκες έντονης εχθρικής πίεσης.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν το Ισραήλ μπορεί να πλήξει τουρκικούς στόχους, αλλά αν θα αποφάσιζε να το κάνει. Και αυτό είναι πρωτίστως πολιτικό και νομικό ζήτημα.

Ποιος θα είχε ξεκινήσει τη σύγκρουση; Ποιο έδαφος θα είχε δεχθεί την επίθεση; Ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου; Πώς θα αντιδρούσε η Ουάσιγκτον; Πώς θα τοποθετούνταν το ΝΑΤΟ; Και μέχρι πού θα έφτανε η ευρωπαϊκή υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα καθόριζαν την πορεία μιας κρίσης πολύ περισσότερο από μια απλή σύγκριση αριθμών και οπλικών συστημάτων.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία ένα σοβαρό επεισόδιο μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από ό,τι στο παρελθόν.

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα αεροσκάφη διαθέτει η Τουρκία ή πόσες δυνατότητες έχει το Ισραήλ.

Είναι ποιος θα θεωρηθεί ότι δέχθηκε την επίθεση, σε ποιο έδαφος θα πραγματοποιηθεί, ποια νομική βάση θα ενεργοποιηθεί και ποιοι σύμμαχοι θα υποχρεωθούν ή θα επιλέξουν να εμπλακούν.

Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό παιχνίδι και η Κύπρος βρίσκεται στο κέντρο του και ως εκ τούτου η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί ότι μια ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ θα παραμείνει υποχρεωτικά μεταξύ των δύο χωρών.

Η ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου έχει δείξει ότι οι κρίσεις σπάνια εξελίσσονται ακριβώς όπως σχεδιάστηκαν. Γι’ αυτό η αποτροπή δεν αρχίζει όταν πέσει η πρώτη βόμβα.

Αρχίζει πολύ νωρίτερα — με την προετοιμασία, τις συμμαχίες, τη σαφήνεια των κόκκινων γραμμών και κυρίως με την πεποίθηση του αντιπάλου ότι το κόστος μιας επίθεσης θα είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε πιθανό όφελος.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Οικονομία47 λεπτά πριν

Reuters: Κοντά σε εξαγορά του μεριδίου της BP σε ΑΟΖ Αιγύπτου η Energean

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συμφωνία, η οποία θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 1 δισ. δολάρια στην BP, περιλαμβάνει τα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Foreign Policy: Nέο στρατηγικό πρόβλημα του Ισραήλ η Τουρκία! Το χτύπημα που φέρνει πιο κοντά τη σύγκρουση

Η βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ μετατράπηκε σε σύμβολο της μάχης για την επόμενη ημέρα στη Συρία – Το δίλημμα της Ουάσινγκτον...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Ελληνοκαναδικό Ινστιτούτο: Τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» είναι τέχνασμα επέκτασης δικαιοδοσίας

Η Άγκυρα χρησιμοποιεί την προστασία του περιβάλλοντος ως όχημα για την προώθηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Η αποτροπή απαιτεί προετοιμασία! Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ προσαρμόζουν την στρατηγική τους απέναντι στον κίνδυνο της Τουρκίας

Η κλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί πλέον ένα καθαρά θεωρητικό ενδεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος....

Διεθνή5 ώρες πριν

Σύμβουλος του αλ Σαράα διορίστηκε ο Μαζλούμ Άμπντι

O Άμπντι, πρώην διοικητής των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων, ανακοίνωσε την Τρίτη τη διάλυσή τους ως ανεξάρτητης στρατιωτικής...

Δημοφιλή