Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Πάμε για θερμό επεισόδιο; Η Τουρκία «περικυκλώνει» το Καστελόριζο

Συναγερμό για τις εξελίξεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σημαίνει ο Σταύρος Καλεντερίδης, αναλύοντας τους χάρτες των τουρκικών «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» και τις συνέπειες που μπορεί να έχει η εφαρμογή τους επί του πεδίου.

Δημοσιεύτηκε στις

Σήμα κινδύνου για τις εξελίξεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο εκπέμπει ο Σταύρος Καλεντερίδης, εστιάζοντας στην ανακήρυξη των τουρκικών «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» και κυρίως στο ενδεχόμενο η Άγκυρα να επιχειρήσει να εφαρμόσει στην πράξη τους περιορισμούς που απορρέουν από αυτά.

Στην ανάλυσή του, ο κ. Καλεντερίδης χαρακτηρίζει τη σημερινή κατάσταση ως «κίτρινη κάρτα», προειδοποιώντας όμως ότι η μετάβαση από τη χαρτογράφηση και τη θεσμοθέτηση στην επιβολή του τουρκικού σχεδιασμού επί του πεδίου μπορεί να μετατρέψει την κατάσταση σε «κόκκινη κάρτα» και να δημιουργήσει τις συνθήκες ακόμη και για θερμό επεισόδιο.

Το κρίσιμο ερώτημα που θέτει είναι απλό: Τι θα συμβεί εάν τουρκικά σκάφη επιχειρήσουν να επιβάλουν τους κανόνες των πάρκων σε ελληνικά αλιευτικά, ερευνητικά ή άλλα πλοία;

«Περικυκλώνουν το Καστελόριζο»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Σταύρος Καλεντερίδης στον χάρτη του τουρκικού θαλάσσιου πάρκου στην Ανατολική Μεσόγειο, υποστηρίζοντας ότι ο σχεδιασμός ουσιαστικά περικυκλώνει το Καστελόριζο και το σύμπλεγμα της Μεγίστης.

Κατά την ανάλυσή του, το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην ανακοίνωση ενός περιβαλλοντικού καθεστώτος. Θα προκύψει εάν η Τουρκία επιχειρήσει να αποκτήσει στην πράξη ρυθμιστικό ρόλο στην περιοχή, αποφασίζοντας ποια δραστηριότητα επιτρέπεται και ποια απαγορεύεται.

Εάν, για παράδειγμα, η Άγκυρα επιχειρήσει να ελέγξει την αλιεία, την επιστημονική έρευνα ή άλλες δραστηριότητες, τότε, σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, το ζήτημα περνά από το επίπεδο των χαρτών στην άσκηση εξουσίας επί του πεδίου.

«Για να πας στο Καστελόριζο με πλοίο θα πρέπει να τηρείς τους όρους της τουρκικής πλευράς, αν εφαρμόσουν αυτό το θαλάσσιο πάρκο», προειδοποιεί, περιγράφοντας το σενάριο που θεωρεί ότι πρέπει να αποτραπεί.

Λήμνος και Σαμοθράκη στο επίκεντρο

Ανάλογη σημασία αποδίδει στον δεύτερο τουρκικό σχεδιασμό, στο βορειοανατολικό Αιγαίο.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο συγκεκριμένος χάρτης δημιουργεί μια τουρκική ζώνη ανάμεσα στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, με αποτέλεσμα να αποκτά ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία.

Ο Καλεντερίδης συνδέει μάλιστα τη σημερινή εξέλιξη με τη μακρά ιστορία των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο, υπενθυμίζοντας τις αντιπαραθέσεις για την υφαλοκρηπίδα και τις έρευνες υδρογονανθράκων που άρχισαν να αποκτούν ιδιαίτερη ένταση τη δεκαετία του 1970.

Για τον ίδιο, επομένως, τα θαλάσσια πάρκα δεν αποτελούν μια απομονωμένη τουρκική κίνηση, αλλά έναν ακόμη κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα διεκδικήσεων.

«Οι χάρτες υπήρχαν – τώρα γίνονται πολιτική»

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Θαλασσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου της Άγκυρας, σημειώνοντας ότι ανάλογοι χάρτες είχαν παρουσιαστεί ήδη από το προηγούμενο διάστημα.

Κατά συνέπεια, υποστηρίζει, η Αθήνα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αιφνιδιάστηκε.

Σύμφωνα με την προσέγγισή του, υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στις θεωρητικές επεξεργασίες τουρκικών ακαδημαϊκών και κρατικών φορέων και στην πολιτική που τελικά υιοθετεί η κυβέρνηση Ερντογάν.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις σοβαρότερες προειδοποιήσεις της ανάλυσής του: ο Σταύρος Καλεντερίδης αναμένει νέα κλιμάκωση το φθινόπωρο, κάνοντας λόγο για τουρκικό νομοθετικό σχεδιασμό που, όπως υποστηρίζει, θα επιχειρεί να ενσωματώσει αντιλήψεις της «Γαλάζιας Πατρίδας» και να αποτυπώσει έναν ευρύτερο διαχωρισμό του Αιγαίου.

«Η οριοθέτηση των πάρκων είναι κίτρινη κάρτα. Η εφαρμογή τους είναι κόκκινη», είναι ουσιαστικά η κεντρική θέση του.

Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων

Ο Σταύρος Καλεντερίδης στρέφει ταυτόχρονα τα πυρά του στην ελληνική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα έχασε μια μεγάλη στρατηγική ευκαιρία όταν σχεδίαζε τα δικά της θαλάσσια πάρκα.

Παρουσιάζοντας τον αρχικό και τον τελικό ελληνικό σχεδιασμό, υποστηρίζει ότι το θαλάσσιο πάρκο στο Αιγαίο εμφανίστηκε αρχικά πολύ πιο συνεκτικό και εκτεταμένο, αλλά τελικά περιορίστηκε σε διάσπαρτες περιοχές γύρω από τις Κυκλάδες.

Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε αξιοποιήσει το περιβαλλοντικό εργαλείο ως ένα πρώτο πολιτικό βήμα προς την άσκηση του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια.

Αντί αυτού, όπως υποστηρίζει, η Αθήνα επέλεξε έναν πολύ πιο περιορισμένο σχεδιασμό.

«Ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία που χάθηκε», τονίζει, θεωρώντας ότι το κενό που άφησε η ελληνική πλευρά επιχειρεί σήμερα να καλύψει η Τουρκία.

Η υφαλοκρηπίδα, η ΑΟΖ και η Κύπρος

Σημαντικό τμήμα της ανάλυσης αφορά τη νομική διάσταση.

Ο Καλεντερίδης διαχωρίζει την υφαλοκρηπίδα από την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, επισημαίνοντας ότι τα δικαιώματα ενός παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας υφίστανται ipso facto και ab initio, ενώ η οριοθέτηση μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές αποτελεί διαφορετικό ζήτημα.

Παράλληλα επαναφέρει μία πάγια θέση του: την ανάγκη οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.

Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια κίνηση θα ενίσχυε αποφασιστικά την ελληνική και κυπριακή θέση στην περιοχή του συμπλέγματος της Μεγίστης και θα δυσκόλευε την προσπάθεια της Τουρκίας να δημιουργήσει διαφορετικές πραγματικότητες επί του χάρτη.

Το ερώτημα του Άγγελου Συρίγου

Ο Καλεντερίδης στέκεται ιδιαίτερα και σε τοποθέτηση του καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και βουλευτή Άγγελου Συρίγου, ο οποίος έθεσε το κρίσιμο ερώτημα για το τι θα συμβεί εάν η Τουρκία περάσει από τη θέσπιση στην εφαρμογή των πάρκων.

Τι θα γίνει, δηλαδή, εάν τουρκικά σκάφη επιχειρήσουν να επιβάλουν περιορισμούς σε ελληνικά πλοία σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι θίγονται τα δικαιώματά της;

Για τον Καλεντερίδη, αυτό είναι πλέον το πραγματικό ζήτημα.

Διότι τότε η Αθήνα δεν θα μπορεί να περιοριστεί σε ανακοινώσεις περί διεθνούς δικαίου. Θα κληθεί να αποφασίσει εάν και με ποιον τρόπο θα εμποδίσει την εφαρμογή των τουρκικών μέτρων επί του πεδίου.

«Τέλος στα ήρεμα νερά»

Ο αναλυτής ασκεί σφοδρή κριτική στην πολιτική των «ήρεμων νερών» που ακολούθησε η Αθήνα μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών.

Κατά την άποψή του, η αποκλιμάκωση δεν οδήγησε την Τουρκία σε εγκατάλειψη των διεκδικήσεών της. Αντίθετα, θεωρεί ότι η Άγκυρα χρησιμοποίησε την περίοδο χαμηλότερης έντασης για να συνεχίσει τη συστηματική επεξεργασία των θέσεών της.

Συνδέει μάλιστα τα θαλάσσια πάρκα με την πρόσφατη επαναφορά από την Τουρκία της συζήτησης περί περιοχών των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία, δηλαδή με το γνωστό δόγμα των «γκρίζων ζωνών».

Έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, σχηματίζεται μία ευρύτερη εικόνα:

γκρίζες ζώνες – θαλάσσια πάρκα – Γαλάζια Πατρίδα – περιορισμός της ελληνικής επήρειας – αμφισβήτηση του δικαιώματος επέκτασης στα 12 ν.μ.

«Πάμε προς τέταρτη μεγάλη κρίση στο Αιγαίο»

Από τα πλέον ηχηρά σημεία της παρέμβασής του είναι η εκτίμηση ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται ήδη μέσα σε μια νέα, τέταρτη περίοδο κρίσης.

Ο Καλεντερίδης παραπέμπει στις προηγούμενες μεγάλες φάσεις της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης —την κρίση της υφαλοκρηπίδας, την κρίση του 1987 και τα Ίμια— και θεωρεί ότι η περίοδος που άρχισε με την ένταση στον Έβρο και το Oruc Reis δεν έχει πραγματικά τελειώσει.

Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι εξελίσσεται σε μια μακρόχρονη αναμέτρηση, η οποία σήμερα αποκτά νέα μορφή μέσω χαρτών, θαλάσσιων ζωνών, περιβαλλοντικών καθεστώτων και νομικοπολιτικών τετελεσμένων.

Η τελική του προειδοποίηση είναι σαφής: το κρίσιμο σημείο δεν θα είναι η ανακοίνωση των τουρκικών χαρτών, αλλά η στιγμή κατά την οποία η Άγκυρα θα επιχειρήσει να τους εφαρμόσει.

Τότε, κατά τον Σταύρο Καλεντερίδη, θα φανεί εάν τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα αποτελούν ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής πίεσης ή τον προθάλαμο μιας πολύ σοβαρότερης ελληνοτουρκικής κρίσης.

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Ποιος θα υπερασπιστεί μια χώρα που δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της;

Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής παρεμβαίνει στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής» και ασκεί σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Προειδοποιεί ότι καμία μεγάλη δύναμη δεν θα υπερασπιστεί μια χώρα που δεν δείχνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της και επιμένει ότι χωρίς αξιόπιστη στρατιωτική αποτροπή δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική διπλωματία.

Δημοσιεύτηκε

στις

Σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική και στον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα διαχειρίζεται την τουρκική απειλή άσκησε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής». Ο έμπειρος διπλωμάτης προειδοποίησε ότι καμία μεγάλη δύναμη δεν πρόκειται να υπερασπιστεί μια χώρα η οποία δεν αποδεικνύει ότι είναι αποφασισμένη και ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Αφορμή αποτέλεσε δημοσίευμα του Nordic Monitor για την πολεμική προετοιμασία της Τουρκίας. Ο Γιώργος Αϋφαντής χαρακτήρισε τον ιστότοπο αξιόπιστο, υπογραμμίζοντας ότι διαθέτει σημαντικές πηγές και διείσδυση στην τουρκική κρατική μηχανή. Έθεσε, όμως, στο επίκεντρο το κρίσιμο ερώτημα για τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης.

«Ποιος υπερασπίζεται κάποιον που δεν θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό του;» διερωτήθηκε, επικαλούμενος το δόγμα σύμφωνα με το οποίο «δεν ενισχύουμε την αποτυχία». Κατά τον ίδιο, η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, επειδή βασίστηκε περισσότερο σε προσωπικές σχέσεις και συναλλαγές παρά σε έναν σταθερό σχεδιασμό εθνικής ισχύος.

Η αποστολή των Patriot στη Σαουδική Αραβία

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε για την αποστολή ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα ανέλαβε να συμβάλει στην προστασία κρίσιμων σαουδαραβικών εγκαταστάσεων, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει συγκεκριμένα και μετρήσιμα ανταλλάγματα για την εθνική της ασφάλεια.

Σύμφωνα με τον πρέσβη ε.τ., η Αθήνα δεν εξέτασε επαρκώς τις στρατηγικές επιλογές που θα έκανε στη συνέχεια το Ριάντ. Όπως ανέφερε, η Σαουδική Αραβία έχει προχωρήσει σε αμυντική συμφωνία με την Τουρκία, η οποία, κατά την εκτίμησή του, περιλαμβάνει προωθημένες προβλέψεις αμοιβαίας συνδρομής.

Ο Γιώργος Αϋφαντής υποστήριξε ότι, υπό τα σημερινά δεδομένα, το Ριάντ δεν θα τασσόταν στο πλευρό της Ελλάδας σε μια κρίση με την Τουρκία. Μάλιστα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν παρουσιάζει με ειλικρίνεια την πραγματική στρατηγική εικόνα των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην κατανάλωση πολύτιμων πυρομαχικών των Patriot, επισημαίνοντας ότι η αναπλήρωσή τους δεν είναι απλή υπόθεση. Όπως είπε, ούτε η ίδια η Σαουδική Αραβία αποτελεί παραγωγό των συγκεκριμένων πυραύλων, ενώ ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αναπλήρωση των αποθεμάτων τους έπειτα από τις διαδοχικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

«Πληρώνουμε, αλλά δεν έχουμε αποτροπή»

Ο πρέσβης ε.τ. στάθηκε και στα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι η αγορά νέων οπλικών συστημάτων δεν αρκεί, εάν δεν υπάρχουν εκπαιδευμένα και επαρκώς αμειβόμενα πληρώματα για να τα αξιοποιήσουν.

«Αν θέλουμε να φτιάξουμε αποτροπή, που είναι προϋπόθεση για τη διπλωματία, πρέπει να κοιτάξουμε τα του οίκου μας», τόνισε. Όπως ανέφερε, μια χώρα χωρίς αξιόπιστες Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορεί να πείσει ούτε τους συμμάχους ούτε τους αντιπάλους της.

«Τελικά πληρώνουμε και δεν έχουμε αποτροπή. Αν δεν έχεις αποτροπή, δεν έχεις και διπλωματία», ήταν το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του.

Κάσος και καλώδιο: Ο κίνδυνος ενός νέου τετελεσμένου

Ο Γιώργος Αϋφαντής αναφέρθηκε εκτενώς και στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, υπενθυμίζοντας όσα συνέβησαν στην Κάσο. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις εργασίες πόντισης του καλωδίου, ενώ αντίστοιχα προβλήματα προέκυψαν, όπως είπε, και με έργο οπτικών ινών μεταξύ Αμοργού και Κω.

Σημείωσε ότι η περιοχή γύρω από την Κάσο καλύπτεται από τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, η οποία έχει κατατεθεί στα Ηνωμένα Έθνη. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επικαλείται το τουρκολιβυκό μνημόνιο και απαιτεί να έχει λόγο σε εργασίες που πραγματοποιούνται στην περιοχή.

Ο πρέσβης ε.τ. εξέφρασε την ανησυχία ότι, με την ανάθεση του εγχειρήματος στη γαλλική Meridiam, ενδέχεται να αναζητηθεί κάποια μορφή τουρκικής «σύμφωνης γνώμης», ώστε οι εργασίες να προχωρήσουν χωρίς νέα ένταση. Προειδοποίησε ότι ακόμη και μια τέτοια έμμεση διαδικασία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την Άγκυρα ως επιχείρημα διεθνούς αναγνώρισης των παράνομων αξιώσεών της.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία θα επιχειρούσε να παρουσιάσει μια ενδεχόμενη συνεννόηση με την εταιρεία ως απόδειξη ότι η άδειά της είναι απαραίτητη για κάθε έργο στην περιοχή.

Κριτική στο σύστημα λήψης αποφάσεων

Ο Γιώργος Αϋφαντής άσκησε προσωπική και πολιτική κριτική στον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, αμφισβητώντας την αξιοπιστία των διαβεβαιώσεών του ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει «από θέση ισχύος» εάν πληγούν τα συμφέροντά της.

Πέρα από τα πρόσωπα, έθεσε ζήτημα λειτουργίας ολόκληρου του συστήματος, μιλώντας για «γκρίζες περιοχές συμφερόντων» μεταξύ πολιτικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Έφερε ως αντιπαράδειγμα τον Καναδά, όπου, όπως εξήγησε, εφαρμόζονται αυστηρότεροι κανόνες για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων από βουλευτές και υπουργούς.

Η ουσία της παρέμβασής του συνοψίστηκε στην ανάγκη επιστροφής σε μια εξωτερική πολιτική που θα στηρίζεται στην εθνική ισχύ και όχι στην προσδοκία ότι τρίτες χώρες θα προστατεύσουν αυτομάτως την Ελλάδα. Για τον Γιώργο Αϋφαντή, οι συμμαχίες μπορούν να λειτουργήσουν μόνο όταν η ίδια η χώρα δείχνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα δικαιώματα και την κυριαρχία της.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Nordic Monitor: Kαταγγελίες για τουρκικό άξονα με Ιράν και Πακιστάν -Παλαιστίνιος μαχητής της Ισλαμικής Τζιχάντ ισχυρίζεται ότι η μυστική μεγάλη στρατηγική της Άγκυρας είναι να συμμαχήσει με την Τεχεράνη εναντίον ΗΠΑ και Ισραήλ

Η Άγκυρα δεν έχει ανακοινώσει δημόσια την υιοθέτηση μιας μεγάλης στρατηγικής που επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της Δύσης και του Ισραήλ μέσω της ευθυγράμμισης της Τουρκίας με το Ιράν. Ωστόσο, οι ανησυχίες ότι η κυβέρνηση μπορεί να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση έχουν αυξηθεί εν μέσω των πολιτικών επιλογών της Άγκυρας, της θεσμικής αναδιάρθρωσης, του διορισμού αντιδυτικών προσωπικοτήτων σε βασικές κυβερνητικές θέσεις και της ολοένα και πιο εχθρικής ρητορικής που απευθύνεται κατά του Ισραήλ και των δυτικών κυβερνήσεων από την ανώτερη ηγεσία της Τουρκίας την τελευταία δεκαετία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Tις δηλώσεις του Σάμι Αλ-Αριάν, Παλαιστινοαμερικανού ακαδημαϊκού που έχει συνδεθεί με την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ και σήμερα διευθύνει το Center for Islam and Global Affairs (CIGA) στο Πανεπιστήμιο Sabahattin Zaim της Κωνσταντινούπολης παρουσιάζει ο Αμπντουλάχ Μποζκούρτ στη Nordic Monitor. Σύμφωνα με τον Μποζκούρτ, ο Αλ-Αριάν έχει αποκτήσει σημαντικό βήμα στην Τουρκία και επαφές με πρόσωπα του κυβερνητικού μηχανισμού του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Σε διαδικτυακή συζήτηση του CIGA στις 8 Απριλίου, ο Αλ-Αριάν υποστήριξε ότι ένας «πολύ υψηλόβαθμος Τούρκος παράγοντας λήψης αποφάσεων» τού είχε περιγράψει ως τουρκική «μεγάλη στρατηγική» τη στενή συνεργασία Τουρκίας, Ιράν και Πακιστάν. Δεν αποκάλυψε το όνομα του αξιωματούχου ούτε τον χρόνο της συνομιλίας. Πρότεινε, ωστόσο, τη δημιουργία μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας με πυρήνα τις τρεις μουσουλμανικές δυνάμεις, η οποία θα περιόριζε την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και την εξάρτηση των χωρών της Μέσης Ανατολής από την Ουάσιγκτον.

Ο Αλ-Αριάν χαρακτήρισε την αμερικανική προστασία «πρόσοψη», εξήρε την ασύμμετρη στρατηγική του Ιράν με πυραύλους και drones και παρουσίασε τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ ως αποτρεπτικό όπλο αντίστοιχης πρακτικής βαρύτητας με ένα πυρηνικό. Διευκρίνισε ότι η προτεινόμενη δομή δεν θα ταυτιζόταν με τον υφιστάμενο ιρανικό «άξονα της αντίστασης», αλλά θα επιδίωκε να προσελκύσει κράτη του Κόλπου και αραβικές χώρες που δεν έχουν ευθυγραμμιστεί με το Ισραήλ.

Το δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι ο Αλ-Αριάν είχε διωχθεί στις ΗΠΑ σε υπόθεση σχετική με την Ισλαμική Τζιχάντ, δήλωσε ένοχος το 2006 για συνωμοσία παροχής υπηρεσιών σε συνδεδεμένα πρόσωπα και τελικά απελάθηκε στην Τουρκία. Εκεί ανέπτυξε σχέσεις με στελέχη όπως ο σημερινός αρχηγός της MIT Ιμπραχίμ Καλίν και ο Μπιλάλ Ερντογάν.

Ο Μποζκούρτ εκτιμά, χωρίς να διαθέτει επιβεβαίωση, ότι ο ανώνυμος αξιωματούχος ενδέχεται να ήταν ο Καλίν. Συνδέει επίσης τις δηλώσεις με παλαιότερα στοιχεία τουρκικής έρευνας για δίκτυο της ιρανικής Δύναμης Κουντς, σύμφωνα με τα οποία ο Ερντογάν είχε εκφράσει ιδιωτικά έντονα αντιΝΑΤΟϊκές και αντιδυτικές απόψεις. Η έρευνα αυτή έκλεισε πριν εκδοθούν εντάλματα.

Κατά τον αρθρογράφο, η σημασία των δηλώσεων δεν βρίσκεται μόνο στην ιδεολογική τους κατεύθυνση, αλλά στην επίκληση συνομιλίας με ανώτερο κρατικό παράγοντα, που υποδηλώνει ότι παρόμοιοι σχεδιασμοί ενδέχεται να συζητούνται εδώ και χρόνια σε κύκλους εξουσίας της Άγκυρας και της προεδρίας.

Η Nordic Monitor σημειώνει ότι η Άγκυρα δεν έχει ανακοινώσει επίσημα στρατηγική συμμαχίας με Ιράν και Πακιστάν εναντίον ΗΠΑ και Ισραήλ. Υποστηρίζει, όμως, ότι οι κυβερνητικές επιλογές, οι σχέσεις με την Τεχεράνη, οι εκκαθαρίσεις φιλοΝΑΤΟϊκών αξιωματικών μετά το 2016 και η εντεινόμενη αντιδυτική ρητορική ενισχύουν τις σχετικές ανησυχίες.

Διαβάστε αναλυτικά το δημοσίευμα του Nordic Monitor:

Ένα ανώτερο στέλεχος που συνδέεται με την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ (PIJ), μια υποστηριζόμενη από το Ιράν παλαιστινιακή ένοπλη ομάδα που χαρακτηρίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση και της έχει παραχωρηθεί μια επιρροή στην Τουρκία υπό την ισλαμιστική κυβέρνηση του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αποκάλυψε αυτό που χαρακτήρισε ως μια τουρκική «μεγάλη στρατηγική» που στοχεύει στην αντιμετώπιση της δυτικής και ισραηλινής επιρροής, ενώ παράλληλα είπε ότι το δίκτυό του εργάζεται για να θέσει τις πνευματικές και πολιτικές βάσεις για μια τέτοια περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Ο Σάμι Αλ-Αριάν, ένας Παλαιστίνιος-Αμερικανός ακαδημαϊκός στον οποίο έχει επιτραπεί να οικοδομήσει μια ισχυρή πολιτική και ακαδημαϊκή πλατφόρμα στην Τουρκία με τη γενναιόδωρη βοήθεια της κυβέρνησης Ερντογάν, ισχυρίστηκε ότι ένας «πολύ ανώτερος Τούρκος υπεύθυνος για τη λήψη αποφάσεων» του είπε κάποτε ότι η «μεγάλη στρατηγική» της Άγκυρας θα πρέπει να βασίζεται σε στενές σχέσεις μεταξύ Τουρκίας, Ιράν και Πακιστάν.

Ο Αλ-Αριάν έκανε την αποκάλυψη υποστηρίζοντας τη δημιουργία μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας με επίκεντρο τις τρεις δυνάμεις με μουσουλμανική πλειοψηφία και σχεδιασμένη να μειώσει την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να μειώσει την παρουσία και την επιρροή εξωτερικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Μιλώντας κατά τη διάρκεια ενός διαδικτυακού σεμιναρίου για τον πόλεμο που αφορούσε το Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 8 Απριλίου, ο Al-Arian υποστήριξε ότι η υπάρχουσα τάξη ασφαλείας στον Κόλπο είχε φτάσει σε ένα «σημείο καμπής» και θα πρέπει τελικά να αντικατασταθεί από ένα περιφερειακά ελεγχόμενο σύστημα.

Σύμφωνα με τον Αλ-Αριάν, η τελευταία περιφερειακή σύγκρουση κατέδειξε ότι οι χώρες της Μέσης Ανατολής θα πρέπει να επανεξετάσουν αυτήν την εξάρτηση. «Η δομή βασίστηκε στην αμερικανική προστασία με την ίδρυση αυτών των δεκάδων στρατιωτικών βάσεων», είπε, προσθέτοντας ότι η περιοχή είχε πλέον φτάσει «σε ένα πολύ σημαντικό σημείο όπου πρέπει να επανεξετάσουν τη δομή ασφαλείας».

Στη συνέχεια, περιέγραψε αυτό που παρουσίασε ως εναλλακτική λύση: μια αρχιτεκτονική ασφαλείας που θα βασίζεται στην Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν.

 

Ο Σάμι Αλ-Αριάν κατά τη διάρκεια ενός διαδικτυακού σεμιναρίου στις 8 Απριλίου 2026 που διοργάνωσε το Κέντρο Ισλάμ και Παγκόσμιων Υποθέσεων (CIGA) με τίτλο «Ο Αμερικανο-Σιωνιστικός Άξονας Εναντίον Ιράν Εν μέσω μιας Νέας Περιφερειακής Τάξης», όπου μίλησε για αυτό που χαρακτήρισε ως «μεγάλη στρατηγική» της Τουρκίας για την οικοδόμηση στενότερων στρατηγικών δεσμών με το Ιράν και το Πακιστάν.

«Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό», είπε ο Αλ-Αριάν, «θα ήταν να δημιουργηθεί μια περιφερειακή δομή ασφάλειας, ιδίως με τις κύριες χώρες της περιοχής».

«Μιλώ για την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν», συνέχισε. «Αυτές είναι τρεις πολύ σημαντικές χώρες και πρέπει πραγματικά να σκεφτούν αυτή τη στρατηγική».

Σε εκείνο το σημείο, ο Αλ-Αριάν αποκάλυψε την προηγουμένως μη αναφερθείσα συνομιλία με τον ανώτερο Τούρκο αξιωματούχο. «Μίλησα κάποτε με έναν πολύ ανώτερο Τούρκο υπεύθυνο λήψης αποφάσεων πριν από πολλά χρόνια και τον ρώτησα ποιο ήταν το στρατηγικό όραμα της Τουρκίας», είπε ο Αλ-Αριάν.

Στη συνέχεια, διευκρίνισε ότι είχε ρωτήσει συγκεκριμένα για τη «μεγάλη στρατηγική» της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον Αλ-Αριάν, ο ανώνυμος Τούρκος αξιωματούχος απάντησε ότι η Άγκυρα χρειάζεται να δημιουργήσει «μια πολύ καλή σχέση μεταξύ Ιράν, Τουρκίας και Πακιστάν».

Ο Αλ-Αριάν είπε ότι εξεπλάγην ευχάριστα από την απάντηση και την χαρακτήρισε «εξαιρετική», αν και πρόσθεσε ότι απογοητεύτηκε που καμία αραβική χώρα δεν είχε συμπεριληφθεί στη διατύπωση.

Ο Al-Arian δεν κατονόμασε τον αξιωματούχο ούτε ανέφερε πότε έλαβε χώρα η συνομιλία, αλλά η αποκάλυψη είναι αξιοσημείωτη επειδή ο Al-Arian χρησιμοποίησε την φερόμενη συνομιλία ως επιβεβαίωση του μοντέλου περιφερειακής ασφάλειας που προωθούσε ανοιχτά στο διαδικτυακό σεμινάριο αντί να την αφηγηθεί απλώς ως ιστορικό ανέκδοτο.

Κάλεσε τους διανοούμενους και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να αρχίσουν να αναπτύσσουν ένα κοινό πλαίσιο για να το πετύχουν αυτό και θεώρησε το διαδικτυακό σεμινάριο ως μέρος αυτής της προσπάθειας να τεθούν οι βάσεις για μια τέτοια μεγάλη στρατηγική.

«Ποια θα ήταν μια δομή ασφαλείας; Ποιο θα ήταν το κοινό θέμα, το κοινό νήμα που μπορούμε να οικοδομήσουμε ώστε να μειώσουμε την ξένη επιρροή, να μειώσουμε την ξένη παρουσία στην περιοχή;» είπε.

Διαφοροποίησε ένα τέτοιο σύστημα από τον υπάρχοντα «άξονα αντίστασης» του Ιράν, αναγνωρίζοντας ότι πολλές κυβερνήσεις θα δίσταζαν να ενταχθούν στο δίκτυο υπό την ηγεσία του Ιράν λόγω του πολιτικού και στρατηγικού κόστους.

 

Ο Ιμπραήμ Καλίν, επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών MIT, εμφανίζεται να απευθύνεται σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης τον Οκτώβριο του 2018, όπου ομιλητής ήταν επίσης ο Σάμι αλ-Αριάν.

«Έτσι, μπορούμε να έχουμε, ας πούμε, έναν άξονα ασφαλείας με βάση την περιοχή», είπε, διαιρώντας τις περιφερειακές κυβερνήσεις ανάλογα με την πολιτική τους ευθυγράμμιση με το Ισραήλ, λέγοντας ότι ορισμένες δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν μέρος της προτεινόμενης αρχιτεκτονικής επειδή, κατά την ορολογία του, είχαν ήδη ενταχθεί σε αυτό που ονόμασε «σιωνιστικό άξονα».

Ο Αλ-Αριάν δήλωσε ότι η Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν θα πρέπει να αναλάβουν τον ηγετικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. «Ο ρόλος της Τουρκίας και του Πακιστάν θα είναι πρωταρχικός, καθώς και του Ιράν, για να φέρει κοντά αυτές τις χώρες [τις χώρες του Κόλπου και τα αραβικά κράτη], δημιουργώντας μια τέτοια δομή», είπε. Κατέληξε καλώντας ακαδημαϊκούς από τις τρεις χώρες να αρχίσουν να μελετούν τις πρακτικές δυνατότητες και τα εμπόδια που συνεπάγεται η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού ασφαλείας.

«Ελπίζω να μπορέσουμε πραγματικά να κάνουμε αυτή τη συζήτηση… [με] ακαδημαϊκούς από τις τρεις κύριες χώρες… και να αρχίσουμε να βλέπουμε ποιες είναι οι δυνατότητες, τα εμπόδια και τα εμπόδια για έναν τέτοιο περιφερειακό μηχανισμό ασφάλειας», είπε.

Οι παρατηρήσεις ήταν σύμφωνες με το ευρύτερο επιχείρημα του Al-Arian καθ’ όλη τη διάρκεια του διαδικτυακού σεμιναρίου, ότι η σύγκρουση στο Ιράν είχε καταδείξει την αδυναμία της περιφερειακής τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Νωρίτερα στην παρουσίασή του, παρουσίασε το Ιράν ως ένα πρόσωπο που βγήκε ισχυρότερο από την αντιπαράθεση και υποστήριξε ότι η αντίσταση της Τεχεράνης στις στρατιωτικές πιέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ θα μπορούσε να ενθαρρύνει κυβερνήσεις και πολιτικά κινήματα σε όλη την περιοχή να απορρίψουν την ξένη παρέμβαση.

Υποστήριξε ρητά ότι ο πόλεμος είχε καταδείξει ότι οι χώρες της περιοχής δεν χρειάζονταν τις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ.

«Δεν χρειαζόμαστε αμερικανική προστασία», είπε, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια προστασία ως «φάρσα» και «πρόσοψη» και υποστηρίζοντας ότι τα περιφερειακά κράτη πρέπει να εξαρτώνται περισσότερο από τον εαυτό τους.

Ο Αλ-Αριάν παρουσίασε επίσης την στρατιωτική απόδοση του Ιράν ως ένα μοντέλο άξιο μελέτης. Επαίνεσε την ασύμμετρη πολεμική στρατηγική της Τεχεράνης, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, και είπε ότι η προσέγγιση του Ιράν πιθανότατα θα διδαχθεί σε στρατιωτικά και στρατηγικά ιδρύματα, επειδή έχει επιτρέψει στην Τεχεράνη να αντισταθεί σε αντιπάλους που κατέχουν πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ.

Περιέγραψε περαιτέρω τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ ως μια μορφή στρατηγικής αποτροπής συγκρίσιμη, στην πράξη, με ένα πυρηνικό όπλο.

 

Ο Σάμι Αλ-Αριάν χρησιμοποιεί το Κέντρο για το Ισλάμ και τις Παγκόσμιες Υποθέσεις (CIGA) με έδρα την Κωνσταντινούπολη για να υποστηρίξει έναν ριζικό μετασχηματισμό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, καλλιεργώντας παράλληλα στενούς δεσμούς με ανώτερα στελέχη της τουρκικής ηγεσίας.

«Το Στενό του Ορμούζ γίνεται η πυρηνική σας βόμβα», είπε ο Αλ-Αριάν, υποστηρίζοντας ότι η δυνατότητα επιβολής τεράστιου οικονομικού κόστους θα μπορούσε να αποτρέψει μελλοντικές επιθέσεις στο Ιράν.

Ο αλ-Αριάν υποστήριξε επίσης ότι η στρατιωτική αντίδραση του Ιράν ενίσχυσε πολιτικά την Τεχεράνη, επειδή θεωρήθηκε ότι υπερασπιζόταν τον εαυτό της αντί να ξεκινήσει την αντιπαράθεση.

Ο έπαινός του ξεπέρασε τις αμυντικές δυνατότητες του Ιράν. Είπε ότι η σύγκρουση απέδειξε ότι οι χώρες που αντιστέκονται στην αμερικανική και ισραηλινή επιρροή θα μπορούσαν τελικά να εγκαθιδρύσουν μια νέα περιφερειακή τάξη και ότι τα κινήματα που απορρίπτουν την ξένη παρέμβαση θα ενθαρρυνθούν από το παράδειγμα του Ιράν.

Η προτεινόμενη δομή Τουρκίας-Ιράν-Πακιστάν φαίνεται επομένως ενσωματωμένη σε ένα πολύ ευρύτερο ιδεολογικό όραμα στο οποίο η υπάρχουσα τάξη ασφαλείας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ σταδιακά εκτοπίζεται από τη συνεργασία μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων που ο Αλ-Αριάν θεωρεί ικανές να ενεργούν ανεξάρτητα από την Ουάσινγκτον.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένης της θέσης του Αλ-Αριάν στην Τουρκία.

Ο Αλ-Αριάν, ο οποίος μετακόμισε στην Τουρκία μετά από χρόνια ποινικών και νομικών διαδικασιών στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ (PIJ), έχει αποκτήσει εξέχουσα ακαδημαϊκή πλατφόρμα στο Πανεπιστήμιο Sabahattin Zaim της Κωνσταντινούπολης, όπου ίδρυσε και διευθύνει το Κέντρο για το Ισλάμ και τις Παγκόσμιες Υποθέσεις (CIGA).

Το Nordic Monitor είχε αναφέρει προηγουμένως ότι ο Al-Arian είχε πρόσβαση σε ανώτερα στελέχη της κυβέρνησης Ερντογάν και σε φορείς που συνδέονται με την κυβέρνηση και είχε εμφανιστεί σε εκδηλώσεις μαζί με ισχυρούς αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του İbrahim Kalın, του νυν επικεφαλής του Εθνικού Οργανισμού Πληροφοριών της Τουρκίας (MIT).

Έχει επίσης συναντηθεί με αξιωματούχους της τουρκικής κυβέρνησης μέσω του CIGA και μπόρεσε να δραστηριοποιηθεί ανοιχτά στην Τουρκία παρά το αμφιλεγόμενο ιστορικό του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Αλ-Αριάν διώχθηκε στις ΗΠΑ σε υπόθεση τρομοκρατίας που αφορούσε την PIJ. Το 2006 δήλωσε ένοχος για κατηγορία συνωμοσίας που αφορούσε υπηρεσίες που παρείχε σε άτομα που σχετίζονταν με την PIJ και αργότερα απελάθηκε στην Τουρκία.

 

Σεφέρ Τουράν, ο επικεφαλής σύμβουλος του Τούρκου προέδρου.

Από τότε που εγκαταστάθηκε στην Τουρκία, έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει το CIGA και άλλες πλατφόρμες για να προωθήσει μια έντονα αντι-ισραηλινή και αντι-αμερικανική ερμηνεία της περιφερειακής πολιτικής.

Το Nordic Monitor ανέφερε τον Μάρτιο του 2025 ότι ο Al-Arian είχε παρουσιάσει το Ισραήλ ως απειλή όχι μόνο για τους Παλαιστίνιους αλλά και τελικά για την Τουρκία, προέτρεψε την Άγκυρα να διακόψει τους εναπομείναντες δεσμούς με το Ισραήλ και υποστήριξε την κατάργηση αυτών που περιέγραψε ως σιωνιστικές πολιτικές δομές.

Οι τελευταίες παρατηρήσεις προωθούν αυτή τη θέση ένα σημαντικό βήμα παραπέρα.

Αντί να προσδιορίζει απλώς το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως απειλές, ο Αλ-Αριάν διατυπώνει τώρα αυτό που πιστεύει ότι θα πρέπει να αντικαταστήσει το σύστημα ασφαλείας που συνδέεται με αυτά: μια περιφερειακά ελεγχόμενη αρχιτεκτονική στην οποία η Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν θα χρησιμεύουν ως οι κύριοι στρατηγικοί πυλώνες.

Η αναφορά του σε έναν «πολύ ανώτερο Τούρκο υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων» είναι επομένως ενδεχομένως το πιο αποκαλυπτικό μέρος της συζήτησης.

Αν καταγραφεί με ακρίβεια, υποδηλώνει ότι η ιδέα της οικοδόμησης της γεωπολιτικής στρατηγικής της Τουρκίας γύρω από στενές σχέσεις με το Ιράν και το Πακιστάν είχε κυκλοφορήσει σε ανώτερο επίπεδο στην Άγκυρα πολύ πριν ο Αλ-Αριάν προωθήσει δημόσια ουσιαστικά την ίδια φόρμουλα.

Η ταυτότητα του αξιωματούχου παραμένει άγνωστη, αλλά ο Καλίν ενδέχεται να είναι ο αξιωματούχος στον οποίο αναφερόταν, δεδομένου ότι ο Αλ-Αριάν είχε από καιρό καλλιεργήσει σχέσεις μαζί του όταν ο επικεφαλής της MIT υπηρετούσε ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και εκπρόσωπος τύπου του Ερντογάν.

Όπως και ο Αλ-Αριάν, ο Καλίν είναι επίσης γνωστός εδώ και καιρό για τις φιλο-ιρανικές του απόψεις. Το Nordic Monitor κατέγραψε στο παρελθόν τα γραπτά και τα σχόλιά του σε δημοσιεύσεις που χρηματοδοτήθηκαν από το Ιράν τη δεκαετία του 1990, όταν ο νεαρός Καλίν δημοσίευσε άρθρα που επαινούσαν τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.

Η ανάμνηση του Al-Arian από τη συνομιλία του με έναν ανώτερο Τούρκο αξιωματούχο φαίνεται να αντικατοπτρίζει έναν ιδεολογικό προσανατολισμό που ο Ερντογάν ακολουθούσε εδώ και καιρό ιδιωτικά. Σύμφωνα με έγγραφα που ανακτήθηκαν κατά τη διάρκεια έρευνας της τουρκικής αστυνομίας για ένα δίκτυο της Δύναμης Quds του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) που λειτουργούσε στην Τουρκία μεταξύ 2011 και 2014, ο Ερντογάν είχε εκφράσει ιδιωτικά βαθιά εχθρότητα προς το ΝΑΤΟ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και το Ισραήλ ήδη από το 2010.

 

Ο Σάμι Αλ-Αριάν έχει επίσης καλλιεργήσει στενούς δεσμούς με τον γιο του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Μπιλάλ Ερντογάν, ο οποίος έχει συζητηθεί ως πιθανός διάδοχος του πατέρα του. Ο Μπιλάλ Ερντογάν εμφανίζεται να μιλά σε εκδήλωση που διοργάνωσε το CIGA στις 12 Δεκεμβρίου 2020.

Τα στοιχεία που ενσωματώθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης έδειξαν ότι ο Ερντογάν είπε στους πιστούς νομοθέτες ότι μόλις συσσώρευε επαρκή εξουσία, ήξερε «τι να κάνει με το ΝΑΤΟ, την Ευρώπη και το Ισραήλ». Ταυτόχρονα, αντιτάχθηκε στο ραντάρ πυραυλικής άμυνας Kürecik του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική Τουρκία και τάχθηκε υπέρ των στενότερων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών σχέσεων με το Ιράν.

«Όταν έχω την ευκαιρία, ξέρω τι να κάνω με το ΝΑΤΟ, την Ευρώπη και το Ισραήλ. Θα γαμήσω τις μητέρες τους. Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ είναι τόσο τρομοκράτες όσο το Ισραήλ», φέρεται να είπε ο Ερντογάν, τότε πρωθυπουργός και επικεφαλής της κυβέρνησης, σε πιστούς βουλευτές κατά τη διάρκεια ιδιωτικής συνάντησης.

Η συνομιλία μεταδόθηκε αργότερα στα αρχηγεία του IRGC από έναν Τούρκο πράκτορα της Δύναμης Quds που είχε μιλήσει με τους νομοθέτες, σύμφωνα με την έρευνα. Η έρευνα της Δύναμης Quds στη συνέχεια σταμάτησε από τον Ερντογάν προτού οι εισαγγελείς μπορέσουν να εξασφαλίσουν εντάλματα σύλληψης για Τούρκους και Ιρανούς υπόπτους. Μεταξύ των ατόμων που ερευνήθηκαν ήταν ο Sefer Turan, ανώτερος βοηθός του Ερντογάν και μακροχρόνιος φιλοϊρανός ισλαμιστής, ο οποίος έχει συμβουλεύσει τον Τούρκο πρόεδρο για θέματα της Μέσης Ανατολής.

Ο Ερντογάν αργότερα κινήθηκε ουσιαστικά προς την κατεύθυνση που αντικατοπτρίζεται σε αυτές τις δηλώσεις. Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος με ψευδή σημαία του 2016, η κυβέρνησή του εκδίωξε μεγάλο αριθμό φιλοΝΑΤΟϊκών αξιωματικών από τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων περίπου των δύο τρίτων των εν ενεργεία στρατηγών και ναυάρχων. Η Άγκυρα αντιστάθηκε επίσης στις κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν, επέκτεινε τους πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη και επανειλημμένα συγκρούστηκε με τους συμμάχους της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.

Η Άγκυρα δεν έχει ανακοινώσει δημόσια την υιοθέτηση μιας μεγάλης στρατηγικής που επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της Δύσης και του Ισραήλ μέσω της ευθυγράμμισης της Τουρκίας με το Ιράν. Ωστόσο, οι ανησυχίες ότι η κυβέρνηση μπορεί να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση έχουν αυξηθεί εν μέσω των πολιτικών επιλογών της Άγκυρας, της θεσμικής αναδιάρθρωσης, του διορισμού αντιδυτικών προσωπικοτήτων σε βασικές κυβερνητικές θέσεις και της ολοένα και πιο εχθρικής ρητορικής που απευθύνεται κατά του Ισραήλ και των δυτικών κυβερνήσεων από την ανώτερη ηγεσία της Τουρκίας την τελευταία δεκαετία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Οι στενές σχέσεις του Ισραήλ με τον Τραμπ δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη στρατηγική ανεξαρτησία

Η υποστήριξη του Τραμπ προς το Ισραήλ αποτελεί πλεονέκτημα, όμως οι μεταβαλλόμενες προτεραιότητες της Ουάσιγκτον καταδεικνύουν γιατί η Ιερουσαλήμ δεν έχει την πολυτέλεια μιας στρατηγικής εξάρτησης. Άρθρο του Σάι Γκαλ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Σάι Γκαλ, Jerusalem Post

Το Ισραήλ δεν αποτελεί την εξαίρεση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Η Ιερουσαλήμ και τα Υψίπεδα του Γκολάν αποτελούν ιστορικές αποδείξεις της προτίμησής του, όχι της ασυλίας του Ισραήλ. Το Ισραήλ μπορεί να του πιστώσει και τα δύο, χωρίς να συγχέει την ευγνωμοσύνη με την εκχώρηση δικαιοδοσίας.

Στις 16 Αυγούστου, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να περιορίσει σημαντικά τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα. Επικαλέστηκε το κόστος τους, τη σχέση του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και την άρνηση της Σεούλ να υποστηρίξει μια αμερικανική επιχείρηση εναντίον του Ιράν. Νοτιοκορεάτες αξιωματούχοι δήλωσαν αργότερα ότι η εντολή αιφνιδίασε τόσο τη Σεούλ όσο και τμήματα της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης.

Το Ιράν και η Κορεατική Χερσόνησος ανήκουν σε διαφορετικά θέατρα επιχειρήσεων. Ο Τραμπ τα χρέωσε στον ίδιο λογαριασμό.

Ο μοχλός πίεσης προέκυψε μέσα από μια συμμαχία που παρέμενε ακέραιη.

Ο Τραμπ διαχειρίζεται πεπερασμένα αποθέματα, ιεραρχεί τα θέατρα επιχειρήσεων και ανακατανέμει την ισχύ. Το αμερικανικό συμφέρον καθορίζει τη συμφωνία. Η προσωπική χημεία, το κύρος και η εκάστοτε συναλλαγή αναπροσαρμόζουν το τίμημά της. Καμία συμμαχία δεν ξεφεύγει από αυτή την αριθμητική.

Όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε φέτος εάν όπλα που προορίζονταν για την Ουκρανία θα μπορούσαν να εκτραπούν προς άλλες κατευθύνσεις, απάντησε χωρίς περιστροφές:

«Αυτό το κάνουμε συνεχώς».

Το όπλο μπορεί να υπερασπίζεται το Κίεβο. Το απόθεμα, όμως, παραμένει αμερικανικό.

Τα ουκρανικά χρήματα, οι δεσμεύσεις και οι ανάγκες του πεδίου της μάχης δεν καθορίζουν την αμερικανική κατανομή. Το Κίεβο μπορεί να εξασφαλίσει όπλα και παρ’ όλα αυτά να χάσει την προτεραιότητά του από ένα άλλο θέατρο επιχειρήσεων. Μια στρατιωτική εξάρτηση μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης από τη στιγμή που μια άλλη πρωτεύουσα ελέγχει τη σειρά προτεραιότητας.

Η Δανία αποτελεί ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη εκτεταμένη στρατιωτική πρόσβαση στη Γροιλανδία. Τίποτε από αυτά δεν εμπόδισε τον Τραμπ να απαιτήσει επανειλημμένα τον αμερικανικό έλεγχο της περιοχής.

Ένα σύνορο του ΝΑΤΟ μετατράπηκε σε αντικείμενο αμερικανικής συναλλαγής.

Η Ιερουσαλήμ δεν έχει διατυπώσει επίσημη θέση για τη Γροιλανδία, αλλά σε υπηρεσιακό επίπεδο το Ισραήλ έχει ευθυγραμμιστεί με την Κοπεγχάγη και την Ευρώπη. Το ισραηλινό συμφέρον είναι άμεσο: η κανονικοποίηση του εξαναγκασμού εναντίον ενός δυτικού συμμάχου δημιουργεί προηγούμενο για την άσκηση εξαναγκασμού και εναντίον ενός άλλου.

Η αμερικανική προστασία δεν θεμελιώνει κανένα δικαίωμα επί της επικράτειας ενός συμμάχου. Ούτε η στρατηγική εξάρτηση θεμελιώνει δικαίωμα επί των αποφάσεών του.

Η Άγκυρα διατήρησε τις σχέσεις της με τη Μόσχα και την Τεχεράνη, παρεμπόδισε συμμαχικές αποφάσεις και συνέχισε να ασκεί πίεση στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ κινήθηκε προς την πολιτική αποκατάσταση του Ερντογάν και έστειλε μηνύματα για χαλάρωση των κυρώσεων.

Η Τουρκία δεν έγινε περισσότερο αξιόπιστη. Κατέστησε, όμως, πολύ υψηλό το κόστος της απώλειάς της.

Η Άγκυρα κατασκευάζει τη στρατηγική σημασία της συντηρώντας τα προβλήματα για τα οποία αργότερα προσφέρεται να μεσολαβήσει. Ο Ερντογάν μπορεί να αψηφά την Ουάσιγκτον σε ένα θέατρο και να της πουλά πρόσβαση σε κάποιο άλλο, όπως έκανε και πάλι αυτή την εβδομάδα στο ζήτημα του Ιράν.

Η Ινδία είναι η μεγαλύτερη δύναμη, η ισχυρότερη οικονομία και το δημοκρατικό αντίβαρο στην Κίνα, αλλά παραμένει αυτόνομη απέναντι στην Ουάσιγκτον. Το Πακιστάν προσφέρει μικρότερου εύρους χρησιμότητα: στρατιωτική εξουσία, πρόσβαση και διαύλους προς παράγοντες τους οποίους η Ουάσιγκτον χρειάζεται να προσεγγίσει. Όταν η Ουάσιγκτον χρειάζεται άμεση πρόσβαση, έχει επανειλημμένα προτιμήσει την πρακτική χρησιμότητα του Πακιστάν από την αυτονομία της Ινδίας.

Ο Τραμπ αναβίωσε αυτή τη συναλλαγή. Το Πακιστάν διατήρησε πρόσβαση στην Ουάσιγκτον, στο Ιράν, στην Κίνα και στον Κόλπο. Όταν το Ιράν μετατράπηκε σε προτεραιότητα, αυτές ακριβώς οι αντιφάσεις αποκατέστησαν την αξία του Ισλαμαμπάντ.

Η αντίφαση του Πακιστάν έγινε το προϊόν που πουλά.

Ο Τραμπ μετατρέπει αυτό το αντανακλαστικό σε κίνητρο εντός των συμμαχιών, ανταμείβοντας συμπεριφορές τις οποίες οι συμμαχίες δημιουργήθηκαν για να περιορίζουν. Οι πιο πιστοί σύμμαχοι είναι συχνά και οι ασφαλέστεροι προς πίεση, επειδή η Ουάσιγκτον θεωρεί δεδομένο ότι η σχέση θα επιβιώσει. Οι δύσκολοι εταίροι, αντιθέτως, δημιουργούν συνθήκες σπανιότητας και αυξάνουν το κόστος της παράκαμψής τους.

Η αφοσίωση χωρίς εναλλακτικές επιλογές σημαίνει έκθεση σε κίνδυνο.

Ο Τραμπ μπορεί να είναι ταυτόχρονα φιλοϊσραηλινός και φιλοερντογανικός. Η στρατηγική υποστήριξη προς το Ισραήλ δεν εξαλείφει τη χρησιμότητα της Τουρκίας σε έναν διαφορετικό αμερικανικό υπολογισμό.

Το σχετικό αποδεικτικό στοιχείο δεν είναι όσα λέει ο Τραμπ για το Ισραήλ. Είναι όσα παραχωρεί στην Τουρκία όταν αυτή καθίσταται χρήσιμη.

Το Ισραήλ έχει ενεργήσει βάσει αυτής της αρχής στη Συρία: οι αμερικανικές αντιρρήσεις αυξάνουν το διπλωματικό κόστος μιας ισραηλινής κόκκινης γραμμής, αλλά δεν δίνουν στην Ουάσιγκτον δικαίωμα ψήφου επάνω σε αυτή.

Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η τουρκική ισχύς αποτελεί την απειλή. Για την Ουάσιγκτον, παραμένει ένα εργαλείο στη Συρία, στο Ιράν, στη Μαύρη Θάλασσα και στο ΝΑΤΟ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αναγνωρίζουν την απειλή που αντιμετωπίζει ένας σύμμαχος και ταυτόχρονα να διατηρούν τον παράγοντα που την προκαλεί.

Η εξάρτηση του Ισραήλ από τις ΗΠΑ

Το Ισραήλ δεν είναι Νότια Κορέα ή Ουκρανία. Διοικεί τις δικές του Ένοπλες Δυνάμεις, τις υπηρεσίες πληροφοριών και την αμυντική βιομηχανία του, ενώ μπορεί να αρχίζει μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις αυτόνομα. Κρίσιμες δυνατότητες, ωστόσο, εξαρτώνται από την αμερικανική αναπλήρωση αποθεμάτων, τα πυρομαχικά και την παραγωγική ικανότητα.

Οι συσσωρευμένες εξαρτήσεις δεν χρειάζονται ένα επίσημο βέτο. Μπορούν να δημιουργήσουν ένα καθεστώς έγκρισης, χωρίς καμία συνθήκη να το έχει παραχωρήσει. Η εξάρτηση δημιουργεί επίσης συνήθεια: η βοήθεια μετατρέπεται σε δεδομένη παραδοχή, η διαβούλευση γίνεται διαδικασία και η Ουάσιγκτον αποκτά λόγο σε αποφάσεις που παραμένουν ισραηλινές.

Ο θαυμασμός του Τραμπ για το Ισραήλ παραμένει υποδεέστερος του αμερικανικού συμφέροντος. Τα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου, οι αμερικανικές απώλειες, η Κίνα, η Τουρκία και η εσωτερική πολιτική αναδιατάσσουν τις αμερικανικές προτεραιότητες. Η πρόσβαση στον Τραμπ επηρεάζει τα αποτελέσματα, αλλά δεν ελέγχει αυτόν τον υπολογισμό.

Ένας πιο σταθερός Λευκός Οίκος θα άλλαζε τον διαχειριστή, όχι την εξάρτηση.

Η Ουάσιγκτον είναι μεγαλύτερη από τον Τραμπ. Η αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Άγκυρα οδήγησε στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35. Ο Τραμπ μπορεί να αποκαταστήσει πολιτικά τον Ερντογάν ταχύτερα απ’ όσο η Ουάσιγκτον μπορεί να τον εξοπλίσει. Μπορεί να επαναφέρει στο τραπέζι το ζήτημα των μαχητικών, αλλά όσο παραμένουν οι S-400, ανάμεσα στην προεδρική προτίμηση και στην παράδοση βρίσκονται η αμερικανική νομοθεσία, το Κογκρέσο, το Πεντάγωνο, οι απαιτήσεις ασφαλείας του προγράμματος και οι έλεγχοι των εξαγωγών.

Το πλεονέκτημα του Ισραήλ είναι το θεσμικό του βάθος στην Ουάσιγκτον. Η Ιερουσαλήμ πρέπει να το αξιοποιήσει ως αντίβαρο στον Τραμπ και να χρησιμοποιήσει την ισραηλινή ικανότητα ως αντίβαρο στην Ουάσιγκτον. Οι ίδιοι θεσμοί που μπορούν να εμποδίσουν την παράδοση ενός τουρκικού F-35 δεν μπορούν να κατασκευάσουν έναν αναχαιτιστικό πύραυλο όταν τα ισραηλινά αποθέματα έχουν ήδη εξαντληθεί.

Για κάθε κρίσιμη δυνατότητα πρέπει να απαντώνται τέσσερα ερωτήματα: ποιος την κατέχει, ποιος αναπληρώνει τα αποθέματά της, ποιος μπορεί να τη διακόψει και για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί το Ισραήλ να επιχειρεί χωρίς αυτή. Εάν μία ξένη απόφαση μπορεί να την αχρηστεύσει, τότε το Ισραήλ χρειάζεται εναλλακτική λύση.

Το Ισραήλ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Ευρώπη πολιτικά και την Αμερική στρατηγικά. Αυτή η ιεράρχηση είναι παρωχημένη. Η αμερικανική ισχύς είναι μεγαλύτερη, αλλά τα ευρωπαϊκά συμφέροντα είναι αγκυρωμένα στη γεωγραφία. Η Ουάσιγκτον μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση. Η Ευρώπη δεν μπορεί να μετακινήσει τη Μεσόγειο.

Η Κρήτη και η Κύπρος αποτελούν τα σημεία αγκύρωσης του ισραηλινού διαδρόμου προς την Ευρώπη για την ενέργεια, τα καλώδια, τη ναυσιπλοΐα και τη στρατιωτική πρόσβαση. Η τουρκική πίεση σε αυτές τις περιοχές πλήττει την ισραηλινή πρόσβαση και όχι μόνο τα ελληνικά ή τα κυπριακά συμφέροντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Ισραήλ στα αγαθά, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού εμπορίου του. Οι ισραηλινές δυνατότητες υποστηρίζουν πλέον τη γερμανική και τη φινλανδική αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα, την τσεχική αεράμυνα και τα συστήματα ραντάρ, τα ολλανδικά πυρά μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και την ελληνική συνεργασία στους τομείς της αεράμυνας, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, των πυραύλων, της θαλάσσιας ασφάλειας και της παραγωγής.

Το Ιράν και η Τουρκία προσδίδουν σε αυτή την αρχιτεκτονική τη λογική της απειλής που τη στηρίζει: οι ιρανικοί πύραυλοι, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και η εξάπλωσή τους πέρα από τη Μέση Ανατολή· και η τουρκική προβολή ισχύος, από τη Συρία έως την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο, ακριβώς απέναντι από τον μεσογειακό διάδρομο του Ισραήλ.

Η ισραηλινή ικανότητα μετατρέπεται σε ευρωπαϊκή αμυντική ισχύ. Η ευρωπαϊκή γεωγραφία, βιομηχανία και αγορά διευρύνουν το στρατηγικό βάθος του Ισραήλ.

Ένας φιλοϊσραηλινός πρόεδρος αποτελεί πλεονέκτημα. Ένα δόγμα ασφαλείας που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός τέτοιου προέδρου αποτελεί εθνική ευπάθεια.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 λεπτά πριν

Ελληνική ασπίδα με απλήρωτο λογαριασμό! Η Σαουδική Αραβία οφείλει 6 εκατ. ευρώ για τους Patriot

Η ελληνική πυροβολαρχία και περίπου 120 στελέχη προστατεύουν από το 2021 τις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ριάντ – Στην Αθήνα εντείνεται...

Αναλύσεις33 λεπτά πριν

Ποιος θα υπερασπιστεί μια χώρα που δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της;

Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής παρεμβαίνει στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής» και ασκεί σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Προειδοποιεί ότι...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Nordic Monitor: Kαταγγελίες για τουρκικό άξονα με Ιράν και Πακιστάν -Παλαιστίνιος μαχητής της Ισλαμικής Τζιχάντ ισχυρίζεται ότι η μυστική μεγάλη στρατηγική της Άγκυρας είναι να συμμαχήσει με την Τεχεράνη εναντίον ΗΠΑ και Ισραήλ

Η Άγκυρα δεν έχει ανακοινώσει δημόσια την υιοθέτηση μιας μεγάλης στρατηγικής που επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της Δύσης και του Ισραήλ...

Διεθνή2 ώρες πριν

Γερμανικό δικαστήριο: Σταθμός της ΜΙΤ μέσα στο τουρκικό προξενείο – Αστυνομικός έδινε απόρρητες πληροφορίες

Αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου αποκαλύπτουν δίκτυο που φέρεται να συνέδεε τη γερμανική αστυνομία με υπάλληλο του προξενείου και στελέχη της...

Αθλητικά2 ώρες πριν

Απέδωσε η κυπριακή παρέμβαση! “Μπλόκο” στο καμπ της Μπαρτσελόνα στα Κατεχόμενα

Η καταχώριση αφαιρέθηκε από την επίσημη ιστοσελίδα των ακαδημιών του καταλανικού συλλόγου – Καθοριστικές οι κινήσεις της ΚΟΠ και οι...

Δημοφιλή