Ακολουθήστε μας

GEOPOLITICO

Η Ανατολική Μεσόγειος σε νέο γεωστρατηγικό δίλημμα. Ελλάδα – Ισραήλ – Τουρκία και το «Security Dilemma» που αλλάζει τις ισορροπίες ισχύος

Δημοσιεύτηκε στις

του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.

Εισαγωγή

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πλέον ο χώρος όπου η στρατηγική πραγματικότητα μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το παραδοσιακό ελληνοτουρκικό δίπολο. Η Τουρκία, η Ελλάδα και το Ισραήλ αλληλεπιδρούν πλέον μέσα σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον, όπου η στρατιωτική ισχύς, η τεχνολογία, η ενέργεια, οι θαλάσσιες υποδομές, οι συμμαχίες, η κατάσταση στη Συρία και οι ευρύτερες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν η μία την άλλη.

Δεν πρόκειται για μια τυπική συμμαχία τριών κρατών ούτε για ένα σταθερό σχήμα στο οποίο κάθε πλευρά έχει προκαθορισμένο ρόλο. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ συμμετέχει στο ΝΑΤΟϊκό πλαίσιο του Μεσογειακού Διαλόγου ως εταίρος. Η ίδια η φύση αυτών των σχέσεων δείχνει ότι το νέο περιβάλλον είναι περισσότερο ένα σύστημα συνεχούς εξισορρόπησης και λιγότερο ένα κλασικό σύστημα στρατοπέδων. [1]

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την Ανατολική Μεσόγειο περισσότερο ενδιαφέρουσα, αλλά και περισσότερο επικίνδυνη. Οι ίδιες χώρες μπορούν να συνεργάζονται σε έναν τομέα και να ανταγωνίζονται σε έναν άλλο. Μπορούν να έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι σε μια συγκεκριμένη απειλή και ταυτόχρονα να βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές ενός άλλου γεωπολιτικού ζητήματος.

Η περιοχή έχει περάσει, επομένως, από μια σχετικά απλή λογική αντιπαράθεσης σε ένα πολύ πιο ρευστό σύστημα αλληλεξαρτήσεων.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κέντρων ισχύος

Η μελέτη του International Institute for Strategic Studies (IISS) για την Ανατολική Μεσόγειο περιγράφει μια περιοχή πολιτικά και στρατηγικά κατακερματισμένη, στην οποία κανένας παίκτης δεν διαθέτει τη δυνατότητα να επιβάλει μόνος του την περιφερειακή τάξη. Η Τουρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιφερειακούς διαμορφωτές, ενώ Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος και Ισραήλ έχουν αναπτύξει διαφορετικές μορφές συνεργασίας και εξισορρόπησης απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. [2]

Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Το στρατηγικό περιβάλλον δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους «Ελλάδα εναντίον Τουρκίας». Η Άγκυρα έχει διευρύνει το πεδίο στο οποίο ασκεί επιρροή, από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Συρία, τη Λιβύη, τον Καύκασο, την Ερυθρά Θάλασσα και ευρύτερα τη Μέση Ανατολή. Η τουρκική στρατηγική επιδιώκει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και μεγαλύτερη δυνατότητα ανεξάρτητης δράσης, ιδιαίτερα μέσα από την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και τη χρήση στρατιωτικών δυνατοτήτων σε διαφορετικά θέατρα.

Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, διαθέτει ένα διαφορετικό αλλά εξαιρετικά σημαντικό είδος ισχύος. Η στρατιωτική του εμπειρία, η τεχνολογική του υπεροχή σε συγκεκριμένους τομείς, η αμυντική βιομηχανία και η επιχειρησιακή του εμπειρία δημιουργούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα στον χώρο της αεράμυνας, των αισθητήρων, της αντιπυραυλικής άμυνας, των UAV και των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Δεν διαθέτει ούτε το μέγεθος της Τουρκίας ούτε το τεχνολογικό και επιχειρησιακό οικοσύστημα του Ισραήλ. Διαθέτει όμως κάτι που δεν πρέπει να υποτιμάται: μια εξαιρετικά κρίσιμη γεωστρατηγική θέση, συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, πρόσβαση σε ένα ευρύ δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών και τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.

Γι’ αυτό το τρίγωνο δεν είναι ισόπλευρο. Οι τρεις χώρες διαθέτουν διαφορετικές πηγές ισχύος και διαφορετικά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Η ουσία βρίσκεται ακριβώς στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και αλληλο-εξάρτηση.

Η έννοια του περιφερειακού «Security Dilemma»: όταν η ασφάλεια του ενός αυξάνει την ανασφάλεια του άλλου

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό για εμένα στοιχείο, για να κατανοήσουμε τη σημερινή στρατηγική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Το νέο τρίγωνο Ελλάδας–Ισραήλ–Τουρκίας δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο ως ένας ανταγωνισμός ισχύος ή ως ένας αγώνας για την οικοδόμηση συμμαχιών. Πρέπει να εξεταστεί και να αναλυθεί και μέσα από την έννοια του περιφερειακού security dilemma, δηλαδή του διλήμματος ασφάλειας που δημιουργείται όταν τα μέτρα τα οποία λαμβάνει ένα κράτος για να ενισχύσει τη δική του ασφάλεια εκλαμβάνονται από ένα άλλο κράτος ως πιθανή απειλή.

Η λογική του διλήμματος είναι απλή, αλλά οι συνέπειές της μπορεί να είναι εξαιρετικά σύνθετες. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να επιδιώκει επιθετικό πόλεμο για να προκαλέσει ανασφάλεια στους γείτονές του. Αρκεί να αυξάνει τις στρατιωτικές του δυνατότητες, να δημιουργεί νέες συνεργασίες, να αναπτύσσει προηγμένα συστήματα επιτήρησης ή αεράμυνας και να ενισχύει την επιχειρησιακή του διαλειτουργικότητα. Όταν όμως ο αντίπαλος δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τις πραγματικές προθέσεις πίσω από αυτές τις κινήσεις, τείνει να προετοιμάζεται για το δυσμενέστερο ενδεχόμενο. Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος αμοιβαίας ανασφάλειας.

Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η ενίσχυση των ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων των περιφερειακών κρατών, η προστασία ενεργειακών υποδομών και η ανάπτυξη νέων μορφών στρατιωτικής συνεργασίας έχουν ήδη δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η αμυντική προετοιμασία του ενός μπορεί να εκληφθεί ως προετοιμασία για επιθετική ενέργεια από τον άλλο. Η σχετική βιβλιογραφία έχει επισημάνει ότι η διεύρυνση των στρατιωτικών δυνατοτήτων στην περιοχή, ιδιαίτερα στον ναυτικό τομέα, έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός περιφερειακού security dilemma. [14]

Σήμερα, όμως, το δίλημμα αποκτά μια νέα και πιο σύνθετη τριγωνική διάσταση.

Η Ελλάδα ενισχύει τις αμυντικές της δυνατότητες και εμβαθύνει τη στρατηγική της συνεργασία με το Ισραήλ, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αίγυπτο και άλλους περιφερειακούς εταίρους. Από ελληνικής πλευράς, η λογική είναι σε μεγάλο βαθμό αποτρεπτική: η χώρα επιδιώκει να αυξήσει το κόστος οποιασδήποτε στρατιωτικής πρόκλησης και να περιορίσει την πιθανότητα στρατηγικού αιφνιδιασμού.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η ίδια διαδικασία μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά στην Άγκυρα. Η στενότερη αμυντική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ, η ανάπτυξη κοινών δυνατοτήτων, η διασύνδεση ενεργειακών και στρατηγικών υποδομών και η παρουσία της Ελλάδας σε ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών μπορούν να εκληφθούν ως προσπάθεια διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος που περιορίζει τον τουρκικό στρατηγικό χώρο. Η αντίληψη αυτή δεν σημαίνει ότι η ελληνική πολιτική έχει ως στόχο τον «περιορισμό» της Τουρκίας, αλλά εξηγεί γιατί η ίδια κίνηση μπορεί να έχει διαφορετική στρατηγική ανάγνωση στις στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Η τουρκική αντίδραση, με τη σειρά της, μπορεί να ενισχύσει την ελληνική αίσθηση απειλής. Η ανάπτυξη ναυτικών δυνατοτήτων, η επιχειρησιακή παρουσία σε διαφορετικά θέατρα, η πολιτική της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι διεκδικήσεις στη θαλάσσια περιοχή και η προσπάθεια της Άγκυρας να διευρύνει το περιφερειακό της αποτύπωμα δεν αξιολογούνται στην Αθήνα ως απλές κινήσεις ισχύος. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη εικόνα στρατηγικής αβεβαιότητας. Πρόσφατες εξελίξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δείχνουν ότι ακόμη και μετά την περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης των προηγούμενων ετών, οι βασικές διαφωνίες παραμένουν ενεργές. [15]

Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και στη σχέση Τουρκίας–Ισραήλ, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η αυξανόμενη τουρκική παρουσία στη Συρία, η αντίληψη του Ισραήλ για την περιφερειακή διεύρυνση της τουρκικής επιρροής και οι διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις των δύο χωρών δημιουργούν μια νέα πηγή αμοιβαίας καχυποψίας. Οι πρόσφατες εντάσεις στη Συρία και οι αμερικανικές προσπάθειες δημιουργίας μηχανισμών αποσυμφόρησης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας καταδεικνύουν ότι ο ανταγωνισμός αυτός δεν είναι θεωρητικός. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ένα επεισόδιο σε ένα θέατρο επιχειρήσεων να επηρεάσει τη συνολική περιφερειακή ισορροπία. [16]

Έτσι δημιουργείται μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στρατηγική αλληλεπίδραση. Η Ελλάδα αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν ενισχύει τη συνεργασία της με το Ισραήλ. Το Ισραήλ αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δημιουργεί πρόσθετα περιφερειακά ερείσματα απέναντι σε μια Τουρκία που θεωρεί ότι αυξάνει την επιρροή της. Η Τουρκία, όμως, μπορεί να αντιλαμβάνεται την ίδια διαδικασία ως σταδιακή δημιουργία ενός περιφερειακού πλέγματος που περιορίζει τη δική της ελευθερία κινήσεων. Η αντίδρασή της μπορεί τότε να είναι η περαιτέρω ενίσχυση των στρατιωτικών και διπλωματικών της δυνατοτήτων. Και αυτή η ενίσχυση επιστρέφει στην Αθήνα και στην Ιερουσαλήμ ως πρόσθετη απειλή.

Αυτό είναι το κλασικό πρόβλημα του security dilemma: ο φόβος του άλλου μπορεί να γίνει η αιτία για τη δική σου ενίσχυση και η δική σου ενίσχυση να γίνει η αιτία για τον φόβο του άλλου.

Το σημαντικότερο, επομένως, είναι ότι το security dilemma δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην επιθετικές προθέσεις. Μπορεί να δημιουργηθεί ακριβώς επειδή οι προθέσεις δεν είναι απολύτως διαφανείς και επειδή κάθε πλευρά σχεδιάζει με βάση το χειρότερο δυνατό σενάριο. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου υπάρχουν άλυτες διαφορές για θαλάσσιες ζώνες, κυριαρχικά δικαιώματα, ενέργεια, την Κύπρο και την περιφερειακή επιρροή, το περιθώριο λανθασμένης εκτίμησης είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Η περιοχή παραμένει στρατηγικά κατακερματισμένη και χωρίς έναν παράγοντα που να μπορεί μόνος του να επιβάλει μια σταθερή περιφερειακή τάξη. [17]

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα. Η ενίσχυση της αποτροπής είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Μια στρατηγική που αυξάνει την ελληνική ισχύ χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο αυτή η ισχύς γίνεται αντιληπτή από την άλλη πλευρά μπορεί, σε ορισμένες συνθήκες, να ενισχύσει τον φαύλο κύκλο της αμοιβαίας ανασφάλειας. Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση ευθυνών ούτε εγκατάλειψη της αποτρεπτικής λογικής. Σημαίνει ότι η αποτροπή πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμούς επικοινωνίας, διαφάνεια όπου αυτό είναι εφικτό, επιχειρησιακούς διαύλους αποφυγής ατυχημάτων και σαφή διάκριση ανάμεσα στις αμυντικές προετοιμασίες και στις επιθετικές προθέσεις.

Η Ελλάδα, επομένως, χρειάζεται κάτι περισσότερο από περισσότερα όπλα. Χρειάζεται ικανότητα αποτροπής χωρίς στρατηγική παγίδευση. Να μπορεί να αυξάνει το κόστος μιας επιθετικής επιλογής χωρίς να δημιουργεί περιττές αφορμές για λανθασμένες εκτιμήσεις. Να μπορεί να συνεργάζεται στενά με το Ισραήλ χωρίς η συνεργασία αυτή να μετατρέπεται αυτομάτως σε ένα άκαμπτο αντιτουρκικό σχήμα. Να μπορεί ταυτόχρονα να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, όχι επειδή οι διαφορές έχουν εξαφανιστεί, αλλά ακριβώς επειδή οι διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν.

Αυτό είναι το λεπτό σημείο της στρατηγικής ισορροπίας. Η αποτροπή και ο διάλογος δεν είναι αντίθετες έννοιες. Μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, όταν η πρώτη στηρίζεται σε πραγματική ισχύ και ο δεύτερος χρησιμοποιείται για να μειώνει τον κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού.

Το πραγματικό ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι, λοιπόν, να κερδίσει έναν αγώνα εξοπλισμών μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τρίγωνο. Είναι να αποκτήσει τέτοιο επίπεδο ισχύος, αξιοπιστίας και στρατηγικής αυτονομίας ώστε να μπορεί να επηρεάζει το περιφερειακό περιβάλλον χωρίς να εγκλωβίζεται στη λογική του αντιπάλου της.

Γιατί στο τέλος, το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα ενός security dilemma δεν είναι ότι κάποιος από τους τρεις θέλει απαραίτητα τον πόλεμο. Είναι ότι και οι τρεις μπορεί να λαμβάνουν αποφάσεις για να αισθανθούν ασφαλέστεροι και, μέσα από αυτές ακριβώς τις αποφάσεις, να κάνουν ολόκληρη την περιοχή λιγότερο ασφαλή.

Η συμφωνία για το «Achilles Shield» αλλάζει σημαντικά τη διάσταση της ελληνικής άμυνας

Η πιο χειροπιαστή έκφραση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας είναι η συμφωνία για το «Achilles Shield», ένα πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι-drone προστασίας με ενιαία διοίκηση και έλεγχο. Η σχετική διακρατική συμφωνία υπογράφηκε στις 31 Αυγούστου 2026 και αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού. [3]

Σύμφωνα με το Reuters, το συνολικό πρόγραμμα περιλαμβάνει συστήματα όπως τα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX, ραντάρ MMR και νέο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα προβλέπεται ενίσχυση της δυνατότητας αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων, ενώ το ευρύτερο ελληνικό πρόγραμμα αμυντικού εκσυγχρονισμού φτάνει περίπου τα 28 δισ. ευρώ έως το 2036. Η συμφωνία χαρακτηρίστηκε από το Reuters ως η μεγαλύτερη ισραηλινή αμυντική εξαγωγική συμφωνία προς την Ελλάδα. [4]

Το σημαντικότερο στοιχείο, όμως, δεν είναι απλώς η αγορά συγκεκριμένων όπλων. Είναι η μετάβαση από την αντίληψη της «αγοράς πλατφορμών» στην αντίληψη της «ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής άμυνας».

Η σύγχρονη απειλή δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με τη μορφή ενός μεγάλου αριθμού επανδρωμένων αεροσκαφών που εισέρχονται στον εναέριο χώρο. Μπορεί να προκύψει από έναν συνδυασμό UAV, πυραύλων, βαλλιστικών όπλων, ηλεκτρονικού πολέμου και επιθέσεων κορεσμού. Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος άμυνας εξαρτάται όλο και περισσότερο από το πόσο καλά συνδέονται μεταξύ τους οι αισθητήρες, τα ραντάρ, τα όπλα, τα κέντρα διοίκησης, οι πληροφορίες και οι αποφάσεις.

Η συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ κινείται προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση. Ήδη από τον Ιανουάριο του 2026 είχε γίνει γνωστό ότι το Ισραήλ θα συνεργαστεί με την Ελλάδα για την αντιμετώπιση σμηνών στρατιωτικών drones και μη επανδρωμένων υποβρυχίων οχημάτων, στο πλαίσιο της ευρύτερης αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου. [5]

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ελλάδα θα διαθέτει περισσότερα οπλικά συστήματα. Το ζήτημα είναι εάν θα μπορέσει να τα μετατρέψει σε ένα πραγματικά ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο.

Η Τουρκία δεν περιορίζει τη στρατηγική της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Η τουρκική στρατηγική πρέπει να εξετάζεται μέσα σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο. Η Άγκυρα επιδιώκει εδώ και χρόνια να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία, επενδύοντας στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, στην παραγωγή UAV, στην ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων, στην πολεμική ναυτική ισχύ και στη δυνατότητα επιχειρήσεων σε περισσότερα από ένα θέατρα.

Η αντίληψη της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτής της ευρύτερης στρατηγικής. Η τουρκική γεωπολιτική αντίληψη δεν περιορίζεται στη διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών. Συνδέεται επίσης, με την επιδίωξη μεγαλύτερης επιρροής στις γειτονικές περιοχές και με την προσπάθεια να καταστεί η Τουρκία λιγότερο εξαρτημένη από εξωτερικούς προμηθευτές και πολιτικές αποφάσεις.

Η πρόσφατη συμφωνία κοινής άμυνας Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας, που υπογράφηκε στη Μέκκα (7 Αυγούστου 2026), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περιφερειακής δικτύωσης. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων και αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής αποτροπής και της αμυντικής συνεργασίας. [6]

Δεν πρέπει, βέβαια, να υπερτιμηθεί η άμεση επίδραση της συμφωνίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν δημιουργεί αυτομάτως έναν νέο αντιελληνικό ή αντιισραηλινό άξονα. Αυξάνει όμως το εύρος των στρατηγικών επιλογών της Τουρκίας και εντάσσει την Άγκυρα σε ένα ευρύτερο δίκτυο σχέσεων που εκτείνεται πέρα από την άμεση γεωγραφική της γειτονιά.

Αυτό είναι το στοιχείο που πρέπει να παρακολουθεί η Αθήνα. Όχι μόνο τι κάνει η Τουρκία στο Αιγαίο, αλλά πώς μεταβάλλεται συνολικά η θέση της μέσα στο περιφερειακό σύστημα.

Ταυτόχρονα, η αποτελεσματικότητα του συμφώνου της Μέκκας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η πρακτική εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας και ο βαθμός στον οποίο τα συμβαλλόμενα κράτη είναι διατεθειμένα να αναλάβουν πραγματικό στρατιωτικό κόστος παραμένουν ζητήματα που θα κριθούν στην πράξη.

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί άλλο είναι η θεσμική ανακοίνωση μιας συμμαχίας και άλλο η πραγματική επιχειρησιακή της αξία.

Η σχέση Τουρκίας και Ισραήλ είναι ίσως το πιο απρόβλεπτο στοιχείο του νέου περιβάλλοντος

Το νέο στρατηγικό τρίγωνο δεν μπορεί να κατανοηθεί εάν θεωρήσουμε ότι Ελλάδα και Ισραήλ αποτελούν ένα σταθερό δίδυμο απέναντι στην Τουρκία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Το Ισραήλ και η Τουρκία διαθέτουν σημαντικές διαφωνίες ως προς τη Συρία, την περιφερειακή επιρροή και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η αντιπαράθεσή τους δεν περιορίζεται πλέον σε δηλώσεις ή διπλωματικές διαφωνίες, αλλά έχει αποκτήσει ολοένα περισσότερο επιχειρησιακή διάσταση.

Η κατάσταση στη Συρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον Αύγουστο του 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονταν πάνω σε μηχανισμό αποτροπής επεισοδίων μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας, μετά από ισραηλινό πλήγμα σε αεροπορική βάση κοντά στα τουρκικά σύνορα. Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως και μπορούσε να αντιδράσει στρατιωτικά ανέδειξε τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. [7]

Λίγες ημέρες αργότερα, Ισραήλ και Συρία πραγματοποίησαν υπό αμερικανική διαμεσολάβηση συνομιλίες στην Ιορδανία, με αντικείμενο την αποκλιμάκωση και την αποτροπή της επέκτασης της ισραηλινοτουρκικής αντιπαράθεσης στο συριακό έδαφος. [8]

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μια κρίση Ισραήλ–Τουρκίας στη Συρία μπορεί να επηρεάσει τη ναυτική παρουσία, τις αεροπορικές επιχειρήσεις, τις μετακινήσεις δυνάμεων, τις αμερικανικές επιλογές και συνολικά τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή.

Η μελέτη του RUSI έχει ήδη επισημάνει ότι ο ανταγωνισμός Τουρκίας–Ισραήλ αποκτά ολοένα περισσότερο πολυθεατρικό χαρακτήρα, με προεκτάσεις από τη Συρία έως την Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής. Όσο αυξάνονται τα σημεία επαφής, τόσο μεγαλώνει και η πιθανότητα λανθασμένου υπολογισμού. [9]

Για την Αθήνα αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: η στενή αμυντική σχέση με το Ισραήλ είναι σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά δεν πρέπει να μετατραπεί σε αυτόματη ταύτιση της ελληνικής στρατηγικής με κάθε ισραηλινή επιλογή.

Η Ελλάδα χρειάζεται συνεργασία, όχι εξάρτηση.

Η Κύπρος παραμένει ένας από τους σημαντικότερους κόμβους αυτής της νέας εξίσωσης

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Κύπρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η γεωγραφική της θέση, οι θαλάσσιες ζώνες, η ενεργειακή προοπτική, οι υποδομές και η σχέση της με Ελλάδα και Ισραήλ την καθιστούν σημείο όπου συναντώνται πολλές διαφορετικές στρατηγικές γραμμές.

Το ζήτημα της ενέργειας, μάλιστα, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από την ασφάλεια. Το IISS έχει επισημάνει ότι οι διασυνδέσεις και οι ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένου του Great Sea Interconnector, συνδέονται άμεσα με τις υφιστάμενες θαλάσσιες διαφορές μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας και άλλων περιφερειακών κρατών. Η τουρκική αντίδραση στη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δείχνει ότι υποδομές που παρουσιάζονται ως οικονομικά ή ενεργειακά έργα μπορούν να αποκτήσουν σαφή γεωπολιτική διάσταση. [10]

Αυτό είναι ένα μάθημα που η Ελλάδα πρέπει να κρατήσει. Καλώδια, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, δίκτυα επικοινωνιών, δορυφορικές υποδομές και κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις αποτελούν πλέον τμήμα της ίδιας στρατηγικής εικόνας. Η προστασία τους δεν είναι απλώς ζήτημα φυσικής ασφάλειας. Είναι μέρος της εθνικής αποτροπής.

Η επόμενη γενιά ισχύος θα κριθεί περισσότερο από τα δίκτυα παρά από τον αριθμό των πλατφορμών

Η μεγαλύτερη αλλαγή που συντελείται σήμερα στην άμυνα είναι ίσως λιγότερο ορατή από την αγορά ενός νέου αεροσκάφους ή μιας νέας φρεγάτας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικές στρατιωτικές δυνατότητες συνδέονται μεταξύ τους.

Αισθητήρες, ραντάρ, δορυφορικά δεδομένα, ηλεκτρονικός πόλεμος, UAV, αεράμυνα, πύραυλοι, μαχητικά αεροσκάφη, πλοία, κέντρα διοίκησης και συστήματα πληροφοριών πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίο οικοσύστημα. Η αξία ενός σύγχρονου οπλικού συστήματος αυξάνεται όταν μπορεί να αντλεί πληροφορίες από άλλα συστήματα και να μεταδίδει δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.

Αυτή η λογική δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το ίδιο το ΝΑΤΟ προχωρά προς πιο δικτυωμένες δυνατότητες επιτήρησης και έγκαιρης προειδοποίησης. Στη Σύνοδο Κορυφής του 2026, έντεκα σύμμαχοι ανακοίνωσαν κοινή προμήθεια έως και δέκα αεροσκαφών Saab GlobalEye, τα οποία θα ενισχύσουν τις δυνατότητες επιτήρησης και εντοπισμού απειλών σε πολλαπλά πεδία, μεταξύ άλλων απέναντι σε σμήνη drones και πυραύλους. [11]

Η κατεύθυνση είναι σαφής. Η στρατιωτική ισχύς μετακινείται από την απλή συσσώρευση μέσων προς την ικανότητα διασύνδεσης και αξιοποίησής τους ως ενιαίου συστήματος.

Αυτό έχει άμεση εφαρμογή στην ελληνική περίπτωση. Το «Achilles Shield» θα έχει πραγματική αξία μόνο εφόσον ενταχθεί σε μια συνολική αρχιτεκτονική που περιλαμβάνει τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, το ΝΑΤΟ, την εθνική επιτήρηση, τα διαθέσιμα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, την κυβερνοάμυνα, τις πληροφορίες και τις δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης.

Η αγορά τεχνολογίας είναι το πρώτο βήμα. Η ικανότητα να την ενσωματώσεις, να τη συντηρήσεις, να την αναπτύξεις και τελικά να την αντικαταστήσεις με δικές σου δυνατότητες είναι το πραγματικό στρατηγικό ζητούμενο.

Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τις συνεργασίες της σε εθνική στρατηγική ισχύ

Η Ελλάδα έχει τα τελευταία χρόνια αναπτύξει ένα σημαντικό δίκτυο σχέσεων με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Η πολιτική αυτή έχει ενισχύσει τη διεθνή παρουσία της χώρας και έχει δημιουργήσει πολλαπλά επίπεδα στρατηγικής συνεργασίας.

Ωστόσο, οι συνεργασίες από μόνες τους δεν αποτελούν στρατηγική.

Το European Council on Foreign Relations έχει επισημάνει εδώ και χρόνια ότι η ελληνική ενεργοποίηση στην Ανατολική Μεσόγειο δημιούργησε σημαντικές ευκαιρίες, αλλά παράλληλα ενέχει τον κίνδυνο υπερεπέκτασης και υπερβολικής εξάρτησης από συγκυριακές περιφερειακές ευθυγραμμίσεις. Οι τακτικές συγκλίσεις δεν πρέπει να συγχέονται με μόνιμες στρατηγικές συμμαχίες. [12]

Η Ελλάδα χρειάζεται επομένως να αξιοποιήσει τη σχέση της με το Ισραήλ χωρίς να εγκαταλείψει την πολυδιάστατη εξωτερική της πολιτική. Χρειάζεται να εμβαθύνει τη συνεργασία με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με την Αίγυπτο και τις αραβικές χώρες του Κόλπου και ταυτόχρονα να επενδύει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στις δυνατότητες του ΝΑΤΟ.

Η λογική αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η Τουρκία παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την ευρωπαϊκή και περιφερειακή ασφάλεια. Η ίδια η ευρωπαϊκή συζήτηση αναγνωρίζει ότι η Τουρκία έχει κεντρική θέση σε ζητήματα της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. [13]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τις θέσεις της απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Σημαίνει ότι η αποτροπή και ο διάλογος δεν είναι αλληλοαναιρούμενες επιλογές. Μια χώρα που διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα μπορεί να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας χωρίς να μετατρέπει τον διάλογο σε υποχώρηση.

Το μεγάλο στοίχημα είναι να μη μετατραπεί η Ελλάδα από στρατηγικός κόμβος σε απλό πελάτη

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο σημείο για την επόμενη δεκαετία.

Η Ελλάδα θα δαπανήσει σημαντικά ποσά για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η επένδυση αυτή είναι αναγκαία. Δεν αρκεί όμως να μετρήσουμε πόσα δισεκατομμύρια θα δαπανηθούν. Πρέπει να εξετάσουμε τι θα μείνει στη χώρα μετά τη δαπάνη.

Θα δημιουργηθεί ελληνική τεχνογνωσία; Θα ενισχυθεί η εγχώρια αμυντική βιομηχανία; Θα υπάρξει πραγματική μεταφορά τεχνολογίας; Θα δημιουργηθούν δυνατότητες συντήρησης και αναβάθμισης στην Ελλάδα; Θα μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις να υποστηρίξουν τα συστήματα αυτά σε μια παρατεταμένη κρίση χωρίς να εξαρτώνται απόλυτα από εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού;

Αυτά είναι ερωτήματα στρατηγικής αυτονομίας και όχι απλώς εξοπλιστικής πολιτικής.

Η ελληνική γεωγραφία μπορεί να προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά μόνο όταν συνδυάζεται με στρατιωτική ικανότητα, διπλωματικό κεφάλαιο, οικονομική ανθεκτικότητα, τεχνολογία και θεσμική αξιοπιστία. Η γεωγραφία από μόνη της δεν αποτρέπει κανέναν.

Το ίδιο ισχύει και για τις συμμαχίες. Καμία συνεργασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη μιας χώρας να μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό της.

Γι’ αυτό το «Achilles Shield» πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος ενός ευρύτερου εθνικού σχεδίου και όχι ως ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Χρειάζεται να συνδεθεί με αποθέματα πυρομαχικών, υποδομές, διασπορά, προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων, κυβερνοάμυνα, ηλεκτρονικό πόλεμο, πληροφορίες, εκπαίδευση και κυρίως με τη δυνατότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να συνεχίσουν να επιχειρούν κάτω από συνθήκες μεγάλης πίεσης.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει πλευρά στο τρίγωνο αλλά να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος μέσα σε αυτό

Το νέο στρατηγικό περιβάλλον δεν απαιτεί από την Ελλάδα να αντιμετωπίσει κάθε περιφερειακή εξέλιξη μέσα από το σχήμα «με ποιον είμαστε».

Απαιτεί κάτι δυσκολότερο: να γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να επιτύχει.

Η Αθήνα έχει συμφέρον να διατηρεί στενή και ουσιαστική σχέση με το Ισραήλ, επειδή η ισραηλινή τεχνολογία και επιχειρησιακή εμπειρία μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ελληνική άμυνα. Έχει ταυτόχρονα συμφέρον να διατηρεί λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, επειδή η γεωγραφία δεν αλλάζει και επειδή η αποφυγή ενός ανεξέλεγκτου επεισοδίου στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει προς όφελος της Ελλάδας.

Έχει επίσης συμφέρον να αξιοποιεί την ιδιότητά της ως μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και να μην εγκλωβίζεται σε μια μόνο διμερή σχέση.

Η πραγματική στρατηγική αξία της Ελλάδας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα. Να συνδέει διαφορετικούς χώρους και διαφορετικά δίκτυα ισχύος, χωρίς να γίνεται εξάρτημα κανενός από αυτά.

Το ΝΑΤΟ μπορεί να προσφέρει τη θεσμική ομπρέλα και τη διαλειτουργικότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσφέρει οικονομικά, θεσμικά και αμυντικοβιομηχανικά εργαλεία. Το Ισραήλ μπορεί να προσφέρει τεχνολογία και επιχειρησιακή τεχνογνωσία. Η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ενισχύσουν την αποτρεπτική και στρατηγική διάσταση. Η Αίγυπτος και οι χώρες του Κόλπου μπορούν να διευρύνουν το περιφερειακό αποτύπωμα.

Η ελληνική στρατηγική πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί όλα αυτά τα εργαλεία χωρίς να εξαρτάται από κανένα μεμονωμένο εργαλείο.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της στρατηγικής αυτονομίας.

Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ισορροπία θα παραμένει διαρκώς υπό διαπραγμάτευση

Το νέο τρίγωνο Ελλάδας, Τουρκίας και Ισραήλ δεν αποτελεί μια νέα γεωπολιτική κατάσταση με την κλασική έννοια. Είναι ένα δυναμικό σύστημα ανταγωνισμού, συνεργασίας, αποτροπής και αλληλεξάρτησης.

Η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει τον χώρο στρατηγικής της αυτονομίας και να λειτουργεί ως περιφερειακή δύναμη με δυνατότητα παρέμβασης σε περισσότερα θέατρα. Το Ισραήλ επιδιώκει να διατηρήσει την τεχνολογική και στρατιωτική του υπεροχή και να διαμορφώσει ένα περιβάλλον ασφαλείας που θα περιορίζει τις απειλές γύρω του. Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες, διαθέτοντας μικρότερο μέγεθος αλλά μια γεωγραφική και θεσμική θέση που μπορεί να της προσδώσει δυσανάλογα μεγάλη στρατηγική σημασία.

Η μεγάλη πρόκληση για την Αθήνα είναι να μην αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα παθητικά.

Χρειάζεται να επενδύσει στην άμυνα, αλλά ταυτόχρονα στην τεχνολογία και στην εγχώρια βιομηχανική βάση. Χρειάζεται να ενισχύσει τις συμμαχίες της, χωρίς να μετατρέψει τις συμμαχίες σε υποκατάστατο της εθνικής ισχύος. Χρειάζεται να διατηρεί ανοικτό τον διάλογο με την Τουρκία, χωρίς να δημιουργεί αυταπάτες για τις στρατηγικές διαφορές που παραμένουν. Χρειάζεται να εμβαθύνει τη συνεργασία με το Ισραήλ, χωρίς να ταυτίζει αυτομάτως τα ελληνικά συμφέροντα με τα ισραηλινά.

Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να συνδέσει την άμυνα με τη διπλωματία, την οικονομία, την ενέργεια, την τεχνολογία, την αμυντική βιομηχανία και τη γεωστρατηγική της θέση.

Γιατί στον νέο ανταγωνισμό ισχύος της Ανατολικής Μεσογείου δεν θα κερδίσει απαραίτητα εκείνος που θα έχει τα περισσότερα όπλα. Θα έχει πλεονέκτημα εκείνος που θα μπορεί να συνδέει καλύτερα τα όπλα, την πληροφορία, την τεχνολογία, τις συμμαχίες και την πολιτική του βούληση σε ένα ενιαίο στρατηγικό αποτέλεσμα.

Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις να το κάνει. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να μετατρέψει τα πλεονεκτήματα που ήδη διαθέτει σε συνεκτική εθνική στρατηγική.

Στο νέο τρίγωνο της Ανατολικής Μεσογείου, ο στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς να βρίσκεται η Ελλάδα στη σωστή πλευρά.

Ο στόχος πρέπει να είναι να διαθέτει αρκετή ισχύ, αξιοπιστία και στρατηγική αυτονομία ώστε να αποτελεί η ίδια έναν από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ισορροπία.

Πηγές

[1] NATO, Mediterranean Dialogue, ενημέρωση 18 Σεπτεμβρίου 2025.

[2] International Institute for Strategic Studies (IISS), Turbulence in the Eastern Mediterranean: Geopolitical, Security and Energy Dynamics, 6 Δεκεμβρίου 2024.

[3] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Achilles Shield Dome Agreement Signing in Tel Aviv, 31 Αυγούστου 2026.

[4] Reuters, Israel signs $3.5 billion air defence deal with Greece, 31 Αυγούστου 2026.

[5] Associated Press, Israel will aid Greece in countering military drone swarms, 20 Ιανουαρίου 2026.

[6] IISS, Pakistan, Saudi Arabia and Türkiye: a new defence pact, 14 Αυγούστου 2026· Government of Türkiye, ανακοίνωση για την υπογραφή της συμφωνίας στη Μέκκα, 7 Αυγούστου 2026.

[7] Reuters, US working on deconfliction mechanism among Israel, Turkey and Syria after Israeli strike, 18 Αυγούστου 2026.

[8] Reuters, Syria, Israel hold US-mediated talks aimed at de-escalation, 24 Αυγούστου 2026.

[9] Royal United Services Institute (RUSI), Burcu Özçelik, From Syria to Somaliland: Turkey-Israel Competition Reshapes Region, 6 Ιανουαρίου 2026.

[10] IISS, Energy and sovereignty in the Eastern Mediterranean’s maritime disputes, Σεπτέμβριος 2025.

[11] NATO, AWACS: NATO’s “eyes in the sky”, 2026.

[12] European Council on Foreign Relations (ECFR), Vassilis Ntousas, Greece in the eastern Mediterranean: Turning engagement into influence, 2 Ιουλίου 2021.

[13] European Council on Foreign Relations (ECFR), Amid the mayhem: Three steps for the EU and Turkey to protect their interests, 10 Απριλίου 2026.

[14] Oxford Academic, Regional maritime security in the eastern Mediterranean: expectations and reality, International Affairs, 2019 — τεκμηριώνει ρητά τη δημιουργία περιφερειακού security dilemma από τη συσσώρευση ναυτικών δυνατοτήτων.

[15] Le Monde, Turkey’s marine park plans heighten tensions between Athens and Ankara over territorial waters, 21 Αυγούστου 2026 — για τη συνεχιζόμενη ελληνοτουρκική στρατηγική τριβή.

[16] Financial Times, Israel-Turkey rivalry bursts into the open over Syria strikes, Αύγουστος 2026 — για τη νέα διάσταση του ισραηλινοτουρκικού ανταγωνισμού στη Συρία.

[17] IISS, Geopolitics: Fragmentation, competition and the persistence of conflict, 2024 — για τον στρατηγικό κατακερματισμό της Ανατολικής Μεσογείου και την απουσία ενός κυρίαρχου περιφερειακού πόλου.

Ο υποστράτηγος Θεόδωρος Ατματζίδης είναι απόστρατος Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, με 38 χρόνια υπηρεσίας και πολυετή εμπειρία σε ανώτατες επιτελικές και διοικητικές θέσεις στους τομείς της εθνικής ασφάλειας, των πληροφοριών, της στρατηγικής, της διοίκησης και των διεθνών σχέσεων. Στο ΝΑΤΟ, στο SHAPE (Mons, Βέλγιο), υπηρέτησε ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) και ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS), Military Cooperation Directorate (2019–2021), με αντικείμενο τη στρατιωτική συνεργασία, τις διεθνείς σχέσεις και τον συντονισμό προσωπικού πολυεθνικού περιβάλλοντος. Στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ) διετέλεσε, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, Διευθυντής της Διεύθυνσης Πληροφοριών και Διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιπληροφοριών, με επιτελικές αρμοδιότητες στους αντίστοιχους τομείς. Έχει επίσης υπηρετήσει ως Τμηματάρχης στη Διεύθυνση Εξοπλισμών του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) και ως καθηγητής στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση, ενώ σήμερα δραστηριοποιείται ως στρατηγικός αναλυτής, αρθρογραφώντας για ζητήματα άμυνας, ασφάλειας, γεωπολιτικής, διεθνών σχέσεων και πληροφοριών.

GEOPOLITICO

Τα κινήματα και ο AI Λεβιάθαν

Η απάντηση των κινημάτων του 2026 σε αυτή την ασφυκτική επιτήρηση είναι διπλή: από τη μία πλευρά, η καταφυγή σε ακόμα πιο βαθιά, δυσπρόσιτα και κρυπτογραφημένα ψηφιακά κανάλια και, από την άλλη, η αναγκαστική επιστροφή σε παραδοσιακές μεθόδους οργάνωσης (προφορική επικοινωνία, offline δίκτυα) που ο αλγόριθμος δεν μπορεί να διαβάσει.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του Βαγγέλη Χωραφά, GeoEurope

Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, η φύση των παγκόσμιων εξεγέρσεων αναδιαμορφώθηκε ριζικά, μέσα από μια αδιάκοπη τεχνολογική κούρσα ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος. Η τεχνολογία δεν υπήρξε ποτέ ένας ουδέτερος διαμεσολαβητής, αλλά το ίδιο το πεδίο της μάχης. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε τρεις μεγάλες ιστορικές φάσεις, με την τελευταία να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μια πρωτοφανή συνθήκη ψηφιακού ολοκληρωτισμού.

Τη περίοδο 2000-2010, τα κινήματα ανακάλυψαν τα πρώτα εργαλεία ψηφιακού συντονισμού. Χρησιμοποιώντας τα γραπτά μηνύματα SMS, τα emails και τα blogs, οι διαδηλωτές κατάφεραν να σπάσουν το μονοπώλιο της ενημέρωσης των κρατικά ελεγχόμενων ΜΜΕ. Ήταν η εποχή των «Έγχρωμων Επαναστάσεων» στην Ανατολική Ευρώπη και των πρώτων μεγάλων αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων.

Η σχέση κινημάτων και καταστολής σε αυτή τη φάση χαρακτηρίστηκε από τον στρατηγικό αιφνιδιασμό του κράτους. Ενώ η νεολαία συντονιζόταν (και) ψηφιακά στους δρόμους, οι μηχανισμοί καταστολής παρέμεναν βαθύτατα παραδοσιακοί. Το κράτος απαντούσε με ωμή, φυσική βία στις διαδηλώσεις και μαζικές συλλήψεις, αδυνατώντας να παρακολουθήσει ή να προβλέψει τα ψηφιακά δίκτυα που γεννιούνταν στη βάση της κοινωνίας.

Τη περίοδο 2010-2020, η έλευση των smartphones και η κυριαρχία των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, YouTube) μετέτρεψαν το διαδίκτυο από αποθετήριο κειμένων σε έναν ζωντανό, οπτικό αναμεταδότη της οργής. Ήταν η δεκαετία των Millennials, του Κινήματος των Πλατειών, της Αραβικής Άνοιξης, των Occupy Wall Street κλπ. Η τεχνολογία επέτρεψε τη μαζική οριζόντια δικτύωση και τη διεθνοποίηση των κινημάτων, ενώ η ζωντανή μετάδοση της κρατικής βίας λειτουργούσε ως παγκόσμιος πυροκροτητής αλληλεγγύης.

Το κράτος, έχοντας αναγνωρίσει την απειλή, πέρασε στην αντεπίθεση μέσω των «ψηφιακών μπλακάουτ». Η βασική στρατηγική της καταστολής ήταν πλέον η βίαιη αποσύνδεση: το κλείσιμο των κεντρικών διακοπτών του διαδικτύου σε περιφέρειες ή ολόκληρες χώρες, ώστε να τυφλωθούν οι διαδηλωτές. Παράλληλα, ο καπιταλισμός άρχισε να αναπτύσσει μηχανισμούς αλγοριθμικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης, μετατρέποντας τις πλατφόρμες σε εργαλεία εμπορευματοποίησης της διαμαρτυρίας.

Μετά το 2020, μέχρι σήμερα, η σχέση κινημάτων, τεχνολογίας και καταστολής εισήλθε σε μια νέα, ποιοτικά διαφορετική και βαθιά δυστοπική φάση. Πρωταγωνιστής αυτής της περιόδου είναι η Γενιά Ζ (Gen Z), η πρώτη γενιά «ψηφιακών αυτόχθονων», η οποία ενηλικιώθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας, στεγαστικής κρίσης και κλιματικής κατάρρευσης.

Τα κινήματα της Gen Z (από το Μπανγκλαντές το 2024 έως τη Γαλλία και τις ΗΠΑ το 2026) απέκτησαν έναν απόλυτα «ρευστό» και οριζόντιο χαρακτήρα. Αναγνωρίζοντας ότι οι μεγάλες πλατφόρμες της Big Tech συνεργάζονται στενά με τις κυβερνήσεις, οι νέοι εγκατέλειψαν μαζικά το Facebook και το Twitter ως εργαλεία οργάνωσης. Ο συντονισμός μεταφέρθηκε σε κλειστά, κρυπτογραφημένα και αποκεντρωμένα δίκτυα, όπως το Discord, το Signal και το WhatsApp. Το TikTok μετατράπηκε σε έναν παγκόσμιο αναμεταδότη αισθητικής και συμβόλων, όπου η ποπ κουλτούρα και τα anime (όπως η σημαία των Straw Hat από το One Piece στο Νεπάλ και την Ινδονησία) αντικατέστησαν τις παραδοσιακές πολιτικές ιδεολογίες. Οι εξεγέρσεις έπαψαν να έχουν ανάγκη από ένα σταθερό γεωγραφικό κέντρο (μια πλατεία)-έγιναν διάχυτες, ακαριαίες και ασύμμετρες.

Απέναντι σε αυτή τη ρευστή ψηφιακή δομή, το κράτος δεν απαντά πλέον με απλές διακοπές του ίντερνετ. Η νέα μορφή κρατικής και συστημικής κυριαρχίας ονομάζεται Αλγοριθμικός Λεβιάθαν (AI Leviathan). Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα προληπτικής, προβλεπτικής και καθολικής επιτήρησης, το οποίο βασίζεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τα Big Data.

Ο Αλγοριθμικός Λεβιάθαν διαρθρώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες:

Προληπτική Επιτήρηση και Αναγνώριση Προσώπου: Μέσω εξελιγμένων δικτύων καμερών στους δρόμους και αλγορίθμων AI, οι αρχές είναι σε θέση να αναγνωρίζουν, να ταυτοποιούν και να απομονώνουν διαδηλωτές σε πραγματικό χρόνο. Η μέθοδος αυτή, που εφαρμόστηκε πιλοτικά στο Ιράν για τον εντοπισμό γυναικών χωρίς χιτζάμπ και στο Χονγκ Κονγκ, αποτελεί πλέον μόνιμο εργαλείο των σύγχρονων κρατών.

Αλγοριθμική Λογοκρισία: Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, υπό την πίεση ή τη νομοθετική συμμόρφωση προς τις κυβερνήσεις, έχουν εκπαιδευτεί να ανιχνεύουν και να «θάβουν» (ή να διαγράφουν αυτόματα) οπτικοακουστικό υλικό από διαδηλώσεις πριν αυτό προλάβει να γίνει viral, ελέγχοντας τη ροή της πληροφορίας στην πηγή της.

Γεωεντοπισμός και Χαρτογράφηση Πλήθους: Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εξεγέρσεων κατά του ICE στις ΗΠΑ το 2026, οι ομοσπονδιακές αρχές χρησιμοποίησαν προηγμένα μεταδεδομένα κινητής τηλεφωνίας ,για να χαρτογραφήσουν τις κινήσεις των διαδηλωτών, εντοπίζοντας τους πυρήνες της οργάνωσης χωρίς να χρειάζεται φυσική παρακολούθηση.

Αυτό δημιουργεί το μεγάλο παράδοξο της εποχής μας. Η Gen Z είναι η πιο διασυνδεδεμένη γενιά στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και η πιο ορατή στα μάτια του κράτους. Κάθε ψηφιακό ίχνος που αφήνει ένας διαδηλωτής για να οργανώσει μια διαμαρτυρία, μετατρέπεται σε δεδομένο εκπαίδευσης για τον AI Λεβιάθαν.

Η απάντηση των κινημάτων του 2026 σε αυτή την ασφυκτική επιτήρηση είναι διπλή: από τη μία πλευρά, η καταφυγή σε ακόμα πιο βαθιά, δυσπρόσιτα και κρυπτογραφημένα ψηφιακά κανάλια και, από την άλλη, η αναγκαστική επιστροφή σε παραδοσιακές μεθόδους οργάνωσης (προφορική επικοινωνία, offline δίκτυα) που ο αλγόριθμος δεν μπορεί να διαβάσει.

Η ιστορία των εξεγέρσεων στον 21ο αιώνα παραμένει ανοιχτή, καθώς ο αγώνας των ανθρώπων για ελευθερία, προσπαθεί συνεχώς να ξεπεράσει την αλγοριθμική νοημοσύνη της καταστολής.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Μαυρίδης στο Ευρωκοινοβούλιο: Επιχείρηση θαλάσσιας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο

Παρέμβασή του Κύπριου Ευρωβουλευτή για την αποστολή ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ανατ. Μεσόγειο, ενώπιον της Επιτροπής Άμυνας και Ασφάλειας του Ευρ. Κοινοβουλίου, στη συζήτηση για την Κοινή πολιτική της ΕΕ για άμυνα και ασφάλεια.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την πρότασή του για την αποστολή ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ανατ. Μεσόγειο με σκοπό την θαλάσσια ασφάλεια, όπως έγινε σε παρόμοιες περιπτώσεις, παρουσίασε ο Ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης (ΔΗΚΟ-S&D) ενώπιον της Επιτροπής Άμυνας και Ασφάλειας του Ευρ. Κοινοβουλίου, στη συζήτηση για την Κοινή πολιτική της ΕΕ για άμυνα και ασφάλεια.

Στην παρέμβασή του ο κ. Μαυρίδης ανέφερε τα εξής:

«Θα επιμείνω σε δύο σημεία: Προκειμένου να αποκτήσουμε μια ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας πρέπει να βρίσκεται το άρθρο 42.7, το οποίο πρέπει να καταστήσουμε πρακτικά εφαρμόσιμο. Αυτό θα χρειαστεί χρόνο και αναγνωρίζω επίσης ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις μεταξύ των κρατών-μελών όσον αφορά τις προτεραιότητες».

Ακολούθως, αναφέρθηκε στην πρότασή του σημειώνοντας αρχικά ότι «τις τελευταίες ημέρες γίναμε μάρτυρες μιας πολύ προκλητικής και μονομερούς ενέργειας από την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο». Και συνέχισε: «Είμαστε έτοιμοι να προτείνουμε μια επιχείρηση στην Ανατολική Μεσόγειο, αντίστοιχη με άλλες, όπως «Ασπίδα» και «Ειρήνη», για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της ΕΕ με βάση τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), η οποία παρεμπιπτόντως, αποτελεί πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ;» υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

Καταλήγοντας ο Κύπριος Ευρωβουλευτής τόνισε με έμφαση:

«Επαναλαμβάνω, λοιπόν: Μπορούμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας επιχείρησης για την διασφάλιση της ασφάλειας και του Δικαίου της Θάλασσας στην Ανατολική Μεσόγειο;»

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

KC-390: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική αμυντική στρατηγική σε Αιγαίο, Κύπρο και, οικονομική αντοχή και πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων

Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική πολιτική με οικονομικό ρεαλισμό, εθνική αυτονομία και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Η άμυνα δεν είναι επίδειξη πλούτου. Είναι ευθύνη απέναντι στην πατρίδα και στους πολίτες της.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil. Παναγόπουλος Π. Αλέξιος 
Η πρόσφατη συμφωνία για την απόκτηση τριών συν τριών μεταγωγικών αεροσκαφών EMBRAER KC-390 ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τον προσανατολισμό της ελληνικής αμυντικής πολιτικής. Δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για σύγχρονα αεροσκάφη με δυνατότητες μεταφοράς προσωπικού και υλικών, υγειονομικών διακομιδών και εναέριου ανεφοδιασμού.
Το ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτή η προμήθεια ανταποκρίνεται στις πραγματικές και επείγουσες ανάγκες της Ελλάδας. Η Ελλάδα δεν είναι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν διαθέτει την οικονομική ισχύ, τις υποδομές ούτε την παγκόσμια στρατιωτική αποστολή μιας υπερδύναμης. Η γεωστρατηγική της αποστολή καθορίζεται από το Αιγαίο, τα νησιά, την Κρήτη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Επομένως, δεν είναι ορθό να αντιγράφουμε μηχανιστικά μοντέλα στρατιωτικής προβολής ισχύος που σχεδιάστηκαν για πολύ διαφορετικές γεωγραφικές και πολιτικές συνθήκες.
1. Η οικονομική αντοχή είναι μέρος της εθνικής μας  ασφάλειας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, υψηλό δημόσιο χρέος και κοινωνικές ανάγκες που επιβαρύνουν τους πολίτες. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις αμυντικές δαπάνες σαν να διαθέτει απεριόριστους οικονομικούς πόρους.
Δεν είναι δυνατόν, από το πενιχρό υστέρημα των Ελλήνων φορολογουμένων, να χρηματοδοτούμε διαρκώς επιχειρήσεις στρατιωτικής προβολής και παρουσίας σε πλούσια αραβικά κράτη, στέλνοντας ακόμη και σύγχρονα πολεμικά πλοία, όπως η φρεγάτα «Κίμων», όταν δεν έχουν προηγουμένως εξασφαλιστεί οι βασικές ανάγκες της εθνικής άμυνας.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να συμμετέχει σε συμμαχικές συνεργασίες, αλλά με σαφή προσδιορισμό του εθνικού συμφέροντος, του κόστους και της διάρκειας κάθε αποστολής. Η αλληλεγγύη δεν σημαίνει οικονομική εξάντληση, ούτε μετατροπή της χώρας μας σε μόνιμο πάροχο στρατιωτικών υπηρεσιών για τρίτους.
Η εθνική κυριαρχία δεν διασφαλίζεται με εξοπλισμούς που δημιουργούν νέες εξαρτήσεις. Ούτε τα KC-390, ούτε οποιοδήποτε άλλο σύστημα, θα πρέπει να καταλήξει να αποτελεί μηχανισμό στρατηγικής εξάρτησης από άλλες χώρες. Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει υποτελής των επιλογών και των στρατιωτικών προτεραιοτήτων άλλων λαών.
2. Πρώτα ανταλλακτικά και επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Πριν από κάθε νέα εξοπλιστική αγορά, προέχει να εξασφαλίσουμε ότι τα συστήματα που ήδη διαθέτουμε μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά.
Χρειαζόμαστε ανταλλακτικά, συντήρηση, τεχνική υποστήριξη, εκπαιδευμένο προσωπικό και υψηλή διαθεσιμότητα για τα υπάρχοντα μαχητικά, τα πολεμικά πλοία και τα υπόλοιπα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων. Ένα σύγχρονο αεροσκάφος ή πολεμικό πλοίο που δεν διαθέτει τα αναγκαία ανταλλακτικά και δεν μπορεί να συντηρηθεί εγκαίρως δεν αποτελεί πραγματική επιχειρησιακή ισχύ. Η εθνική άμυνα δεν μετριέται με τις ανακοινώσεις νέων αγορών, αλλά με τον αριθμό των διαθέσιμων και αξιόμαχων μέσων σε πραγματικές συνθήκες κρίσης.
3. Αιγαίο, Κύπρος και νησιωτικές υποδομές. Τα ελληνικά νησιά αποτελούν στρατηγικούς κόμβους ανεφοδιασμού, μεταφοράς και αμυντικής υποστήριξης. Η Κρήτη και η Κύπρος έχουν ιδιαίτερη σημασία για την επιχειρησιακή σύνδεση του Αιγαίου με την Ανατολική Μεσόγειο. Η αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο αποτελεί σημαντική κυπριακή υποδομή, η οποία μπορεί, στο πλαίσιο των συμφωνιών των δύο κρατών, να ενισχύσει τη συνεργασία και την υποστήριξη κοινών αμυντικών σχεδιασμών.
Η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει ολοκληρωμένο σύστημα υποστήριξης των νησιών μας, με ασφαλείς υποδομές καυσίμων, μεταφορές, επικοινωνίες και συντονισμό αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων. Τα ιπτάμενα τάνκερ έχουν χρησιμότητα, αλλά δεν αποτελούν πανάκεια. Τα KC-390 απαιτούν ειδική επιχειρησιακή διαμόρφωση για τον ανεφοδιασμό των ελληνικών F-16, τα οποία χρησιμοποιούν διαφορετικό σύστημα από εκείνο της αρχικής διαμόρφωσης του αεροσκάφους. Συνεπώς, δεν πρέπει να παρουσιάζεται η δυνατότητα αυτή ως ήδη εξασφαλισμένη.
4. Η πραγματική προτεραιότητα: Drones αέρος και θαλάσσης. Μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες της ελληνικής αμυντικής πολιτικής πρέπει να είναι η ουσιαστική αύξηση των μη επανδρωμένων συστημάτων. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερα drones αέρος και θαλάσσης, με δυνατότητες επιτήρησης, αναγνώρισης, συλλογής πληροφοριών, έγκαιρης προειδοποίησης και υποστήριξης των ναυτικών και αεροπορικών επιχειρήσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα μη επανδρωμένα θαλάσσια συστήματα επιτήρησης, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την παρακολούθηση μεγάλων θαλάσσιων περιοχών και την προστασία κρίσιμων υποδομών. Παράλληλα, απαιτείται ανάπτυξη ελληνικής τεχνογνωσίας, εγχώρια παραγωγή, δυνατότητα επισκευής και αναβάθμισης, καθώς και διαλειτουργικότητα με τα υφιστάμενα συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Η τεχνολογική αυτονομία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι παράγοντας εθνικής ασφάλειας.
5. Το 1974 δεν δικαιολογείται με υποθετικά σενάρια. Η τραγωδία της Κύπρου δεν προκλήθηκε επειδή η Ελλάδα δεν διέθετε ιπτάμενα τάνκερ. Ήταν αποτέλεσμα βαθύτατων πολιτικών, στρατιωτικών και θεσμικών αποτυχιών, του πραξικοπήματος, της ανεπαρκούς προετοιμασίας και του ελλιπούς συντονισμού. Η επιχείρηση «Νίκη» τον Ιούλιο του 1974 απέδειξε πόσο καταστροφικές μπορούν να είναι οι ελλείψεις επικοινωνίας και επιχειρησιακής συνεργασίας. Η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί εκ των υστέρων κάθε εξοπλιστική επιλογή. Η αποτροπή απαιτεί στρατηγική, διοίκηση, ετοιμότητα και πολιτική βούληση, όχι υποθετικές ιστορικές βεβαιότητες.
Συμπέρασμα.
Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική πολιτική με οικονομικό ρεαλισμό, εθνική αυτονομία και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Πρώτα ανταλλακτικά και συντήρηση για όσα ήδη διαθέτουμε. Έπειτα ενίσχυση της αεράμυνας, των νησιωτικών υποδομών, των μεταφορικών δυνατοτήτων και των μη επανδρωμένων συστημάτων αέρος και θαλάσσης. Κάθε νέα αγορά πρέπει να αποδεικνύει την αναγκαιότητα και την οικονομική της βιωσιμότητα. Τα KC-390 μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο μέσο, αλλά δεν είναι η απάντηση σε όλα τα προβλήματα της ελληνικής άμυνας.
Δεν είμαστε Αμερική για να χρηματοδοτούμε παγκόσμιες στρατιωτικές αποστολές. Είμαστε Ελλάδα και προτεραιότητά μας είναι η υπεράσπιση της ελληνικής επικράτειας, του Αιγαίου και του Ελληνισμού της Κύπρου. Δεν μπορεί ο Έλληνας πολίτης να στερείται βασικών κοινωνικών αγαθών για να χρηματοδοτεί εξοπλιστικές επιλογές, χωρίς σαφή ιεράρχηση, ενώ οι υφιστάμενες Ένοπλες Δυνάμεις ενδέχεται να στερούνται ανταλλακτικών και συντήρησης.
Η άμυνα δεν είναι επίδειξη πλούτου. Είναι ευθύνη απέναντι στην πατρίδα και στους πολίτες της. Η Ελλάδα χρειάζεται αξιόμαχες Ένοπλες Δυνάμεις, όχι εξοπλισμούς εντυπωσιασμού και εξαρτήσεις από τις ξένες στρατηγικές.
Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Τα κινήματα και ο AI Λεβιάθαν

Η απάντηση των κινημάτων του 2026 σε αυτή την ασφυκτική επιτήρηση είναι διπλή: από τη μία πλευρά, η καταφυγή σε...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Μαυρίδης στο Ευρωκοινοβούλιο: Επιχείρηση θαλάσσιας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο

Παρέμβασή του Κύπριου Ευρωβουλευτή για την αποστολή ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ανατ. Μεσόγειο, ενώπιον της Επιτροπής Άμυνας και Ασφάλειας του Ευρ....

Διεθνή17 ώρες πριν

Ρώσοι που φοβούνται νέα επιστράτευση κατακλύζουν τη Γεωργία και την Αρμενία – Εκτινάχθηκαν τα ενοίκια

Η πίεση στη ζήτηση είναι εντονότερη στην Αρμενία, όπου οι Ρώσοι – αλλά και Αρμένιοι που ζούσαν στη Ρωσία και...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

KC-390: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική αμυντική στρατηγική σε Αιγαίο, Κύπρο και, οικονομική αντοχή και πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων

Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική πολιτική με οικονομικό ρεαλισμό, εθνική αυτονομία και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Η άμυνα δεν είναι επίδειξη πλούτου....

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Από την Ελασσόνα, τα Γρεβενά και την Κρήτη στο Κογκρέσο των ΗΠΑ! Οι νικητές της ελληνικής ομογένειας στις ενδιάμεσες εκλογές – Ποιοι είναι και τι έχουν προσφέρει σε Ελλάδα και Κύπρο

Ισχυρή παρουσία στην αμερικανική πολιτική σκηνή διατηρεί η ελληνική ομογένεια μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η σημαντικότερη...

Δημοφιλή