Οικονομία
Τεράστια επιτυχία της Κύπρου και του Ελληνισμού – EXXONMOBIL με QATAR PETROLEUM θέλoυν το τεμάχιο «10»
Γράφει: Πέτρος Θεοχαρίδης
Λευκωσία: O Υπουργός Ενέργειας Γιώργος Λακοτρύπης ενημέρωσε το Υπουργικό Συμβούλιο για τον γεμάτο πολύ μεγάλης σημασίας εκπλήξεις κατάλογο των εταιρειών που διεκδικούν τεμάχια στην Κυπριακή ΑΟΖ στο πλαίσιο του Γ’ Γύρου Αδειοδοτήσεων.
Το τεμάχιο 10 διεκδικούν
1. EXXONMOBIL – QATAR PETROLEUM
2. ENI-TOTAL
3. STATOIL
Το τεμάχιο 8 διεκδικεί
1. ΕΝΙ
2. CAIRN-DELEK-AVNER
Το τεμάχιο 6 διεκδικεί
1. ΕΝΙ-ΤΟΤΑL
Τα οκτώ ονόματα των εταιρειών που υπέβαλαν ενδιαφέρον είναι:
1. EXXONMOBIL (ΗΠΑ)
2. QATAR PETROLEUM (ΚΑΤΑΡ)
3. STATOIL (ΝΟΡΒΗΓΙΑ)
4. ENI (ΙΤΑΛΙΑ)
5. TOTAL (ΓΑΛΛΙΑ)
6. CAIRN (ΒΡΕΤΑΝΙΑ – Σκωτία)
7. DELEK (ΙΣΡΑΗΛ)
8. AVNER (ΙΣΡΑΗΛ)
Ο Αναπληρωτής Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Βίκτωρας Παπαδόπουλος μιλώντας στους δημοσιογράφους μετά το πέρας του Υπουργικού Συμβουλίου και ερωτηθείς τι σημαίνει για τον τόπο μας το ενδιαφέρον για την κυπριακή ΑΟΖ από μεγάλες εταιρείες, ανέφερε «σημαίνει πολλά από όλες τις απόψεις.
Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα του».
Σε παρατήρηση δημοσιογράφου ότι σημαίνει πολλά και σε πολιτικό επίπεδο, ο κ. Παπαδόπουλος απάντησε «προφανώς».
Οι εκπλήξεις είναι πολύ πιο μεγάλες, δεδομένου ότι η μία από τις έξι αιτήσεις που υποβλήθηκαν για τα τρία τεμάχια (6 ,8 και 10) αποτελεί κοινοπραξία των κολοσσών EXXONMOBIL και QATAR PETROLEUM.
Δεύτερη έκπληξη αποτελεί η συμμετοχή για πρώτη φορά στην διεκδίκηση τεμαχίων της Κυπριακής ΑΟΖ του Νορβηγικού κρατικού κολοσσού STATOIL που επίσης διεκδικεί το τεμάχιο «10».
Πολύ προσεκτικοί και διακριτικοί ήταν οι εκπρόσωποι της Νορβηγικής STATOIL κατά την προσέλευση τους στο Υπουργείο Ενέργειας την περασμένη Παρασκευή, ώστε να μην είναι εκτεθειμένο κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι ο κολοσσός υπέβαλε αίτηση για τον Γ΄ Γύρο Αδειοδοτήσεων.
Όπως από το Σάββατο είχε αποκαλύψει ο «Φ» και επιβεβαιώνεται με βάση την ενημέρωση του Υπουργού Ενέργειας προς το Υπουργικό, είναι η διεκδίκηση του «10» από κοινοπραξία των ΕΝΙ και TOTAL.
Πρόκειται για την πρώτη φορά παγκόσμια στην ιστορία δεκαετιών των δύο ευρωπαϊκών ενεργειακών κολοσσών με σημαντικό κρατικό εκτόπισμα, που ενώνουν δυνάμεις για να διεκδικήσουν δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης πιθανών κοιτασμάτων. Η κοινοπραξία της Ιταλικής ΕΝΙ με την Γαλλική TOTAL, διεκδικεί και το Τεμάχιο 6 της Κυπριακής ΑΟΖ, γεγονός που έχει πολυδιάστατη πολιτική, γεωπολιτική αλλά και γεωλογική και ουσιαστική ως προς την ανακάλυψη υδρογονανθράκων σημασία.
Το τεμάχιο «10» διεκδικεί και η κοινοπραξία της Σκωτσέζικης CAIRN με τις DELEK και AVNER.
Ζητούν το «10» και βλέπουν τερματικό LNG οι EXXONMOBIL – QATAR PETROLEUM
Η μεγαλύτερη έκπληξη του Γ΄ γύρου Αδειοδοτήσεων, είναι η παρουσία της κοινοπραξίας δύο γιγάντων, της αμερικανικής EXXONMOBIL, της μεγαλύτερης εταιρείας στον κόσμο στον τομέα έρευνας, εξόρυξής και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και της QATAR PETROLEUM, της μεγαλύτερης στον κόσμο εταιρείας υγροποίησης φυσικού αερίου.
Οι δύο εταιρείες μαμούθ, έχουν ξεκινήσει από το 2007 να ενώνουν δυνάμεις με κοινοπραξίες για πολύ μεγάλα έργα, με πρώτο το τερματικό υγροποίησης φυσικού αερίου στο Κατάρ, μέσω του οποίου εξασφαλίζεται το 13% περίπου του ΑΕΠ της πλούσιας χώρας του Αραβικού Κόλπου.
Η σύμπραξη των δύο εταιρειών – μαμούθ, είναι η τρίτη ιστορικά συμμαχία των δύο σε τέτοιο επίπεδο.
Συνεργάζονται στην ανάπτυξη τερματικών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στο Κατάρ με την κρατική εταιρεία του Κατάρ να έχει τον λόγο για την ανάπτυξη υποδομών και την εξασφάλιση του φυσικού αερίου και την δεύτερη να έχει τον κύριο λόγο στην μεταφορά, εμπορία και διαχείριση των διεθνών αγορών.
Η δεύτερη σύμπραξη των δύο έγινε πρόσφατα και αφορά την κοινή διεκδίκηση τεμαχίων της Μοζαμβίκης, όπου ανακαλύφθηκαν τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου την τελευταία πενταετία.
Η κοινοπραξία είχε επαφές κατά διαστήματα σε Τέξας και Λευκωσία και όχι μόνο με την κυβέρνηση ώστε να εξασφαλιστεί η υποβολή αίτησης. Ενδεικτικό του ενδιαφέροντος είναι το γεγονός ότι ο αντιπρόεδρος της EXXONMOBIL ήρθε τον τελευταίο μήνα στην Κύπρο δύο φορές, μία για να συναντηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Επανήλθε στην Κύπρο για δεύτερη φορά σε ένα μήνα την περασμένη Πέμπτη – μία μέρα πριν την λήξη της περιόδου υποβολής αιτήσεων του Γ΄ Γύρου – για υποβολή της αίτησης μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η EXXONMOBIL κυρίως, αλλά και η QATAR PETROLEUM ζήτησαν εξ αρχής μεγάλη εμπιστευτικότητα από την πλευρά μας, εξηγώντας ότι για το θέμα της εμπιστευτικότητας υπήρχε από πλευράς τους πολύ μεγάλη ευαισθησία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι για να αποφύγουν οποιοδήποτε κίνδυνο να γίνει γνωστή η πρότασή τους κατά την κατάθεση της αίτησης πριν την σημερινή μέρα, υψηλόβαθμα στελέχη της κοινοπραξίας ήρθαν στην Κύπρο την περασμένη Τετάρτη και κατέθεσαν την αίτηση μία μέρα πριν την λήξη της περιόδου.
Γι αυτό και δεν εμφανίστηκαν στο Υπουργείο Ενέργειας την περασμένη Παρασκευή, που έληξε η περίοδος υποβολής αιτήσεων, αφού την Παρασκευή εκεί θα ήταν ανταγωνιστές που κατέθεταν τις δικές τους προτάσεις αλλά και οι τηλεοπτικές κάμερες, φωτογράφοι, δημοσιογράφοι.
Παράλληλα, όσοι γνώριζαν την πρόθεση αλλά και την κατάθεση της αίτησης, σεβάστηκαν το αίτημα εμπιστευτικότητας μέχρι και την συνεδρία του Υπουργικού σήμερα, που ήταν και το αίτημα και η άτυπη συμφωνία με τον Υπουργό Εμπορίου και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι η ευαισθησία οφείλεται σε σειρά σοβαρών συνεργασιών που έχει η EXXONMOBIL με την Τουρκία και τουρκικές κρατικές και ιδιωτικές εταιρείες σε σημαντικών οικονομικών συμφερόντων έργα στην Τουρκία.
Μια από τις τελευταίες συμφωνίες μεταξύ Τουρκίας και EXXONMOBIL, έγινε από τον ίδιο τον Ερτογάν προ τριετίας, ως τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας και αφορά ανάπτυξη για αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου στο βόρειο ΙΡΑΚ, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση της Τουρκίας στις πηγές.
Αφενός ήθελαν να αποφύγουν τις ανοικτές πιέσεις για ανατροπή της απόφασής του αμερικανικού κολοσσού να μπει στην Κυπριακή ΑΟΖ αυτή την περίοδο και αφετέρου προφανώς ήθελαν χρόνο να ενημερώσουν και να «χειριστούν» τους τούρκους εταίρους τους οι ίδιοι πριν δημοσιοποιηθεί η διεκδίκηση του «10» από την κοινοπραξία αλλά όταν ήδη η αίτησή τους θα ήταν τετελεσμένο γεγονός.
Το γεγονός ότι η EXXONMOBIL στην Κύπρο κατεβαίνει σε κοινοπραξία με την κρατική QATAR PETROLEUM, δείχνει και ποιος είναι ο στόχος και οι προσδοκίες τους: Η ανακάλυψη κοιτάσματος ή κοιτασμάτων στο 10 που θα επιτρέπουν την δημιουργία τερματικού υγροποίησης. Αυτό επιβεβαιώνεται και με πληροφορίες του «Φ» μέσα από στοιχεία που παρουσίασε η ηγεσία του παγκόσμιου κολοσσού στις επαφές τους για το θέμα της υποβολής αίτησης για διεκδίκηση του 10. Να σημειωθεί ότι οι δύο εταιρείες που απαρτίζουν την κοινοπραξία έχουν εμπειρία 40 χρόνων στην υγροποίηση και την εμπορία υγροποιημένου φυσικού αερίου. Είναι ουσιαστικά η πρώτη παρουσία του υπ αρ. 1 παγκόσμιου κολοσσού του τομέα στην Ανατολική Μεσόγειο και γίνεται μέσω Κύπρου.
Επίσης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα αναμένεται η επόμενη μέρα της αποκάλυψης του ότι η ΕΧΧΟΝΜΟΒΙL μαζί με την QATAR PETROLEUM θέλουν να μπουν στην Κυπριακή ΑΟΖ δεδομένων της έντονης προσπάθειας της Τουρκίας που προηγήθηκε για να αποτρέψει την συμμετοχή μεγάλων εταιρειών με τις οποίες έχει κοινά οικονομικά συμφέροντα.
Η έκπληξη της αίτησης από την Νορβηγική STATOIL
Το παράδειγμα της κρατικής Νορβηγικής εταιρείας – κολοσσού στον τομέα της ενέργειας και των υδρογονανθράκων, της STATOIL, αλλά και του πολύκροτού «Νορβηγικού μοντέλου» αποτελεί παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχημένης ανάπτυξης για το οποίο έγινε πολύς λόγος και στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Και ως προς το θεσμικό πλαίσιο ανάπτυξης της Εταιρείας Υδρογονανθράκων Κύπρου στο πρότυπο STATOIL και ως προς το μοντέλο διαχείρισης των εσόδων από τους υδρογονάθρακες.
Η STATOIL είναι εδώ και είναι επίσης πολύ θετική έκπληξη.
Ο Νορβηγικός κρατικός κολοσσός διαχειρίζεται σύμερα μεταξύ πολλών άλλων 14 κοιτάσματα στην Νορβηγεία και την Βόρεια Θάλασσα όπως και κοιτάσματα σε 27 χώρες παγκόσμια, ενώ διαθέτει δικό της τερματικό υγροποίησης. Η κίνηση της STATOIL για διεκδίκηση τεμαχίου στην Κυπριακή ΑΟΖ έχει και πολύ μεγάλη πολιτική σημασία. Αφενός είναι γνωστό ότι ο Νορβηγός εκπρόσωπος του ΟΗΕ στην Κύπρο, δεν είναι υπέρ της προώθησης της διαδικασίας αξιοποίησης του πλούτου της Κυπριακής ΑΟΖ πριν την λύση, ενώ ο κ. Εσπεν Μπάρθ Αϊντα έχει σημαντικές προσβάσεις και επιρροή στην κυβέρνηση της χώρας του. Που επίσης διατηρεί αποστάσεις σε σχέση με την κατηγορηματική υποστήριξη των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεδομένων των διαπραγματεύσεων.
Ακόμα περισσότερο, πριν ακριβώς δύο μήνες, η STATOIL υπέβαλε αίτηση στην Τουρκική κυβέρνηση, διεκδικώντας τα δικαιώματα για δύο ερευνητικά τεμάχια της Τουρκίας στην Θράκη, που βρίσκονταν σε διαγωνιστική διαδικασία. Επίσης η STATOIL έχει και άλλα σημαντικά – αν και φθίνοντα – συμφέροντα στην Τουρκία, όπως συμμετοχή σε αγωγούς.
Προφανώς για τους ίδιους λόγους που σχετίζονται με ενδεχόμενες πολιτικές αντιδράσεις και η STATOIL ζήτησε και διατήρησε ψηλή εμπιστευτικότητα στην υποβολή της δικής της αίτησης, που επίσης έγινε σεβαστή.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η αίτησή της την Παρασκευή, υποβλήθηκε από δύο στελέχη της που ήρθαν για τον σκοπό αυτό από την Νορβηγία, όσο το δυνατό πιο διακριτικά – ούτε στα κιβώτια των φακέλων ούτε πουθενά αλλού δεν αναγραφόταν το όνομα του αιτητή ή άλλο στοιχείο- ώστε να μην γίνει γνωστή η συμμετοχή της πριν την επίσημη ανακοίνωση. Αυτό δείχνει ότι αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην Κυπριακή ΑΟΖ που υπερβαίνει πολιτικών και κάποιων άλλων οικονομικών συμφερόντων.
Η STATOIL προφανώς ήρθε διεκδικώντας το «10» στην Κύπρο έχοντας υπόψη μια ευρύτερη παρουσία και συμφέροντα στην περιοχή, αφού είναι ένας από τους κύριους ενδιαφερόμενους και για τεμάχια του γειτονικού Λιβάνου, για τα οποία όμως οι διαδικασίες καθυστερούν εδώ και δέκα χρόνια και είναι άγνωστο πότε θα προχωρήσουν.
Και η κοινοπραξία των κολοσσών ΕΝΙ-ΤΟΤΑΛ
Ξεχωριστή σημασία έχει και η συμμετοχή των ΤΟΤΑΛ και ΕΝΙ που ήρθαν και όχι μόνο έμειναν αλλά τώρα διεκδικούν τα 10 και 6 σε κοινοπραξία – έκπληξη.
Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία η κατάληξη σε απόφαση των δύο ευρωπαϊκών κολοσσών να συνεργαστούν στην Κυπριακή ΑΟΖ, οφείλεται σε τρείς κύριους παράγοντες πέραν του δεδομένου, ότι είναι κύριοι παίκτες στην Κυπριακή ΑΟΖ και κατέχουν την μεγαλύτερη γνώση της γεωλογίας της περιοχής.
Ο πρώτος κύριος παράγοντας, είναι το γεγονός ότι οι δύο κολοσσοί ανέμεναν ότι έχουν να ανταγωνιστούν στο 10 πολύ μεγάλους αντιπάλους, οπότε αναζητούν υπεροχή με την συνένωση δυνάμεων.
Ο δεύτερος λόγος, είναι επίσης το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Υπουργός Ενέργειας, είχαν υποδείξει από καιρό ότι είναι ιδιαίτερα επιθυμητοί οι δύο κολοσσοί στην Κύπρο, ωστόσο επειδή κατέχουν ήδη κάποια τεμάχια, το να τους δοθούν και κάποια άλλα, θα δημιουργούσε μια αισθητή εξάρτηση της ΑΟΖ από τις εταιρείες αυτές.
Οπότε, εμμέσως πλην σαφώς τους υποδείχθηκε ότι θα ήταν καλύτερα να έρθουν στον Γ΄ Γύρο με δυνατούς εταίρους, ώστε να διαφοροποιηθεί και να ενισχυθεί η κυπριακή ΑΟΖ.
Αυτοί βρήκαν την λύση που ήταν και οι έκπληξη – συνεργάστηκαν μεταξύ τους.
Έτσι – και αυτός είναι ο τρίτος παράγοντας – απέφυγαν να «μπάσουν» στα μυστικά της κυπριακής ΑΟΖ αλλά και στα συμφέροντα που δημιουργούνται άλλες – τρίτες – εταιρείες, διατηρώντας σημαντική θέση.
Λόγω και του ιδιαίτερα ψηλού εκτοπίσματος των κοινοπραξιών που διεκδικούν τα τεμάχια 6, 8 και 10, οι πιθανότητες κατάληξης σε υπογραφές συμφωνιών και για τα τρία τεμάχια είναι πολύ ψηλές. Αυτό σημαίνει ότι πέραν των τεμαχίων 2, 3, 9 και 11 που βρίσκονται στο στάδιο της έρευνας και των ερευνητικών γεωτρήσεων, στο ίδιο στάδιο προστίθενται σύντομα και τα 6, 8 και 10 δηλαδή θα έχουμε συνολικά επτά τεμάχια από τα οποία αναμένονται εξελίξεις, ενώ αναμένεται και η οριστικοποίηση του σχεδίου ανάπτυξης του «Αφροδίτη».
Η προσοχή δεν μπορεί παρά να στραφεί και στην κοινοπραξία ΕΝΙ – TOTAL για την διεκδίκηση του «6».
Δηλαδή οι ΤΟΤΑΛ και ΕΝΙ αποφάσισαν να σμίξουν δυνάμεις και τεχνοκρατικά και να μοιραστούν το ρίσκο οικονομικά αλλά και να δημιουργήσουν ένα ισχυρό πολιτικό πεδίο γύρω από το 6, ώστε να ανταπεξέλθουν στις τουρκικές αντιδράσεις.
Ευχάριστος πονοκέφαλος για τον Γ. Λακοτρύπη
Η ικανοποίση από το επίπεδο και τον χαρακτήρα του ενδιαφέροντος στην κυβέρνηση και ιδιαίτερα τον Υπουργό Ενέργειας Γιώργο Λακοτρύπη είναι εμφανής και κρύβει πολιτικό και τεχνοκρατικό προγραμματισμό που εξελίσσεται εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον.
Πρώτον η κυβέρνηση τόλμησε και προκήρυξε τον Γ΄ Γύρο, εν μέσω αντιδράσεων εκ των έσω αλλά και κυρίως εκ των έξω λόγω της κρισημότητας των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό.
Δεύτερο όλες οι προσπάθειες με ταξίδια στη Νέα Υόρκη και δύο τουλάχιστον φορές στο Τέξας, σε διάφορες περιπτώσεις στο Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έδωσαν το επιθυμητό αποτέλεσμα ως προς την ποιότητα και το μέγεθος των υποψηφίων.
Ένα ήταν το πολιτικό εκτόπισμα της ΑΟΖ.
Δεύτερο και ίσως ιστορικά πολύ πιο σημαντικό, είναι ότι εξασφαλίστηκε η διεκδίκηση των τεμαχίων από εταιρείες με πολύ ψηλή ικανότητα και τεχνολογική και οικονομική όπως και εμπειρία, που δεν θα «αφήσουν την δουλειά στη μέση». Δηλαδή θα κάνουν τις καλύτερες έρευνες και ακόμα περισσότερο, αν βρούμε κοιτάσματα, θα τα εκμεταλλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο και το συντομότερο.
Το πολύ ψηλό επίπεδο διεκδίκησης στον Γ Γύρο, έχει δημιουργήσει ήδη και ένα ευχάριστο πονοκέφαλο που θα πρέπει να διαχειριστεί με μαεστρία ο κ. Λακοτρύπης και η κυβέρνηση τους αμέσως επόμενους μήνες.
Έχουμε τρία τεμάχια και τουλάχιστον τέσσερεις ισχυρούς διεκδικητές, ενώ δεν θέλουμε να χάσουμε με τίποτα – κυρίως για πολιτικούς λόγους – κανένα από αυτούς.
Οπότε είναι φανερό ότι θα χρειαστούν χειρισμοί.
Οικονομική «ένεση» από τα μπόνους των προσφορών
Ως προς το τεμάχιο «10», αναμένεται ότι θα είναι ψηλό και το μπόνους υπογραφής που προσφέρουν οι τέσσερεις μνηστήρες.
Αυτός που θα επιλεγεί θα πρέπει να το καταβάλει άμεσα μετά τις υπογραφές που αναμένονται τον Ιανουάριο και είναι σίγουρο ότι θα ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ λόγω του ανταγωνισμού.
Κάποια ποσά θα εισπραχθούν και ως μπόνους για τα τεμάχια 6 και 8, ωστόσο είναι φανερό ότι δεν θα είναι σημαντικά.
Επίσης, ο ψηλός ανταγωνισμός για το «10» σημαίνει και αυξημένα συγκριτικά ψηλά έσοδα, από τυχόν ανακαλύψεις υδρογονανθράκων.
Και αυτό γιατί ένα σημαντικό μέρος της βαθμολογίας που θα κρίνει τον νικητή, προέρχεται από το ποσοστό που θα ανήκει στην Δημοκρατία από το κοίτασμα και τις εισπράξεις στον διαμοιρασμό.
Φιλελεύθερος
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

.jpg)
.jpg)