Διεθνή
Νησιά και σύνορα: Μαύρες τρύπες με το νέο σύμφωνο μετανάστευσης
Του Χριστόφορου Καστάνη
Το Σύμφωνο Μετανάστευσης, η διατυπωμένη σε τελικό κείμενο πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μία «κοινή» πολιτική, που βρίσκεται πλέον στο τραπέζι της αποδοχής ή όχι, δημιουργεί για την Ελλάδα εξαιρετικά σοβαρά θέματα και προβλήματα που άπτονται της κυριαρχίας και της εδαφικής μας ακεραιότητας.
Το Σύμφωνο αποτελείται από σχέδια κανονισμών για το άσυλο (διαδικασία και διαχείριση), τη διαλογή στα εξωτερικά σύνορα, τον προσδιορισμό καταστάσεων μεταναστευτικής κρίσης, το σύστημα καταγραφής βιομετρικών δεδομένων(Eurodac), κατευθύνσεων και συστάσεων για την έρευνα και διάσωση, τις μετεγκαταστάσεις και τους κανόνες πρόληψης κατά της διευκόλυνσης παράνομης εισόδου.
Η συζήτηση για αυτό ξεκίνησε το 2016 και το Σεπτέμβριο του 2020 ανακοινώθηκαν οι τελικές προτάσεις της Επιτροπής. Σύμφωνα, δε, με την τοποθέτηση του Επιτρόπου κ. Σχοινά σε πρόσφατη συνεδρίαση της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής θα πρέπει να έχει οριστικοποιηθεί και θεσμοθετηθεί πριν τις γερμανικές εκλογές, γιατί υπάρχει εκλογική πίεση στο εσωτερικό της Γερμανίας προς το κυβερνών κόμμα!
Μέσα από τις εκατοντάδες σελίδες των κειμένων και τα ωραία λόγια για κοινή πολιτική αντιμετώπισης και διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών προκύπτουν σαφείς και θεμελιώδεις κίνδυνοι για τη Χώρα μας. Κίνδυνοι που οι Βουλευτές όλων των κομμάτων σημείωσαν στην προαναφερθείσα επιτροπή και παραδέχθηκε ακόμη και ο Υπουργός Μετανάστευσης, ο οποίος φέρει και την ευθύνη των διαπραγματεύσεων από την ελληνική πλευρά.
Το πλέον απαράδεκτο είναι η πρόβλεψη ότι όσο διαρκούν οι διαδικασίες παροχής ασύλου εντός των συνόρων, στις περίφημες πλέον δομές των νησιών, αυτές δεν θα θεωρούνται ευρωπαϊκό, δηλαδή και ελληνικό, έδαφος!
Και αυτό διατυπώθηκε όχι μόνο από τους Βουλευτές και τον Υπουργό, αλλά και από τη νομική υπηρεσία της Βουλής, καθώς εφόσον δεν επιτρέπεται σε παράτυπα εισερχόμενο να εισέλθει στο έδαφος της ΕΕ όσο διαρκεί η διαδικασία για το άσυλο, «κατά πλάσμα δικαίου» ο χώρος αυτός δεν θα είναι ευρωπαϊκό έδαφος. Αν και δίνεται η δυνατότητα επιλογής από το κάθε Κράτος του χώρου αυτού, καθορίζεται σαφώς η απαίτηση να είναι κοντά στα σύνορα.
Δίνει δηλαδή στη Χώρα μας τη δυνατότητα να επιλέξει αν θα αυτοκτονήσει με πιστόλι, με μαχαίρι ή σκοινί! Καθώς την καλεί, υποχρεωτικά εφόσον θεσμοθετηθούν με τη μορφή κανονισμού, να επιλέξει σε ποια σημεία θα δημιουργήσει εντός Ελληνικού Εδάφους στα νησιά και σε όλα τα σύνορα τι δεν θα θεωρείται Ελλάδα.
Αλήθεια, υπάρχει έλληνας που μπορεί να αποδεχθεί κάτι τέτοιο; Υπάρχει εξ ανατολών γείτονας που να μην πανηγυρίσει αν επάνω στα σύνορα δημιουργηθούν για αρχή μαύρες τρύπες, που θα εξελιχθούν σε γκρι ζώνες, όχι γιατί εκείνος το επιδιώκει αλλά γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλει να το πράξει η Ελλάδα;
Η διαδικασία του ασύλου θα γίνεται πρακτικά μόνο από τη χώρα υποδοχής, υποχρεωτικά όπως και τώρα, καθώς ο προσδιορισμός της «υπεύθυνης χώρας» για την παροχή του αφορά μόνο σε αυτές. Και αυτό γιατί εξέταση ασύλου σε άλλη χώρα θα γίνεται μόνο αν αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποιο μέλος οικογένειας σε αυτή την άλλη χώρα ή για ασυνόδευτα ανήλικα, εφόσον η άλλη χώρα το αποδεχθεί. Η πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για δυνατότητα επιλογής υποβολής αίτησης μεταξύ τεσσάρων Κρατών Μελών απορρίφθηκε. Πρόταση που συνδυαζόταν με τη δυνατότητα η διαδικασία να γίνεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης απευθείας από τρίτες χώρες όπου και υπάρχουν πρόσφυγες που διαμένουν σε δομές.
Μάλιστα για να είναι απολύτως σαφή τα πράγματα και ότι πρακτικά η ευθύνη ανήκει στην πρώτη χώρα υποδοχής, ορίζεται ότι η διαδικασία παροχής ασύλου θα γίνεται στα σύνορα ή κοντά σε αυτά. Και για την περίπτωση των νησιών μας η δέσμευση αυτή περιγράφεται σαφώς καθώς η διαδικασία παροχής ασύλου μετά από επιχειρήσεις έρευνας – διάσωσης θα γίνεται μόνο στα σύνορα. Δημιουργείται, πρακτικά, νέος «γεωγραφικός περιορισμός» στα νησιά – σύνορα όχι λόγο της δήλωσης ΕΕ – Τουρκίας, αλλά με πλήρη απαίτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η φαινομενικά λογική πρόταση για την ευθύνη της πρώτης χώρας υποδοχής για το άσυλο θα μπορούσε να είναι αποδεκτή σε συνθήκες προ του 2015 ή ακόμη και σήμερα αν υπήρχε ευρωπαϊκό σύστημα επιστροφών – που δεν προβλέπεται στα σχέδια κανονισμών – και αν δεν συνοδευόταν από ένα διάχυτο «άγχος» στα κείμενα για την πλήρη διασφάλιση της δυνατότητας επιστροφής στην πρώτη χώρα όσων περνούν σε άλλα Κράτη Μέλη. Αυτό που προέβλεπε το Δουβλίνο ΙΙΙ και κατά τα κείμενα «αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του συστήματος ασύλου» όχι μόνο εξακολουθούν να ισχύουν», αλλά γίνεται υποχρεωτικό. Η εξασφάλιση της δυνατότητας των επιστροφών στις πρώτες χώρες υποδοχής των μεταναστών και αιτούντων άσυλο που πέρασαν σε άλλες χώρες της Ευρώπης συνδυάζεται πλέον ευθέως με τον έλεγχο ασφαλείας και το σύστημα καταγραφής Eurodac.
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος αυτών που υποχρεωτικά μπορούν να επιστρέψουν στις πρώτες χώρες υποδοχής από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες αρκεί να αναφέρουμε ότι οι αιτήσεις ασύλου σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι κατά 30% περισσότερες των εισροών. Δηλαδή κάποιος που πήρε άσυλο ή απορρίφθηκε η αίτησή του στην Ελλάδα και βρέθηκε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα θα επιστρέφεται υποχρεωτικά είτε για να διαμείνει (άσυλο) είτε για να εκτελεστεί η απόφαση επιστροφής, που δεν μπορεί να εκτελεστεί και για αυτό διέφυγε.
Από την άλλη δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη επιβολή και υποχρεωτικότητα στο διαμοιρασμό του βάρους των παράνομα εισερχομένων στις χώρες – σύνορα με τις υπόλοιπες χώρες μέλη.
Στα κείμενα περιγράφεται ένας δαιδαλώδης και γραφειοκρατικός μηχανισμός για τις μετεγκαταστάσεις, που θα γίνονται σε περιόδους «πίεσης» ή κρίσεων, χωρίς πουθενά να εξασφαλίζεται η εφαρμογή του μέσω υποχρεωτικών κανόνων.
Σημειώνεται ότι τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης ζήτησαν να υπάρχει υποχρεωτικός μηχανισμός αλληλεγγύης με πρόβλεψη μόνιμου μηχανισμού μετεγκαταστάσεων.
Αντί αυτού η πρόβλεψη είναι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υποβάλουν σχετικές προτάσεις που αν δεν καλύπτουν τις προσδιοριζόμενες ανάγκες για μετεγκαταστάσεις, και αφού αφαιρεθούν τυχόν άλλες συνεισφορές που μπορεί να έχει μία χώρα όπως βοήθεια δηλαδή χρηματοδότηση για την υποδοχή και τις υποδομές ασύλου, τις μαύρες τρύπες δηλαδή, τότε θα γίνεται ένα «φόρουμ» των χωρών για να αποφασίσουν τι θα γίνει.
Καμία υποχρεωτικότητα, κανένας μόνιμος μηχανισμός, καμία αλληλεγγύη. Πρακτικά μία βρυξελιώτικη γραφειοκρατία χειρότερη και από τις ελληνικές καλένδες είναι η πρόταση στον τομέα της αλληλεγγύης για τις μετεγκαταστάσεις.
Για τον προσδιορισμό του όρου της «πίεσης της πρώτης χώρας υποδοχής» ας αναλογιστούμε ποιος θα είναι, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που τον προσδιορίζει, στην παρούσα φάση χρηματοδοτεί τη δημιουργία χιλιάδων θέσεων φιλοξενίας στα πέντε ελληνικά νησιά.
Και αν εμείς είμαστε οι δύσπιστοι που λέμε ότι είναι 20.000 θέσεις, ας δούμε στο υπογεγραμμένο και από τον υπουργό Μετανάστευσης, μνημόνιο κατασκευής δομής στη Λέσβο που καθορίζει τις 5.000 γενικού πληθυσμού ως όριο για τη δομή και την πίεση πέραν αυτού του αριθμού.
Στον τομέα των επιστροφών τα πράγματα δεν είναι επίσης ιδιαίτερα ευοίωνα, καθώς παραμένουν στην ευθύνη των Κρατών πρώτης υποδοχής ακόμη και για αυτούς που πέρασαν με τον όποιο τρόπο σε άλλη χώρα της Ευρώπης. Στα κείμενα αναφέρεται ότι κάθε χρόνο απορρίπτονται 370.000 αιτήσεις και πρέπει να παραπέμπονται στη διαδικασία επιστροφής.
Η ευρωπαϊκή πολιτική για τις επιστροφές «εξαντλείται» στα κείμενα στην «καλλιέργεια σχέσεων» με τις τρίτες χώρες για να αποδέχονται τις επιστροφές. Αν σε ό,τι μας αφορά δούμε την περίπτωση της κοινής δήλωσης ΕΕ – Τουρκίας είναι πασιφανές ότι το μόνο που θα προκαλείται είναι συσσώρευση των προς επιστροφή στις χώρες πρώτης υποδοχής. Όπως και τώρα η πρόβλεψη είναι η διαδικασία επιστροφής να γίνεται εντός τριών μηνών, αλλά φευ πουθενά δεν εξασφαλίζεται προς τα που θα γίνεται η επιστροφή.
Και για να είναι και ξεκάθαρα τα πράγματα ο όποιος περιορισμός σε προαναχωρησιακά κέντρα θα είναι είτε μόνο για αυτό το 3μηνο, είτε έως 6 μήνες εάν υπάρχουν στοιχεία παραβατικής συμπεριφοράς ή πιθανότητα διαφυγής και βεβαίως αθροιστικά δεν μπορεί ο περιορισμός να είναι πάνω από 12 μήνες.
Το τι θα συμβαίνει στις περιπτώσεις μη επιστροφής είναι γνωστό και δεδομένο, καθώς χορηγείται ένα χαρτί που καταγράφει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι προς επιστροφή και δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται, αλλά να κυκλοφορεί ελεύθερα.
Που θα κυκλοφορεί ελεύθερα; Γύρω από τους χώρους που είναι τα κέντρα υποδοχής, δηλαδή στα νησιά μας ή και στη χώρα ευρύτερα καθώς αν με τον όποιο τρόπο διαφύγει σε άλλη χώρα και εντοπιστεί θα επιστρέφεται πάλι εδώ.
Η προβλεπόμενη στα κείμενα «αλληλεγγύη» για τις επιστροφές περιλαμβάνει ως πολιτική την παροχή συμβουλών από τις άλλες χώρες προς την πρώτη χώρα υποδοχής, την πολιτική παρέμβαση προς κάποια τρίτη χώρα να αποδεχθεί τις επιστροφές αλλά και εναλλακτικά την παροχή βοήθειας στη διαδικασία ασύλου, στην κατασκευή δομών υποδοχής και στις διαδικασίες στα εξωτερικά σύνορα!
Αυτό θεωρεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως σοβαρή πρόταση για την κοινή πολιτική επιστροφών! Θα σας συμβουλεύουμε και θα χρηματοδοτούμε δομές!
Μάλιστα ο Επίτροπος κ. Σχοινάς μίλησε για «πολιτική» προς τρίτες χώρες που μπορεί να ενισχυθεί από 7 δισ. Ευρώ την περίοδο 2021 -2017, όταν οι πρώτες συζητήσεις μόνο για πιθανή χρηματοδότηση της Τουρκίας για να τηρήσει όρους της υπάρχουσας ή μιας αναθεωρημένης δήλωσης ήταν για 6 δισ. €.
Και όλοι γνωρίζουν πως η Τουρκία ούτε τους όρους τήρησε, αλλά και όταν τελείωσε η χρηματοδότηση άνοιξε τους κρουνούς στέλνοντας σε 6 μήνες παραπάνω από 100.000 μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα.
Η άλλη «καινοτομία» που περιγράφεται ως χορηγία επιστροφής αφορά στην ανάληψη «ευθύνης» από κάποια χώρα της Ευρώπης για να προωθήσει την εκούσια επιστροφή σε τρίτη χώρα από τα κέντρα υποδοχής της χώρας άφιξης σε όποιους έχουν κριθεί προς επιστροφή.
Και αυτή η χορηγία πάλι εμπλέκεται σε δαιδαλώδεις διαδικασίες μέχρι να «χρεωθεί» η χώρα – ανάδοχος και με «υποχρέωση επιστροφής». Αν η επιστροφή δεν τελεσφορήσει σε ένα διάστημα 8 μηνών η ανάδοχος – χώρα οφείλει να πάρει στο έδαφός της ως μετεγκατάσταση το προς επιστροφή πρόσωπο χωρίς όμως και πάλι να υπάρχει κάποια διαδικασία πρόβλεψης ποινής αν δεν γίνει η μετεγκατάσταση.
Το μόνο κίνητρο που υπάρχει είναι η κατά κεφαλή πληρωμή 10.000 Ευρώ στη χώρα – ανάδοχο για την μετεγκατάσταση, μετά τη χορηγία επιστροφής και αφού αυτή αποτύχει.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και αυτή η «χορηγία επιστροφής» για γίνεται στις κρίσεις του μεταναστευτικού, ή εθελοντικά αν το ζητήσει κάποια χώρα. Όταν 6 μήνες μετά τη φωτιά της Μόριας ούτε οι 1.550 μετεγκαταστάσεις δικαιούμενων ασύλου στη Γερμανία δεν έχουν ολοκληρωθεί, και όταν άλλες χώρες δεν ανταποκρίθηκαν καν ούτε σε αιτήματα για ασυνόδευτους ανήλικους, ποιος πιστεύει ότι θα γίνεται εθελοντικά το όποιο αίτημα;
Υπάρχουν πολλά ακόμη που θα μπορούσε να γίνει αναφορά.
Επιλέγουμε δύο μόνο σημεία. Το πρώτο αφορά στην επίσημη εμπλοκή ΜΚΟ σε επιχειρήσεις έρευνας – διάσωσης καθώς στις «συστάσεις» αυτό προβλέπεται ρητά και μάλιστα θα γίνεται υπό μία επιτροπή, που θα δημιουργήσει το Κονκλάβιο των Επιτρόπων, για να συστηματοποιηθεί και να παρακολουθείται η σχετική δράση. Τις ίδιες πιθανά ΜΚΟ που τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ιταλία διερευνώνται για το αν κάνουν έρευνα – διάσωση ή συμμετέχουν σε κυκλώματα παράνομης μετακίνησης.
Τέλος, αλλά δυστυχώς όχι τελευταίο, η Ευρώπη μεταβάλει δραστικά τη λογική που αχνά δημιουργήθηκε το 2016 από τις προτάσεις Γιουνκέρ, για εγκατάσταση (resettlement) απευθείας από δομές σε τρίτες χώρες προς τα Κράτη Μέλη με διαδικασίες παροχής ασύλου εκτός ΕΕ. Πλέον το βάρος υποτίθεται πέφτει στις μετεγκαταστάσεις (relocation) με τα απίστευτα άτολμα, άτονα και μη υποχρεωτικά μέτρα.
Τα ανωτέρα και το συνολικό πνεύμα των προτεινόμενων μέτρων του μεταναστευτικού συμφώνου στην πραγματικότητα αυτό που λέει είναι ελάτε να περάστε παράνομα τα σύνορα.
Στη θάλασσα στο πέρασμα θα σας συνοδεύει το λιμενικό, όπως και στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων ειπώθηκε. Με ελάχιστες επιστροφές και λίγες μετεγκαταστάσεις θα συσσωρεύεστε στη ζώνη εισόδου, στα νησιά, στα σύνορα και τη πρώτη χώρα εισόδου.
Και καλή σας τύχη…. και μετανάστες και νησιώτες! Θα είστε νομίζετε ότι είστε στην Ευρώπη αλλά δεν θα θεωρείστε Ευρώπη.
Και το ερώτημα είναι σαφές: Θα υπάρξει πολιτικός από την Ελλάδα που θα αποδεχθεί τέτοιο σύμφωνο;
indanews.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
