Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αν θέλουν να κάνουν Kατοχή, αντί Ευρώπη, να μας το πούν αντρίκια και ευθέως οι Γερμανοί ή Δευτσλάνδοι

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Νέστορας Νικηφορίδης
{”
Δεύτσονες” αποκαλούνται πλέον οι τέως Γερμανοί, ήδη 1.500 χρόνια μετά τον
ερχομό των βαρβάρων – τις επιπτώσεις του οποίου ερχομού τους επί των λαών και
ηθών της δυτικής Ευρώπης, επιμένουμε στην Ελλάδα μας να κάνουμε ότι δεν τις
αντιληφθήκαμε και τόσο. Αντικαταστήσατε τον όρο Γερμανοί με τον όρο “Δεύτσονες”
και τον όρο Γερμανία με τον όρο “Δευτσλάνδη”, και θα γίνει
περισσότερο κατανοητή η πολιτική της Μέρκελ, η στοχοθεσία του Σόϊμπλε, η νομική
απαιδευσία κάποιων οικονομολόγων του ήδη παγκοσμιοποιημένου “τετάρτου
Ράϊχ”…}
Σε άρθρο του Του Χάρη Σαββίδη, στο Έθνος της
28-1-2014 που αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο Ινφογνώμων Πολιτικά
, αναφέρεται ότι :

_η γερμανική
κεντρική τράπεζα υποστηρίζει ότι ένας φόρος επί του “πλούτου”
(καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές, ακίνητα και γενικώς όλη την περιουσία) σε κράτη
που αδυνατούν να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους, «ευθυγραμμίζεται με την αρχή
της εθνικής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία οι φορολογούμενοι είναι υπεύθυνοι για
τις υποχρεώσεις της κυβέρνησής τους πριν απαιτηθεί η αλληλεγγύη άλλων κρατών»
(Η πρόταση έχει θεωρητικό υπόβαθρο θεωρίες οικονομολόγων σε διεθνείς
οργανισμούς όπως το Δ.Ν.Τ.)

Επισημάνσεις:  Άς μας επιτραπεί να επισημάνουμε, ότι, κατά
την γνώμη μας, ΠΡΩΤΟΝ, ΔΕΝ
ΥΠΑΡΧΕΙ  καμία “
αρχή της εθνικής
ευθύνης”, σύμφωνα με την οποία “οι φορολογούμενοι είναι υπεύθυνοι για
τις υποχρεώσεις της κυβέρνησής τους πριν απαιτηθεί η αλληλεγγύη άλλων
κρατών”. Από νομικής απόψεως, στην περίπτωση της Ελλάδας ιδίως, τέτοια
θεωρία δεν έχει θέση ούτε ευσταθεί.
Διότι υπάρχει, προηγουμένως, και
κανείς δεν το αμφισβητεί, πρώτα από όλα, 
η αρχή της τραπεζικής ευθύνης.
Σύμφωνα με την αυτήν, οι τράπεζες είναι υπόλογες έναντι των μετόχων τους αλλά
και των καταθετών τους, για τα θαλασσοδάνεια που συνάπτουν με αναξιόπιστα
άτομα, αναξιόπιστες διοικήσεις ιδιωτικών φορέων, και αναξιόπιστους πολιτικούς.
Αναξιόπιστοι είναι δε αυτοί οι τελευταίοι, 
όταν ενεργούν χωρίς να έχουν  –
διά της Βουλής και διά της δημοκρατικής διαφάνειας και δημοσιότητας – την
επιδοκιμασία της κοινής γνώμης του λαού τους για το δάνειο και τους όρους
αυτού.Πράγματα τα οποία, όσο και αν έχουν τεχνικό χαρακτήρα, σε γενικές γραμμές
πρέπει να υποβάλλονται στην βάσανο της δημοκρατικής διαικασίας και
δημοσιότητας. Συνεπώς, προϋπόθεση της
δεσμεύσεως του λαού από δάνεια που συνάπτουν οι πολιτικοί του για λογαριασμό
του, είναι τουλάχιστον να έχει ο λαός γνώση των τοιούτων επιλογών, και να τις
επιδοκιμάζει διά των οργάνων της Δημοκρατίας
.
Τέτοια θαλασσοδάνεια, όμως, όταν γίνονται εν γνώσει των τραπεζιτών, για την
κακή κατάσταση της οικονομίας του δανειζομένου φορέως, ονομάζονται απιστία από
απόψεως ευθύνης των τραπεζιτών έναντι των μετόχων της Τραπέζης “τους”,
και δεν δεσμεύουν τον λαό ο οποίος παρακάμφθηκε. Και στην περίπτωση της
Ελλάδας, σαφώς παρακάμφθηκε. Ούτε γενική ενημέρωση, ούτε δημοσιοποίηση στην
ευρεία κοινή γνώμη των μέσων μορφωμένων ανθρώπων, περί των επαχθών όρων,
επιτοκίων κ.λ.π., των συμβάσεων. Και τούτο ήταν σε γνώση και των τραπεζιτών που
προδήλως σχεδίασαν την έκθεση της Ελλάδας σε προφανή κίνδυνο πτωχεύσεως.
Υπάρχει ακόμη, η αρχή της ευθύνης
του κράτους (εν προκειμένω του Γερμανικού Κράτους) για την αποχαλίνωση των
τραπεζικών του φορέων που στόχευσαν στην αρπαγή ξένου δημοσίου πλούτου φιλικής
χώρας και ξένων ιδιωτικών περιουσιών πολιτών φίλης χώρας, με αξιόποινο
τέχνασμα, το τέχνασμα του “στημένου” υπερβολικού δανεισμού,
  ήτοι δανεισμού σε φορείς δημόσιους ή
ιδωτικούς, της  ξένης χώρας,
διοικούμενους από πρόσωπα ελεγχόμενα σε σοβαρό βαθμό, ή και εξαγορασμένα…
.  
Πρόκειται στην πραγματικότητα, για οιωνεί αυτοσύμβαση της τράπεζας με τον
εαυτό της, αφού συμβάλλεται αυτή ως δανείστρια, ενώ στην πλευρά του
δανειζομένου φορέως υπάρχουν δικοί της άνθρωποι: λέγε με Ζήμενς, ρώτα
Νικηφοράκο, βλέπε Παπαδήμα… Τέτοιοι άνθρωποι, 
στερούνται αληθινής εξουσίας αντιπροσωπεύσεως του δανειζομένου κράτους,
ως  καταχρώμενοι της εξουσίας δημοκρατικής
αντιπροσωπεύσεως, την οποία κατάχρηση γνωρίζει ΑΡΙΣΤΑ και η δανείζουσα τράπεζα.
Αλλά είναι
και τούτο: Ο φερόμενος ως δανειζόμενος φορέας, το Ελληνικό κράτος, δεν είναι
κεφαλαιουχικό νομικό πρόσωπο, αλλά ΠΟΛΙΤΕΙΑ, δηλαδή λαός συγκροτημένος πολιτκά,
τον οποίον λαό,  οι φερόμενοι ως
αντιπρόσωποί του, για να τον δεσμεύσουν, πρέπει και να τον εκπροσωπούν
εκφράζοντας την γενική βούλησή του. Και όχι την δική τους βούληση, να πάρουν τα
χρήματα, και με αυτά να αποσπάσουν ψήφους καπηλευόμενοι δι’ αυτών τους
δημοκρατικούς θεσμούς.
 
Από νομικής
απόψεως, υπάρχει άρα, αντίστροφα, θέμα εφαρμογής ετέρας αρχής του δικαίου,
δηλαδή θέμα αστικής ευθύνης των τραπεζιτών, έναντι του πολιτικώς περιπαιχθέντος
με την συνέργειά τους λαού.
 
Πρόκειται για αξίωση δημοσίου δικαίου, συνταγματικού επιπέδου, η οποία,
στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου ενεργοποιεί την ευθύνη των πολτικών
(πολιτική, ποινική, αστική), στο επίπεδο δε του ιδιωτικού δικαίου και όσον
αφορά τους αλλοδαπούς τραπεζικούς οίκους, 
μεταπίπτει σε αξίωση αποζημιώσεως, τουλάχιστον, της ιδιαίτερης ηθικής
βλάβης, ενός ολόκληρου λαού, για το ότι τέτοια δόλια χρηματοδότηση στήριξε την
παραπαλάνηση των ψηφοφόρων και την εκλογή αναξίων πολιτικών. 
Εξ άλλου, υπάρχει, ασφαλώς,  έναντι
των πολιτικών προσώπων ατομικώς, ως προσωπικώς αντισυμβαλλομένων και μόνον,
αξίωση της δανείστριας τράπεζας για επιστροφή του ποσού του “δανείου”
από την περιουσία τους. Υπάρχει ακόμη, ενδεχομένως, και αξίωση της Τράπεζας
έναντι του φορέως ο οποίος φέρεται ότι δανείσθηκε (της Ελληνικής Πολιτείας),
αλλά τούτο μόνον εφ’ όσον η τράπεζα αποδείξει ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΛΗΝΙΚΩΝ
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ (πάσα συμφωνία ή και νόμος περί του δικαιοδοσίας άλλου κράτους
είναι αντισυνταγματικός, εκτός και άν ψηφίσθηκε, ρητώς όμως, ως εκχώρηση
εθνικής κυριαρχίας κατά τους όρους του άρθρου 28  του Συντάγματος), ότι:
1) είτε ότι σώζεται ο πλουτισμός του φορέως αυτού (αξίωση της τράπεζας εκ
του αδικαιολογήτου πλουτισμού του Ελληνικού Δημοσίου, έναντι του τελευταίου),
2) είτε ότι ο πλουτισμός αυτός αναλώθηκε υπό συγκεκριμένων ωφελουμένων
(Ελλήνων πολιτών) εν γνώσει τους όμως, περί του ότι δαπανούν χρήματα
“δανεισθέντα προς χάριν τους” (σύμβαση υπέρ τρίτου) και τα οποία
πράγματι εισέπραξαν  ως τελικοί αποδέκτες
και ανάλωσαν (“φάγανε, φάγανε,…”). 
ΤΟ ΠΡΟΔΗΛΟ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ στον συλλογισμό των γερμανών τραπεζιτών, είναι ότι ΔΕΝ βλέπουν
τον πολιτικό,  διαπροσωπικό και  κοινωνικό χαρακτήρα της συγκροτητικής βάσεως
της Πολιτείας, ούτε τον εκπροσωπητικό ως προς την κοινωνία και το έθνος ρόλο
που επιτελούν νομικώς, και πρέπει να επιτελούν και πολιτικώς, οι φερόμενοι ως
αντιπρόσωποι της Πολιτείας,  αλλά θεωρούν
ότι το κράτος είναι μία κεφαλαιουχική οντότητα του θετικού δικαίου, πράγμα
νομικώς εσφαλμένο.
 Άν είχαν να κάνουν με μία
κεφαλαιουχική επιχείρηση, τότε ίσως θα ήταν δικαιολογημένο να ζητούν
ικανοποίηση από όσα αυτή έχει θέσει, από τα ποσά των δανείων, στην διάθεση των
εργαζομένων της. Αλλά και πάλιν, τούτο, μόνο στην βάση του τυχόν αδικαιολόγητου
πλουτισμού των εργαζομένων ή της τυχόν ανήθικης συμπεριφοράς τους με την μη
διαφύλαξη των χορηγηθέντων ως δανεικών (όχι δηλαδή με επιβάρυνση στις
προσωπικές τους περιουσίες, ούτε σε ό,τι αυτοί κέρδισαν εργαζόμενοι) ή στην
βάση της αδικοπρακτικής  ευθύνης των
μελών του Δ.Σ. προσωπικώς. 
Η περίπτωση
όμως του λεγομένου “δημοσίου” χρέους “μας”, μοιάζει πολύ
περισσότερο, με την περίπτωση που οι δανειστές έχουν ως φερόμενο οφειλέτη ένα
σωματείο του αστικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα,
του οποίου
τα μέλη εξ ορισμού μπορεί να χάσουν μόνον ό,τι εισφορές έχουν καταβάλει και
ουδέν πέραν τούτου. Όταν λοιπόν,  η
Διοίκηση του σωματείου αυτού,  έχει
δανεισθεί, καταχρηστικώς και προς ίδιον όφελος και ανάλωση,  τάχατες χάριν των μελών του σωματείου, στα
οποία απλώς έχει ίσως  προσφέρει ολίγα
ψίχουλα (αφίνοντάς τα κατά τα λοιπά στην άγνοια για το είδος του δανείου και
για την έκταση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η Διοίκηση “εξ ονόματός
τους” και σε βάρος τους), τότε,
ευθύνεται μεν η Διοίκηση έναντι τη Τραπέζης αστικώς, αλλά σε βάρος
ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ μελών του σωματείου, μόνο αξιώσεις
εκ του τυχόν αδικαιολογήτου πλουτισμού τους μπορεί να εγείρει η Τράπεζα.
Και αυτά,
ισχύουν πολύ περισσότερο για την Πολιτεία, αφού το σωματείο, όσο δημοκρατική
και αν είναι η καταστατική πρόβλεψη για την λειτουργία του, στερείται του
ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ δημοκρατικού χαρακτήρος της Πολιτείας, ο οποίος είναι πολιτικά και
νομικά δεσμευτικός και για τις όποιες τράπεζες, όπου γής.
Ο καθένας
συνεπώς αντιλαμβάνεται την ορθότητα των ανωτέρω θέσεων του σχολίου μας και το
όλως αίωλο των θέσεων των γερμανών τραπεζιτών.
Αν οι
γερμανοί τραπεζίτες ή οικονομολόγοι, θέλουν αντί να οικοδομήσουν την
δημοκρατική Ευρώπη, να κάνουν κατοχή και διαχείριση με δύο μέτρα και δύο
σταθμά, σε βάρος άλλων λαών, να μας το πούν αντρίκια και ευθέως. Προηγουμένως
όμως, άς ρωτήσουν και κανέναν νομικό τους περί του βαθμού ευθύνης των μελών
προσωπικής ενώσεως, όταν στην ηγεσία της προωθούνται από δανειστή της ενώσεως
άτομα της αρεσκείας του, με δόλια μεθόδευση όπως θαλασσοδάνεια προς την ηγεσία
της ενώσεως. Κάπως πρέπει να ονομάζεται αυτό το πράγμα στο αστικό και στο ποινικό
δίκαιο της Γερμανίας (“Δευτσλάνδης”). Γιατί στο Ελληνικό δίκαιο και
στην συνείδηση του Ελληνικού λαού, νομίζω ότι ονομάζεται απάτη, δόλια χρωκοπία,
και ενδεχομένως σύσταση συμμορίας.  
Υστερόγραφο: Το ότι δε, ο πλούτος καθ’ εαυτός, αποτελεί αναγκαία αλλά όχι και επαρκή
βάση για ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας, είναι πρόδηλο.
Μπορεί να φορολογηθεί η αύξηση του πλούτου,
το αδικαιολόγητα υπέρμετρον αυτού, και το αδικαιολόγητα ανεκμετάλλευτον αυτού.
Εξ ίσου φορολογητέα θα ήταν άλλωστε η εργατική δύναμη, ως μορφή πλούτου. Φαντάζεται όμως κανείς, να φορολογείται ο
άνθρωπος διότι δύναται να εργασθεί και μόνον, ανεξαρτήτως εάν εργάζεται και
αποκομίζει εισόδημα, και ανεξαρτήτως του πόσο εισόδημα;
Νομίζω ότι αυτό το
τελευταίο ονομάζεται δουλεία ή υποδούλωση, όπως και το προηγούμενο ονομάζεται
αναγκαστική απαλλοτρίωση ή δήμευση, όχι φόρος επί της περιουσίας.
Νέστορας Νικηφορίδης
Το κείμενο του άρθρου στο Εθνος.
28/1/14
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΟΚ Εφάπαξ φόρος 10% σε καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα ακίνητα
Του Χάρη Σαββίδη, hsav@pegasus.gr
Η γερμανική κεντρική τράπεζα
υποστηρίζει ότι ένας φόρος επί του πλούτου (καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές,
ακίνητα και γενικώς όλη την περιουσία) σε κράτη που αδυνατούν να
αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους, «ευθυγραμμίζεται με την αρχή της εθνικής
ευθύνης, σύμφωνα με την οποία οι φορολογούμενοι είναι υπεύθυνοι για τις
υποχρεώσεις της κυβέρνησής τους πριν απαιτηθεί η αλληλεγγύη άλλων κρατών».
Η γερμανική
πρόταση δεν προέκυψε από το… πουθενά, καθώς αντίστοιχες ιδέες έχουν καταθέσει
στο παρελθόν επιφανείς Γερμανοί οικονομολόγοι καθώς και το ΔΝΤ. Ο Πίτερ
Μπόφινγκερ, οικονομικός σύμβουλος της Καγκελαρίας, σε συνέντευξή του στο
Spiegel υποστήριξε ότι ένας φόρος επί των περιουσιών θα μπορούσε να είναι
υποκατάστατο του «κουρέματος καταθέσεων».

Αντί, δηλαδή, να «κουρευτούν» οι καταθέσεις άνω των 100.000
ευρώ, θα μπορούσαν να φορολογηθούν οι μεγάλες περιουσίες.
Τον Οκτώβριο το ΔΝΤ είχε
μελετήσει μια παρόμοια πρόταση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι για τη μείωση
του χρέους για 15 χώρες της Ευρωζώνης στα επίπεδα του 2007 θα απαιτούνταν μια
έκτακτη φορολόγηση 10% στα νοικοκυριά με θετικό καθαρό πλούτο. Το Ινστιτούτο
Οικονομικών Αναλύσεων της Γερμανίας υπολόγιζε το 2012 ότι ένας έκτακτος φόρος
ύψους 10% θα απέφερε στα γερμανικά δημόσια ταμεία περί τα 230 δισ. ευρώ.
Κλ. Ρέγκλινγκ
ΕΚΤ 
Τον Απρίλιο, έρευνα της ΕΚΤ υποστήριζε ότι σε κράτη του Νότου ο πλούτος των
νοικοκυριών είναι υψηλότερος του αντίστοιχου στη Γερμανία. Ένα επιχείρημα που
προφανώς λειτουργεί υποστηρικτικά στην πρόταση για επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης
επί των «πλούσιων Νότιων», προτού αυτοί δεχθούν όποια «βοήθεια». Ο φόρος επί
του πλούτου θα μπορούσε, όμως, να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης λύσης.
Σύμφωνα με μελέτη του αμερικανικού ερευνητικού ινστιτούτου BCG, σε ΗΠΑ,
Ευρωζώνη και Βρετανία απαιτείται διαγραφή χρέους νοικοκυριών, επιχειρήσεων και
κρατών, ύψους 21,25 τρισ. δολ. (15,5 τρισ. ευρώ).
Π. Χριστοδούλου
Μεσαία και ανώτερη τάξη
εκτιμάται ότι κατέχουν πλούτο 73,94 τρισ. δολ. (54 τρισ. ευρώ), οπότε θα
απαιτούσε συντελεστή φορολόγησης 28,7% για να χρηματοδοτήσει το απαιτούμενο
διεθνές «κούρεμα». Αν κάτι αντίστοιχο γινόταν μόνο στην Ευρωζώνη, θα χρειαζόταν
«κούρεμα» άνω των 6 τρισ. ευρώ, που θα μπορούσε να προκύψει με φορολόγηση του
πλούτου («αγγίζει» τα 18 τρισ. ευρώ) κατά 34%.
Η ίδια η BuBa προειδοποιεί,
πάντως, ότι ένας τέτοιος φόρος εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους και θα πρέπει να
επιβληθεί αιφνιδιαστικά και εφάπαξ. Τονίζει, δε, ότι δεν θα υποστήριζε εφαρμογή
ενός επαναλαμβανόμενου κεφαλαιακού φόρου στη Γερμανία, καθώς αυτό θα έπληττε
την ανάπτυξη.
Το καλοκαίρι οι αποφάσεις για
Ελλάδα

Στα μέσα του χρόνου εκτιμά ότι θα ενταθεί η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του
ελληνικού χρέους ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας (EFSF), Κλάους Ρέγκλινγκ. Σε συνέντευξή του στη Wall Street
Journal υποστήριξε ότι «ακόμα δεν έχουν γίνει σοβαρές συζητήσεις» αλλά αυτό θα
ενταθεί «περί τα μέσα του χρόνου». Ξεκαθάρισε ότι οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν
από την επόμενη έκθεση της τρόικας, που θα αξιολογηθεί «τον Μάιο, τον Ιούνιο ή
κάτι τέτοιο». Εκτίμησε πως «πιθανότατα χρειάζεται κι άλλη βοήθεια για την
Ελλάδα», που όμως θα είναι «ένα κλάσμα εκείνης που έχει ήδη δοθεί». Το θέμα της
αναδιάρθρωσης χρέους απασχολεί και το χθεσινό φύλλο των Financial Times, όπου
υπάρχει ολοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Αναζητώντας καλύτερους τρόπους διάσωσης».
Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί το
παράδειγμα του «κουρέματος» στο ελληνικό χρέος το 2012, για να αναδείξει τον
αναποτελεσματικό τρόπο με τον οποίο αυτό έγινε. Επικαλούμενος μελέτες του ΔΝΤ,
υποστηρίζει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η αναδιάρθρωση γίνεται «πολύ
αργά» και απλώς «σώζει ιδιώτες επενδυτές». Υπενθυμίζεται ότι τον Απρίλιο το ΔΝΤ
παρουσίασε σχετικές προτάσεις για την αλλαγή του πλαισίου αναδιάρθρωσης χρέους,
με το «εθελοντικό κούρεμα» να προηγείται πάντα της παρέμβασης του ΔΝΤ.
Ακολούθησε νέα μελέτη, τον Οκτώβριο, ειδικά για την Ευρωζώνη, όπου προτάθηκε να
υιοθετηθεί σαφές πλαίσιο αναδιάρθρωσης χρέους, που θα χρηματοδοτείται και από
τη φορολόγηση του πλούτου. Τον Ιούνιο αναμένεται να κατατεθούν τα συμπεράσματα
στη Διοίκηση του ΔΝΤ, για να ληφθούν αποφάσεις.
Κλ. Ρέγκλινγκ
«Δεν νομίζω πως θα χρειαστούν επιπλέον περικοπές εισοδημάτων. Η πορεία της
εσωτερικής υποτίμησης έχει ολοκληρωθεί. Τα χειρότερα από το βάρος της
προσαρμο-γής έχουν περάσει».
Π. Χριστοδούλου
Ο πρώην επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ και νυν αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της
Εθνικής, Πέτρος Χριστοδούλου, υποστηρίζει ότι «το σύστημα αναδιάρθρωσης χρέους
πρέπει να διορθωθεί», δημιουργώντας ένα «προβλέψιμο πλαίσιο που θα διασφαλίζει
ότι δεν θα υποστούν άλλες χώρες αυτά που έπαθε η Ελλάδα».

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα39 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή