Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Stratfor : Το γεωστρατηγικό παιχνίδι του Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

Robert D. Kaplan και Reva Bhalla

Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη και άλλα μέρη του κόσμου κυβερνώνται από μετριότητες, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας για μία δεκαετία τώρα, προχωρά με φιλοδοξία. Ίσως ο μόνος άλλος ηγέτης μεγάλου έθνους που εκπέμπει τέτοια δυναμική ισχύ γύρω του να είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας, με τον οποίο επίσης η Δύση νιώθει πολύ άβολα.

Ο Ερντογάν και ο Πούτιν είναι φιλόδοξοι επειδή είναι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη γεωπολιτική. Ο Πούτιν γνωρίζει ότι κάθε υπεύθυνος Ρώσος ηγέτης πρέπει να εξασφαλίζει ότι η Ρωσία έχει ζώνες προστασίας σε μέρη όπως η Ανατολική Ευρώπη και ο Καύκασος.

Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει ισχυρή δύναμη στην Εγγύς Ανατολή, προκειμένου να έχει την απαιτούμενη διαπραγματευτική ισχύ στην Ευρώπη. Το πρόβλημα του Ερντογάν είναι ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης προσφέρει πλεονεκτήματα και άλλα τόσα μειονεκτήματα. Αυτό τον κάνει ορισμένες φορές να το παρατραβάει. Υπάρχει όμως, μια ιστορική και γεωγραφική λογική στις υπερβολές του.

Η ιστορία ξεκινάει μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Επειδή η Οθωμανική Τουρκία ήταν στην πλευρά των ηττημένων του πολέμου, οι νικητές σύμμαχοι στη Συνθήκη των Σεβρών του 1920 διαμέλισαν την Τουρκία και τα περίχωρά της, δίνοντας έδαφος και ζώνες επιρροής στην Ελλάδα, την Αρμενία, την Ιταλία, τη Βρετανία και τη Γαλλία.

Η αντίδραση της Τουρκίας σε αυτήν την ταπείνωση ήταν ο κεμαλισμός, η φιλοσοφία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (το επώνυμο Ατατούρκ σημαίνει Πατέρας των Τούρκων). Ήταν ο μόνος αήττητος στρατηγός που επρόκειτο να ηγηθεί μιας στρατιωτικής εξέγερσης ενάντια στις νέες κατοχικές δυνάμεις ώστε να δημιουργηθεί ένα κυρίαρχο τουρκικό κράτος σε ολόκληρη την ενδοχώρα της Ανατολίας.

Ο κεμαλισμός πρόθυμα παραχώρησε τα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εκτείνονταν πέρα από την Ανατολία, αλλά απαίτησε εθνικά ενιαίο τουρκικό κράτος στο εσωτερικό αυτής. Οι Κούρδοι, για παράδειγμα, έπρεπε να φύγουν. Εφεξής θα τους αποκαλούσαν Ορεινούς Τούρκους. Στην πράξη έπρεπε να κατεδαφιστεί όλο το πολυπολιτισμικό οικοδόμημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο κεμαλισμός δεν απέρριψε μόνο τις μειονότητες. Απέρριψε ακόμη και την αραβική γραφή της τουρκικής γλώσσας. Ο Ατατούρκ διακινδύνευσε υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού για να δώσει στη γλώσσα μια λατινική γραφή. Κατάργησε τα μουσουλμανικά θρησκευτικά δικαστήρια και αποθάρρυνε τις γυναίκες να φορούν το πέπλο και τους άνδρες να φορούν φέσια.

Ο Ατατούρκ ήθελε να αναπλάσει τους Τούρκους σε Ευρωπαίους (χωρίς να σκεφτεί πολύ εάν ήταν σύμφωνοι και οι Ευρωπαίοι), στο πλαίσιο της προσπάθειας να τραβήξει την Τουρκία μακριά από την πλέον νεκρή Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Μέση Ανατολή, και προς την Ευρώπη.

Ο κεμαλισμός ήταν ένα κάλεσμα στα όπλα. Η πολεμική τουρκική αντίδραση στη Συνθήκη των Σεβρών στον ίδιο βαθμό με την αυταρχική αντίδραση στην αναρχία του Μπόρις Γέλτσιν της Ρωσίας της δεκαετίας του 1990 από τον… νεοτσαριστή Πούτιν. Για δεκαετίες, ο σεβασμός προς τον Ατατούρκ στην Τουρκία ξεπερνούσε τη λατρεία μιας προσωπικότητας. Τον θεωρούσαν αυστηρό, φιλάνθρωπο και προστατευτικό ημίθεο.

Ο ρόλος του Τουργκούτ Οζάλ

Το πρόβλημα ήταν πως το όραμα του Ατατούρκ για τον προσανατολισμό της Τουρκίας σταθερά προς τη Δύση συγκρούστηκε με τη γεωγραφική θέση της, η οποία απλωνόταν τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Χρειαζόταν κάποια προσαρμογή. Την παρείχε ο Τουργκούτ Οζάλ, ο θρησκευόμενος Τούρκος με σουφικές τάσεις, που εξελέγη πρωθυπουργός το 1983.

Η πολιτική του ικανότητα του επέτρεψε να αποσπάσει σταδιακά τον έλεγχο της εσωτερικής πολιτικής και -σε εντυπωσιακό βαθμό- της εξωτερικής πολιτικής από την ισχύ του κεμαλικού τουρκικού στρατού. Ενώ ο Ατατούρκ και οι γενιές των Τούρκων αξιωματικών που τον ακολούθησαν έβλεπαν την Τουρκία ως τμήμα της Ευρώπης, ο Οζάλ μίλησε για μια Τουρκία με επιρροή που εκτείνεται από το Αιγαίο ως το Σινικό Τείχος της Κίνας.
Κατά τον Οζάλ, η Τουρκία δεν έπρεπε να διαλέξει μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Γεωγραφικά ανήκε και στις δύο και έπρεπε επομένως να ενσωματώσει πολιτικά και τους δύο κόσμους. Ο Οζάλ έκανε το Ισλάμ δημοσίως ξανά σεβαστό στην Τουρκία, ενώ παράλληλα υποστήριξε με ενθουσιασμό τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν κατά την τελευταία φάση του Ψυχρού Πολέμου. Με το να είναι τόσο φιλοαμερικανός και παράλληλα τόσο επιδέξιος στη διαχείριση του κεμαλικού κατεστημένου, κατάφερε να γίνει αποδεκτό το ότι ήταν τόσο Ισλαμιστής – στη Δύση τουλάχιστον.

Ο Οζάλ χρησιμοποίησε την πολιτιστική γλώσσα του Ισλάμ για να ανοίξει την πόρτα στην αποδοχή των Κούρδων. Η αποξένωση της Τουρκίας από την Ευρώπη μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 του έδωσε τη δυνατότητα να αναπτύξει οικονομικούς δεσμούς με την Ανατολή. Παράλληλα, ενίσχυσε σταδιακά και τους θερμούς μουσουλμάνους στο εσωτερικό τμήμα της Ανατολίας.

Δύο δεκαετίες πριν από τον Ερντογάν, ο Οζάλ είδε την Τουρκία ως πρωταθλητή του μετριοπαθούς Ισλάμ σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο, αψηφώντας προειδοποίηση του Ατατούρκ ότι μια τέτοια πανισλαμική πολιτική θα υποσκάψει την ισχύ της Τουρκίας και θα εκθέσει τους Τούρκους στις αδηφάγες ξένες δυνάμεις. Ο όρος νεοοθωμανισμός στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια της εξουσίας του Οζάλ.

Η… κάθοδος Ερντογάν

Ο Οζάλ πέθανε ξαφνικά το 1993. Ακολούθησε μία δεκαετία της τουρκικής πολιτικής χωρίς συνοχή, που χαρακτηρίστηκε από την ενίσχυση της διαφθοράς και της αναποτελεσματικότητας στη ληθαργική κοσμική ελίτ της χώρας. Το πεδίο ήταν ανοιχτό για τους ισλαμιστές οπαδούς του Ερντογάν, που κέρδισαν την ολοκληρωτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2002.

Ενώ ο Οζάλ προήλθε από το κεντροδεξιό Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας, ο Ερντογάν ήρθε από το πιο ανοιχτό Ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Ο ίδιος βεβαίως -και ορισμένοι από τους συμβούλους του- είχε κάνει πιο μετριοπαθείς τις απόψεις του όλα αυτά τα χρόνια.

Φυσικά, υπήρχαν πολλές παραλλαγές στην ισλαμική πολιτική σκέψη και στην πολιτική στην Τουρκία μεταξύ του Οζάλ και του Ερντογάν, αλλά ένα πράγμα ήταν σαφές: και οι δύο ήταν οι πυλώνες της περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, σε αντίθεση με οποιονδήποτε σημερινό ηγέτη στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν έχει στην πραγματικότητα ένα όραμα παρόμοιο με αυτό του Οζάλ, ένα όραμα για μεγαλύτερη περιθωριοποίηση του κεμαλισμού.

Σε αντίθεση με τον Ατατούρκ, που έδινε έμφαση στον στρατό, ο Ερντογάν, όπως και Οζάλ, τονίζει την ήπια δύναμη των πολιτιστικών και των οικονομικών δεσμών για να δημιουργήσει μία διακριτική εκδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τη Βόρεια Αφρική προς το ιρανικό οροπέδιοκαι την Κεντρική Ασία.

Σημειωτέον ότι κατά την ερμηνεία ενός από τους μεγαλύτερους μελετητές του Ισλάμ, του αείμνηστου Marshall GS Hodgson του Πανεπιστημίου του Σικάγου, η ισλαμική πίστη ήταν αρχικά η «θρησκεία εμπόρων», η οποία ένωσε τους οπαδούς της από όαση σε όαση, επιτρέποντας και την ηθική αντιμετώπιση. Κατά την ισλαμική ιστορία, οι αυθεντικές θρησκευτικές συνδέσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή και στον Ινδικό Ωκεανό θα μπορούσαν -και το έκαναν- να οδηγήσουν σε ευεργετικές επιχειρηματικές διασυνδέσεις και πολιτική κηδεμονία. Αυτό είναι τόσο σχετικό με το σημερινό κόσμο όσο και ο μεσαιωνισμός με τη Δύση.

Ο Ερντογάν συνειδητοποιεί τώρα ότι η προβολή της μετριοπαθούς μουσουλμανικής δύναμης της Τουρκίας σε όλη τη Μέση Ανατολή βρίθει απογοητευτικών περιπλοκών. Πράγματι, δεν είναι σαφές ότι η Τουρκία έχει ακόμη την πολιτική και τη στρατιωτική ικανότητα να πραγματοποιήσει αυτό το όραμα. Η Τουρκία μπορεί να καταβάλει δυνατές προσπάθειες για να αυξήσει τις εμπορικές της συναλλαγές με τους γείτονές της εξ Ανατολών, αλλά τα νούμερα ούτε καν πλησιάζουν τους μεγάλους όγκους συναλλαγών της με την Ευρώπη, που τώρα βρίσκεται σε ύφεση.

Στην περιοχή του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, η Τουρκία απαιτεί επιρροή βασιζόμενη στη γεωγραφική και τη γλωσσική της συγγένεια. Ωστόσο, η Ρωσία του Πούτιν συνεχίζει να ασκεί σημαντική επιρροή στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας και, μετά την εισβολή και τους επακόλουθους πολιτικούς ελιγμούς στη Γεωργία, έχει θέσει το Αζερμπαϊτζάν σε πολύ δύσκολη θέση.

Στη Μεσοποταμία, η επιρροή της Τουρκίας είναι απλώς άνιση συγκριτικά με το Ιράν, το οποίο βρίσκεται πολύ πιο κοντά. Στη Συρία, ο Ερντογάν και ο υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, σκέφτηκαν -εσφαλμένα, όπως αποδεικνύεται- ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μετριοπαθή ισλαμική αντιπολίτευση σουνιτών που θα αντικαθιστούσε τους Αλεβίτες του καθεστώτος του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ. Και ενώ ο Ερντογάν έχει κερδίσει πόντους σε όλο τον ισλαμικό κόσμο για την αντιπαράθεσή του με το Ισραήλ, έμαθε ότι και αυτό έχει το τίμημά του: τη βελτίωση των σχέσεων του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς οι αντίπαλοι της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ανατολική Μεσόγειο συνεργάζονται στον τομέα των υδρογονανθράκων.

Η ρίζα του προβλήματος είναι εν μέρει γεωγραφική. Η Τουρκία αποτελεί μία οχυρή θέση με βουνά και οροπέδια, μία γέφυρα γης μεταξύ των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Η τουρκική γλώσσα, παράλληλα, δεν έχει πλέον το πλεονέκτημα της αραβικής γραφής, η οποία θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη πολιτιστική επιρροή σε άλλα σημεία της Ανατολής. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η Τουρκία ταλαιπωρείται από τον δικό της κουρδικό πληθυσμό, γεγονός που περιπλέκει τις προσπάθειές της να ασκήσει επιρροή σε γειτονικά κράτη της Μέσης Ανατολής.

Στα νοτιοανατολικά της χώρας δημογραφικά κυριαρχούν οι Κούρδοι, οι οποίοι γειτνιάζουν με τεράστιες περιοχές Κούρδων στη Συρία, στο Ιράκ και στο Ιράν. Η συνεχιζόμενη διάλυση της Συρίας ελευθερώνει τους Κούρδους της περιοχής ώστε να ενωθούν με τους ριζοσπάστες Κούρδους της Ανατολίας, με στόχο να υπονομεύσουν την Τουρκία.

Η de facto διάλυση του Ιράκ έχει αναγκάσει την Τουρκία να ακολουθήσει μια πολιτική εποικοδομητικής συγκράτησης με Κούρδους του βόρειου Ιράκ, εξέλιξη, όμως, που υπονομεύει τις προσπάθειές της να επηρεάσει το Ιράν. Η Τουρκία θέλει να επηρεάσει τη Μέση Ανατολή, αλλά το πρόβλημα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό παραμένει μέρος της Μέσης Ανατολής και δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από την πολυπλοκότητα της περιοχής.

Ο Ερντογάν ξέρει ότι πρέπει να λύσει εν μέρει το εγχώριο κουρδικό πρόβλημα ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ στην περιοχή. Έχει ακόμη αναφέρει την αραβική λέξη βιλαέτι, που συνδέεται με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πρόκειται για ημιαυτόνομες επαρχίες. Μία έννοια που θα μπορούσε να είναι το κλειδί για διευθέτηση με τους Κούρδους, αλλά μπορεί επίσης να αναζωπυρώσει και τους αντιπάλους του Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Κατά συνέπεια, πρόκειται για ένα μεγάλο συμβολικό βήμα ώστε να εξουδετερώσει θεμελιωδώς την ίδια την ύπαρξη του κεμαλισμού (η οποία δίνει έμφαση στην τουρκική Ανατολία). Δεδομένου, όμως, έχει ήδη ευνουχίσει τον τουρκικό στρατό -γεγονός που ελάχιστοι θεωρούσαν εφικτό πριν από μία δεκαετία- κανείς δεν πρέπει να υποτιμά τον Ερντογάν. Πρέπει να προσέχουμε τη φιλοδοξία του. Ενώ η δυτική ελίτ αναποτελεσματικά χλευάζει τον Πούτιν, ο Ερντογάν με ενθουσιασμό κρατά σημειώσεις κάθε φορά που οι δύο άνδρες συναντιούνται. 

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή