Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι επιδιώκει ο Ταγίπ Ερντογάν από την ειρήνευση με το PKK

Δημοσιεύτηκε στις

Το τέλος μιας εξέγερσης

 
F. Stephen Larrabee

Χιλιάδες Κούρδοι στην πόλη Ντιγιαρμπακίρ
γιόρτασαν στις 21 Μαρτίου το Newroz (το κουρδικό Νέο Έτος) κυματίζοντας
σημαίες με την εικόνα του Οτσαλάν.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο ηγέτης του Εργατικού
Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ), ανακοίνωσε την κατάπαυση του πυρός στην
σχεδόν τριών δεκαετιών μάχη του κόμματός του με το τουρκικό κράτος. Πριν
από αυτό, η εξέγερση – η οποία έχει στοιχίσει περίπου 40.000 ζωές –
φαινόταν δύσκολα διαχειρίσιμη. Οι προσπάθειες της Άγκυρας να την
καταστείλουν προκαλούσε τον κουρδικό εθνικισμό και έκανε το PKK
ισχυρότερο. Αλλά τώρα, με τον Οτσαλάν προφανώς έτοιμο να προσπαθήσει να
επιλύσει ειρηνικά τις διαφορές, οι προοπτικές να τερματιστεί η εξέγερση
έχουν βελτιωθεί.

Η ανακοίνωση του Οτσαλάν ήρθε την κατάλληλη στιγμή. 
Διάφοροι
παράγοντες είχαν ήδη καταστήσει την χρονική στιγμή κατάλληλη για την
ειρήνη. 

Πρώτον, το κυβερνών Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)
και η ευρύτερη τουρκική κοινή γνώμη είχαν αναγνωρίσει ότι η προσπάθεια
για τον τερματισμό της εξέγερσης με χρήση στρατιωτικών δυνάμεων
αποτελούσε ένα αδιέξοδο και ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει μια πιο
αποφασιστική προσπάθεια για την εξεύρεση πολιτικής λύσης στην σύγκρουση
με τους Κούρδους.

Δεύτερον, το κουρδικό ζήτημα συνδέεται στενά με τις πολιτικές
φιλοδοξίες του πρωθυπουργού Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σύμφωνα με το
καταστατικό του ΑΚΡ, ο Ερντογάν δεν μπορεί να διεκδικήσει ξανά την
πρωθυπουργία, μόλις λήξει η δεύτερη θητεία του το 2014. Αντ’ αυτού,
αναμένεται να προσπαθήσει να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος. Αν
κερδίσει, θα είναι ο πρώτος εκλεγμένος από τον λαό πρόεδρος στην
τουρκική ιστορία, κορυφώνοντας την πολιτική σταδιοδρομία του και
αναλαμβάνοντας την ευκαιρία να διαμορφώσει την τουρκική πολιτική μέχρι
το 2023, την 100ή επέτειο της ίδρυσης της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι επί του παρόντος, η προεδρία είναι σε
μεγάλο βαθμό μια εθιμοτυπική θέση. Ο Ερντογάν, λοιπόν, έχει αφήσει να
εννοηθεί ότι η πρόθεσή του είναι να τροποποιήσει το τουρκικό Σύνταγμα
έτσι ώστε να δώσει στον πρόεδρο ισχυρότερες εκτελεστικές εξουσίες και να
μειώσει το κύρος του πρωθυπουργού. Το ΑΚΡ δεν διαθέτει τις απαραίτητες
ψήφους στο κοινοβούλιο για να προωθήσει αυτές τις συνταγματικές αλλαγές.
Για να το κάνει αυτό, χρειάζεται την υποστήριξη του φιλοκουρδικού
Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP), το οποίο διαθέτει 33 έδρες στο
κοινοβούλιο. Μια συμφωνία ειρήνης με το ΡΚΚ και οι υποσχέσεις να
αναθεωρηθεί το σύνταγμα ώστε να επεκταθούν τα πολιτιστικά δικαιώματα των
Κούρδων και να διευρυνθεί ο ορισμός της τουρκικής υπηκοότητας θα
βοηθήσουν την κυβέρνηση Ερντογάν να εξασφαλίσει την συναίνεση του BDP.
Στην πραγματικότητα, για να δημιουργήσει μια προεδρία έτσι όπως την
επιθυμεί, ο Ερντογάν θα πρέπει να επιτύχει μια ευρεία συμφωνία με τους
Κούρδους. Ωστόσο, αυτή η προοπτική ανησυχεί πολλούς Τούρκους, οι οποίοι
πιστεύουν ότι ένα νέο Σύνταγμα προς αυτή την κατεύθυνση θα συγκεντρώσει
πολύ μεγάλη δύναμη στα χέρια ενός ανθρώπου και θα ανοίξει τον δρόμο για
μεγαλύτερο αυταρχισμό.

Ο τελικός παράγοντας που βελτίωσε τις προοπτικές για ειρήνη, είναι
μια επανεξέταση από τους κύκλους του ΑΚΡ για τον ρόλο του Οτσαλάν σε
οποιαδήποτε προσπάθεια να τερματίσει την εξέγερση του PKK. Τον Νοέμβριο
του 2012, ο Οτσαλάν βοήθησε να σταματήσει μια απεργία πείνας 67 ημερών
από περισσότερους από 600 Κούρδους. Η προσωπική παρέμβασή του έδειξε την
επιρροή του και την αναγκαιότητα της απευθείας συμμετοχής του σε
οποιοδήποτε ειρηνευτικό σχέδιο. Δεν προκάλεσε έκπληξη λοιπόν, όταν ένα
μήνα μετά την μεσολάβηση του Οτσαλάν, ο Ερντογάν ανακοίνωσε την έναρξη
των διερευνητικών συνομιλιών με τον Οτσαλάν με στόχο τον τερματισμό της
εξέγερσης του ΡΚΚ. Από την τουρκική πλευρά, ο Χακάν Φιντάν, ο επικεφαλής
του Εθνικού Οργανισμού Πληροφοριών της Τουρκίας και στενός έμπιστος του
Ερντογάν, ηγείται των συζητήσεων. Αυτός και ο Οτσαλάν έχουν
επικεντρωθεί στην ανάπτυξη ενός στρατηγικού οδικού χάρτη προς μια
ειρηνευτική συμφωνία.

Φυσικά, η ειρήνη δεν είναι ακόμα τελειωμένη υπόθεση. Πολλά θέματα θα
μπορούσαν να εκτροχιάσουν την συμφωνία. 
Πρώτον, το ζήτημα της αμνηστίας
μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες. Πολλές ομάδες Κούρδων – και ο ίδιος ο
Οτσαλάν – επιμένουν ότι στους μαχητές του ΡΚΚ πρέπει να χορηγηθεί
αμνηστία ως μέρος μιας οποιασδήποτε συμφωνίας. Ωστόσο, ένα μεγάλο τμήμα
του τουρκικού πληθυσμού θεωρεί τους μαχητές του ΡΚΚ τρομοκράτες και
αντιτίθεται σθεναρά στο να τους αφήσουν ελεύθερους.

Επιπλέον, ο Οτσαλάν μπορεί να θέλει την ειρήνη και έχει μεγάλη
επιρροή στο τουρκικό ΡΚΚ, αλλά η οργάνωση δεν είναι πλέον δικό του
δημιούργημα. Έχει γίνει ένα διακρατικό κίνημα με δίκτυα και επιχειρήσεις
σε ολόκληρη την περιοχή. Δεν είναι όλοι υπό τον έλεγχό του. Ακόμα κι αν
ο Οτσαλάν μπορεί να πείσει μεγάλα τμήματα του PKK να υποστηρίξουν μια
ειρηνευτική συμφωνία, κάποιες σκληροπυρηνικές εθνικιστικές ομάδες μπορεί
να εξακολουθούν να είναι απρόθυμες να καταθέσουν τα όπλα τους. Άλλωστε,
πολλοί διοικητές του PKK δεν βλέπουν να έχουν μέλλον εκτός του ένοπλου
αγώνα.

Οι περιφερειακές εξελίξεις έχουν περιπλέξει επίσης τις ειρηνευτικές
συνομιλίες. Στην Συρία, η αποχώρηση των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων
από πέντε κουρδικές πόλεις κατά μήκος των συνόρων Συρίας- Τουρκίας τον
Ιούλιο του 2012 δημιούργησε ένα πολιτικό κενό που το Κόμμα της
Δημοκρατικής Ένωσης (PYD) – το οποίο έχει στενούς δεσμούς με το PKK –
έσπευσε να καλύψει. Η ταχύτητα και η ευκολία με την οποία το PYD ήταν σε
θέση να αναλάβει τον έλεγχο επιβεβαίωσε τις τουρκικές υποψίες ότι ο
Άσαντ θα μπορούσε να έχει οργανώσει την αποχώρηση για να ενισχύσει το
ΡΚΚ σε βάρος της Τουρκίας και της σουνιτικής συριακής αντιπολίτευσης.
Τώρα, οι Τούρκοι αξιωματούχοι ανησυχούν ότι οι περιοχές που διοικούνται
από το PYD θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια βάση για τις επιθέσεις του
PKK εναντίον του τουρκικού εδάφους και των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας.
Η Τουρκία έχει απειλήσει ότι θα επέμβει στρατιωτικά εάν υπάρξουν
επιθέσεις, αυξάνοντας την πιθανότητα ότι μια οποιαδήποτε συμπλοκή θα
μπορούσε να επεκταθεί γρήγορα.

Στο Ιράν, όπως και στην Τουρκία, η κυβέρνηση αντιμετώπισε μια
κουρδική εξέγερση. 
Η κινητοποίηση εκεί είναι υπό την ηγεσία του Κόμματος
της Ελεύθερης Ζωής του Κουρδιστάν (PJAK), ένα παρακλάδι του PKK. Σε
μερικές περιπτώσεις, η Τουρκία και το Ιράν συντόνιζαν τις προσπάθειές
τους και μοιράζονταν πληροφορίες για την αντιμετώπιση των επιθέσεων του
ΡΚΚ και του PJAK. Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο χωρών είναι τεταμένες όσον
αφορά την Συρία, οδηγώντας σε απότομη περιστολή της συνεργασίας. Αυτό,
με τη σειρά του, έχει αποδυναμώσει την ικανότητα της Τουρκίας να
αποτρέψει τις επιθέσεις του ΡΚΚ. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Τούρκους
αξιωματούχους, το Ιράν έχει αρχίσει να υποστηρίζει κρυφά το PKK. Το Ιράν
δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν η εξέγερση του PKK πλησιάζει προς
το τέλος της, αφού κάτι τέτοιο θα εξαλείψει έναν από τους κύριους
μοχλούς της Τεχεράνης για την άσκηση πίεσης προς την Τουρκία.

Η αλλαγή στην πολιτική του Ιράν προς το PKK συνέπεσε με μια σοβαρή
επιδείνωση των σχέσεων της Άγκυρας με την κυβέρνηση Μαλίκι στην Βαγδάτη.
Η Τουρκία βλέπει τον Μαλίκι ως μαριονέτα του Ιράν και υποστήριξε τον
αντίπαλό του, τον Ιγιάντ Αλάουι, τον Μάρτιο του 2010 στις βουλευτικές
εκλογές στο Ιράκ. Από την εποχή των εκλογών, ο Μαλίκι προσπάθησε σταθερά
να εδραιώσει τον έλεγχό του πάνω στους πολιτικούς θεσμούς του Ιράκ,
ιδίως στην αστυνομία και τις υπηρεσίες πληροφοριών και να περιορίσει την
επιρροή των Σουνιτών και των Κούρδων. Οι Τούρκοι φοβούνται ότι οι
προσπάθειες αυτές θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν την θρησκευτική βία που
συγκλόνισε το Ιράκ μεταξύ του 2003 και του 2007, και θα μπορούσε να
οδηγήσει στην διάλυση της χώρας, με τους Κούρδους να αποκτούν πλήρη
ανεξαρτησία στο Βορρά. Μια τέτοια εξέλιξη θα διαλύσει τις ελπίδες των
διαπραγματεύσεων για το τέλος της εξέγερσης του PKK.

Η πιο σημαντική στρατηγική αλλαγή, ωστόσο, ήταν η σημαντική βελτίωση
στη σχέση της Τουρκίας με την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση (KRG) στο
βόρειο Ιράκ. Κατά την περίοδο αμέσως μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990 –
91, η Τουρκία αρνήθηκε να έχει επίσημη επαφή με την KRG, φοβούμενη ότι η
εμπλοκή της θα νομιμοποιούσε την κυβέρνηση στην Ερμπίλ και θα επιτάχυνε
την εμφάνιση ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στα νότια σύνορα της
Τουρκίας. Από το 2009, όμως, και οι δύο πλευρές έχουν αναγνωρίσει ότι
έχουν κοινά συμφέροντα. Οι οικονομίες τους, κατ΄ αρχάς είναι όλο και πιο
αλληλοεξαρτώμενες. Περίπου το 80% των αγαθών που πωλούνται στην KRG
παρασκευάζονται στην Τουρκία. Περίπου 1.200 τουρκικές εταιρείες
λειτουργούν σήμερα στο βόρειο Ιράκ (κυρίως στον τομέα των κατασκευών,
αλλά και στην εξερεύνηση πετρελαίου).

Ένα άλλο κίνητρο για την βελτίωση των σχέσεων είναι η ενέργεια. Τον
Ιούλιο του 2012, η κυβέρνηση Ερντογάν αποφάσισε να εισάγει αργό
πετρέλαιο απευθείας από την KRG παρά τις αντιρρήσεις της Βαγδάτης και οι
συζητήσεις για την κατασκευή ενός αγωγού φυσικού αερίου και δύο αγωγών
πετρελαίου απευθείας μέσω του βορείου Ιράκ (που είναι υπό κουρδικό
έλεγχο) βρίσκονται σε εξέλιξη. Προηγουμένως, η Άγκυρα είχε επιδιώξει να
αποτρέψει την KRG από την απόκτηση του άμεσου ελέγχου των ενεργειακών
πόρων στην περιοχή, με τον φόβο ότι το πετρέλαιο θα ενισχύσει την
προσπάθεια της KRG να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Τώρα
όμως, η Τουρκία ελπίζει να χρησιμοποιήσει την ενεργειακή συνεργασία ως
κίνητρο για την KRG, ώστε να πατάξει τις βάσεις του PKK στο βόρειο Ιράκ.

Παρ’ όλη την κινητικότητα των εγχώριων και περιφερειακών πλευρών, μια
συμφωνία ειρήνης που θα μπορούσε να τερματίσει την εξέγερση του PKK δεν
αποτελεί τελειωμένη υπόθεση. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται ακόμη σε
πρώιμο στάδιο. 

Ακόμα κι έτσι, οι συνομιλίες αποτελούν την πιο ελπιδοφόρα
προσπάθεια των τελευταίων δεκαετιών για τον τερματισμό της εξέγερσης
του ΡΚΚ. 
Αν επιτευχθεί, θα αφαιρέσει ένα σημαντικό εμπόδιο για την
ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και την σταθεροποίηση της τουρκικής
δημοκρατίας. Ένας τερματισμός της εξέγερσης θα δώσει επίσης μεγαλύτερο
βάρος στην φιλοδοξία της Τουρκίας να διαδραματίσει ευρύτερο ρόλο στην
Μέση Ανατολή. 

Για τους λόγους αυτούς, η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να
στηρίξει τις διαπραγματεύσεις – όσο μακριά κι αν φαίνεται η ειρήνη αυτή
την στιγμή.

Ο F. STEPHEN LARRABEE κατέχει την Διακεκριμένη Έδρα Ευρωπαϊκής Ασφάλειας στην RAND Corporation.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/139081/f-stephen-larrabee/why-erd…

FOREIGN AFFAIRS The Hellenic Edition

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις15 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή