Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Όμηρος vs Βίσμαρκ

Δημοσιεύτηκε στις

Ο πολιτισμός ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό
γράφει ο Chems Eddine Chitour
«Ξένε, το έθιμο μου είναι να τιμήσω τους φιλοξενημένους»  Όμηρος (Η Οδύσσεια)

«Διπλωματία χωρίς όπλα είναι μουσική χωρίς όργανα»  Ότο φον Βίσμαρκ 

Αυτά τα δύο ρητά σε αντιπαράθεση: το πρώτο αντανακλά την ανθρωπιστική διάσταση του πατέρα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας περιγράφοντας σε αυτό το μεγάλο ποίημα έναν θυμό πάνω από τον άνθρωπο, που είναι το θέμα–κλειδί της εποποιίας που δεν απέκτησε ούτε μια ρυτίδα μετά από 32 αιώνες.

Το δεύτερο ρητό αποδίδεται στον καγκελάριο της Γερμανίας Βίσμαρκ. Το ρητό του εξακολουθεί να είναι έγκυρο, ιδίως αν στην θέση των όπλων, βάλουμε  τη δύναμη  του χρηματοπιστωτικού τομέα.    
Για πάνω από ένα χρόνο, η Ελλάδα είναι στο στόχαστρο του άγριου νεοφιλελευθερισμού. Ισχυρίζεται, δικαίως ή αδίκως, ότι η είσοδος της στη ζώνη του ευρώ δεν της έφερε πολύ τύχη. Τι ακριβώς συμβαίνει με αυτό το χρέος που συνέχεια ανανεώνεται, ή ακόμα αυξάνεται, ενώ στην εποχή εκείνη η κυβέρνηση Παπανδρέου επέβαλε  δραστικά μέτρα λιτότητας στους Έλληνες χωρίς κανένα αποτέλεσμα επειδή «το βαρέλι των Δαναΐδων»  αδειάζει αμέσως στα χρηματοκιβώτια των καρχαριών της οικονομίας.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο ένατο σχέδιο αναδιάταξης της,  αυτή τη φορά φτάνοντας στο πάτος που μπορεί να οδηγήσει στην Επανάσταση. Η ελληνική κρίση, που ξέσπασε στα τέλη του 2009 δεν σταμάτησε να προκαλεί σύγχυση και ανησυχία!  Η πρόσφατη ψήφιση του σχεδίου λιτότητας από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, με αποτέλεσμα τη βία και το χάος που γνωρίζουμε, ήταν η απαίτηση της Ευρώπης με επικεφαλής την Μέρκελ για να ξεμπλοκάρουν μια «κρίσιμη υποστήριξη» ώστε  να αποφύγει  η Ελλάδα την προγραμματισμένη «πτώχευση».
Με δεδομένη την ψήφο  των Ελλήνων, οι ευρωπαϊκές αρχές αποφάσισαν την Τρίτη 14 να «αναβάλλουν» τη βοήθειά τους,  επειδή «η Αθήνα δεν είχε  εκπληρώσει όλες τις απαιτήσεις», πράγμα που έκανε στις 18 Φεβρουαρίου 2012.  Στις 20 Φεβρουαρίου η τρόικα αποφάσισε για το δάνειο των 130 δισ. δολαρίων με άθλιες συνθήκες και με μπόνους την προσθήκη του επιτόπου ελέγχου από τα  αρπακτικά με τον άσπρο γιακά των Βρυξελλών  που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα για να επιβλέψουν την «καλή χρήση των χρημάτων και κυρίως για να προωθήσουν γρήγορα  το ξεπούλημα  – ό,τι ακόμα  τρώγεται –  σε ιδιώτες  …
Η πατρίδα του  Όμηρου όμηρος των μεγάλων δυνάμεων από τον δέκατο ένατο αιώνα
Φαίνεται ότι η τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι μια παραδοξότητα, καθώς γνώρισε παρόμοια επεισόδια στο δέκατο ένατο αιώνα. 
Διαβάζουμε στη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung υπό τον τίτλο:
«Μια αθεράπευτη χώρα εδώ και 150 χρόνια»:
«Υπερφορτωμένη με  χρέη, διατηρουμένη μόνο από την υποστήριξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων, εγκλωβισμένη  σε μια αναποτελεσματική διοίκηση: αυτή η απόλυτη διάγνωση της ελληνικής ασθένειας δόθηκε από τον Γάλλο Edmond About το…  1858. 
Η Ελλάδα είναι το μόνο γνωστό παράδειγμα μιας χώρας που ζει στη μέση μιας πλήρους πτώχευσης από την ημέρα της γέννησής της. (…) Η Ελλάδα έζησε περισσότερα από είκοσι χρόνια σε ειρήνη με την πτώχευση. Όλοι οι προϋπολογισμοί από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο ήταν ελλειμματικοί. (…) Χρειάστηκαν οι Προστάτιδες Δυνάμεις της Ελλάδας να εγγυηθούν τη φερεγγυότητά της για να μπορέσει να διαπραγματευτεί ένα δάνειο από το εξωτερικό. Το δάνειο   σπαταλήθηκε από την κυβέρνηση χωρίς κανένα καρπό για τη χώρα και όταν τα χρήματα δαπανήθηκαν, αναγκάστηκαν οι εγγυητές να εξυπηρετήσουν τους τόκους. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να τους πληρώσει».
«Σήμερα παραιτείται από την ελπίδα να απαλλαγεί κάποτε από τους πιστωτές της! (…)» (1)
«Η Ελλάδα , διαβάζουμε σε αυτή τη αφιέρωση, είναι η μόνη πολιτισμένη χώρα, όπου οι φόροι πληρώνονται σε είδος. Το χρήμα είναι τόσο σπάνιο στην ύπαιθρο, που χρειάστηκε να  καταφύγουν σε αυτό τον τρόπο καταβολής. (…) Από τότε που το κράτος είναι υπεύθυνο για την είσπραξη των φόρων, τα έξοδα συλλογής είναι μεγαλύτερα και τα έσοδα αυξήθηκαν ελάχιστα. Οι φορολογούμενοι κάνουν ό, τι έκαναν και οι αγρότες: δεν πληρώνουν. Οι πλούσιοι ιδιοκτήτες, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα σημαντικές προσωπικότητες, βρίσκουν τρόπους για να ζημιώσουν το κράτος, είτε με εξαγορά είτε με εκφοβισμό των υπαλλήλων (…) Ο νόμος δεν είναι ποτέ στην Ελλάδα αυτό το δυσεπίλυτο πρόσωπο που γνωρίζουμε. Οι υπάλληλοι ακούν τους φορολογούμενους.  Όταν μιλάς στον ενικό και αυτοαποκαλείσαι αδελφός, βρίσκεις πάντα τον τρόπο να συνεννοηθείς.  Όλοι οι Έλληνες γνωρίζονται και αγαπιούνται  λίγο. Δεν γνωρίζουν αυτό το αφηρημένο ον που λέγεται κράτος και δεν το αγαπούν. Τέλος, ο έφορος είναι προσεκτικός: ξέρει ότι δεν πρέπει να εκνευρίζει κανένα, ότι υπάρχουν επικίνδυνες διαβάσεις για να επιστρέψει σπίτι του και ότι ένα ατύχημα συμβαίνει γρήγορα. Οι νομάδες φορολογούμενοι (βοσκοί, ξυλοκόποι, καρβουνιάρηδες, ψαράδες) είναι ευτυχείς και θεωρούν σχεδόν τιμή τους να μην πληρώνουν φόρους. Νομίζουν ότι, όπως στην εποχή της Τουρκοκρατίας, ο εχθρός τους είναι το κράτος και ότι είναι ανθρώπινο δικαίωμα να κρατήσεις τα χρήματά σου. (….)» (1)
Μπορούμε να προσθέσουμε τη διαφθορά, αυτό το κακό «δημοκρατικά μοιρασμένο στον κόσμο», αυτό που οι Έλληνες αποκαλούν «φακελάκι», μια άλλη εκδοχή του αιγυπτιακού «μπακσίς», ή της αλγερινής «τσίπας»…
Αυτή η μέθοδος διαχείρισης  ενοχλεί την κρύα γερμανική μηχανή, άξια διάδοχος του αρχοντοχωριάτη Βίσμαρκ που κυβέρνησε με μια σιδερένια γροθιά την Γερμανία. Με αυτή τη λογική, ο άξιος διάδοχος του Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δεν θα μπορούσε  -κατά την άποψή του-  να πληρώσει για το τρυπημένο καλάθι. Σύγκρινε την Ελλάδα  με «πηγάδι χωρίς πάτος». Ένα «πιθάρι των Δαναΐδων», πιο δημοφιλής έκφραση στην Ελλάδα. Τούτο εξόργισε τον Έλληνα Πρόεδρο.
Ο ιστορικός και εθνολόγος Παναγιώτης Γρηγορίου επιστρέφει σε αυτή την ταπείνωση:
«Αυτοί οι άνθρωποι απαίτησαν από όλα τα πολιτικά κόμματα της βαρονίας μας, την αποδοχή του θανάτου δι ‘απαγχονισμού που επιβλήθηκε από το μνημόνιο ΙΙ, ανεξάρτητα από την έκβαση των προσεχών εκλογών. (…) Ακόμη και ο πρόεδρος μας, τόσο «μαλακός» μέχρι στιγμής, ο Κάρολος Παπούλιας κατηγόρησε χθες τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, για προσβολή της χώρας μας. «Δεν μπορώ να δεχτώ τον  κ. Σόιμπλε να προσβάλει την χώρα μου», δήλωσε ο πρόεδρος μας, μέλος της αντίστασης  ενάντια στην προηγούμενη γερμανική κατοχή στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. «Ποιος είναι αυτός ο κύριος Σόιμπλε που τολμά να ταπεινώνει την Ελλάδα; (…)».
Αυτή την εβδομάδα, μερικά πανεπιστήμια ανέβαλαν ορισμένες γραπτές εξετάσεις λόγω της έλλειψης χαρτιού, τέρμα τα λεφτά για χαρτί για τις εξετάσεις. Τα σχολεία μας κλείνουν αρκετά συχνά για λίγες μέρες, ελλείψει θέρμανσης, ο Ηρόδοτος δεν περνά εύκολα!» (2)
Έξοδος από το ευρώ και / ή να κάνουν όπως η Ισλανδία;
Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να αποφύγει αυτές τις Ειδούς του Μαρτίου; 
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) προτείνει την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ για να «αναπνεύσει η χώρα και να τιμωρηθεί η πλουτοκρατία που κατέστρεψε την Ελλάδα για δεκαετίες».  Σε αυτή τη περίπτωση, φαινομενικά δυσεπίλυτη, υπάρχουν φωνές που ζητούν η Ελλάδα να μην πληρώσει τα χρέη που συσσωρεύονται λόγω των τόκων. Η περίπτωση της Αργεντινής, αλλά προπαντός της Ισλανδίας συζητείται. Το παρακάτω απόσπασμα εξηγεί:
«(…) Περισσότερο από ποτέ, ο κόσμος της κερδοσκοπίας αναλαμβάνει τη μάσκα του γύπα που χαίρεται για την αγωνία του επομένου φαγητού του. (…) Η Σόνια Μιτραλιά, μέλος της Ελληνικής Επιτροπής κατά του χρέους και του CADTM International, στην αγόρευση της δίνει λεπτομέρειες για την εξαθλίωση του ελληνικού λαού και κλείνει ως ακολούθως: το συμπέρασμά μας είναι κατηγορηματικό: η ελληνική τραγωδία δεν είναι ούτε μοιραία ούτε άλυτη. Η λύση υπάρχει και η αποκήρυξη, ακύρωση ή μη καταβολή του δημόσιου χρέους αποτελούν μέρος αυτής της λύσης ως πρώτο βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Δηλαδή, για τη σωτηρία ενός ολόκληρου ευρωπαϊκού λαού που απειλείται από μια ανθρωπιστική καταστροφή χωρίς προηγούμενο σε καιρό ειρήνης …» (3)
θα μπορούσε κανείς να αναφέρει την περίπτωση της Αργεντινής  -που τα κατάφερε, παρά το ΔΝΤ-    αλλά πιο κοντά μας, το παράδειγμα της Ισλανδίας δείχνει μια βαθιά αντίθεση με το πρόσωπο του χάους που βλέπουμε στην Ελλάδα, και ωστόσο είναι πιο σημαντικό. 
Στην Ισλανδία αυτή τη στιγμή συντελείται μια γνήσια δημοκρατική και αντι-καπιταλιστική επανάσταση, χωρίς κανείς δεν μιλά για αυτόν και χωρίς κανέναν να  μεταδίδει την είδηση. (…) Ένας λαός που διώχνει την δεξιά από την εξουσία, που διώχνει και έναν «φιλελεύθερο αριστερό» αντικαταστάτη της, που ο  λαός επέβαλε δημοψήφισμα για το αν θα επιστρέψει ή όχι τα χρέη προς τις καπιταλιστικές τράπεζες. Μια νίκη με 93% επέβαλε την μη αποπληρωμή των τραπεζών, την εθνικοποίηση των τραπεζών και το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας κατά πολλούς τρόπους «επαναστατικής»: Εκλογή μιας Συντακτικής Συνέλευσης, στις 27 Νοεμβρίου 2010,  με σκοπό να γράψει νέους νόμους που θα μεταφράζουν την βασική λαϊκή οργή ​​έναντι του καπιταλισμού και τις προσδοκίες του λαού για άλλη κοινωνία. Σύμφωνα με το Νομπελίστα  οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν, η Ισλανδία ανέκαμψε γρηγορότερα, γιατί ποτέ δεν είχε υιοθετήσει το ευρώ. 
Δύο οράματα της Δημοκρατίας: εκείνων που την επινόησαν και εκείνων που κατανόησαν πώς να την χρησιμοποιούν. (3)   Μπορούμε να προσθέσουμε ότι το ισλανδικό θάρρος κέρδισε, μαθαίνουμε ότι ο οργανισμός αξιολόγησης Fitch επανεκτίμησε προς τα πάνω τη βαθμολογία της Ισλανδίας …
Βυθισμένη σε μια καταστροφική ύφεση, η Ελλάδα αιμορραγεί θανάσιμα από μια «ανίκανη» ΕΕ, ενώ ο «αναίσθητος»  Επίτροπος Οικονομικών Όλι Ρεν, κατηγορεί τον Peter Oborne σε ένα καυτό κατηγορητήριο. Μια ιδέα που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη να υποστηριχθεί διότι αυτή  η ένωση των εθνών αποκαλύπτει ξαφνικά μια αρκετά δυσάρεστη πλευρά: μετατρέπεται σε έναν ανελέητο δυνάστη που δείχνει  μόνο περιφρόνηση για τη δημοκρατία, την εθνική ταυτότητα και την επιβίωση των ανθρώπων  στους  δρόμους. Αυτή την εβδομάδα, ίσως ζήσαμε ένα σημείο καμπής, με την τελευταία παρέμβαση των Βρυξελλών: οι γραφειοκράτες απειλούν να ωθήσουν μια ολόκληρη χώρα σε πτώχευση, αν τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν δεσμευτούν να υποστηρίξουν το σχέδιο λιτότητας που προωθεί η Ένωση. 
Ας επανατοποθετήσουμε το ελληνικό πρόβλημα στα πλαίσια που του ταιριάζει. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν έχει ήδη κατρακυλήσει 13% από το 2008 και αν πιστεύουμε τους ειδικούς θα μειωθεί κατά 7% ακόμα μέχρι το τέλος του έτους. Με άλλα λόγια, τα Χριστούγεννα, η ελληνική ύφεση θα είναι δυο φορές χειρότερη από   την οικονομική καταστροφή που συγκλόνισε τη Βρετανία πριν από ογδόντα χρόνια. (…) Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η απογοήτευση που έφερε η δημοκρατία τροφοδοτήθηκε από την παρέμβαση της ΕΕ, ιδιαιτέρα δε με την επιβολή από τις  Βρυξέλλες του Λουκά Παπαδήμου ως μαριονέτα πρωθυπουργό. (…) “(4)
Μια άλλη λύση, η αποπληρωμή των χρεών του πολέμου;
Πριν από έξι μήνες σε ένα από τους παροξυσμούς της κρίσης του ελληνικού χρέους, μερικοί Έλληνες σκέφτηκαν να στραγγαλίσουν την Γερμανία επειδή δεν έχει πληρώσει το πολεμικό χρέος της για την εισβολή και κατοχή της Ελλάδας, μια Αμερικανική ταινία   – Ο Λοχαγός Κορέλλι–  υπενθύμισε αριστοτεχνικά ένα επεισόδιο του οργανωμένου ιταλο-γερμανικού κτυπήματος.
Για υπενθύμιση, οι Μηδικοί Πόλεμοι θα επέτρεπαν στους Έλληνες να ζητήσουν αποζημίωση από τους Πέρσες ή από τους Ρωμαίους, αφού το  146 π.Χ. εισέβαλαν στην Ελλάδα… 
Μετά το 1945: στις περιοχές της κατοχής και μέχρι το 1947, οι Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι διέλυσαν τα τελευταία εργοστάσια που είχαν μείνει όρθια. 
Οι Αμερικανοί επιβίβασαν τους πύραυλους και τον Werner von Braun. Αλλά υπήρχε το Σχέδιο Μάρσαλ το 1947 που έβρεξε όλη την Ευρώπη με δολάρια, τη Γερμανία και τη Γαλλία λόγω του ψυχρού πολέμου.
Για την εφημερίδα Le Monde: «Οι Γερμανοί, οι οποίοι γκρινιάζουν να χρηματοδοτήσουν ένα δεύτερο πακέτο διάσωσης για την Ελλάδα, θα έπρεπε να θυμούνται τι έχουν λεηλατήσει σε αυτή τη χώρα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου […] Με τους τόκους , είναι 81 δισεκατομμύρια ευρώ που οφείλουν στην Αθήνα. 
Πρόκειται για έναν άλλο τρόπο να δούμε την Ευρώπη και την ιστορία της.
«Ο άνθρωπος ο οποίος εκφράζεται έτσι δεν είναι ένας παλιός  Έλληνας της, ή μέλος της ελληνικής αντιπολίτευσης, δεν είναι καθόλου Έλληνας. Είναι ο Ευρωβουλευτής Daniel Cohn-Bendit, που κατηγόρησε την Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου  τους Γερμανούς αξιωματούχους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά την άρνηση της ευρωπαϊκής τρόικας να χορηγήσει το δεύτερο πακέτο βοήθειας των 130 δις ευρώ στην Αθήνα». (5)
«Στις αρχές του 2010, ενώ ταξίδευε στη Γερμανία, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, τότε αναπληρωτής πρωθυπουργός, είχε ρίξει μια βόμβα στα κύματα του BBC: «Πήραν τα αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδος, πήραν το ελληνικό χρήμα και δεν το επέστρεψαν ποτέ. Αυτό το θέμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κάποια μέρα».
Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Έλληνας υφυπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, προχώρησε περισσότερο με την εκτίμηση του γερμανικού χρέους προς τη χώρα του σε 162 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με το ύψος του ελληνικού χρέους που ανερχόταν σε 350 δις ευρώ στα τέλη του 2011.
Πιο πρόσφατα, ήταν η σειρά του ήρωα της Αντίστασης Μανώλη Γλέζο, 89 ετών, γνωστό για το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη το 1941, να απαιτήσει την επιστροφή του δανείου που επιβλήθηκε στην Ελλάδα από το ναζιστικό καθεστώς. «Μαζί με τις αποζημιώσεις για τον  πόλεμο», η Αθήνα διατηρεί πάντα το δικαίωμα να το διεκδικήσει, «Πρόκειται για 162 δισ. ευρώ, χωρίς τους τόκους», κατά την εκτίμηση του.(5)
Για τον Μανώλη Γλέζο, αντιστασιακό από την πρώτη ώρα, η ενοποιημένη Γερμανία έχει υποχρέωση από το 1990 να τιμήσει τις υποχρεώσεις αποζημιώσεων που της αντιστοιχούν από το Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο. (…) Η Ιταλία, για παράδειγμα, έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις αποζημιώσεων της προς την Ελλάδα. Το ίδιο για τη Βουλγαρία, η οποία έκανε κατοχή στην Ελλάδα μαζί με τη Γερμανία και την Ιταλία την περίοδο 1941 – 1944, και η οποία ήθελε να αποζημιώσει για τις ζημιές που προκάλεσαν τα στρατεύματά της στον ελληνικό λαό. (6)
«Αυτός ο “δανεισμός” δεν πρόκειται ποτέ να αποπληρωθεί, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν εμφανίζεται στη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 που καθόρισε το ποσό των εξωτερικών χρεών που πραγματοποιήθηκαν από τη Γερμανία μεταξύ 1919 και 1945. (…)
Η Ουάσιγκτον κατάφερε προπαντός από τις χώρες δικαιούχες του σχεδίου Μάρσαλ να παραιτηθούν να απαιτήσουν αμέσως το ποσό που τους χρώσταγε η Γερμανία, μεταφέροντας το ζήτημα των ενδεχομένων αποζημιώσεων  στην ημερομηνία επανένωσης της Γερμανίας, ως μέρος μιας «συνθήκης ειρήνης». 
«Από εκείνη τη στιγμή, η Γερμανία στάθηκε όρθια, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη είχε υποστεί αφαίμαξη στις τέσσερεις φλέβες για να επουλώσει τις πληγές που άφησε ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή», συμπεράνει ο Γερμανός ιστορικός της οικονομίας Άλμπρεχτ Ritschl, καθηγητής στο London School of Economics, (…)
Ο σημερινός πρωταθλητής της οικονομίας της ζώνης του ευρώ προέβη τρεις φορές σε στάση πληρωμών κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: το 1930, το 1953 και το 1990»(…) Συνολικά, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αποζημίωσε μόνο μία φορά την Ελλάδα: 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (περίπου 58 εκατ. ευρώ). Ήταν το 1960, ως μέρος μιας συνολικής συμφωνίας με μερικές ευρωπαϊκές χώρες και το Ισραήλ». (5)
Γερμανοί υπουργοί, κατά τη διάρκεια της «ανακάλυψης» της τρύπας (του χρέους) θα είχαν προτείνει στους Έλληνες να πουλήσουν τα νησιά τους. Υπάρχουν εμφανώς δύο αντιλήψεις για τον άνθρωπο. Αυτή της κρύας βόρειας Ευρώπης, του υπολογισμού, η οποία καταφεύγει  στην θεία αγορά και στους ολιγαρχες για να εξουσιάζονται οι  λαοί, και αυτή του Νότου πιο ανθρώπινη. 
Δεν είναι τυχαίο ότι οι «βόρειοι όταν μιλούν για τις  χώρες της Μεσογείου (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα), τρεις αυτοκρατορίες και η μητέρα της Δημοκρατίας, μιλούν για χώρες του Club Med: ανεμελιά και εργασία με σφεντόνα …
Οι Έλληνες μπορεί να έχουν κάνει λάθη και πρέπει να επανεξετάσουν τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και του φορολογικού καθεστώτος τους. 
Αλλά είναι ηθικό, η Γερμανία και η Γαλλία, κυρίως, να δανειστούν από την ΕΚΤ με γελοίο επιτόκιο και στη συνέχεια να «δανείζουν» στην Ελλάδα με επιτόκιο 5%,  συσσωρεύοντας περισσότερο λίπος στην πλάτη της Ελλάδας; 
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έδωσε φόρο τιμής στην Ελλάδα: «Ο κόσμος γεννιέται, ο Όμηρος τραγουδά. Είναι το πουλί αυτής της αυγής».
Όχι, η Ελλάδα δεν πρέπει να πεθάνει! 
Όχι, τα χρήματα δεν πρέπει να κυβερνήσουν τον κόσμο! 
Διακυβεύεται το μέλλον του ανθρώπου. 
«Πρώτα ο Άνθρωπος», επιμένει ο Jean-Luc Mélenchon και έχει απόλυτο δίκιο!
Καθηγητής Chems Eddine Chitour
Πολυτεχνείο ΕΠΓ edu.dz
3. http://mondialisation.ca/index.php/sinformer/nature voyage/sinformer/energie/www.globalresearch.ca/onlinejournal.com/artman/publish/index.php?context=va&aid=29321  Mondialisation.ca, le 16 février 2012

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή