ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ιωάννης Καποδίστριας και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Δύο κορυφαίοι Ηγέτες και οι διαχρονικές υποθήκες τους
Η μελέτη του ΄΄Βίου και της Πολιτείας ΄΄των δύο ηγετών αναδεικνύει τη βαθιά ριζωμένη πεποίθησή τους ότι η Πίστη στο Θεό, η αγάπη στην Πατρίδα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η παιδεία αποτελούν τα θεμέλια της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής συνοχής.
Γράφει ο Θεόκλητος Ρουσάκης*
Η νεότερη ελληνική ιστορία χαρακτηρίζεται από μορφές που διαμόρφωσαν όχι μόνο την πολιτική και στρατιωτική πορεία του έθνους, αλλά και το αξιακό του υπόβαθρο. Ανάμεσα σε αυτές, ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ξεχωρίζουν ως δύο ηγετικές προσωπικότητες που με το έργο και το ήθος τους, άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη και στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε το 1776 στην Κέρκυρα, σε μια οικογένεια με παράδοση προσφοράς στα κοινά. Η παιδεία του υπήρξε ευρεία και πολυεπίπεδη. Σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία στην Πάδοβα, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα νομικής επιστήμης. Επέστρεψε στην Κέρκυρα το 1797, όπου άσκησε το επάγγελμα του ιατρού, συχνά προσφέροντας τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς στους φτωχότερους συμπολίτες του, γεγονός που ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του καταδεικνύει το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης που τον διέκρινε.
Η πολιτική του σταδιοδρομία ξεκίνησε με τη συμμετοχή του στην Επτάνησο Πολιτεία, όπου διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και την προσήλωσή του στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το 1802 διορίστηκε Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας, ενώ το 1807 ανέλαβε τον συντονισμό της άμυνας της Λευκάδας απέναντι στις απειλές του Αλή Πασά, αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων και στη συνεργασία με τους οπλαρχηγούς της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η διεθνής του καριέρα κορυφώθηκε με την ένταξή του στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελβετίας και στη διπλωματική σκηνή της Ευρώπης, ιδιαίτερα κατά το Συνέδριο της Βιέννης. Η φήμη του ως ικανού διπλωμάτη και ευπατρίδη εδραιώθηκε τόσο στους πολιτικούς όσο και στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής.
Οι Έλληνες, ύστερα από επτά χρόνια αιματηρών απελευθερωτικών αγώνων και θυσιών του ελληνικού έθνους για την αποκατάστασή του, αποφάσισαν ότι «ὁ κατὰ πρᾶξιν καὶ θεωρίαν» ικανός να κυβερνήσει την ελληνική πολιτεία είναι ὁ κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831), ὁ πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, ὁ ΄΄ άγιος΄΄ της Πολιτικής. Η εκλογή του ήταν ομόφωνη από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση τῆς 3ης Απριλίου 1827, στην Τροιζήνα, Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης αναφέρει στα απομνημονεύματά του τη διαδικασία της εκλογής, επισημαίνοντας ότι θεωρούσε τον Καποδίστρια ως την καλύτερη λύση για την ηγεσία του έθνους: «Τέλεια πληρεξουσιότητα σ’ αυτόν γιατί ήταν ο μόνος άνθρωπος ικανός».
Η άφιξή του στην Ελλάδα το 1828, ως πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου κράτους, σηματοδότησε μια νέα εποχή για το Έθνος. Ο Καποδίστριας αφιερώθηκε στην οικοδόμηση των θεσμών, την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης και την οικονομική ανόρθωση της χώρας, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις αντιξοότητες μιας κοινωνίας που έβγαινε από μακροχρόνιο πόλεμο και εμφύλιες διαμάχες.
Αμέσως μόλις ανέλαβε την Κυβέρνηση σύστησε Πολεμικό Συμβούλιο, Υπουργικό Συμβούλιο και Εκκλησιαστική Επιτροπή και Τμήματα Οικονομίας, Εσωτερικών και Πολεμικών. Έλαβε μέτρα για την καταπολέμηση της πειρατείας και της ληστείας, αποκατέστησε την ασφάλεια και την ευνομία στις πόλεις και στην επαρχία, οργάνωσε κυβερνητικές υπηρεσίες και επαρχιακή διοίκηση, ανασύνταξε τον στρατό και τον στόλο, έθεσε σε λειτουργία την οικονομία της χώρας και εξασφάλισε με διάφορους τρόπους τα απαιτούμενα χρήματα για την κάλυψη των κρατικών δαπανών, που είχε περιορίσει στο ελάχιστο.
Ίδρυσε δικαστήρια, φρόντισε για την είσπραξη των φόρων απ᾿ ευθείας από την Κυβέρνηση, χωρίς την ύποπτη μεσολάβηση των προκρίτων, με αποτέλεσμα να μειωθεί η πολιτική τους δύναμη. Έλαβε μέτρα για την ανάπτυξη της Εθνικής Παιδείας και φρόντισε για την έκδοση σχολικών βιβλίων. Το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1829 μετέφερε την έδρα της Κυβέρνησης από την Αίγινα, που ήταν μέχρι τότε πρωτεύουσα, στο Ναύπλιο, που ορίστηκε προσωρινά ως ΄΄καθέδρα τῆς κυβέρνησης΄΄
Στο θέμα της παιδείας η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια υπήρξε θεμελιώδης για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η πρόοδος του έθνους εξαρτάται άμεσα από την ανάπτυξη της εκπαίδευσης και την καλλιέργεια του ήθους των πολιτών. Σε επιστολή του προς τον Ανδρέα Μουστοξύδη, διατυπώνει με σαφήνεια την άποψή του: «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής».
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Καποδίστριας ίδρυσε 121 σχολεία όλων των βαθμίδων, με 9.246 μαθητές, ενώ άλλοι 5.000 μαθητές διδάσκονταν από ελεύθερους δασκάλους. Εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε το Ορφανοτροφείο της Αίγινας, το Κεντρικό Σχολείο (Εϋνάρδειο) και την πρώτη Εθνική Βιβλιοθήκη. Η εκπαιδευτική του πολιτική εστίαζε στη δωρεάν φοίτηση, στη μετεκπαίδευση των δασκάλων και στη σύνταξη νέων σχολικών βιβλίων, με στόχο τη συστηματική και ομοιόμορφη διδασκαλία σε όλη την επικράτεια.
Η παιδαγωγική παρακαταθήκη του Καποδίστρια δεν περιορίζεται στην ίδρυση σχολείων, αλλά επεκτείνεται στη διαμόρφωση ενός εκπαιδευτικού συστήματος που συνδυάζει την αρχαία ελληνική γραμματεία, τα χριστιανικά ιδεώδη και τις ευρωπαϊκές ιδέες. Ο ίδιος τόνιζε την ανάγκη για «σύμμετρο μάθηση», όπου η διάπλαση του ήθους προηγείται της απόκτησης τεχνικών γνώσεων. Η εκπαίδευση, κατά τον Καποδίστρια, αποτελεί το μέσο για την ενότητα του έθνους και την αποτροπή των εμφυλίων διχονοιών, ενώ η ελληνορθόδοξη παράδοση λειτουργεί ως θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας.
Σημαντικό στοιχείο της εκπαιδευτικής του πολιτικής ήταν η έμφαση στην ελληνόγλωσση παιδεία και η επιλογή δασκάλων με αγάπη για τη γλώσσα και τη θρησκεία. Ο Καποδίστριας θεωρούσε ότι η γλώσσα αποτελεί βασικό στοιχείο του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και ότι η απώλεια της γλώσσας και των ηθών οδηγεί στην «εξέθνωσιν» των Ελλήνων.
Η παιδαγωγική παρακαταθήκη του Καποδίστρια παραμένει διαχρονική, καθώς θεμελίωσε τις βάσεις για τη δημόσια εκπαίδευση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, αξίες που εξακολουθούν να αποτελούν ζητούμενο στην ελληνική κοινωνία.
Η ηθική ακεραιότητα και η ανιδιοτέλεια του Ιωάννη Καποδίστρια αποτελούν πρότυπο για κάθε δημόσιο λειτουργό. Ο ίδιος αρνήθηκε να λάβει μισθό ως Κυβερνήτης, δηλώνοντας: «Απεχόμενοι εν όσω τα ιδιαίτερα μας χρηματικά μέσα μας εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν, μέχρι του οβολού, τα δημόσια χρήματα προς ιδίαν χρήσιν». Η στάση αυτή δεν ήταν απλώς συμβολική, αλλά ουσιαστική, καθώς ο Καποδίστριας διέθεσε μεγάλο μέρος της προσωπικής του περιουσίας για τις ανάγκες του κράτους και της Επανάστασης, ενώ ζούσε με λιτότητα και πειθαρχία.
Δεν απολάμβανε τις ανέσεις και τις απολαβές το αξιώματός του, έζησε ως ακτήμων ασκητής, διαθέτοντας τα χρήματά του για τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Δεν δέχθηκε τον μισθό του Κυβερνήτη, αντιθέτως, προσέφερε και από την πατρική του περιουσία. Σεβάστηκε και προσπάθησε να προστατεύσει την Εκκλησία να παραμείνει ελεύθερη χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, διότι την πονούσε και την αγαπούσε με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια. Ήταν ο Κυβερνήτης της προσευχής και της ταπεινότητος με βαθιά και συνειδητή Πίστη στο Θεό.
Η ηθική ηγεσία του Καποδίστρια εκδηλώθηκε και στη διαχείριση της εξουσίας. Επιδίωξε τη δημιουργία ισχυρών θεσμών και τη διαφάνεια στη διακυβέρνηση, απορρίπτοντας κάθε μορφή προσωρινότητας και αυθαιρεσίας. Η φράση του «Οι ΄΄επιτροπές ΄΄ και η ΄΄ προσωρινότης ΄΄’ κατέστρεψαν την Ελλάδα» αποτυπώνει την πεποίθησή του για την ανάγκη μόνιμης και οργανωμένης κυβέρνησης, βασισμένης σε αρχές και όχι σε προσωποπαγή συμφέροντα.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1770 στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας, σε μια εποχή αναταραχής λόγω των Ορλωφικών. Ο πατέρας του, Κωνσταντής, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Ορλωφικών, γεγονός που σημάδεψε βαθιά τον νεαρό Θεόδωρο.
Από μικρή ηλικία, ο Κολοκοτρώνης ακολούθησε το δρόμο του αρματολού και του κλέφτη, αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο και στη διαχείριση των τοπικών κοινωνιών. Η ζωή του χαρακτηρίστηκε από συνεχείς διώξεις, εξορίες και αγώνες για την επιβίωση, στοιχεία που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του και την αντίληψή του για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.
Η στρατιωτική του σταδιοδρομία κορυφώθηκε με την ανάδειξή του σε Αρχιστράτηγο των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων κατά την Επανάσταση του 1821. Η στρατηγική του ιδιοφυΐα, η διορατικότητα και η προσωπική του ηγεσία υπήρξαν καθοριστικά για την έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων, καθιστώντας τον ως μια από τις πιο σεβαστές μορφές της ελληνικής ιστορίας.
Μέσα στο ίδιο πνεύμα του Καποδίστρια και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπήρξε πρότυπο ανδρείας, λιτότητας και αφοσίωσης στο κοινό καλό. Η ζωή του χαρακτηρίστηκε από συνεχείς θυσίες για την πατρίδα, όπως ο ίδιος καταγράφει στα απομνημονεύματά του: «Κρατάω 49 χρόνους στο χέρι το σουλντάδο και πολεμώ για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ’ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δεν δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω». Αυτή την Πίστη ο Γέρος του Μοριά την ομολογούσε διαρκώς και με αυθεντική αγνότητα και παρρησία . Άλλωστε γραφή και ανάγνωση έμαθε κοντά σε ένα μοναχό στο Μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων της Βυτίνας όπου είχε καταφύγει ο μικρός Θεοδωράκης. Λέγει ο ίδιος, ΄΄ «Τὸ Ψαλτήρι, τὸ ᾿κτωήχι, ὁ Μηναῖος, ἄλλαι προφητεῖαι, ἦσαν τὰ βιβλία ὁποὺ ἀνέγνωσα…»
Η ανιδιοτέλεια του Κολοκοτρώνη εκδηλώθηκε στην απόλυτη αφοσίωσή του στον αγώνα για την ελευθερία, χωρίς να επιδιώξει προσωπικά οφέλη ή εξουσία. Η στάση του απέναντι στους πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις εμφύλιες διαμάχες υπήρξε ενωτική και συμφιλιωτική. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο ίδιος προσπάθησε να αποτρέψει τον εμφύλιο σπαραγμό και να διαφυλάξει την ενότητα του έθνους: «Εγώ έκαμα ό,τι μπορούσα για να σταματήσει ο εμφύλιος σπαραγμός».
Η λιτότητα και η απλότητα του βίου του αναδεικνύονται τόσο στη στρατιωτική του δράση όσο και στην προσωπική του ζωή. Ο Κολοκοτρώνης ήταν λιτοδίαιτος, πειθαρχημένος και σκληραγωγημένος, πρώτος στη μάχη και παράδειγμα για τους συμπολεμιστές του. Η ψυχραιμία, η αποφασιστικότητα και η συγχωρητικότητα που επέδειξε, ακόμη και μετά την άδικη φυλάκισή του από τη βαυαρική αντιβασιλεία, φανερώνουν το μεγαλείο του χαρακτήρα του.
Η στρατιωτική δράση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη υπήρξε καθοριστική για την επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης. Η στρατηγική του ιδιοφυΐα αναδείχθηκε ιδιαίτερα στη Μάχη των Δερβενακίων το 1822, όπου, με συντονισμένες ενέργειες και τακτική «καμένης γης», κατάφερε να εγκλωβίσει και να συντρίψει τον στρατό του Δράμαλη, σώζοντας την Επανάσταση από βέβαιη καταστολή.
Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε με επιτυχία τακτικές ανταρτοπολέμου, αξιοποιώντας τη γνώση του εδάφους, την ευελιξία και την ψυχολογική υποστήριξη των στρατευμάτων του. Η ικανότητά του να εμπνέει εμπιστοσύνη και ενθουσιασμό στους μαχητές, καθώς και η προσαρμοστικότητά του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, τον κατέστησαν αδιαμφισβήτητο ηγέτη του αγώνα και μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ιστορίας.
Έτσι με την αφοσίωσή του στην ενότητα του έθνους, αναδεικνύεται ως σύμβολο θυσίας και πατριωτισμού. Η πίστη του στη δύναμη της συλλογικής προσπάθειας και η έμφαση στην εθνική κληρονομιά αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Στον εμβληματικό λόγο του προς τους μαθητές του Α΄ Γυμνασίου Αθηνών το 1838, τόνισε τη σημασία της εγκύκλιας παιδείας και της εθνικής κληρονομιάς, αναγνωρίζοντας τη δική του στέρηση παιδείας ως κίνητρο για την προώθηση της μόρφωσης των επόμενων γενεών.
Η σχέση μεταξύ του Ιωάννη Καποδίστρια και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη υπήρξε καθοριστική για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης και τη συγκρότηση του νέου κράτους. Οι δύο άνδρες, παρά τις διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες, συνδέθηκαν με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον τις αρετές της ηγεσίας και της ανιδιοτέλειας.
Η πρώτη γνωριμία τους τοποθετείται πιθανότατα γύρω στο 1805-1806, ενώ η σημαντικότερη συνάντησή τους έλαβε χώρα το 1819 στην Κέρκυρα. Ήταν τότε που ο Καποδίστριας, ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, επισκέφθηκε την πατρίδα του και συνάντησε τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο λόγω των διώξεων.
Η αλληλογραφία μεταξύ των δύο ανδρών αποκαλύπτει τον αμοιβαίο σεβασμό και την εμπιστοσύνη που υπήρχε. Σε ένα σημείο επιστολής του Στρατηγού προς τον Καποδίστρια αναφέρεται: «Αἱ κρίσεις Σας περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὄντως σοφαὶ καὶ αἱ συμβουλαὶ τὰς ὁποίας δίδετε ἀπὸ ἔνθερμον ἐμπνέονται πατριωτισμόν». Αλλά και ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Κολοκοτρώνη σημαντικές διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις, αναγνωρίζοντας την αξία του ως στρατηγού και ηγέτη της Πελοποννήσου
Ο Καποδίστριας, με το όραμά του για ένα ισχυρό κράτος βασισμένο στην εκπαίδευση, την οικονομική αυτοτέλεια και τη θεσμική σταθερότητα, προσέφερε πολύτιμα μαθήματα ηγεσίας που εξακολουθούν να εμπνέουν τη σύγχρονη πολιτική και διοίκηση. Ένα ισχυρό όμως κράτος είχε την ανάγκη από την αποκατάσταση και ενός ισχυρού θεσμού κρατικής κυριαρχίας που θα είχε την δυνατότητα διεκδικήσεων των ελληνικών περιοχών που δεν είχαν ακόμη ελευθερωθεί. Και ο θεσμός αυτός ήταν οι σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις που αφ΄ ενός μεν, θα εξασφάλιζαν την εσωτερική ασφάλεια, αφ΄ ετέρου δε, θα λειτουργούσαν υποστηρικτικά και για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.
Για το λόγο αυτό και προκειμένου να υποστηρίξει τον πολιτικό του σκοπό που ήταν η συνέχιση του πολέμου και η απελευθέρωση των ελληνικών εδαφών μέχρι την γραμμή του Κόλπου του Παγασητικού – Κόλπου Άρτας και η εκδίωξη του αιγυπτιακού στρατού και στόλου από την Πελοπόννησο, έλαβε άμεσα μέτρα για την αναδιοργάνωση του στρατού και του ναυτικού. Ως εκ τούτου με το Β΄ Ψήφισμα της 23ης Ιανουαρίου 1928 συνέστησε το Πολεμικό Συμβούλιο στο οποίο προέδρευε ο ίδιος, αναδιοργάνωσε τον στρατό μετατρέποντας τα Άτακτα τμήματα σε τακτικό στρατό και μεταφέροντας τα ιδιόκτητα μέχρι τότε πλοία στην δικαιοδοσία του κράτους δημιουργώντας έτσι τον πρώτο Ελληνικό Στόλο.
Για να εξασφαλίσει την ενότητα της διοίκησης του Στρατού και του Στόλου ανέλαβε προσωπικά την Διοίκηση και την Γενική Διεύθυνση των Επιχειρήσεων που μέχρι τότε ασκούσε ο Άγγλος Αρχιστράτηγος Τσώρτς. Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει στο θέμα της δημιουργίας του σύγχρονου Στρατού ήταν η αποκατάσταση της πειθαρχίας και της ιεραρχίας εξ αιτίας της νοοτροπίας των Ατάκτων στρατευμάτων, των απείθαρχων αξιωματικών και των ηλικιωμένων οπλαρχηγών που δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθούν τις νέες δομές που ερχόταν.
Για να αντιμετωπίσει την ανάγκη για νέα, επιστημονικά κατηρτισμένα και εκπαιδευμένα Στελέχη, ίδρυσε τον ΄΄ Λόχο Ευελπίδων ΄΄ και ανέθεσε την οργάνωση και λειτουργία της Σχολής Ευελπίδων στον Βαυαρό Συνταγματάρχη Γουλιέλμο φον Χέυδεκ. Η τεράστια προσπάθεια για την αναδιοργάνωση του Στρατού και του Στόλου από τον Καποδίστρια ολοκληρώθηκε με την τελευταία νικηφόρα απελευθερωτική μάχη της Πέτρας στη Βοιωτία τον Σεπτέμβριο του 1829. Ο Καποδίστριας επιδεικνύοντας πέραν από τις πολιτικές και τις έμφυτες στρατιωτικές ηγετικές του ικανότητες, κατόρθωσε μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια από αφίξεώς του στην Ελλάδα, να συγκροτήσει σύγχρονες και αποτελεσματικές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις.
Οι αξίες που ενσάρκωσαν ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπερβαίνουν τα όρια της εποχής τους και παραμένουν επίκαιρες για το Ελληνικό Έθνος. Η έμφαση στην παιδεία, την ηθική, την ανιδιοτέλεια και τη χρηστή διακυβέρνηση αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο για την πρόοδο και την ενότητα της κοινωνίας.
Η διακυβέρνηση όμως του Ιωάννη Καποδίστρια δεν υπήρξε ανέφελη. Οι ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου και της Ύδρας, φοβούμενες την απώλεια της εξουσίας τους, συνωμότησαν εναντίον του, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για την προτίμηση του Καποδίστρια προς τη Ρωσία.
Η αντικαποδιστριακή κίνηση κορυφώθηκε με τη δολοφονία του Κυβερνήτη το 1831 από μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Η δολοφονία αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ως αφετηρία μιας μακράς περιόδου πολιτικής αστάθειας και ξενοκρατίας, που καθυστέρησε την εθνική ενοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του κράτους.Η δολοφονία του Καποδίστρια θεωρήθηκε από τον Κολοκοτρώνη ως πλήγμα για το έθνος: «Ο δολοφονήσας τον Καποδίστριαν, εδολοφόνησε την Ελλάδα».
Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης όμως, παρά τη γενική αναγνώριση της προσφοράς του, υπήρξε επίσης αντικείμενο κριτικής και αντιπαραθέσεων. Οι πολιτικές συγκρούσεις της εποχής, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, οδήγησαν στη φυλάκισή του από την κυβέρνηση των Βαυαρών και στην παρ’ ολίγον θανατική του καταδίκη. Ωστόσο, η στωική του στάση μέσα στη φυλακή και η συγχωρητικότητα που επέδειξε μετά την αποφυλάκισή του, φανερώνουν την ποιότητα του χαρακτήρα του και τον καθιστούν κορυφαίο παράδειγμα αφοσίωσης και υπομονής. Η ιστορική αποτίμηση του Κολοκοτρώνη αναγνωρίζει την κορυφαία συμβολή του στην επιτυχία της Επανάστασης και στην εδραίωση της εθνικής ενότητας, παρά τις αντιξοότητες και τις αντιπαραθέσεις που αντιμετώπισε.
Συμπερασματικά, η ζωή και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη αποτελούν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και προβληματισμού για το ελληνικό έθνος. Οι δύο αυτοί ηγέτες, με την βαθιά τους Πίστη στο Θεό, με την αφοσίωσή τους στην πατρίδα, την ανιδιοτελή προσφορά τους και την έμφαση στην παιδεία και την ηθική, έθεσαν τα θεμέλια για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου κράτους και τη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας βασισμένης σε διαχρονικές αξίες.
Η παιδαγωγική παρακαταθήκη του Καποδίστρια, η στρατηγική ιδιοφυΐα και η ηθική ακεραιότητα του Κολοκοτρώνη, η συνεργασία και ο αμοιβαίος σεβασμός τους, αποτελούν πρότυπα για τη σύγχρονη κοινωνία και τη δημόσια ζωή. Η διαχρονική σημασία των αξιών τους έγκειται στην ικανότητά τους να εμπνέουν ενότητα, αλληλεγγύη και προσανατολισμό προς το κοινό καλό, στοιχεία απαραίτητα για την πρόοδο και την ευημερία του έθνους.
Η μελέτη του ΄΄Βίου και της Πολιτείας ΄΄των δύο ηγετών αναδεικνύει τη βαθιά ριζωμένη πεποίθησή τους ότι η Πίστη στο Θεό, η αγάπη στην Πατρίδα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η παιδεία αποτελούν τα θεμέλια της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής συνοχής. Οι υποθήκες τους παρ΄ ότι δεν είναι αυτονόητες, παραμένουν διαχρονικές, καλώντας κάθε γενιά να αντλήσει διδάγματα και να συνεχίσει τον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον.
*Ο Αντγος Θεόκλητος Ρουσάκης γεννήθηκε το 1955 στην Δράμα όπου το 1973 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.
Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1973, και αποφοίτησε το 1977, ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού.
Είναι απόφοιτος των Σχολείων όλων των Σχολείων Πεζικού, των Σχολείων Ειδικών Δυνάμεων, της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου και της Σχολής Εθνικής Αμύνης.
Έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Διαχείριση Κρίσεων από το Πανεπιστήμιο ABERDEEN ( Αμπερντήν ) της Σκωτίας.
Έχει διοικήσει όλα τα κλιμάκια Διοικήσεως στις Ειδικές Δυνάμεις μέχρι και το Επίπεδο του Σώματος Στρατού.
Από το 2004 έως το 2006 υπηρέτησε ως Ακόλουθος Άμυνας στην Ελληνική Πρεσβεία στα Τίρανα και εν συνεχεία ως Διοικητής της Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ
Το Μάρτιο του 2008 προήχθη στο βαθμό του Υποστρατήγου και τοποθετήθηκε ως Διοικητής της Μεραρχίας στη Ρόδο και ακολούθως στο ΓΕΣ ως Διευθυντής Ειδικών Δυνάμεων.
Το 2010 προήχθη στο βαθμό του Αντιστρατήγου και τοποθετήθηκε ως Διοικητής του Β΄ ΣΣ στη Βέροια.
Είναι πτυχιούχος Αλεξιπτωτιστής και Υποβρύχιος Καταστροφέας μέχρι την ημέρα της αποστρατείας του.
Έχει τιμηθεί με όλα τα μετάλλια και τις διαμνημονεύσεις που προβλέπονται για το βαθμό και τα καθήκοντά του
Έχει τιμηθεί από την Κυβέρνηση της Αλβανίας και από την Κυβέρνηση της Αρμενίας, με ειδικό μετάλλιο και τιμητική διάκριση, για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που προσέφερε στην ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της άμυνας με τις παραπάνω χώρες.
Έχει τιμηθεί το 2010 από την Ιερά Μητρόπολη Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας με το Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου Παύλου και το 2011 από την Ιερά Μητρόπολη Δράμας με το Χρυσούν Μετάλλιο του Αγ Χρυσοστόμου.
Με απόφαση του ΚΥΣΕΑ, τη 2 Νοεμβρίου 2011 ο Αντιστράτηγος Θεόκλητος Ρουσάκης, κρίθηκε ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του και του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επιτίμου Διοικητού του Β΄ Σώματος Στρατού. .
GEOPOLITICO
Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Του Νίκου Ι. Σπανού, Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων
Η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Τα πλοία καλούνται να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές τους, να εγκαταλείψουν σταδιακά τα συμβατικά καύσιμα και να υιοθετήσουν τεχνολογίες φιλικότερες προς το περιβάλλον.
Πίσω όμως από τη μεγάλη υπόσχεση της πράσινης μετάβασης αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το περιβάλλον, δημιουργούμε νέους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων;
Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.
Το καύσιμο του μέλλοντος μπορεί να γίνει ο κίνδυνος του παρόντος
Η αμμωνία, η μεθανόλη και το υδρογόνο βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης της ναυτιλίας.
Κάθε καύσιμο, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά επικινδυνότητας.
Η αμμωνία είναι ιδιαίτερα τοξική και μια ανεξέλεγκτη διαρροή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η μεθανόλη είναι εύφλεκτη και τοξική, ενώ το υδρογόνο απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές αποθήκευσης και διαχείρισης, λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς του.
Φανταστείτε ένα εμπορικό πλοίο που ανεφοδιάζεται με αμμωνία σε λιμάνι κοντά σε κατοικημένη περιοχή.
Ένα τεχνικό σφάλμα, μια αστοχία σύνδεσης ή η ανεπαρκής εφαρμογή διαδικασιών ασφαλείας θα μπορούσαν, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσουν σε επικίνδυνη έκλυση αερίου.
Τότε το ζήτημα δεν θα αφορούσε αποκλειστικά το πλήρωμα.
Θα αφορούσε τους χρήστες λιμένων, τις γειτονικές εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.
Ποιος θα αντιμετωπίσει το πρώτο μεγάλο περιστατικό;
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός επανέφερε στο επίκεντρο την ανάγκη εκπαίδευσης των ναυτικών στα εναλλακτικά καύσιμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης που συνδέονται με αυτά.
Το μήνυμα είναι ουσιαστικό.
Δεν αρκεί να σχεδιάζουμε πλοία νέας τεχνολογίας. Πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι τα πληρώματα και οι λιμενικές υπηρεσίες είναι πραγματικά προετοιμασμένα να διαχειριστούν τους νέους κινδύνους.
Ένα συμβατικό περιστατικό διαρροής πετρελαιοειδών δεν αντιμετωπίζεται με τις ίδιες επιχειρησιακές μεθόδους που απαιτεί μια διαρροή αμμωνίας.
Η αντιμετώπιση προϋποθέτει διαφορετικό εξοπλισμό, ειδική εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, σχέδια έκτακτης ανάγκης και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ εμπλεκόμενων αρχών.
Η Ελλάδα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση
Για την Ελλάδα, με τη μεγάλη εμπορική ναυτιλία, τα πολυάριθμα λιμάνια και τη στενή σύνδεση λιμενικών δραστηριοτήτων με αστικές περιοχές, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προετοιμασία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση νέων υποδομών ανεφοδιασμού.
Απαιτείται προηγουμένως ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας, καθορισμός ζωνών ασφαλείας, επικαιροποίηση σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού.
Το Λιμενικό Σώμα, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες διαδικασίες.
Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ανθρώπινης ασφάλειας.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται πρώτα μια κόκκινη γραμμή
Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελεί αναγκαίο στρατηγικό στόχο. Δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε αγώνα τεχνολογικής ταχύτητας χωρίς αντίστοιχη εξέλιξη των κανόνων ασφαλείας.
Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε μειωμένες εκπομπές ρύπων, αλλά και στην ικανότητα πρόληψης ατυχημάτων, προστασίας της ανθρώπινης ζωής και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς να κατασκευάσουμε το πλοίο του μέλλοντος. Είναι να διασφαλίσουμε ότι το πλοίο του μέλλοντος δεν θα μεταφέρει μαζί με το φορτίο του και έναν νέο, ανεπαρκώς ελεγχόμενο κίνδυνο.
Γιατί η ναυτιλία δεν θα γίνει πραγματικά πράσινη εάν προηγουμένως δεν παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στην ασφάλεια.
Και το επόμενο μεγάλο ναυτικό ατύχημα δεν πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για να ανακαλύψουμε όσα οφείλαμε να έχουμε προβλέψει σήμερα.
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα δεν πρέπει να περιμένει την εκδήλωση ενός σοβαρού ατυχήματος για να αναγνωρίσει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται προληπτικός σχεδιασμός, διαρκής αξιολόγηση των νέων κινδύνων και ουσιαστική επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα. Γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη της σύγχρονης ναυτιλίας δεν είναι μόνο να παραδώσει στις επόμενες γενιές καθαρότερες θάλασσες, αλλά και να διασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές, καθώς και οι κοινωνίες που ζουν δίπλα τους, θα παραμείνουν ασφαλείς. Η πράσινη μετάβαση θα αποτελεί πραγματική επιτυχία μόνο όταν η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης
Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.
Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.
Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.
Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.
Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].
Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.
Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .
Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.
Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.
Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.
Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].
Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].
Σημειώσεις και παραπομπές
[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.
[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.
[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.
[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.
[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.
Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.
Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία
Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.
«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.
Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.
Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.
Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.
Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.
Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.
Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ
Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.
Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.
Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.
Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.
Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».
Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.
Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»
Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.
Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.
Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.
Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.
Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.
Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες
Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.
Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.
Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.
Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.
Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.
Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.
Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.
Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.
Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.
Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας