Ακολουθήστε μας

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Ναχιτσεβάν: Η ιστορία μιας αρμενικής περιοχής που άλλαξε τον χάρτη του Καυκάσου

Η ιστορία της περιοχής είναι μακρά και σύνθετη και για πολλούς αιώνες συνδεόταν στενά με τον αρμενικό κόσμο.

Δημοσιεύτηκε στις

Από τον Αρντασές Γιαγουπιάν

Το Ναχιτσεβάν είναι μια περιοχή του Νοτίου Καυκάσου που σήμερα αποτελεί αυτόνομη δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, αν και είναι γεωγραφικά αποκομμένη από το υπόλοιπο κράτος. Συνορεύει με την Αρμενία, το Ιράν και διαθέτει ένα μικρό σύνορο με την Τουρκία.

Η ιστορία της περιοχής είναι μακρά και σύνθετη και για πολλούς αιώνες συνδεόταν στενά με τον αρμενικό κόσμο. Στην αρχαιότητα αποτελούσε μέρος του βασιλείου της Μεγάλης Αρμενίας και αναφερόταν στις αρμενικές πηγές ως Ναχιτσεβάν. Η αρμενική παράδοση συνδέει μάλιστα το όνομα της περιοχής με τον βιβλικό Νώε, καθώς σύμφωνα με την παράδοση μετά τον κατακλυσμό εγκαταστάθηκε κοντά στο Βουνό Αραράτ και το όνομα ερμηνεύεται συχνά ως «τόπος της πρώτης αποβίβασης» (Nakh-ijevan).

Κατά την αρχαιότητα και τον πρώιμο μεσαίωνα η περιοχή κατοικούνταν κυρίως από Αρμένιους και αποτελούσε σημαντικό κέντρο αρμενικής εκκλησιαστικής και εμπορικής ζωής. Μετά τον 7ο αιώνα το Ναχιτσεβάν πέρασε διαδοχικά στην κυριαρχία διαφόρων αυτοκρατοριών, αρχικά του Αραβικού Χαλιφάτου, αργότερα των Σελτζούκων και στη συνέχεια των Μογγόλων και της περσικής δυναστείας των Σαφαβιδών. Παρά τις πολιτικές αλλαγές, ο αρμενικός πληθυσμός παρέμεινε ισχυρός για πολλούς αιώνες και σημαντικό κέντρο της περιοχής ήταν η πόλη Τζούλφα (Julfa), γνωστή για το εμπόριό της και για το τεράστιο νεκροταφείο με χιλιάδες αρμενικές Σταυρόπετρες (khachkars).

Η δημογραφική ισορροπία άλλαξε δραματικά το 1604, όταν ο Σάχης Αμπάς ο Α’ ο Μέγας της Περσίας, στο πλαίσιο του πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διέταξε τη μαζική εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων Αρμενίων από την περιοχή προς το εσωτερικό της Περσίας. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην αρμενική συνοικία Νέα Τζούλφα (New Julfa) στο Ισπαχάν, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της αρμενικής διασποράς. Στις αρχές του 19ου αιώνα το Ναχιτσεβάν πέρασε από την περσική κυριαρχία στη Ρωσική Αυτοκρατορία μετά τον ρωσοπερσικό πόλεμο και τη συνθήκη Συνθήκη του Τουρκμεντσάι του 1828. Κατά τη ρωσική περίοδο αρκετοί Αρμένιοι επέστρεψαν από την Περσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως η περιοχή είχε ήδη μετατραπεί σε εθνοτικά μικτή.

Μετά την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1917 το Ναχιτσεβάν έγινε αντικείμενο σύγκρουσης μεταξύ της Αρμενίας και του νεοσύστατου Αζερμπαϊτζάν και η εξουσία στην περιοχή άλλαξε αρκετές φορές μέσα σε λίγα χρόνια. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ξέσπασε στην περιοχή του όρους Αραράτ κουρδική εξέγερση εναντίον των τουρκικών αρχών, γνωστή ως εξέγερση του Αραράτ (ή εξέγερση του Αγρί). Οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν την ανατολική πλαγιά του Μικρού Αραράτ, η οποία τότε βρισκόταν στο έδαφος του Ιράν, ως καταφύγιο και βάση επιθέσεων. Για να καταστείλει πλήρως την εξέγερση, η Τουρκία επιδίωξε να αποκτήσει έλεγχο ολόκληρης της περιοχής του Αραράτ.

Η δημιουργία του θύλακα του Ναχιτσεβάν οφείλεται κυρίως στις σοβιετοτουρκικές διευθετήσεις της περιόδου 1920–1921 και ιδιαίτερα στη Συνθήκη της Μόσχας (1921) και στη Συνθήκη του Καρς. Μετά τη σοβιετοποίηση της περιοχής το 1920, η Σοβιετική Ρωσία και η κεμαλική Τουρκία κατέληξαν σε συμφωνία σύμφωνα με την οποία το Ναχιτσεβάν δεν θα ενσωματωνόταν στην Αρμενία αλλά θα αποτελούσε αυτόνομη περιοχή υπό την προστασία του Αζερμπαϊτζάν, με τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε τρίτο κράτος. Η Άγκυρα επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή τη ρύθμιση, καθώς επιδίωκε αφενός να αποτρέψει τη δημιουργία ενός συνεχούς αρμενικού εδάφους που θα θα έφθανε έως τα σύνορα της Τουρκίας και αφετέρου να διατηρήσει γεωπολιτική επιρροή στον Νότιο Καύκασο μέσω του Αζερμπαϊτζάν. Ως αποτέλεσμα, το Ναχιτσεβάν κατέληξε να ανήκει στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όμως να έχει εδαφική συνέχεια με αυτό, αποτελώντας έναν θύλακα που συνορεύει μόνο με την Αρμενία, το Ιράν και την Τουρκία.

Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ επιδίωκε επίσης να δημιουργήσει χερσαία σύνδεση της Τουρκίας με το Ναχιτσεβάν, καθώς αυτό θεωρούνταν μέσο ενίσχυσης της τουρκικής επιρροής στην περιοχή και διασφάλισης δεσμών με τον τουρκικό κόσμο. Η σύνδεση αυτή επιτεύχθηκε τελικά με τη Συνθήκη της Τεχεράνης (1932), μια διμερή συμφωνία μεταξύ του Ιραν και της Τουρκίας για τη ρύθμιση των συνόρων τους και την ανταλλαγή ορισμένων εδαφών. Στόχος της συμφωνίας ήταν η οριστική διευθέτηση συνοριακών διαφορών που είχαν παραμείνει ασαφείς μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, το Ιράν αποδέχθηκε να παραχωρήσει στην Τουρκία τις στρατηγικής σημασίας πλαγιές του Μικρού Αραράτ καθώς και έναν στενό διάδρομο γης κατά μήκος του ποταμού Καρασού, παραπόταμου του Αράξη. Ο διάδρομος αυτός δημιούργησε την άμεση χερσαία σύνδεση της Τουρκίας με το Ναχιτσεβάν. Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραχώρησε στο Ιράν εδάφη στην περιοχή του Κοτούρ στην επαρχία Βαν, καθώς και μια περιοχή κοντά στο Μπατζίργκε, περιοχές που η Περσία διεκδικούσε επί μακρόν. Η ανταλλαγή αυτή είχε σχετικά μικρή εδαφική κλίμακα, όμως οδήγησε σε αναχάραξη τμήματος των συνόρων στην περιοχή του Αραράτ και είχε σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Μετά την εφαρμογή της συνθήκης, η Τουρκία απέκτησε ένα μικρό αλλά κρίσιμο σύνορο περίπου 10 έως 13 χιλιομέτρων με το Ναχιτσεβάν, ενώ το Ιράν έλαβε τα εδαφικά ανταλλάγματα στην περιοχή Κοτούρ κοντά στα σημερινά σύνορα των δύο χωρών. Παράλληλα, ολόκληρη η περιοχή του Μικρού Αραράτ πέρασε οριστικά υπό τουρκικό έλεγχο. Ο λεγόμενος διάδρομος Καρασού αποτελεί μέχρι σήμερα μια στενή λωρίδα γης που βρίσκεται νότια του Αραράτ και κοντά στο Μικρό Αραράτ, ακολουθώντας την κοίτη του ποταμού Καρασού, και το μήκος του συνόρου κυμαίνεται περίπου μεταξύ 10 και 17 χιλιομέτρων, ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης. Πριν από το 1932 η Τουρκία δεν είχε άμεσο σύνορο με το Ναχιτσεβάν, ενώ η ανατολική πλευρά του Μικρού Αραράτ και μέρος της περιοχής ανήκαν στο Ιράν. Με τη νέα συνοριακή γραμμή το Ιράν παραχώρησε τον στενό αυτό διάδρομο και η Τουρκία απέκτησε άμεση επαφή με το Ναχιτσεβάν, δημιουργώντας έτσι τη μοναδική χερσαία σύνδεσή της με τον θύλακα του Αζερμπαϊτζάν.

Η σημασία αυτής της μικρής αλλαγής αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθος των εδαφών που ανταλλάχθηκαν, καθώς το νέο σύνορο επέτρεψε την άμεση γεωγραφική σύνδεση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν μέσω του Ναχιτσεβάν και ενίσχυσε τη δυνατότητα της Άγκυρας να διατηρεί στρατηγική παρουσία στον Νότιο Καύκασο. Μέχρι σήμερα αυτή η μικρή συνοριακή γραμμή θεωρείται κρίσιμη για τον άξονα Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν και συνδέεται συχνά με συζητήσεις για ευρύτερες γεωπολιτικές και μεταφορικές διαδρομές στον χώρο του λεγόμενου Παντουρανικού οράματος. Με άλλα λόγια, μια λωρίδα γης λίγων χιλιομέτρων που δημιουργήθηκε με τη συνθήκη του 1932 διαμόρφωσε τη γεωπολιτική σύνδεση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν για σχεδόν έναν αιώνα. Κατά τη σοβιετική περίοδο(ΕΣΣΔ) και ιδιαίτερα μετά το 1988 οι τελευταίοι Αρμένιοι εγκατέλειψαν την περιοχή του Ναχιτσεβάν και μεγάλο μέρος της αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς καταστράφηκε, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την πλήρη ισοπέδωση του νεκροταφείου Σταυρόπετρων της Τζούλφα μεταξύ 1998 και 2005, γεγονός που πολλοί ιστορικοί θεωρούν τη μεγαλύτερη καταστροφή αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς του 21ου αιώνα, ενώ σήμερα το Ναχιτσεβάν, έχει περίπου 450.000 κατοίκους σχεδόν αποκλειστικά αζερικής καταγωγής,

Ο θύλακας του Ναχιτσεβάν δεν αποτελεί «φυσικό» γεωγραφικό αποτέλεσμα, αλλά πολιτική κατασκευή της σοβιετοτουρκικής διπλωματίας του 1921, η οποία σχεδιάστηκε ώστε να περιορίσει την Αρμενία και να διασφαλίσει στρατηγική παρουσία της Τουρκίας στον Καύκασο. Το Ναχιτσεβάν αποτελεί επίσης έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το Αζερμπαϊτζάν πιέζει σήμερα για τη δημιουργία του λεγόμενου «διαδρόμου Ζανγκεζούρ» μέσα από τη νότια Αρμενία, ο οποίος θα συνέδεε απευθείας το Αζερμπαϊτζάν με το Ναχιτσεβάν και στη συνέχεια με την Τουρκία, μεταβάλλοντας σημαντικά τη γεωπολιτική ισορροπία στον Νότιο Καύκασο.

Είναι Μηχανικός Αερ/φών και εκπαιδευτής στο πρώτο πιστοποιημένο εκπαιδευτικό κέντρο κατά Part-147 ΜΤΟ της EASA στην Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Είναι ενεργό μέλος της Αρμενικής κοινότητας στην Ελλάδα. Ελληνοαρμένιος της διασποράς με καταγωγή των προγόνων από τη μαρτυρική Σμύρνη.

GEOPOLITICO

Όταν το δικαίωμα στη λήθη συγκρούεται με τη μνήμη της Εκκλησίας

Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου), Romfea.gr

Δημοσιεύτηκαν την 1η Οκτωβρίου 2026 οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Laila Medina για την υπόθεση C-12/25 (Bisdom Gent) που αφορά αίτημα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR).

Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής βελγικού Δικαστηρίου. Στις 30 Ιουνίου του 2026 πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του Δικαστηρίου η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώ μετά τη δημοσίευση των προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως επίκειται η τελική κρίση του.

Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:

Βέλγος υπήκοος, ο οποίος είχε βαπτισθεί Καθολικός όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει κάθε αναφορά στο πρόσωπό του από οποιοδήποτε φυσικό ή ψηφιακό μητρώο ή αρχείο. Προς στήριξη του αιτήματός του επικαλέστηκε το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Ακολούθως, η Επισκοπή κατέγραψε την αποχώρησή του, διαγράφοντας μεν με γραμμή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, διατηρώντας τα όμως σε αναγνώσιμη μορφή. Μη ικανοποιημένος από τον τρόπο αυτό αντιμετώπισης του αιτήματός του, υπέβαλε καταγγελία στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν.

Η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το οποίο, με τη σειρά του, ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ερμηνεύσει, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προτάσεις της επιβεβαιώνει αρχικά ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων εφαρμόζεται στην υπόθεση. Το μητρώο βαπτίσεων αποτελεί σύστημα αρχειοθέτησης κατά την έννοια του Κανονισμού (άρθρο 4 σημ. 6) και κατά συνέπεια, η επίμαχη επεξεργασία δεδομένων – η αποθήκευσή τους και, κατά περίπτωση, η ανάκτηση και η χρήση τους – πρέπει να είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.

Επιπλέον, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι η επεξεργασία από την Εκκλησία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος (πριν από την υποβολή του αιτήματος αποχώρησής του από την Εκκλησία) θα μπορούσε να θεωρηθεί σύννομη βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 6 παρ. 1 περ. στ’), ακόμη και ελλείψει ρητής συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ωστόσο, το πρόσωπο αυτό μπορεί, κατ’ αρχήν, να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων αυτών από το μητρώο βαπτίσεων, προβάλλοντας επισήμως αντίρρηση κατά της επεξεργασίας τους.

Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία των δεδομένων μόνον εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι (άρθρο 21 παρ. 1) που δικαιολογούν την επεξεργασία. Μολονότι η διασφάλιση της ορθής τέλεσης και διαχείρισης των μυστηρίων, περιλαμβανομένου του βαπτίσματος, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος λόγος, πρέπει επιπλέον να εξεταστεί κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και κατά πόσον το συμφέρον της Εκκλησίας υπερισχύει των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερόμενου προσώπου.

Εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε αυτή τη σύνθετη, κατά περίπτωση, εκτίμηση. Κατά τη στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει δύο ομάδες αντικρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων, τα οποία, στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται αμφότερα άξια σημαντικής προστασίας: αφ’ ενός, το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· αφ’ ετέρου, την αυτονομία της Εκκλησίας και τη δική της ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.

Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η διαγραφή και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο η απόρριψη του αιτήματος. Συναφώς, η Γενική Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από θρησκευτική κοινότητα από την οποία ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση και, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να του προκαλέσει συναισθηματική επιβάρυνση.

Αν η Εκκλησία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων για τους προαναφερθέντες λόγους ενδέχεται, παρά ταύτα, να μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία τους για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας (άρθρο 17 παρ. 3 περ. δ’ και άρθρο 89 παρ. 1).

Αυτό υπόκειται, ωστόσο, σε ορισμένες προϋποθέσεις: η επεξεργασία πρέπει να είναι αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς, να συμμορφώνεται με τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων και να τηρεί την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι μια δραστηριότητα αρχειοθέτησης πρέπει να εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, να στηρίζεται σε νομική υποχρέωση τήρησης αρχείων πληροφοριών ή εγγράφων και να συνεπάγεται κάποια μορφή πρόσβασης σε αυτά από δημόσιες αρχές ή από το ευρύ κοινό. Όσον αφορά την έννοια της ιστορικής έρευνας, αυτή πρέπει, στο πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, να νοείται ως αναφερόμενη κυρίως σε δραστηριότητες όπως εκείνες που ασκούνται από ακαδημαϊκούς ή ερευνητικούς οργανισμούς και οι οποίες μπορούν, εν τέλει, να ωφελήσουν την κοινωνία στο σύνολό της.

Τέλος, εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Εκκλησία δεν δικαιολογείται, η απλή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο μητρώο βαπτίσεων με μια γραμμή, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν αναγνώσιμα, σε συνδυασμό με την προσθήκη σημείωσης σχετικά με την αποχώρηση του προσώπου από την Εκκλησία, δεν συνιστά διαγραφή κατά την έννοια του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Εν κατακλείδι, όταν το δικαίωμα στη λήθη του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων συναντά τη μνήμη της Εκκλησίας, η σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο ανταγωνιστικά δικαιώματα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά ένα εκκλησιαστικό μητρώο: Είναι απλώς ένα αρχείο προσωπικών δεδομένων που υπόκειται στους κανόνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή ένα ιστορικό και κανονικό τεκμήριο γεγονότων τα οποία, για την Εκκλησία, δεν παύουν να έχουν συμβεί επειδή μεταβλήθηκε αργότερα η σχέση του προσώπου με αυτήν;

Κατά τη γνώμη μας, οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως επιχειρούν μεν να διατηρήσουν μια ισορροπία, αναγνωρίζοντας την εκκλησιαστική αυτονομία και τη σημασία των μυστηρίων, ωστόσο η αποδοχή ακόμη και της δυνατότητας ουσιαστικής εξάλειψης στοιχείων από ιστορικά μητρώα δημιουργεί έναν εύλογο προβληματισμό: Μήπως η λογική της προστασίας προσωπικών δεδομένων επεκτείνεται εν προκειμένω τόσο πολύ, ώστε να κινδυνεύει να μετατραπεί από εγγύηση της ιδιωτικότητας σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης της θεσμικής και ιστορικής μνήμης μιας θρησκευτικής κοινότητας;

Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ελληνική αποτροπή, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η πίεση της Άγκυρας για το καλώδιο

Την ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής και τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ τοποθετεί στο επίκεντρο της ανάλυσής του ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News», συνδέοντας την τουρκική πολεμική αρθρογραφία με τον ανταγωνισμό για τις θαλάσσιες ζώνες, τις ενεργειακές υποδομές και την επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και τα πυραυλικά συστήματα μέχρι την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και την τουρκική παρουσία στη Λιβύη, ο δημοσιογράφος περιγράφει μια αντιπαράθεση που εξελίσσεται ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, το διπλωματικό και το επικοινωνιακό πεδίο. Κεντρική θέση του είναι ότι η αναβάθμιση των ελληνικών δυνατοτήτων προκαλεί ανησυχία στην Άγκυρα, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική προετοιμασία ως σχεδιασμό επίθεσης.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο ισραηλινό ενδιαφέρον

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στις αναφορές που επικαλείται από τη Jerusalem Post για την ισραηλινή παρακολούθηση της τουρκικής δραστηριότητας στη Λιβύη. Όπως εξηγεί, το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποκτά, κατά την ισραηλινή προσέγγιση που παρουσιάζει, ευρύτερες διαστάσεις: συνδέεται με τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, την ενεργειακή ασφάλεια, τα υποθαλάσσια καλώδια και τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.

Στην ανάλυσή του, η πρόσβαση της Τουρκίας σε λιβυκές υποδομές και η επιδίωξη παρεμπόδισης ενεργειακών διαδρομών αφορούν τόσο τα ελληνικά όσο και τα ισραηλινά συμφέροντα. Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Λιβύη αποκτά μεγαλύτερη σημασία στον ισραηλινό στρατηγικό σχεδιασμό.

Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται σε δημοσίευμα για φερόμενη συνάντηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Σαντάμ Χαφτάρ. Διευκρινίζει, πάντως, ότι η συνάντηση δεν έχει επιβεβαιωθεί από την ισραηλινή ή τη λιβυκή πλευρά. Την αξιολογεί ως ενδεχόμενη ένδειξη αναζήτησης συνεργασιών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την τουρκική επιρροή.

«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Το βάρος στη διασύνδεση των συστημάτων

Στο στρατιωτικό σκέλος, ο Μουντζουρούλιας επικαλείται τουρκικές αναλύσεις για τις επιπτώσεις της ελληνικής εξοπλιστικής αναβάθμισης. Υποστηρίζει ότι η ανησυχία της Άγκυρας επικεντρώνεται στη δυνατότητα σύνδεσης ραντάρ, αισθητήρων, εκτοξευτών και αεροπορικών μέσων σε ένα κοινό επιχειρησιακό δίκτυο.

«Όλα αυτά τα συστήματα θα επικοινωνούν μεταξύ τους, θα υπάρχει συνεργασία. Και αυτό είναι το μυστικό με την “Ασπίδα του Αχιλλέα”», σημειώνει.

Περιγράφει την προοπτική μιας ευρύτερης εικόνας επιτήρησης από την Ελλάδα, μέσω της Κύπρου, μέχρι το Ισραήλ. Κατά την εκτίμησή του, η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τα Rafale, τα F-16 Viper και τη μελλοντική ένταξη των F-35, μπορεί να αυξήσει την ελευθερία δράσης της Πολεμικής Αεροπορίας.

Ανάλογη σημασία αποδίδει στα συστήματα PULS και Spike NLOS, παρουσιάζοντάς τα ως παράγοντες ενίσχυσης της αποτροπής και μεταβολής των επιχειρησιακών δεδομένων στο Αιγαίο.

Τα τουρκικά σενάρια για τις πρώτες ώρες μιας σύγκρουσης

Εκτενής είναι η αναφορά του στην τουρκική αρθρογραφία για υποτιθέμενα ελληνικά προληπτικά πλήγματα και για τις πρώτες 24 ή 72 ώρες μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης. Όπως επισημαίνει, τουρκικά μέσα συνδέουν αυτά τα σενάρια με την άσκηση «Αλέξανδρος», τη συνεργασία με το Ισραήλ και την ελληνική εξοπλιστική ενίσχυση.

Ο ίδιος αντιμετωπίζει αυτή την αρθρογραφία ως μέρος πληροφοριακού πολέμου. Εκτιμά ότι επιδιώκει τη συσπείρωση της τουρκικής κοινής γνώμης και την προβολή της Ελλάδας ως υπεύθυνης για ενδεχόμενη κλιμάκωση.

«Να βλέπουμε και ποιοι είναι οι στόχοι της Άγκυρας», υπογραμμίζει, ζητώντας προσεκτική ανάγνωση των δημοσιευμάτων.

Τα σενάρια αυτά παρουσιάζονται στην εκπομπή ως τουρκικοί ισχυρισμοί και αναλύσεις, χωρίς να τεκμηριώνουν την ύπαρξη επίσημης ελληνικής απόφασης για προληπτική επίθεση. Αντίστοιχα, τις τουρκικές αναφορές σε πιθανό ελληνοϊσραηλινό πλήγμα στα κατεχόμενα τις συνδέει με την ανησυχία για την τριμερή συνεργασία.

Το καλώδιο και η απαίτηση της Τουρκίας για προηγούμενη έγκριση

Αιχμηρός είναι ο Μουντζουρούλιας για το Great Sea Interconnector. Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει την ηλεκτρική διασύνδεση σε μέσο επιβολής των θαλάσσιων διεκδικήσεών της, απαιτώντας συντονισμό ή προηγούμενη έγκριση για δραστηριότητες σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει τουρκική υφαλοκρηπίδα.

Θεωρεί ότι ενδεχόμενη αποδοχή αυτής της απαίτησης θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Ζητά από την Αθήνα να προχωρήσει από τις διαβεβαιώσεις σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επανέναρξη των ερευνών.

Αναφέρεται επίσης στη διαφωνία που παρουσιάζει μεταξύ του Άγγελου Συρίγου και του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη σχετικά με τα γεγονότα της Κάσου. Σύμφωνα με όσα μεταφέρει, ο πρώτος μίλησε για υποχώρηση στο επιχειρησιακό πεδίο, ενώ ο δεύτερος την αρνήθηκε. Ο δημοσιογράφος υιοθετεί την εκτίμηση ότι υπήρξαν λανθασμένοι χειρισμοί και ασκεί κριτική στην καθυστέρηση του έργου.

«Ναι, να έχουμε εγγυήσεις, αλλά εμείς πρέπει να βγούμε μπροστά», τονίζει, σχολιάζοντας την αναζήτηση στήριξης από συμμάχους.

«Γαλάζια Πατρίδα»: Η αναμονή δεν σημαίνει εγκατάλειψη

Σχολιάζοντας τις πληροφορίες που επικαλείται για μη ένταξη σχετικού νομοσχεδίου στην τουρκική κοινοβουλευτική ατζέντα του Οκτωβρίου, προειδοποιεί ότι αυτό δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Εξετάζει ως πιθανές εξηγήσεις διπλωματικές πιέσεις, αναμονή ανταλλαγμάτων ή προσπάθεια προβολής ηπιότερου προσώπου. Παρουσιάζει αυτές τις εκδοχές ως εκτιμήσεις, ενώ συνδέει τη στάση της Άγκυρας με τις παράλληλες κινήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και τις αναφορές σε σχεδιασμό ενεργειακής σύνδεσης με τα κατεχόμενα.

Η Κύπρος, τα ελληνικά μαχητικά και η ενεργειακή συνεργασία

Στην παρουσία ελληνικών μαχητικών πάνω από τη Λευκωσία και στην προβολή νέων συστημάτων της Εθνικής Φρουράς αποδίδει σαφές μήνυμα αποτροπής. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Barak MX, στα μη επανδρωμένα μέσα και στην αιγυπτιακή συμμετοχή, την οποία αξιολογεί ως σημαντική ένδειξη περιφερειακής συνεργασίας.

Στο ενεργειακό πεδίο, αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις Κύπρου–Ισραήλ για το κοίτασμα Αφροδίτη–Ισάι. Θεωρεί ότι η προώθηση τέτοιων συνεργασιών ενισχύει τη θέση της Λευκωσίας και διευρύνει τα κοινά συμφέροντα στην περιοχή.

Αεροπορικά όπλα, υποβρύχια και ελληνικά ναυπηγεία

Η εκπομπή καλύπτει ακόμη τις αναφορές για ελληνικό ενδιαφέρον απόκτησης προηγμένων αμερικανικών αεροπορικών όπλων, καθώς και τις επιλογές για τη νέα γενιά υποβρυχίων. Ο Μουντζουρούλιας επιμένει ότι η αγορά μαχητικών πρέπει να συνοδεύεται από το κατάλληλο οπλοστάσιο.

Στα υποβρύχια παρουσιάζει γερμανικές, γαλλικές και νοτιοκορεατικές προτάσεις, υπογραμμίζοντας ότι η τελική επιλογή πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού και να συνυπολογίζει τη βιομηχανική συμμετοχή.

Παράλληλα, υποστηρίζει την πρόταση για μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ναυπήγησης πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων στην Ελλάδα, με ενίσχυση των εγχώριων αμυντικών εταιρειών.

Η διπλωματική αντιπαράθεση από τον ΟΗΕ μέχρι τη Θράκη

Στο διπλωματικό σκέλος, σχολιάζει πληροφορίες για τουρκική διερεύνηση ενδεχόμενης υποψηφιότητας του Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει παρουσιαστεί επίσημη πρόταση.

Αναφέρεται επίσης στην προσπάθεια της Άγκυρας, όπως την περιγράφει, να επαναφέρει ζητήματα σχετικά με τη μειονότητα της Θράκης στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ζητά έγκαιρη ελληνική διπλωματική απάντηση, εντάσσοντας και αυτό το πεδίο στην ευρύτερη τουρκική στρατηγική πίεσης.

Η απαίτηση που διατυπώνει προς την πολιτική ηγεσία είναι να συνδυάσει την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με αποφασιστικές κινήσεις για τα έργα και τα δικαιώματα της χώρας: «Πάνω απ’ όλα είναι η Ελλάδα».

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Παπαδάτος: Η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη για ολοκληρωτικό πόλεμο με τη Ρωσία

Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ιδιαίτερα ανήσυχος για την κλιμάκωση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κινείται, κατά την εκτίμησή του, σε μια πορεία για την οποία η ίδια η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τη στρατιωτική ούτε την παραγωγική προετοιμασία. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν το Καλίνινγκραντ, οι ρωσικές προειδοποιήσεις, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο και η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.

Ο Νίκος Παπαδάτος στάθηκε αρχικά στην υπόθεση του Καλίνινγκραντ, εκτιμώντας ότι οι τελευταίες κινήσεις γύρω από τον ρωσικό θύλακα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια δευτερεύουσα εξέλιξη. Όπως ανέφερε, η Μόσχα έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει «κάθε δυνατό μέσο», χωρίς να διευκρινίζει μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει η αντίδρασή της.

«Με τις πυρηνικές δυνάμεις καλό είναι να μην παίζουμε», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του.

«Με ποιες δυνάμεις θα πολεμήσει η Ευρώπη;»

Ο αναλυτής αμφισβήτησε ευθέως τη δυνατότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί σε μια γενικευμένη στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη συζήτηση περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες των ευρωπαϊκών κρατών.

«Σε μια περίπτωση ολοκληρωτικού πολέμου […] πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Ένωση;», διερωτήθηκε, θέτοντας το ερώτημα με ποιες δυνάμεις, στρατιωτικούς σχηματισμούς, παραγωγικές δυνατότητες και υποδομές θα μπορούσε η Ευρώπη να υποστηρίξει έναν τέτοιο πόλεμο.

Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζήτημα είναι να παρουσιαστεί στους ευρωπαϊκούς λαούς ποιο ακριβώς είναι το στρατηγικό σχέδιο σε περίπτωση ευθείας αντιπαράθεσης.

«Με ποια τεχνολογία, επιστήμη και πόρους θα κάνεις αυτόν τον πόλεμο όταν δεν έχεις την ετοιμότητα αυτή τη στιγμή που μιλάμε να τον διεξάγεις;», ανέφερε.

Η προειδοποίηση για την Ουκρανία

Μεγάλο μέρος της παρέμβασης αφορούσε την κατάσταση στην Ουκρανία.

Ο Παπαδάτος επικαλέστηκε αναλύσεις και πληροφορίες τρίτων πηγών, μεταξύ αυτών του Alexander Mercouris, σημειώνοντας ότι υπάρχει συζήτηση ακόμη και για ενδεχόμενη μετακίνηση της ουκρανικής κυβέρνησης προς τα δυτικά της χώρας, λόγω της έντασης των ρωσικών πληγμάτων.

Η αναφορά αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο ως εκτίμηση που διακινείται σε αναλυτικούς κύκλους και όχι ως επιβεβαιωμένη εξέλιξη.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κατάσταση στο μέτωπο έχει επιδεινωθεί για την ουκρανική πλευρά και ότι οι Ουκρανοί θα πρέπει, κατά την άποψή του, να επανεξετάσουν προηγούμενες αποφάσεις και να αναζητήσουν μέσω της αμερικανικής πλευράς μια συνολικότερη διευθέτηση.

Ο ίδιος δεν μίλησε απλώς για προσωρινή κατάπαυση του πυρός, αλλά για μια οριστική πολιτική λύση.

«Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η Ουκρανία»

Ο Νίκος Παπαδάτος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Κατά την ανάλυσή του, το ουκρανικό ζήτημα αποτελεί πλέον τμήμα μιας μεγαλύτερης αντιπαράθεσης και γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο πεδίο των μαχών.

«Θα πρέπει να βρεθεί μια μακρόπνοη ειρήνη μεταξύ του ευρωπαϊκού, του δικού μας χώρου, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας», σημείωσε.

Ιδιαίτερα ανήσυχος εμφανίστηκε και για τις προειδοποιήσεις της Μόσχας ότι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παραγωγή όπλων για την Ουκρανία θα μπορούσαν να θεωρηθούν στρατιωτικοί στόχοι.

Κατά τον Παπαδάτο, πρόκειται για ακόμη ένα δείγμα ότι οι «κόκκινες γραμμές» μεταξύ των δύο πλευρών έχουν γίνει εξαιρετικά επικίνδυνες.

«Άλλο λένε οι πολιτικές ηγεσίες και άλλο οι στρατιωτικοί»

Ο αναλυτής αναφέρθηκε επίσης στη διαφορά που, όπως υποστήριξε, υπάρχει μεταξύ των τοποθετήσεων ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών και των προειδοποιήσεων στρατιωτικών επιτελείων.

Επικαλέστηκε δηλώσεις και τοποθετήσεις Ευρωπαίων στρατιωτικών, υποστηρίζοντας ότι εκείνοι που γνωρίζουν τι σημαίνει στην πράξη μια στρατιωτική σύγκρουση εκφράζουν διαφορετικές ανησυχίες από εκείνες που εμφανίζονται στο δημόσιο πολιτικό επίπεδο.

Το κεντρικό ερώτημα, κατά τον ίδιο, παραμένει ένα:

Είναι πράγματι η Ευρώπη στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά προετοιμασμένη για όσα συζητούν οι ηγεσίες της;

Nord Stream, ενέργεια και ευρωπαϊκή οικονομία

Ο Παπαδάτος συνέδεσε την ουκρανική σύγκρουση και με το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης, επαναφέροντας το ζήτημα της καταστροφής των Nord Stream 1 και 2.

Ζήτησε να αποσαφηνιστεί πλήρως ποιος βρισκόταν πίσω από τις επιθέσεις στους αγωγούς και συνέδεσε την εξέλιξη με την αύξηση του ενεργειακού κόστους για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Κατά την άποψή του, η Ευρώπη χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις της με τη Μόσχα, με έμφαση όχι στη διαρκή κούρσα εξοπλισμών αλλά στην οικονομική συνεργασία και στη σταδιακή αποκατάσταση ενός πλαισίου αμοιβαίας ασφάλειας.

Η πρόταση για ουδέτερη Ουκρανία

Ως βάση μιας μελλοντικής συμφωνίας, ο Νίκος Παπαδάτος αναφέρθηκε σε ένα μοντέλο ουδετερότητας για την Ουκρανία, χωρίς πυρηνικά όπλα, και σε μια αρχιτεκτονική ασφαλείας όπου —όπως υποστήριξε— η ασφάλεια της μίας πλευράς δεν θα οικοδομείται εις βάρος της άλλης.

«Η ασφάλεια η δική μας δεν μπορεί να εμπεδωθεί εις βάρος της ασφάλειας της Ρωσίας και αντιστρόφως», σημείωσε.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιστρέψει στη λογική του διαλόγου, της οικονομίας και του πολιτισμού αντί μιας διαρκούς στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές ηγεσίες

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Παπαδάτος και απέναντι στο κλίμα που, όπως είπε, έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη απέναντι συνολικά στον ρωσικό πολιτισμό.

Έκανε λόγο για φαινόμενα αποκλεισμού της ρωσικής τέχνης και πολιτιστικής παραγωγής, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν μπορεί να αποτελεί ευρωπαϊκή απάντηση στη σημερινή σύγκρουση.

Παράλληλα, μίλησε για χάσμα μεταξύ σημαντικού τμήματος των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των πολιτικών ηγεσιών τους όσον αφορά την κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Το συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: κατά τον Νίκο Παπαδάτο, η σημερινή στρατηγική δεν αποδίδει ούτε στο στρατιωτικό ούτε στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ενώ η περαιτέρω κλιμάκωση εμπεριέχει κινδύνους που η Ευρώπη δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει.

Για τον ίδιο, η διέξοδος βρίσκεται στην επιστροφή στη διπλωματία και στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας, πριν η αντιπαράθεση περάσει σε ένα επίπεδο από το οποίο δεν θα υπάρχει εύκολη επιστροφή.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 λεπτά πριν

Ρούμπιο: «Ποτέ πιο ισχυρή η σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ» – Άμυνα και LNG στο επίκεντρο

Η Αθήνα προβάλλει τον ρόλο της ως άγκυρας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτηρίζει την Ελλάδα απαραίτητο...

GEOPOLITICO23 λεπτά πριν

Νικολοβγένης: Στρατηγικός διάλογος με τις ΗΠΑ σημαίνει ανταλλάγματα – Η Κύπρος δείχνει τον δρόμο

Η αποτρεπτική ισχύς της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και η ανάγκη η Αθήνα να αξιοποιήσει τη στρατηγική αξία των...

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

Μηνύματα Αναγνωστών: Ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας

Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Κίνδυνος και… έγκλημα!

Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ επικρίνει τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, εκτιμά ότι η επίσκεψη Ρούμπιο θα συνοδευτεί από εξοπλιστικές...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ

Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση...

Δημοφιλή