Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

“Βόρειος Ήπειρος” ή “Νότια Αλβανία”; Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις όρισαν το “δίκαιον”

Διαχρονικά, ο καθοριστικός παράγοντας για την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία υπήρξε ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, ενώ το Αλβανικό Ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε αυτόνομα, ούτε στο Λονδίνο το 1912–1913 ούτε στο Παρίσι το 1919–1920. Το ενδεχόμενο τριχοτόμησης του νεοσύστατου αλβανικού κράτους μεταξύ Σερβίας, Ελλάδας και Ιταλίας επανερχόταν με διαφορετικές μορφές στην ατζέντα των Μεγάλων Δυνάμεων έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Δημοσιεύτηκε στις

Διαχρονικά, ο καθοριστικός παράγοντας για την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία υπήρξε ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, ενώ το Αλβανικό Ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε αυτόνομα, ούτε στο Λονδίνο το 1912–1913 ούτε στο Παρίσι το 1919–1920. Το ενδεχόμενο τριχοτόμησης του νεοσύστατου αλβανικού κράτους μεταξύ Σερβίας, Ελλάδας και Ιταλίας επανερχόταν με διαφορετικές μορφές στην ατζέντα των Μεγάλων Δυνάμεων έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Η ελληνική ιστοριογραφία εστιάζει στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, παραβλέποντας ότι το Αλβανικό Ζήτημα υπερέβαινε τα όρια της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Εξ αρχής, ο καθορισμός των ελληνοαλβανικών συνόρων συνδέθηκε άρρηκτα με τη χάραξη των σερβοαλβανικών, που προωθήθηκε παράλληλα. Η σύνδεση αυτή ανάγεται ήδη στον Μάρτιο του 1913, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις, για να αποτραπεί μια σύγκρουση Ρωσίας–Αυστροουγγαρίας, επιδίκασαν στη Σερβία περιοχές του Κοσόβου με αλβανικό πληθυσμό, ώστε η Ρωσία να συναινέσει στην απόδοση της Σκόδρας στην Αλβανία. Ως αποτέλεσμα, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων υπαγορεύθηκε πρωτίστως από τη μέριμνα για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου αλβανικού κράτους και από την ανάγκη εξεύρεσης μιας λύσης στο Αλβανικό Ζήτημα που δεν θα διατάρασσε τις ισορροπίες στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία και δεν θα οδηγούσε σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο.

Το ζήτημα της οριοθέτησης των ελληνοαλβανικών συνόρων κατά τα έτη 1912–1913 έχει συχνά προσεγγιστεί μέσα από το πρίσμα των ανταγωνιστικών εθνικών διεκδικήσεων της Ελλάδας και της Αλβανίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην εθνογραφική σύνθεση των πληθυσμών και με σημείο αναφοράς την αντιπαράθεση γύρω από την αποκαλούμενη, από ελληνικής πλευράς, «Βόρειο Ήπειρο» και, από αλβανικής, «Νότια Αλβανία».

Εντούτοις, μια προσεκτικότερη εξέταση της περιόδου δείχνει ότι η τελική χάραξη της μεθορίου δεν υπήρξε πρωτίστως προϊόν μιας συνεπούς εφαρμογής της αρχής των εθνοτήτων, η οποία, άλλωστε, αναδείχθηκε εμφατικά μετά τον Μεγάλο Πόλεμο και τη ριζική αναδιάταξη του ευρωπαϊκού χάρτη, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων διπλωματικών διεργασιών στο πλαίσιο τόσο του Αλβανικού Ζητήματος όσο και της ευρύτερης διαχείρισης της βαλκανικής κρίσης του 1912–1913. Υπό αυτή την έννοια, η απόδοση συγκεκριμένων περιοχών είτε στην Ελλάδα είτε στο υπό σύσταση αλβανικό κράτος συνδέθηκε λιγότερο με την πληθυσμιακή τους σύνθεση και περισσότερο με την ανάγκη αποτροπής μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής σύγκρουσης.

Η εξέλιξη του ζητήματος συνδέθηκε κυρίως με δύο καθοριστικούς άξονες ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο πρώτος ήταν εκείνος μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας: η Αυστροουγγαρία υποστήριζε τη δημιουργία μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης και βιώσιμης Αλβανίας, ενώ η Ρωσία παρέμενε προσανατολισμένη στην υποστήριξη της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Στο πλαίσιο αυτό, η μεταξύ τους αντιπαράθεση επικεντρώθηκε ιδίως στη Σκόδρα και στο Κοσσυφοπέδιο. Ο δεύτερος άξονας ήταν εκείνος μεταξύ Βρετανίας και Ιταλίας, με βασικό πεδίο ανταγωνισμού τα Δωδεκάνησα, όπου η βρετανική πλευρά επιδίωκε, για στρατηγικούς λόγους, την αποχώρηση των Ιταλών.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύο Δυνάμεις λειτούργησαν ως βασικοί ανασχετικοί παράγοντες για τις ελληνικές επιδιώξεις στη Βόρειο Ήπειρο: η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, καθεμία όμως για διαφορετικούς λόγους. Η Ρώμη υπήρξε καθοριστικός παράγοντας ώστε οι παράκτιες περιοχές του Ιονίου, όπως η Χιμάρα και οι Άγιοι Σαράντα, να παραμείνουν εκτός της ελληνικής επικράτειας στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, ενώ η Βιέννη ευθύνεται πρωτίστως για τον αποκλεισμό της Κορυτσάς, που από την περίοδο 1913–1914 επιδικάστηκε στην Αλβανία.

Η Κορυτσά, η Σκόδρα και η Τζακόβιτσα

Στην ελληνική ιστοριογραφία, και ιδίως στον δημόσιο λόγο, έχει παγιωθεί η άποψη ότι η παραχώρηση της αλβανόφωνης περιοχής του Κοσόβου στη Σερβία απέκλεισε οριστικά κάθε περιθώριο ελληνικών διεκδικήσεων εις βάρος της Αλβανίας. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση των διπλωματικών διεργασιών της περιόδου δείχνει ότι η τύχη της Τζακόβιτσας στο Κοσσυφοπέδιο συνδεόταν άμεσα με εκείνη της ευρύτερης περιοχής της Κορυτσάς.

Τον Μάρτιο του 1913 κορυφώθηκαν στο Λονδίνο οι διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των βόρειων συνόρων της Αλβανίας. Η βασική διαφωνία αφορούσε τη Σκόδρα και την Τζακόβιτσα, στο πλαίσιο ενός σαφούς διπλωματικού παζαριού ανάμεσα στη Ρωσία και την Αυστροουγγαρία, από το οποίο τελικά ωφελήθηκε η Σερβία. Από ρωσικής πλευράς, η Σκόδρα δεν μπορούσε να αποδοθεί στην Αλβανία χωρίς αντάλλαγμα. Η Αγία Πετρούπολη απαιτούσε, ως αντιστάθμισμα, την παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία, ώστε να ικανοποιηθούν οι σερβικές διεκδικήσεις και να μη φανεί ότι η Ρωσία εγκατέλειπε πλήρως τη σύμμαχό της.

Η Βιέννη, αντιθέτως, επιθυμούσε την ένταξη της Σκόδρας στην Αλβανία και αρχικά αντιστεκόταν στην παραχώρηση της Τζακόβιτσας, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα απέδιδε στη Σερβία μια αμιγώς αλβανική περιοχή και θα αποδυνάμωνε το αλβανικό κράτος στα βόρεια. Όταν, όμως, η αντιπαράθεση απείλησε να εξελιχθεί σε γενικευμένη ευρωπαϊκή κρίση, η Αυστροουγγαρία υποχώρησε: αποδέχθηκε την παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία, με αντάλλαγμα αφενός την οριστική απόδοση της Σκόδρας στην Αλβανία και αφετέρου εγγυήσεις για την προστασία των αλβανικών πληθυσμών και των ρωμαιοκαθολικών κατοίκων στις σερβικές και μαυροβουνιακές ζώνες. Η ίδια η αλβανική αντιπροσωπεία στο Λονδίνο επισήμαινε ότι η παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία καθιστούσε αδύνατη τη ζωή για τους κατοίκους της βόρειας Αλβανίας, αφού ό,τι απέμενε σε αυτούς ήταν μια πετρώδης και άγονη χώρα.

Η συνεννόηση Αυστροουγγαρίας–Ρωσίας για τα βόρεια σύνορα της Αλβανίας είχε μια κρίσιμη συνέπεια: καθιστούσε την ελληνική διεκδίκηση της Κορυτσάς εξαιρετικά δυσχερή. Η λογική που διαμορφώθηκε ήταν ότι ένα νεοσύστατο αλβανικό κράτος, αν έχανε τόσο την πεδιάδα της Τζακόβιτσας όσο και εκείνη της Κορυτσάς, θα έμενε χωρίς στοιχειώδη ενδοχώρα και δεν θα ήταν βιώσιμο. Άρα, η παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία θεωρήθηκε ότι έπρεπε να αντισταθμιστεί με τη διατήρηση της πεδιάδας της Κορυτσάς εντός των αλβανικών συνόρων.

Τι ήταν τελικά το δίκαιον;

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην ιστοριογραφία μια τάση να υπογραμμίζεται ότι η ελληνική διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου ήταν, τρόπον τινά, «άδικη» ή ιστορικά αβάσιμη, μια τέτοια αξιολόγηση δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα πραγματικά κριτήρια βάσει των οποίων ελήφθησαν οι αποφάσεις του 1912–1913.

Νεότερες ιστοριογραφικές αναγνώσεις, ιδίως των Αλέξη Ηρακλείδη και Ylli Kromidha, αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου του φθινοπώρου του 1913, δίνοντας έμφαση στην πληθυσμιακή σύνθεση της Βορείου Ηπείρου και στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ορθόδοξων κατοίκων της ήταν αλβανόφωνοι. Ανάλογη έμφαση αποδίδει και ο Ιωάννης Παπαφλωράτος στην Επιτροπή, η οποία θα αναλάμβανε τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων με βάση γεωγραφικά και εθνολογικά δεδομένα, ενώ καταγράφει και τις αντιδράσεις των ελληνοφρόνων κατοίκων της περιοχής προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Οι Ηρακλείδης και Kromidha αποδίδουν, μεταξύ άλλων, την αρνητική έκβαση του Βορειοηπειρωτικού την περίοδο 1912–1913 στις «τραβηγμένες ελληνικές αξιώσεις» και στα «μη πειστικά επιχειρήματα» της Αθήνας. Κατά τον Ηρακλείδη, το Βορειοηπειρωτικό είναι «κατεξοχήν αλυτρωτικό ζήτημα», καθώς οι Έλληνες ή ελληνόφωνοι μειοψηφούσαν στην υπό διεκδίκηση περιοχή. Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα είχε υποστηρίξει, «εξωπραγματικά», ότι βάσει των οθωμανικών στατιστικών στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου ζούσαν 316.651 Έλληνες, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι Βλάχοι και οι ορθόδοξοι Αλβανοί, και μόνο 154.413 Μουσουλμάνοι και 5.104 Ισραηλίτες, ενώ εξίσου αξιοπερίεργο ήταν, πάντα κατά τον Ηρακλείδη, ότι οι ελληνικές απαιτήσεις δεν αντιμετωπίστηκαν ως «εξωπραγματικές» από τις Δυνάμεις. Η πάγια ελληνική θέση εκείνη την εποχή ήταν πως όλοι οι ορθόδοξοι της Αλβανίας είχαν «αποκρυσταλλωμένη ελληνική συνείδηση».

Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Arnold J. Toynbee, η ελληνική δεν ήταν μόνο η γλώσσα της Εκκλησίας, αλλά χρησιμοποιούνταν και επισήμως από τους Οθωμανούς διοικητές, στο εμπόριο και στις στοιχειώδεις δομές εκπαίδευσης που λειτουργούσαν τότε. Μετά την πτώση του Αλή Πασά το 1822, οι Οθωμανοί ενθάρρυναν την «ελληνική προπαγάνδα», ως αντίβαρο στον αναδυόμενο αλβανικό εθνικισμό, και απαγόρευσαν τόσο τη χρήση της αλβανικής γλώσσας στα σχολεία όσο και την έκδοση αλβανικών εφημερίδων. Ως συνέπεια όλων αυτών, νότια του ποταμού Καλαμά η αλβανική γλώσσα σχεδόν δεν χρησιμοποιούνταν, ακόμη και από Αλβανούς «καθαρής» καταγωγής, ενώ μέχρι και την περιοχή του Αργυροκάστρου οι περισσότεροι Αλβανοί ήταν —και εξακολουθούσαν να είναι το 1941— δίγλωσσοι. Γι’ αυτό ο Toynbee καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν ένας κάτοικος της Βορείου Ηπείρου είναι ελληνόφωνος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι είναι Έλληνας ως προς τη φυλή, ενώ δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ποιοι ακριβώς συγκροτούν την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία από άποψη καταγωγής.

Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, παρόλο που οι ορθόδοξοι Αλβανοί ή αλβανόφωνοι φοιτούσαν κατά κανόνα σε ελληνικά σχολεία και εντάσσονταν εκκλησιαστικά στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, σίγουρα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλοι οι ορθόδοξοι Αλβανοί το 1912 ήταν Έλληνες, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος ήταν ήδη εμφανής.

Από την άλλη, όμως, η κριτική προς την ελληνική επιχειρηματολογία δεν θα πρέπει να οδηγεί στην εξίσου άκριτη υιοθέτηση της αλβανικής οπτικής, ώστε να καταλήγουμε να συζητάμε αποκλειστικά για «Γραικομάνους Αλβανούς», καθώς το 1914 ένα μέρος αυτών αντέδρασε στη μη απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα και εξεγέρθηκε. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, είναι η παρατήρηση του Toynbee, σύμφωνα με την οποία:

Το ουσιώδες στην περίπτωση του Ηπειρώτη δεν είναι ότι στο σπίτι μιλά αλβανικά, αλλά ότι στο σχολείο μαθαίνει ελληνικά και, μέσα από αυτή τη γλώσσα που υιοθετεί, βρίσκει ένα «διαβατήριο» για έναν ευρύτερο κόσμο. Οι Ηπειρώτες έχουν αποδείξει ότι, στην περίπτωσή τους, η κοινή γλώσσα δεν αποτελεί εθνικό δεσμό, αφού πήραν τα όπλα για να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ενσωματωθούν σε ένα αλλόγλωσσο έθνος.

Στο Παρίσι το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριξε ότι για τον προσδιορισμό της εθνικότητας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια η «φυλή», η γλώσσα ή τα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, αλλά κριτήριο πρέπει να είναι η ίδια η εθνική συνείδηση των πληθυσμών. Με την επιχειρηματολογία αυτή, ο Βενιζέλος προσπάθησε να θεμελιώσει την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου όχι πάνω σε φυλετικές ή γλωσσικές βάσεις, αλλά στον αυτοπροσδιορισμό και στην πολιτική βούληση των κατοίκων. Η λογική του Βενιζέλου βρίσκεται σε σαφή συνάφεια με τις θέσεις του Toynbee στο Nationality and the War (1915), όπου προβάλλεται η αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης και η ιδέα ότι ο μεταπολεμικός διακανονισμός θα έπρεπε να βασιστεί όσο γίνεται στην ταύτιση των κρατικών συνόρων με τις ίδιες τις εθνικές κοινότητες, όπως αυτές αυτοπροσδιορίζονται.

Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας

Ωστόσο, η εθνογραφική παράμετρος δεν φαίνεται να επηρέασε αποφασιστικά τις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων, αφού οι εύθραυστες ισορροπίες της ευρωπαϊκής διπλωματίας είχαν ήδη οδηγήσει, από τις 11 Αυγούστου 1913, στην αποδοχή της γραμμής Στύλος–Κορυτσά ως γραμμή βάσης για τον καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων, πριν ακόμη συγκροτηθεί η Επιτροπή. Το μόνο ουσιαστικό ανοιχτό ζήτημα παρέμενε η τύχη της περιοχής του Αργυροκάστρου, όπου η γαλλική πλευρά υποστήριζε ότι, εφόσον η Κορυτσά παραχωρούνταν στην Αλβανία, το Αργυρόκαστρο όφειλε να αποδοθεί στην Ελλάδα, θέση που όμως προσέκρουε στην αμετακίνητη στάση της Αυστροουγγαρίας.

Οι εργασίες της συνοριακής επιτροπής κατέληξαν στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913, σύμφωνα με το οποίο οι πόλεις της Κορυτσάς, του Αργυροκάστρου, του Δελβίνου, του Λεσκοβικίου, των Αγίων Σαράντα, της Χιμάρας και του Πωγωνίου θα αποτελούσαν πλέον τμήμα της αλβανικής επικράτειας. Η οριστική διευθέτηση και η επιτόπια χάραξη των συνόρων αναβλήθηκαν, ωστόσο, λόγω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη λήξη του πολέμου, το Αλβανικό Ζήτημα συνδέθηκε τόσο με τη μυστική Συνθήκη του Λονδίνου του 1915 όσο και με το Αδριατικό Ζήτημα, δηλαδή με τις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις της Ρώμης και του Βελιγραδίου στις δαλματικές ακτές, με επίκεντρο το Φιούμε, τη σημερινή Ριέκα της Κροατίας.

Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας αποτελεί κομβικό σημείο στη διαμόρφωση των ελληνοαλβανικών συνόρων, καθώς στις 9 Νοεμβρίου 1921 μια νέα Διάσκεψη των Πρεσβευτών, με έδρα πλέον το Παρίσι, επικύρωσε ουσιαστικά τη βασική λογική της ρύθμισης του 1913, με περιορισμένες τροποποιήσεις, οριστικοποιώντας στην πράξη τη μεθόριο που είχε ήδη χαραχθεί.

Όπως επισημαίνει στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Edward Grey, η μεγαλύτερη δυσχέρεια της εξωτερικής πολιτικής έγκειται στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στους συμμάχους: η Ιταλία, η Σερβία και η Ελλάδα είχαν πολεμήσει στο πλευρό της Βρετανίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ανέμεναν, καθεμία, απτά εδαφικά ανταλλάγματα. Το σχήμα των εδαφικών ανταλλαγών, σε συνάρτηση με την επιδίωξη ενός «βιώσιμου» αλβανικού κράτους, επανεμφανίζεται τόσο στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού όσο και στις συζητήσεις κατά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τον επαναπροσδιορισμό του Αλβανικού Ζητήματος, διαμορφώνοντας διαχρονικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται το Βορειοηπειρωτικό.

Σύμφωνα με τον Toynbee, ο καθορισμός των βόρειων και ανατολικών συνόρων της Αλβανίας, δηλαδή των σερβοαλβανικών συνόρων, τον Μάρτιο του 1913 άφησε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο Αλβανούς εκτός της αλβανικής επικράτειας. Αναφορικά με τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ο Toynbee θεωρούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ότι η ρύθμιση της νότιας μεθορίου της Αλβανίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις κατά τη δεκαετία του 1920 ήταν συνολικά δίκαιη και συνετή, επειδή διασφάλιζε την ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Αλβανίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ειρήνη στην περιοχή. Η ύπαρξη του αλβανικού κράτους ήταν εφικτή μόνο εφόσον σε αυτό περιλαμβάνονταν και οι νότιες επαρχίες.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 την άποψη αυτή είχαν υιοθετήσει ακόμη και οι Βρετανοί φιλέλληνες, εντός και εκτός του Foreign Office, υποστηρίζοντας ότι χωρίς το νότιο τμήμα της η Αλβανία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βιώσιμο κράτος· θέση που, στη λογική του Toynbee, καθιστούσε εκ των πραγμάτων ασύμβατες τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Ήπειρο με την προτεραιότητα της διατήρησης ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους.

Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα «τι ήταν τελικά το δίκαιον;» δεν μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα με βάση μόνο την εθνογραφική σύνθεση της επίδικης περιοχής. Το «δίκαιον» του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας δεν ταυτίστηκε ούτε με την εθνογραφική σύνθεση της Ηπείρου ούτε με τη συνεπή εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων, αλλά με τη διπλωματική λογική της διατήρησης ενός βιώσιμου αλβανικού κράτους.

Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

[1] Basil Kondis, Greece and Albania, 1908–1914 (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974), 103–104.

[1] Ενδεικτικά βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις: Έλληνες-Αλβανοί, 1821-2021 (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2022) 335 κ.εξ.· Alexis Heraclides and Ylli Kromidha, Greek-Albanian Entanglements since the Nineteenth Century: A History (London: Routledge, 2023), 167 κ.εξ.

[1] Ιωάννης Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου: Μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα (Αθήνα: Πελασγός, 2018), Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου, 108–118.

[1] Heraclides and Kromidha, Greek-Albanian Entanglements, 165.

[1] Heraclides and Kromidha, Greek-Albanian Entanglements, 169.

[1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 329.

[1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 333.

[1] Ο Toynbee διατέλεσε διευθυντής σπουδών (Director of Studies) στο Royal Institute of International Affairs (Chatham House) από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950, με διακοπή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν επέστρεψε στην κρατική υπηρεσία ως διευθυντής του Foreign Research and Press Service (1939–1943) και στη συνέχεια ως διευθυντής του Research Department of the Foreign Office (1943–1946).​

[1] FO 371/29715/33300, Albano-Greek Relations, Code 90, File 534, “Northern Epirus,” report by Arnold J. Toynbee, Foreign Research and Press Service, Balliol College, Oxford, 27 October 1941, 1.

[1] Arnold J. Toynbee, Nationality and the War (London: J. M. Dent & Sons, 1915), 233.

[1] United States Department of State, Papers Relating to the Foreign Relations of the United States, The Paris Peace Conference, 1919, vol. 3, επιμ. Joseph V. Fuller, γεν. επιμ. Tyler Dennett (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1943), doc. 58, “Secretary’s Notes of a Conversation Held in M. Pichon’s Room at the Quai d’Orsay, Paris, on Monday, 3 February 1919, at 11 a.m.”

[1] B. Kondis, Greece and Albania, 109–110.

[1] Για ελληνική μετάφραση του κειμένου βλ. Ιωάννης Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου: Μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα (Αθήνα: Πελασγός, 2018), 118–19· για το επίσημο τεχνικό κείμενο της οριοθετικής γραμμής βλ. League of Nations, Secretariat, “The Albanian Frontier in the Region of St Naoum—The Secretary of the Conference of Ambassadors, Paris, Transmits Copies of the 1913 Protocols of London and Florence, Relating to the Delimitation of the Albanian Frontier,” 3 July 1924, file R557/11/37063/1240, Albania series, United Nations Archives at Geneva, διαθέσιμο στο https://archives.ungeneva.org/la-frontiere-albanaise-dans-la-region-de-saint-naoum-le-secretaire-de-la-conference-des-ambassadeurs-paris-transmet-copies-des-protocoles-de-londres-et-de-florence-de-1913-relatifs-a-la-delimitation-de-la-frontiere-albanaise.

[1] Edward Grey, Viscount of Fallodon, Twenty-Five Years, 1892–1916, vol. 1 (New York: Frederick A. Stokes, 1925), “Allied Diplomacy in War.”

[1] FO 371/37135/98517, “Albania and Albanian-Yugoslav Frontier,” Foreign Office Research Department, Historical Summary, Balliol College, Oxford, 20 April 1943, 98.

[1] Basil Kondis, “Greek National Claims at the Paris Peace Conference of 1946,” Balkan Studies 32, no. 2 (1991): 309–310.

[1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 363–364

του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά, την ανάγκη εθνικής ενότητας και τον πολιτισμό ως δύναμη αντίστασης στην ομογενοποίηση.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με αιχμηρές αναφορές στην παγκοσμιοποίηση, στην υποχώρηση της ελληνικής αυτοπεποίθησης και στις αρνητικές κριτικές που δέχθηκε ο «Καποδίστριας», ο Γιάννης Σμαραγδής παρουσίασε το σκεπτικό της επόμενης κινηματογραφικής του προσπάθειας. Στη συνέντευξή του στην Όλγα Λαθύρη για τον Star Κεντρικής Ελλάδας, αποκάλυψε ότι έχει ολοκληρωθεί η πρώτη μορφή του σεναρίου για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο αντιμετωπίζει ως φορέα της ελληνικής λαϊκής ψυχής και ως πρότυπο προσφοράς στην πατρίδα.

«Στην ουσία, στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι εννοεί την υπεράσπιση μιας «ανώτερης Ελλάδας». Συνέδεσε την τοποθέτησή του με το όραμα του Καποδίστρια και με τις αντιδράσεις απέναντι στην ταινία του, υποστηρίζοντας ότι η ανάδειξη της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας συναντά αντιστάσεις.

Η σύγκρουση με τους κριτικούς και τα ξένα πρότυπα

Ο Σμαραγδής επιτέθηκε σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κινηματογραφικής κριτικής, αναγνωρίζοντας πάντως ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης» για να περιγράψει αυτό που ο ίδιος θεωρεί θαυμασμό προς τον «επικυρίαρχο».

Στη δική του ανάγνωση, η παγκοσμιοποίηση επιδιώκει την πολιτισμική ομοιομορφία, με τον αμερικανικό κινηματογράφο να λειτουργεί ως όχημα επιβολής προτύπων. Υποστήριξε ότι η άκριτη υιοθέτησή τους μπορεί να οδηγήσει σε πολιτισμική εξάρτηση, ενώ αντιπαρέβαλε τη δυνατότητα του ελληνικού κινηματογράφου να αναδεικνύει ιστορικές προσωπικότητες και να ενισχύει την αυτογνωσία του κοινού.

«Μας έχουν πείσει ότι είμαστε αδύνατοι να ξαναγίνουμε μεγάλοι», είπε. Κατά τον ίδιο, οι ταινίες του επιχειρούν να αμφισβητήσουν αυτή την εικόνα, υπενθυμίζοντας στους θεατές τις δυνάμεις και τις αξίες που διαθέτουν.

«Ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή»

Για τον Γέρο του Μωριά, ο σκηνοθέτης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον λαϊκό πολιτισμό, στην πίστη, στην παράδοση και στη μετάδοση των αξιών από γενιά σε γενιά.

«Πρώτα απ’ όλα, ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή», υπογράμμισε. Εξήγησε ότι θέλει να φωτίσει, πέρα από τη στρατιωτική του δράση, την εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που έφθασε να υπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

Ως κεντρικό νόημα της ταινίας περιέγραψε την υπέρβαση της ατομικής επιδίωξης χάριν μιας ανώτερης αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε περιστατικά συγχώρεσης και αποφυγής της εκδίκησης, όπως ο ίδιος τα έχει εντάξει στην προσέγγισή του για τον ήρωα.

Παρουσίασε, επίσης, τον Κολοκοτρώνη ως το «alter ego» του Καποδίστρια: τον άνθρωπο της στρατιωτικής πράξης δίπλα στον άνθρωπο του πολιτικού οράματος. Η νέα ταινία, όπως εξήγησε, αποτελεί προέκταση της προηγούμενης, με κοινό άξονα την αφύπνιση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Εθνική ενότητα απέναντι στον διχασμό

Η αναφορά στους εμφύλιους της Επανάστασης έφερε τη συζήτηση στη σημερινή Ελλάδα. Ο Σμαραγδής χαρακτήρισε τους εμφύλιους «κατάρα των Ελλήνων» και ζήτησε υπέρβαση της εσωτερικής αντιπαλότητας.

«Να ενωθούμε», τόνισε, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον κατακερματισμό και τις κομματικές συγκρούσεις. Συνέδεσε το μήνυμα της ενότητας με την ανάγκη να αποκτήσουν οι νεότερες γενιές ουσιαστική σχέση με την ιστορία τους.

Ενδεικτική ήταν η αφήγησή του για ένα παιδικό πάρτι στις Λιβανάτες, όπου είδε να χρησιμοποιείται ο Spider-Man ως πρότυπο ψυχαγωγίας. Με αφορμή το περιστατικό, εξήγησε ότι επιθυμεί να αναδείξει τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη ως ελληνικά πρότυπα για τα παιδιά.

Η τοποθέτηση για την Τριπολιτσά

Στο τέλος της συνέντευξης, όταν η Όλγα Λαθύρη έθεσε το ζήτημα των τουρκικών αναφορών στη σφαγή της Τριπολιτσάς, ο Σμαραγδής υποστήριξε ότι ο Κολοκοτρώνης απουσίαζε κατά τη σφαγή, συνδέοντας την απουσία του με τη συμφωνία αποχώρησης των Αλβανών.

Απέδωσε τη βία στη συσσωρευμένη οργή από την οθωμανική κυριαρχία, δηλώνοντας παράλληλα ότι η σφαγή «δεν έπρεπε να γίνει». Στην επιχειρηματολογία του επικαλέστηκε τις διώξεις των Ελλήνων, τις γενοκτονίες και την Κύπρο. Οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές παρουσιάστηκαν ως δικές του εκτιμήσεις στη συνέντευξη.

Το σενάριο και το ζητούμενο της χρηματοδότησης

Στο πρακτικό σκέλος, ο Σμαραγδής ανέφερε ότι συνεργάζεται με τον Μελέτη Μελετόπουλο και τον ιστορικό Νίκο Γιαννόπουλο για την οργάνωση του ιστορικού υλικού. Δήλωσε ότι στόχος του είναι η δραματουργία να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά.

Η πρώτη μορφή του σεναρίου έχει ολοκληρωθεί, αλλά προηγείται η εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Ο σκηνοθέτης έχει τρεις ηθοποιούς στο μυαλό του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να τους έχει ενημερώσει.

Παράλληλα, ανέφερε ότι τον «Καποδίστρια» έχουν παρακολουθήσει περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι και μίλησε για δωρεάν προβολές σε σχολεία και για προβολές σε πολιτιστικά κέντρα διεθνώς. Για τον ίδιο, η συνέχεια αυτής της προσπάθειας έχει σαφή προορισμό: να μεταφέρει στις επόμενες γενιές την ιστορική μνήμη και την πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει ξανά.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Κάλλιο να πείσεις την Ουάσιγκτον να δεχθεί τα Εθνικά Χωρικά Ύδατα σου στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, παρά να κινδυνεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματά σου από την Άγκυρα…

Δημοσιεύτηκε

στις

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΥΛΟΥ, Hellas Journal – Όσλο

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα στον απόηχο του θορύβου που προκλήθηκε με αφορμή τα δημοσιευθέντα από την WSJ για το πώς η Αμερικανίδα Πρέσβης στην Αθήνα Γκίλφοϊλ εκλαμβάνει τον ρόλο της έναντι της ελληνικής κυβέρνησης και του ελλαδικού πολιτικού συστήματος.

Επιπλέον, η επίσκεψη αυτή πραγματοποιείται με δεδομένη τη διαβεβαίωση της Αθήνας ότι, μολονότι έχει ήδη φορτωθεί ο κρατικός προϋπολογισμός με αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια εξοπλισμών από τη Γαλλία και το Ισραήλ, νέες γενναιόδωρες εγκρίσεις της ελληνικής κυβέρνησης για αμερικανικά συστήματα είναι ante portas.

Σαφώς η ατζέντα έχει πολλά θέματα συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής συμμαχίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, την Ανατολική Μεσόγειο, τον Κάθετο Άξονα, τα ενεργειακά του ελλαδικού χώρου και την εμπλοκή αμερικανικών εταιρειών, το Κυπριακό, αλλά και το Αιγαίο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε από την Ουάσιγκτον ο Μιχάλης Ιγνατίου.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Προφανώς, αντιλαμβάνεται κανείς ότι μιλώντας περί Αιγαίου, ο Πρωθυπουργός, και ο Έλληνας ομόλογος του κ. Ρούμπιο, θα θέσoυν στον Αμερικανό ΥΠΕΞ το ζήτημα των σταθερών τουρκικών επιδιώξεων και απειλών εις βάρος της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδος μας.

Και προφανώς, όποιος παρακολουθεί στενά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις αντιλαμβάνεται ότι είναι δεδομένη η στήριξη που θα παράσχει ο Αμερικανός ΥΠΕΞ στη Ελλάδα και την Κύπρο μας. Υπάρχει όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά όχι την αμερικανική πλευρά, αλλά την Ελλάδα, την κυβέρνησή της, και κυρίως τους εμπλεκομένους, ορατούς και αοράτους, στην εξωτερική πολιτική της:

Έχουν άραγε αποφασίσει, ο κ. Μητσοτάκης, ο κ. Γεραπετρίτης, η κ. Παπαδοπούλου, ο κ. Δένδιας, να θέσουν στις ΗΠΑ και τον κ. Ρούμπιο, το ένα και μοναδικό ζήτημα που ως άλλο ξίφος του Μεγαλέξανδρου λύνει τον γόρδιο δεσμό στα Ελληνοτουρκικά;
Αυτό που δεν είναι άλλο από την επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια (ή μέχρι τη μέση γραμμή, όπου αυτή αποτελεί το ανώτατο όριο);
Διότι, ας μη γελιόμαστε:

Το κατ᾽εξοχήν ζήτημα στα Ελληνοτουρκικά δεν είναι ούτε το casus belli της Τουρκίας, ούτε το φληνάφημα περί δήθεν κλεισίματος του Αιγαίου και μετατροπής του σε Blue Lagoon με τα 12 νμ ελληνικών ΕΧΥ, που διαδίδεται από χείλη ειδικών νομικών οι οποίοι επικαλούνται προς τούτο την UNCLOS, μολονότι η UNCLOS ακριβώς διασφαλίζει πώς με πλήρη επέκταση δεν προσκόπτεται η διεθνής ναυτιλία!

Ούτε καν είναι πρόβλημα αυτό που είχε ομολογήσει παλαιότερα ο πρώην Αρχηγός της ΕΥΠ, κι επικεφαλής των Διερευνητικών Επαφών Ελλάδας – Τουρκίας, Πρέσβης Παύλος Αποστολίδης, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή (5 Νοεμβρίου 2024), ότι αν επεκτείνουμε τα ΕΧΥ μας στο Αιγαίο δεν θα έχουμε τί να διαπραγματευόμαστε με την Τουρκία.

Θέση την οποία επανέλαβε προχθές, (Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026) ο Χρήστος Ροζάκης με άρθρο του στα ΝΕΑ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ παραδέχθηκε ότι η πλήρης επέκταση των ελληνικών ΕΧΥ θα έλυνε για μεγάλο τμήμα του Αιγαίου το ζήτημα οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.
Το πρόβλημα είναι ότι η Αθήνα δεν θέλει ως τώρα να συμπεριφερθεί διεθνώς, και δη απέναντι στον ισχυρότερο στρατηγικό της σύμμαχο, τις ΗΠΑ, με το ανάστημα που πρέπει και αρμόζει στην Ελλάδα. Γι᾽ αυτό και ανέχεται την Αμερικανίδα Πρέσβη να εκφέρει απειλές που παραπέμπουν σε ιστορίες από το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη των αρχών του 20ού αιώνα.

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να αντιληφθεί τον ευρύτερο αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό στην περιοχή και να επιδιώξει τα μέγιστα ανταλλάγματα. Δεν δικαιολογείται πλέον να στερείται εθνικού πολιτικού ρεαλισμού σε αυτή τη συγκυρία όπου μας ζητούνται μέγιστες υπηρεσίες, τις οποίες φυσικά και παρέχουμε.

Δεν νοείται «στρατηγικός σύμμαχος» τέτοιου σπουδαίου εκτοπίσματος, όπως τόσο οι ΗΠΑ ήδη από την εποχή του κ. Πάιατ όσο και η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνομολογούν και διατυμπανίζουν για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ο οποίος να μην τολμά να αξιώσει από τον σύμμαχό του στήριξη σε ενέργειες σύννομες με το Διεθνές Δίκαιο, που αυξάνουν την ισχύ του ιδίου του συμμάχου του!
Τί είδους Στρατηγικός Ελληνοαμερικανικός Διάλογος και τί είδους στρατηγική συμμαχία είναι αυτή, αν οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν έμπρακτα την μέγιστη ενίσχυση και ισχύ της εθνικής εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδος;

Η Αθήνα, επομένως, έχει χρέος να δώσει στην αμερικανική πλευρά και στον εκπρόσωπό της ΥΠΕΞ Ρούμπιο τη δυνατότητα να εκφράσει τη βούληση και τη στήριξή της στην επέκταση των ελληνικών Εθνικών Χωρικών Υδάτων στο Αιγαίο.

Όχι την μερική, κουτσουρεμένη, κι επικίνδυνα τμηματική, όπως κάποιοι επιθυμούν, νοτίως της Κρήτης απλώς, κατά μίμηση των λιλιπούτειων Θαλάσσιων Πάρκων στο κεντρικό Αιγαίο, ή του μοντέλου υποχωρητικότητας στην Κάσο. Αλλά την πλήρη, σύμφωνη προς τις επιταγές και προβλέψεις της UNCLOS επέκταση στα 12 νμ (ή το μέγιστο της μέσης γραμμής).

Καλά τα Ραφάλ, οι Μπελαρά, τα F-35, ο Θόλος του Αχιλλέα, και τα δισεκατομμύρια που καταβάλλουμε στους στρατηγικούς εταίρους μας με την προσδοκία διεθνούς προστασίας. Αλλά είναι καλύτερα να ενημερώσεις την Ουάσιγκτον για την επέκταση της εθνικής κυριαρχίας σου, παρά να αναγκαστείς να την εκχωρήσεις στην Άγκυρα.

Διότι όσο αφήνουμε Κερκόπορτες στο Αιγαίο ανοιχτές τόσο ρισκάρουμε εθνικές καταστροφές. Και η Κύπρος δεν κείται μακράν, ούτε χωρικά, ούτε χρονικά…

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Το GSI δοκιμάζει την ελληνική αποφασιστικότητα – Τι κρύβουν τα τουρκικά σενάρια σύγκρουσης

Η ελληνογαλλική συνεννόηση για το καλώδιο, η ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής και η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκπομπής «Direct News». Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υπογράμμισε ότι η ισχύς των εξοπλισμών αποκτά πραγματικό αντίκρισμα όταν συνοδεύεται από πολιτική βούληση.

Δημοσιεύτηκε

στις

Σε κρίσιμο τεστ για την ελληνική αποφασιστικότητα και την προστασία των ενεργειακών υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο εξελίσσεται, σύμφωνα με την ανάλυση του Ανδρέα Μουντζουρούλια στην εκπομπή «Direct News», η προώθηση του Great Sea Interconnector. Παράλληλα, ο δημοσιογράφος παρουσίασε τουρκικά δημοσιεύματα που περιγράφουν σενάρια στρατιωτικής αντιπαράθεσης, επισημαίνοντας ότι πίσω από αυτά συνυπάρχουν ανησυχία για την ελληνική ισχύ και προσπάθεια δημιουργίας κλίματος φόβου.

Το βασικό ερώτημα που έθεσε είναι εάν η Αθήνα θα μετατρέψει τη διπλωματική υποστήριξη και την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε έμπρακτη υπεράσπιση των συμφερόντων της.

GSI: Ενημέρωση της Τουρκίας χωρίς αίτημα άδειας

Ο Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες Αθήνα και Παρίσι βρίσκονται κοντά σε φόρμουλα για την επανεκκίνηση των ερευνών του ηλεκτρικού καλωδίου. Στο πλαίσιο αυτό, ξεχώρισε τη σημασία της 26ης Οκτωβρίου, την οποία παρουσίασε ως προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης ερευνών στον βυθό, ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου.

Όπως ανέφερε, η γαλλική πλευρά αναμένεται να ενημερώσει προκαταβολικά την Άγκυρα για τις εργασίες. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ενημέρωση δεν πρέπει να μετατραπεί σε διαδικασία αδειοδότησης από την Τουρκία.

«Άλλο η λέξη ενημέρωση, άλλο η έννοια της αδειοδότησης», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι το διακύβευμα είναι να μη γίνει αποδεκτή η τουρκική αξίωση ελέγχου του έργου.

Άσκησε επίσης κριτική στις καθυστερήσεις της ελληνικής πλευράς, υποστηρίζοντας ότι ένα έργο τέτοιας γεωπολιτικής σημασίας απαιτεί πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα. Προειδοποίησε για τον κίνδυνο επανάληψης μιας κρίσης όπως εκείνη της Κάσου και σημείωσε ότι οι πραγματικές προθέσεις όλων θα κριθούν στο πεδίο.

Στην εκπομπή παρουσιάστηκαν ως πιθανά σενάρια αντίδρασης της Άγκυρας η έκδοση αντι-NAVTEX και η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Ο ίδιος επικαλέστηκε πληροφορίες για ενδεχόμενη ελληνική ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών μέσων, διευκρινίζοντας ότι μένει να φανεί πώς θα ενεργήσει η Αθήνα.

Τα τουρκικά σενάρια για ραντάρ και αεροπορικές βάσεις

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο κύμα τουρκικών αναλύσεων που αποδίδουν στην Ελλάδα σχεδιασμούς ηλεκτρονικού πολέμου, παρεμβολής στα τουρκικά ραντάρ και πληγμάτων εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων.

Σύμφωνα με όσα μετέφερε ο παρουσιαστής, τα δημοσιεύματα περιγράφουν υποθετικές επιχειρήσεις με Rafale και F-16 Viper, καθώς και προσπάθεια αποδιοργάνωσης της τουρκικής αεράμυνας. Πρόκειται για σενάρια που αποδίδονται σε τουρκικές αναλύσεις και όχι για παρουσίαση επιβεβαιωμένου ελληνικού επιχειρησιακού σχεδίου.

Ο Μουντζουρούλιας έδωσε δύο βασικές ερμηνείες: αφενός ότι η ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής προβληματίζει την Τουρκία, αφετέρου ότι η προβολή μιας υποτιθέμενης ελληνικής απειλής εξυπηρετεί την εσωτερική συσπείρωση και την παρουσίαση της Αθήνας ως επιτιθέμενης στη διεθνή κοινότητα.

Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε τις αναφορές σε τουρκικούς πυραύλους Tayfun και τις απειλές για πλήγματα στην Ελλάδα, τις οποίες χαρακτήρισε μέρος ψυχολογικών επιχειρήσεων.

Επανήλθε, πάντως, στο ζήτημα της πολιτικής απόφασης: η αγορά σύγχρονων οπλικών συστημάτων, όπως επισήμανε, δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει αποτελεσματική αποτροπή.

Ελλάδα–Ισραήλ και ο ανταγωνισμός στη Μεσόγειο

Η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποτέλεσε έναν ακόμη κεντρικό άξονα της εκπομπής.

Ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου για την ενίσχυση της ισραηλινής ναυτικής ισχύος και τις ερμήνευσε ως ένδειξη αυξανόμενης έμφασης στη θαλάσσια ασφάλεια. Συνέδεσε αυτή την κατεύθυνση με τις δυνατότητες συνεργασίας με την Ελλάδα, την προστασία υποθαλάσσιων υποδομών και τους ενεργειακούς διαδρόμους.

Παράλληλα, μετέφερε αναλύσεις της Jerusalem Post για τον ανταγωνισμό Τουρκίας–Ισραήλ, με επίκεντρο τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με την παρουσίασή του, η τουρκική προσπάθεια παρεμπόδισης του GSI αφορά ευρύτερα περιφερειακά συμφέροντα, πέρα από την Αθήνα και τη Λευκωσία.

Αναφέρθηκε επίσης σε σκέψεις για στενότερη περιφερειακή συνεργασία, την οποία ορισμένα δημοσιεύματα περιγράφουν ως «μεσογειακό ΝΑΤΟ», διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για συζητούμενη ιδέα και όχι για συγκροτημένη συμμαχία.

Η προπαγάνδα για Meta και Unit 8200

Ο Μουντζουρούλιας σχολίασε και δημοσίευμα της Milliyet, το οποίο απέδωσε στον Özay Şendir, σχετικά με υποτιθέμενη ισραηλινή χειραγώγηση των κοινωνικών δικτύων.

Όπως μετέφερε, το δημοσίευμα συνδέει τη Meta και στελέχη με προηγούμενη υπηρεσία στη μονάδα Unit 8200 με την προώθηση περιεχομένου εναντίον της Τουρκίας στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Ο ίδιος απέρριψε τους ισχυρισμούς ως ατεκμηρίωτους και τους ενέταξε στην προσπάθεια να παρουσιαστεί η ελληνική στάση ως προϊόν εξωτερικής καθοδήγησης.

P-3B Orion: Η σημασία της ναυτικής επιτήρησης

Στο αμυντικό σκέλος, η εκπομπή στάθηκε στο πρόγραμμα αναβάθμισης των P-3B Orion και στην εκπαίδευση των πληρωμάτων τους.

Ο παρουσιαστής ανέφερε την προσδοκία για δύο επιχειρησιακά αεροσκάφη έως το τέλος του 2026, επισημαίνοντας ότι κρίσιμο ζητούμενο παραμένει η αυτόνομη επιχειρησιακή δράση των ελληνικών πληρωμάτων.

Υπογράμμισε τη σημασία τους για τη ναυτική επιτήρηση, τη συλλογή πληροφοριών και τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, ιδιαίτερα σε μια περιοχή που εκτείνεται από το Αιγαίο και την Κρήτη έως την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή.

Ιράκ και χριστιανοί της Συρίας

Στο τελευταίο μέρος, ο Μουντζουρούλιας παρουσίασε την καταγγελία της Βαγδάτης για 398 τουρκικές παραβιάσεις εδάφους και εναέριου χώρου μέσα σε τέσσερις μήνες, καθώς και την τουρκική επίκληση του δικαιώματος αυτοάμυνας.

Αναφέρθηκε ακόμη σε επίθεση εναντίον χριστιανικής πόλης στην επαρχία Χάμα της Συρίας. Σύμφωνα με όσα μετέφερε, ένοπλοι πυροβόλησαν κατοικίες και καταστήματα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό μιας γυναίκας, ενώ χριστιανικές οργανώσεις κατήγγειλαν ανεπαρκή προστασία από τις δυνάμεις ασφαλείας.

Ζήτησε μεγαλύτερη κινητοποίηση για την προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων και κατήγγειλε αυτό που θεωρεί επιλεκτική ευαισθησία απέναντι στις διώξεις τους.

Το μήνυμα που διαπέρασε την εκπομπή ήταν ότι η Ελλάδα χρειάζεται συμμαχίες, στρατιωτική ετοιμότητα και, κυρίως, τη βούληση να στηρίξει τις αποφάσεις της όταν αυτές δοκιμάζονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

school of gray fish school of gray fish
GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Θεσσαλονίκη: Αλιείς «έσπασαν» την απεργία και αγόρασαν ψάρια από τουρκικό φορτηγό

Ένταση προκαλεί στη Θεσσαλονίκη υπόθεση αγοραπωλησίας αλιευμάτων εκτός ιχθυόσκαλας, την ώρα που ο κλάδος βρίσκεται σε κινητοποιήσεις. Βίντεο που παρουσίασε...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά,...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Κάλλιο να πείσεις την Ουάσιγκτον να δεχθεί τα Εθνικά Χωρικά Ύδατα σου στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, παρά να κινδυνεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματά σου από την Άγκυρα…

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΥΛΟΥ, Hellas Journal – Όσλο Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα στον απόηχο του θορύβου...

Διεθνή7 ώρες πριν

Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό

Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και...

Πολιτική9 ώρες πριν

Μονή Σινά: Στο Ευρωκοινοβούλιο το ζήτημα – Ο διπλωματικός αγώνας

Υστερα από την επίσκεψη του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη στο Σινά και στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αιγύπτου.

Δημοφιλή